Αριθμός 812/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θωμά Καναβέλη, Στέργιο Σπυρόπουλο και Ευαγγελία Καστρινάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/8/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1124/2019 μη οριστική και 2444/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 652/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/1/2023 αίτησή της και τους από 8/8/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 19-1-2023 αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των από 8-8-2024 πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 652/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 10.9.2020 έφεση και οι από 15.2.2021 και 11.8.2021 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 2444/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, και έκανε κάνει εν μέρει δεκτή την ασκηθείσα από 31.8.2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 και 569 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου παραδεκτά (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά τα άρθρα 246, 573 § 1 ΚΠολΔ, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 757/2023, ΑΠ 157/2022).
ΙΙ.Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 αρ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 7772022, ΑΠ 300/2022, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 422/2024, ΑΠ 59/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 137/2023, ΑΠ 303/2023, ΑΠ 357/2023). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2024, ΑΠ 59/2024, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή όταν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 2/2024, ΑΠ 26/2024, ΑΠ 59/2024, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 18/2018), ενώ δεν ιδρύει το λόγο αυτό η έκθεση στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιστατικών εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού της (ΑΠ 362/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 177/2021, ΑΠ 255/2010). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 59/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν (αριθ. 8α) ή το αντίθετο (8β), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προταθεί ή δεν λήφθηκε αν και είχε προταθεί (ΑΠ 220/2023, ΑΠ 104/2022, ΑΠ 1637/2022, ΑΠ 1638/2022, ΑΠ 786/2019), ποια ουσιώδη επιρροή είχε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, πως δηλαδή συνέβαλε η μη λήψη υπόψη στη διαμόρφωση του διατακτικού και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 7/2024, ΑΠ 201/2024, ΑΠ 232/2024, ΑΠ 368/2023, ΑΠ 1575/2023). Για να είναι δε και παραδεκτός ο παραπάνω ισχυρισμός, που στηρίζει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1193/2008) και όχι από τον αντίδικό του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 877/2020, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 97/2018, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1324/2018). Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφορικά με την αοριστία της αγωγής, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενό της και ως προς ποιο σημείο δεν υπάρχει σαφής επίκληση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου ή σε ποιο σημείο δεν υπάρχει ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς ή το αντίστροφο, καθώς και ποιο περιεχόμενο δέχθηκε η προσβαλλόμενη ότι έχει η αγωγή (ΑΠ 911/2023, ΑΠ 912/2023, ΑΠ 1685/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 513 ΑΚ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία διώκεται η καταβολή του συμφωνηθέντος για την πώληση τιμήματος, αρκεί και πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή το αντικείμενο της πώλησης (πράγμα ή δικαίωμα), το τίμημα και η σχετική με αυτά, συμφωνία των μερών. Ως εκ τούτου, επί (ανα)πωλήσεως δανείου αντί συμφωνημένου συνολικού τιμήματος, σε εκπλήρωση παροχής από σύμφωνο προαίρεσης, αρκεί, για τη διαδικαστική πληρότητα του αγωγικού δικογράφου, να αναφέρονται σ' αυτό το δικαίωμα που συμφωνήθηκε προς πώληση, η συμφωνία των ενδιαφερομένων μερών και το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός των επί μέρους όρων του δανείου, ήτοι εάν πράγματι είχε εκταμιευθεί ολόκληρο το ποσό για το οποίο ζητείται η αναπώληση, ο χρόνος και το ποσό αποπληρωμής κάθε δόσης, το συμβατικό επιτόκιο, το επιτόκιο υπερημερίας και η χρονική περίοδος τοκοφορίας (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 16/2009). Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 9/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1/2022). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 322/2023, ΑΠ 166/2022, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 549/2022). Ειδικότερα δε στην περίπτωση της κατ' ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 562 § 2, 566 § 1, 577 § 3, 578 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά αντίθετα πρέπει ν' αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 41/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 176/2024, ΑΠ 322/2023, ΑΠ 721/2022) και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ. η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 109/2020). Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 1) ελέγχεται και η νομική βασιμότητα της αγωγής με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας περί του περιεχομένου της. Αν όμως οι τελευταίες (παραδοχές) δεν ταυτίζονται με το πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, κυρίας παρέμβασης κλπ, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, ως διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), επειδή δεν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση ή αντιστρόφως, για να θεμελιωθεί το ορισμένο ή το νόμιμο λήφθηκαν υπόψη περιστατικά, των οποίων δεν έγινε επίκληση, ιδρύεται ο δεύτερος των παραπάνω λόγων του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1095/2021, ΑΠ 1121/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 111/2012).
Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς την εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, όπως η αγωγή, το δε άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, μολονότι δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής ή, αντιθέτως, ότι δεν έλαβε υπόψη του τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι από τον αρ. 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διάταξης που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 119/2022, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 231/2004).
Επίσης, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1636/2018), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 37/2021). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 37/2021, ΑΠ 51/2020). Έτσι, η διαπίστωση του κενού αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 177/2021, ΑΠ 1270/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 205/2020). Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν το δικαστήριο, καίτοι δέχεται, έστω και σιωπηρά, ότι η δικαιοπραξία είναι σαφής και πλήρης, α) καταφεύγει εντούτοις για να βρει την έννοιά της και σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε επιχειρήματα, τα οποία αποδεικνύουν την προσπάθεια ερμηνείας της δήλωσης βούλησης, κατά την οποία, όμως, δεν έχει εφαρμόσει τους ανωτέρω κανόνες, με σκοπό την εξεύρεση της αληθινής βούλησης (ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 215/2021, ΑΠ 737/2021, ΑΠ 1969/2009, ΑΠ 1787/2011, ΑΠ 1969/2009), β) προβαίνει στην ερμηνεία σχετικού όρου της σύμβασης (ΑΠ 438/2008), γ) προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης και στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης και σε διατάξεις νόμων (ΑΠ 215/2021, ΑΠ 737/2021), δ) αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 215/2021, ΑΠ 617/2019), ε) χρησιμοποιεί ενδοιαστικές εκφράσεις και προσφεύγει σε άλλες αποφάσεις για όμοιες έννομες σχέσεις ή προβαίνει σε ερμηνευτική επεξεργασία του επίμαχου όρου, σχετίζοντάς τον με άλλους όρους της ίδιας σύμβασης (ΑΠ 458/2024, ΑΠ 13/2024, ΑΠ 80/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 395/2020, ΑΠ 781/2020), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 70/2022) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βούλησης (ΑΠ 265/2023, ΑΠ 70/2022) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 265/2023, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 630/2021).
Επίσης, οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται με αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 16/2024). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 176/2024, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 253/2020).
Κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 671/2022, ΑΠ 48/2021, ΑΠ 672/2021, ΑΠ 74/2016). Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Έτσι, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη τον διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε, οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 883/2023, ΑΠ 1912/2022, ΑΠ 567/2021, ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 2090/2017). Εκ πλαγίου δε παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 630/2021, ΑΠ 1270/2021, ΑΠ 683/2010, 527/2008), ενώ δεν ιδρύουν τον παρόντα λόγο οι αιτιολογίες που ως εκ περισσού διατυπώνονται στην απόφαση και δεν ήταν απαραίτητες για την στήριξη της κρίσης του Εφετείου (ΑΠ 593/2021, ΑΠ 255/2010). Γ. Περαιτέρω, περίπτωση μεταβολής των υποκειμένων της σύμβασης, μη προβλεπόμενη στο νόμο γενικά, παρά μόνον εξαιρετικά (βλ. άρθρα 614, 620, 641, 1164 ΑΚ και Ν. 4354/2015), αποτελεί η μεταβίβαση της ενοχικής σχέσης ως συνόλου, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την υπεισέλευση τρίτου προσώπου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός από τους φορείς της έννομης σχέσης. Η μεταβίβαση αυτή μπορεί, κατά την επιλογή των μερών, να λάβει τη μορφή είτε α) της σύναψης δύο συνδυαζόμενων μεν πλην όμως αυτοτελών δικαιοπραξιών και, συγκεκριμένα, της σύμβασης εκχώρησης για τις απαιτήσεις (άρθρα 455 επομ. ΑΚ) και της σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους για τις οφειλές (άρθρα 471 επομ. ΑΚ), με τις οποίες επέρχεται αλλαγή στο πρόσωπο, αντιστοίχως, του δικαιούχου και του υπόχρεου (ΑΠ 329/2019, ΑΠ 640/2016, ΑΠ 561/2010, ΑΠ 1693/2007, ΑΠ 1957/2006, ΑΠ 479/2001, ΑΠ 734/1998, ΑΠ 1369/1993), χωρίς τη σύμπραξη του παλαιού οφειλέτη είτε β) της κατάρτισης μιας ενιαίας, τριπρόσωπης και ιδιόρρυθμης, ενοχικής σύμβασης (άρθρο 361 ΑΚ), στην οποία συμμετέχουν τα μέρη της υφιστάμενης συμβατικής σχέσης που αναλαμβάνεται και ο τρίτος που την αναλαμβάνει (ΑΠ 885/2020, ΑΠ 1400/2008) και η οποία, ιδίως όταν, όπως συμβαίνει στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, αυτός είναι και δανειστής του μεταβιβάζοντος (ΑΠ 1245/2010, ΑΠ 681/1995), προϋποθέτει τη συμμετοχή του παλαιού οφειλέτη είτε με τη σύμπραξή του κατά την κατάρτιση της μεταβιβαστικής συμφωνίας είτε με τη χορήγηση της συγκατάθεσής του, που μπορεί να παρασχεθεί είτε πριν είτε μετά τη μεταβίβαση (με προηγούμενη συναίνεση ή με επιγενόμενη έγκριση, κατά τα άρθρα 236 και 238 ΑΚ αντιστοίχως). Σε κάθε περίπτωση, η μεταβίβαση της έννομης σχέσης, όπως και η εκχώρηση, δεν αλλοιώνει το συμβατικό αντικείμενο, δηλαδή την παροχή (ΑΠ 1144/2017, ΑΠ 1400/2008) ούτε μεταβάλλει τον τρόπο ή το χρόνο εκπλήρωσης της ενοχής και, εκτός αντίθετης συμφωνίας, ο εισερχόμενος στη σχέση τρίτος έχει την έννομη θέση που είχε και το εξερχόμενο μέρος, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου επέρχεται ειδική διαδοχή (ΑΠ 33/2014), με ταυτόχρονη αυτοδίκαιη συμμεταβίβαση και των ασφαλειών, προσωπικών ή εμπραγμάτων, που είχαν συσταθεί υπέρ του μεταβιβάζοντος, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 458 ΑΚ, η οποία, όμως, ως ενδοτικού δικαίου, επιτρέπει αντίθετη συμβατική ρύθμιση. Στο πεδίο του τραπεζικού δικαίου η μεταβίβαση της πιστωτικής συμβατικής σχέσης δεν είναι ασύνηθες φαινόμενο και, με οικονομικά κριτήρια, εμφανίζεται κυρίως όταν είτε η μεταβιβάζουσα τράπεζα επιθυμεί να μειώσει την έκθεσή της σε συγκεκριμένο οφειλέτη ή να αποχωρήσει από συγκεκριμένο κλάδο επιχειρηματικής ενασχόλησής της, για να ανακατευθύνει τα σχετικά κεφάλαια σε άλλο τομέα, οπότε εκχωρεί σε άλλη τράπεζα το σύνολο των σχετικών δανείων που έχει χορηγήσει προς τρίτους είτε η αποκτώσα τράπεζα επιθυμεί να επενδύσει στον ίδιο κλάδο χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία εκείνης που αποξενώνεται από τις δανειακές απαιτήσεις της, η δε μεταβιβαστική συμφωνία έχει την έννοια της παραχώρησης της έννομης θέσης του πιστοδότη (αρχικής πιστώτριας τράπεζας) σε άλλον (ανάδοχο πιστωτικό ίδρυμα), που υποκαθίσταται έναντι του πιστολήπτη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού δανειστή από την έννομη σχέση της πίστωσης γενικά ή του τραπεζικού δανείου ειδικότερα, συνηθέστερα δε στη μορφή του ως αμφοτεροβαρούς σύμβασης ορισμένου χρόνου εξοφλητέου με τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Η μεταβιβαστική σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ των τραπεζών με τη σύμπραξη ή την απλή συγκατάθεση του πιστολήπτη, είναι μεν αναιτιώδης αλλά έχει πάντοτε αιτία, που συνήθως είναι η πώληση (άρθρα 513 επομ. ΑΚ) της απαίτησης από το δάνειο ή την πίστωση έναντι τιμήματος, στο πλαίσιο της οποίας η αρχική δανείστρια τράπεζα μεταβιβάζει τις απαιτήσεις της κατά του πιστούχου μαζί με τις τυχόν ασφάλειές τους, η δε ανάδοχος τράπεζα σε αντάλλαγμα εξοφλεί τις υφιστάμενες μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης οφειλές του τελευταίου προς τη μεταβιβάζουσα. Αν η κύρια παροχή (δόση του δανείσματος) έχει ήδη εκπληρωθεί και απομένει μόνο η ανάκτηση του δανείου από το (νέο) δανειστή, με την είσπραξη των δόσεων, αντικείμενο της μεταβιβαστικής συμφωνίας αποτελεί κατ' ουσίαν η αξίωση αποπληρωμής του δανείου, οπότε η σχετική απαίτηση του πιστωτή κατά του πιστολήπτη δύναται απλώς να εκχωρηθεί χωρίς να απαιτείται μεταβίβαση της πιστωτικής σχέσης στο σύνολό της. Με σκοπό την δημιουργία δευτερογενούς και εξωχρηματιστηριακής αγοράς αυτών ακριβώς των αξιώσεων, εκδόθηκε ο Ν. 4354/2015, ο οποίος αντιμετώπισε τη μεταβίβασή τους ως (εκποιητική) εκχώρηση απαιτήσεων με αιτία την (υποσχετική) πώλησή τους (άρθρο 1 § 1β) και όρισε ότι αντικείμενο αυτής αποτελούν απαιτήσεις από πιστώσεις και δάνεια (για απόδοση κεφαλαίου, τόκων συμβατικών και νόμιμων, τόκων εξ ανατοκισμού, εξόδων κλπ), που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και άλλα δικαιώματα (άρθρο 3) που συνδέονται με αυτές. Κατά το χρόνο της θέσης του σε ισχύ (16.12.2015, σύμφωνα με το άρθρο 46 αυτού), στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 4354/2015 ενέπιπταν τραπεζικές απαιτήσεις από δάνεια ή πιστώσεις μη εξυπηρετούμενες για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των ενενήντα (90) ημερών (άρθρο 178 του Κανονισμού ΕΕ 575/2013), μετά όμως τις διαδοχικές τροποποιήσεις του με τους Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27.5.2016), 4393/2016 (ΦΕΚ Α 106/6.6.2016), 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017) και 4549/2018 (ΦΕΚ Α 105/14.6.2018), στις ρυθμίσεις του υπάγονται ακόμα και ενήμερα δάνεια ή πιστώσεις. Ανεξαρτήτως, πάντως, τούτου, οι διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως ισχύει, δεν εφαρμόζονται α) σε όσες μεταβιβαστικές συμβάσεις δεν εμπίπτουν ratione temporis σ' αυτόν, β) όταν εκδοχέας του τραπεζικού δανείου ή της πίστωσης είναι άλλο πιστωτικό ίδρυμα και όχι εταιρία ειδικού σκοπού από τις αναφερόμενες στο νόμο, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πληρούται ο νομοθετικός σκοπός, που συνίσταται στην ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών με την πώληση προς τρίτους των απαιτήσεών τους, καθώς η απόκτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από άλλη τράπεζα απλώς θα μετατόπιζε την επιβάρυνση στην ανάδοχο και γ) όταν η μεταβιβαστική συμφωνία προβλέπει αντάλλαγμα ίσης και όχι κατώτερης αξίας σε σχέση προς την δανειακή οφειλή και πραγματοποιείται σε εκτέλεση άλλης, προηγούμενης, σύμβασης που την προπαρασκεύασε. Τούτο συμβαίνει όταν μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων είτε έχει προσυμφωνηθεί (κατά την έννοια του άρθρου 166 ΑΚ) είτε έχει ήδη συμφωνηθεί η μεταβίβαση της απαίτησης του ενός έναντι οποιουδήποτε τρίτου (δανειολήπτη) από (ενήμερο ή καθυστερούμενο) δάνειο ή πίστωση προς το άλλο, εφόσον η ολοκλήρωση της εκχώρησης έχει, κατά τη συμφωνία τους, επαφεθεί στην ευχέρεια κάποιου από τα μέρη, στο οποία έχει ήδη παρασχεθεί συμβατικά η εξουσία να επιφέρει μονομερώς στο μέλλον το ήδη συμφωνημένο έννομο αποτέλεσμα. Τέτοια σύμβαση έχει τη μορφή συμφώνου προαίρεσης, δηλαδή ενοχικής σύμβασης, προπαρασκευαστικής και μη ρυθμισμένης στο νόμο, με την κατάρτιση της οποίας τα μέρη αποβλέπουν, όπως και με το προσύμφωνο, στη δημιουργία δέσμευσης σε σχέση με τη σύναψη μιας άλλης (κύριας) σύμβασης. Έτσι, με το σύμφωνο προαίρεσης, που μπορεί να καταρτιστεί ως αυτοτελής ενοχική σύμβαση ή να ενσωματωθεί ως ρήτρα σε άλλη σύμβαση, οι συμβαλλόμενοι προσδιορίζουν το περιεχόμενο της μεταξύ τους καταρτιστέας μελλοντικής σύμβασης και ταυτόχρονα παραχωρούν στον έναν από αυτούς το δικαίωμα προαίρεσης (option), δηλαδή την εξουσία να επιφέρει την κατάρτιση της κύριας αυτής σύμβασης με μονομερή, απευθυντέα και ληψιδεή δήλωσή του. Από το διαπλαστικό αυτό δικαίωμα του ενός δεν απορρέει ενοχική αξίωση αντίστοιχη προς συγκεκριμένη υποχρέωση του έτερου μέρους, το οποίο όμως δεσμεύεται να σεβαστεί την επέμβαση του πρώτου στην έννομη σφαίρα του όταν ασκηθεί το δικαίωμα προαίρεσης, το οποίο μπορεί να συμφωνηθεί και υπό αναβλητική αίρεση, υπό την έννοια ότι η δήλωση του δικαιούχου, με την οποία θα τεθεί σε ισχύ η σκοπούμενη κύρια σύμβαση, έχει εξαρτηθεί από την επέλευση ενός γεγονότος μέλλοντος και αβέβαιου (άρθρο 201 ΑΚ). Η ίδια η δήλωση όμως, επειδή συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, είναι ανεπίδεκτη αίρεσης, αφού με αυτήν διαμορφώνεται νέα έννομη κατάσταση, η οποία πρέπει να είναι σαφής και απαλλαγμένη από αβεβαιότητα. Το σύμφωνο προαίρεσης μπορεί να παρέχει δικαίωμα προς σύναψη όχι μόνον ενοχικής σύμβασης (λ.χ. πώλησης), αλλά και εμπράγματης (λ.χ. μεταβίβασης πράγματος). Όταν η σκοπούμενη κύρια σύμβαση είναι αγοραπωλησία, το σύμφωνο προαίρεσης μπορεί να λάβει τη μορφή είτε της call option, δηλαδή να παρέχει στον δικαιούχο το δικαίωμα να αγοράσει ένα περιουσιακό στοιχείο (πράγμα ή δικαίωμα, κατ' άρθρο 513 ΑΚ) είτε της put option, δηλαδή να παρέχει στον δικαιούχο το δικαίωμα να πωλήσει στον δεσμευόμενο ένα περιουσιακό στοιχείο που ενδέχεται και να αγόρασε από αυτόν, το καλείται και σύμφωνο αναπωλήσεως και επειδή εμφανίζει συγγένεια, με το, κατ' άρθρο 565 ΑΚ, σύμφωνο εξωνήσεως, γίνεται δεκτό στη θεωρία ότι κατ' αρχήν εφαρμόζονται επ' αυτού αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 565 - 572 ΑΚ. Με την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος του δικαιούχου, δηλαδή με την περιέλευση της δήλωσής του στον δεσμευόμενο (άρθρο 167 ΑΚ) τελειούται η κύρια σύμβαση που σκοπήθηκε με το σύμφωνο προαίρεσης, άνευ άλλου τινός, ανεξαρτήτως δηλαδή της θέλησης ή της σύμπραξης του τελευταίου και χωρίς οποιαδήποτε δικαστική συνδρομή, όπως δεν συμβαίνει επί προσυμφώνου, όπου αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν ενοχική υποχρέωση σύμπραξης για την κατάρτιση μελλοντικής σύμβασης. Αντιθέτως, με την κατάρτιση του συμφώνου προαίρεσης, η σκοπούμενη (κύρια) συμβατική σχέση έχει ήδη καθοριστεί κατά περιεχόμενο και απομένει να τεθεί σε ισχύ με τη μονομερή δήλωση του δικαιούχου, οπότε αρχίζει να παράγει τις συνέπειές της και να γεννά δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους συμβαλλόμενους, που πλέον καθίστανται αμοιβαία ο ένας δανειστής και οφειλέτης του άλλου, με βάση την κοινή τους βούληση (άρθρο 361 ΑΚ), που όσον αφορά τον δεσμευόμενο δηλώθηκε κατά τη σύναψη της συμφωνίας προαίρεσης. Από το γεγονός ότι ο δικαιούχος δεν έχει αξίωση εκπλήρωσης έναντι του αντισυμβαλλομένου του ούτε ο τελευταίος αντίστοιχη υποχρέωση σύμπραξης στην κατάρτιση της σκοπούμενης κύριας σύμβασης, μιας και αυτή έχει ήδη συναφθεί, συνάγεται ότι, μετά την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης, δεν ανακύπτει ανάγκη καταφυγής στον εξαναγκαστικό μηχανισμό της διάταξης του άρθρου 949 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται μόνον οσάκις υφίσταται υποχρέωση για δήλωση βούλησης, προκειμένου, συνήθως, να οριστικοποιηθεί το περιεχόμενο μιας συμβατικής ρύθμισης (ΟλΑΠ 14/2000, ΑΠ 737/2021, ΑΠ 1533/2021, ΑΠ 537/2020, ΑΠ 803/2018, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 455/2013, ΑΠ 646/2011, ΑΠ 731/2007, ΑΠ 1589/2006, ΑΠ 425/2002). Πάντως, το κύρος του συμφώνου προαίρεσης εξαρτάται από το κύρος της σκοπούμενης σύμβασης και μπορεί να πάσχει ακυρότητα αν και η κύρια αυτή σύμβαση δεν έχει σύννομο περιεχόμενο. Επιπλέον, από τη νομική φύση της σκοπούμενης σύμβασης εξαρτάται και το είδος των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που παράγονται από την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης. Ειδικότερα, αν περιεχόμενο του δικαιώματος προαίρεσης είναι η κατάρτιση της ενοχικής σύμβασης αναμεταβίβασης δανειακής σχέσης με τρίτον δανειολήπτη, συναπτόμενη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων, που κατά τη νομική της φύση αποτελεί πώληση δικαιώματος (άρθρο 513 ΑΚ), μετά τη διαπλαστική δήλωση του δικαιούχου, ο μεταβιβάζων τη σχέση (πωλητής και εκχωρητής των απαιτήσεων εκ του δανείου αλλά και των ασφαλειών του) δικαιούται στη λήψη του συμφωνημένου με το σύμφωνο προαίρεσης ανταλλάγματος από τον αντισυμβαλλόμενό του (ανάδοχο του δανείου και αγοραστή), που δικαιούται, αφενός, να του μεταβιβαστούν δι' εκχωρήσεως οι δανειακές απαιτήσεις (κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) έναντι του δανειολήπτη, καθώς και οι εξασφαλίσεις της αποπληρωμής του δανείου και, αφετέρου, υποχρεούται στην καταβολή του ανταλλάγματος έναντι των απαιτήσεών του αυτών, στην ικανοποίηση των οποίων υποχρεούται αντιστοίχως ο μεταβιβάζων το δάνειο. Στα πλαίσια της νέας αυτής συμβατικής σχέσης, που δημιουργήθηκε μετά τη διαπλαστική δήλωση περί αναμεταβίβασης του δανείου, έκαστο μέρος της έχει καταρχήν αξίωση εκπλήρωσης (όχι πια του συμφώνου προαίρεσης αλλά) της οριστικής σύμβασης που τελειώθηκε με τη δήλωση του δικαιούχου της option. Ο τελευταίος, αφού άσκησε το διαπλαστικό του δικαίωμα και επέφερε τη σύναψη της συμφωνηθείσας οριστικής σύμβασης, δεν έχει αξίωση εκπλήρωσης του συμφώνου προαίρεσης, διότι αυτήν έχει ήδη επιφέρει ο ίδιος, μονομερώς, με τη δήλωσή του περί άσκησης του διαπλαστικού του δικαιώματος. Για το λόγο αυτό δεν έχει ούτε έννομο συμφέρον να απαιτήσει την καταδίκη του δεσμευόμενου σε δήλωση βούλησης, ακόμα και αν μεταξύ τους έχει προσθέτως συμφωνηθεί η τήρηση τύπου (άρθρο 159 § 2 ΑΚ) με σκοπό την έγγραφη αποτύπωση της αναμεταβίβασης των απαιτήσεων και, κυρίως, των ασφαλειών της. Η προσθήκη στο σύμφωνο προαίρεσης τέτοιου όρου δεν αλλοιώνει τη νομική φύση του και δεν το καθιστά διάφορη, ιδιόρρυθμη ή ιδιώνυμη, ενοχική σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ), παρά μόνον αν εξαρτά την ενέργεια της άσκησης του διαπλαστικού δικαιώματος από την πλήρωση της πρόσθετης προϋπόθεσης και εφόσον αυτή επιρρίπτεται συμβατικά ως βάρος στο δικαιούχο. Αν με την πλήρωσή της βαρύνεται ο δεσμευόμενος, η έννομη μεταβολή λαμβάνει χώρα και πριν από αυτήν, αφού εννοιολογικά επέρχεται ανεξαρτήτως της βούλησής του. Ούτε αξίωση προς αποζημίωση για μη εκπλήρωση έχει ο δικαιούχος της option, αφού η πρωτογενής παροχή του αντισυμβαλλομένου του έχει ήδη με τον ίδιο τρόπο εκπληρωθεί και μάλιστα ανεξαρτήτως της κατά τη στιγμή της δήλωσής του θέλησης του δεσμευόμενου ή και παρά αυτήν. Πράγματι, μετά την τελείωση της οριστικής σύμβασης ο δικαιούχος δύναται να απαιτήσει μόνον αυτής την εκπλήρωση. Έτσι, αν ο δεσμευόμενος (αγοραστής) δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του από την κύρια σύμβαση της αναμεταβίβασης του δανείου και δεν καταβάλει το αντάλλαγμα στον δικαιούχο, ο τελευταίος, ως πωλητής, έχει τα δικαιώματα που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 343 και 383 ΑΚ. Συγκεκριμένα, μπορεί καταρχάς να αξιώσει εκπλήρωση αυτούσιας (άρθρο 287 ΑΚ) της πρωτογενούς συμβατικής υποχρέωσης του δεσμευόμενου και να ζητήσει την καταδίκη του στην καταβολή του ανταλλάγματος, χωρίς να δικαιούται να προσφύγει αμέσως στα δευτερογενή δικαιώματά του, αφού, επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων, μόνο το γεγονός ότι ο οφειλέτης κατέστη υπερήμερος ως προς την από αυτόν οφειλόμενη παροχή δεν αλλοιώνει την μεταξύ των συμβαλλομένων υφιστάμενη ενοχική σχέση. Επομένως, ο μεν αγοραστής του δανείου εξακολουθεί και μετά την υπερημερία του να είναι υπόχρεος σε εκπλήρωση της συμφωνημένης με το σύμφωνο προαίρεσης παροχής του, ο δε πωλητής από μόνη την υπερημερία του αντισυμβαλλομένου του δεν αποκτά άνευ ετέρου δικαίωμα αποζημίωσης για μη εκπλήρωση της σύμβασης αναμεταβίβασης του δανείου, παρά μόνον υπό τους όρους του άρθρου 383 ΑΚ, τη συνδρομή των οποίων πρέπει βεβαίως να επικαλεστεί και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει, εφόσον δηλαδή τάξει στον οφειλέτη προθεσμία προς εκπλήρωση και συνάμα δηλώσει ότι μετά την άπρακτη παρέλευσή της αποκρούει την παροχή, οπότε εκλείπει η (πρωτογενής) αξίωση για αυτούσια εκπλήρωση και μετατρέπεται σε (δευτερογενή) αξίωση αποζημίωσης, σαν να ήταν αδύνατη η παροχή. Αν πάλι ο δανειστής δεν επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματα αυτά, μπορεί να περιοριστεί στα δικαιώματα του άρθρου 343 ΑΚ και είτε να ζητήσει, μαζί με την εκπλήρωση της παροχής και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση (άρθρο 343 § 1 ΑΚ) είτε να αποποιηθεί την παροχή και να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκπλήρωση, δηλαδή να απαιτήσει την αποκατάσταση της συνολικής ζημίας του, στην οποία θα περιλαμβάνεται η αξία της παροχής (το αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης του δανείου) και η ζημία από την καθυστέρηση, εφόσον βέβαια επικαλεστεί και αποδείξει ότι δεν διατηρεί συμφέρον στην εκπλήρωση της παροχής (άρθρο 343 § 2 ΑΚ, ΑΠ 382/2020, ΑΠ 312/2016, ΑΠ 359/2014). Επειδή δε η παροχή του ανταλλάγματος για την αναμεταβίβαση του δανείου συνιστά χρηματική οφειλή, οι συνέπειες της υπερημερίας του οφειλέτη ρυθμίζονται ειδικώς στη διάταξη του άρθρου 345 ΑΚ (ΑΠ 1848/2017, ΑΠ 1801/2014), κατά την οποία ως αποζημίωσή του για την καθυστέρηση της καταβολής του ο δανειστής δικαιούται καταρχήν μόνον τον τόκο υπερημερίας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή την έκταση της πραγματικής του ζημίας, την οποία και δεν χρειάζεται να αποδείξει (ΑΠ 653/2011), προσθέτως δε και κάθε άλλη περαιτέρω θετική ζημία (άρθρο 343 § 1 ΑΚ) από την επελθούσα μείωση της περιουσίας του (ΑΠ 344/2014), εφόσον όμως, αντιθέτως, τη ζημία αυτή την αποδείξει. Επειδή δε, επί αναμεταβίβασης δανείου αιτία πωλήσεως, το αντάλλαγμα που δικαιούται ο πωλητής συνιστά τίμημα πώλησης και όχι δάνεισμα, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 808 ΑΚ, που περιορίζει την αποζημίωση του δανειστή από την καθυστέρηση του οφειλέτη μόνον στους τόκους υπερημερίας, αποκλείοντας την αναζήτηση κάθε "άλλης θετικής ζημίας", κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 343 § 1 και 345 εδαφ. β' ΑΚ (ΑΠ 805/2020, ΑΠ 1740/2009). Επομένως, σε περίπτωση αναμεταβίβασης τραπεζικού δανείου η υπερημερία του αναδόχου ως προς την καταβολή του ανταλλάγματος επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 343, 345 και 383 ΑΚ και ο μεταβιβάζων δανειστής, που επέλεξε να ασκήσει τα δικαιώματα από το άρθρο 343, δικαιούται να αξιώσει την παροχή και, ως αποζημίωσή του για τη θετική ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση, τους τόκους υπερημερίας, ως και τόκους επιδικίας κατ' άρθρο 346 ΑΚ (ΟλΑΠ 20/2003). Ως παροχή δε νοείται το χρηματικό αντίτιμο της αναμεταβιβαζόμενης δανειακής απαίτησης που συμφωνήθηκε με το σύμφωνο προαίρεσης και αν αυτό εξαρτήθηκε από το ύψος της δανειακής απαίτησης κατά το χρόνο της αναμεταβίβασης, οφείλεται το ποσό του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου, πλέον τόκων και εξόδων μέχρι την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης, καθώς και οι τόκοι υπερημερίας του συνολικού αυτού ποσού από το χρόνο της αναμεταβίβασης και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Οι τόκοι του δανείου από το χρόνο της αναμεταβίβασής του και μέχρι την άσκηση της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η πληρωμή του τιμήματος που συμφωνήθηκε με το σύμφωνο προαίρεσης, δεν αποτελούν μέρος του ανταλλάγματος, αφού παράγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της αναμεταβίβασης, κατά τον οποίο δικαιούχος της έντοκης δανειακής απαίτησης είναι ο ανάδοχος - αγοραστής, ο οποίος και υφίσταται τη ζημία από την υπερημερία του δανειολήπτη. Ο μεταβιβάσας, έχοντας αποξενωθεί από τη δανειακή απαίτηση, της οποίας με τη διαπλαστική δήλωσή του επέφερε την εκχώρηση, δικαιούται μόνον τους τόκους επί του τιμήματος της αναμεταβίβασης, που επέχουν θέση κατ' αποκοπή αποζημίωσής του για τη στέρηση της χρήσης του κεφαλαίου του τιμήματος μέχρι την καταβολή του για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του οφειλέτη. Άλλως θα έχει το πράγμα μόνον αν ο δανειστής επικαλεστεί και αποδείξει περαιτέρω ζημία του από την καθυστέρηση, όπως λχ. αν υποβλήθηκε σε δαπάνες για τη σύναψη σύμβασης καλύψεως. Με βάση τα ανωτέρω, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχεία
ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής που αφορά σε εκπλήρωση παροχής από σύμφωνο προαίρεσης που είχε ως αντικείμενο την αντί τμήματος αναμεταβίβαση του ιδίου του δανείου, η οποία κατά τη νομική της φύση αποτελεί πώληση δικαιώματος, απαιτείται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 513 ΑΚ, η αναφορά του δικαιώματος που πωλήθηκε, της συμφωνίας των συμβαλλομένων για τη μεταβίβασή του και του τιμήματος που συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα για τη μετάθεση της κυριότητάς του (ΑΠ 150/2022).
Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους διατυπούμενους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, τους πρώτο και δεύτερο λόγους του από 8.8.2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά τις αντίστοιχες συναφείς με τον δεύτερο λόγο επιμέρους αιτιάσεις, τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και τον συναφή έκτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, επίσης κατά τις αντίστοιχες με τον δεύτερο λόγο επιμέρους συναφείς αιτιάσεις, αποδίδει, κατ' εκτίμηση των λόγων αυτών, στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 9, 14 και 19 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του αριθμού 14 άλλως - επικουρικά - 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την υπό κρίση αγωγή λόγω αοριστίας, καθόσον, προκειμένου να προσδιοριστεί η απαίτηση της ενάγουσας είτε αυτή (η απαίτηση) είναι πρωτογενής είτε για αποζημίωση, έπρεπε να προσδιοριστεί στο δικόγραφο της αγωγής το ύψος της οφειλής των δανειζομένων με βάση τους όρους της σύμβασης δανείου, και συγκεκριμένα αν πράγματι είχε εκταμιευθεί ολόκληρο το ποσό του δανείου και πότε, αφού αυτό επηρεάζει τον χρόνο αποπληρωμής των δόσεων και το ύψος των δόσεων, το επιτόκιο του δανείου (συμβατικό και υπερημερίας), η χρονική περίοδος τοκοφορίας και το οφειλόμενο υπόλοιπο, τα οποία δεν προσδιορίζονται και επικουρικά επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη της κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς, ήτοι ότι το αντάλλαγμα για την αναμεταβίβαση του δανείου ήταν το ισόποσο της οφειλής εκ του δανείου, αν και όταν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της σχετικής συμφωνίας, δηλαδή σε περίπτωση αποτυχίας της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της .... Επίσης, σύμφωνα με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και τους συναφείς (με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου του κυρίου δικογράφου) πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, αναφορικά με το αμφισβητούμενο μεταξύ των διαδίκων ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της από 15.4.2011 σύμβασης, την οποία η μεν ενάγουσα χαρακτηρίζει ως "συμφωνία προαίρεσης για την αναμεταβίβαση έννομης σχέσης", η δε εναγόμενη ως "ιδιώνυμη ενοχική σύμβαση συναφθείσα στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων", που δεν προβλέπει την "αυτοδίκαιη αναστροφή της αρχικής μεταβιβάσεως" του δανείου αλλά και τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα, οι οποίοι θα ερευνηθούν κατά προτεραιότητα σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, περί αοριστίας της αγωγής, καθόσον το αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής ερευνάται ως προς την πληρότητά του εφόσον εντοπιστεί ο κανόνας δικαίου που καλείται σε εφαρμογή, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) Την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης), ισχυριζόμενη ότι οι παραδοχές της (προσβαλλόμενης απόφασης) δεν ταυτίζονται με το πραγματικό περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, δεν έλαβε υπόψη του γεγονότα, τα οποία περιλαμβάνονται σε αυτήν και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό ότι για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης (ήτοι, της αναμεταβίβασης του δανείου) δεν αρκούσε η δήλωση της ενάγουσας προς την εναγομένη, αλλά μετά τη δήλωση απαιτούνταν δύο ακόμη προϋποθέσεις, ήτοι ι. να καταβληθεί εκ των προτέρων το συμφωνηθέν αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης και ιι. να υπογραφεί "Έγγραφο Μεταβίβασης", με την υπογραφή του οποίου συμφωνήθηκε ότι θα συντελείται η αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης του δανείου, με συνέπεια να καταλήγει στην εσφαλμένη εκτίμηση ότι η από 15.4.2011 συμφωνία συνιστά "συμφωνία προαίρεσης" (δηλαδή συμφωνία που παρέχει το δικαίωμα με μονομερή δήλωση να επέρχεται αυτόματα ως έννομο αποτέλεσμα η σύσταση, αλλοίωση ή κατάργηση μιας άλλης έννομης σχέσης), ενώ, κατά την ορθή εκτίμηση του δικογράφου πρόκειται για άλλη (ιδιώνυμη) συμφωνία στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία η δήλωση της δικαιούχου (και εν προκειμένω της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης) δεν επιφέρει αυτόματα την αναμεταβίβαση, αλλά για να επέλθει η ως άνω συνέπεια απαιτούνται και οι δύο ανωτέρω προϋποθέσεις, 2) την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τους αγωγικούς ισχυρισμούς στην νομική έννοια του "συμφώνου προαίρεσης", σύμφωνα με το οποίο ο δικαιούχος εκ του συμφώνου έχει το δικαίωμα με μόνη τη δήλωσή του να επιφέρει την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην οποία αναφέρονται οι όροι της από 15-4-2011 συμφωνίας των διαδίκων, για την κατάρτιση της αναμεταβίβασης του ένδικου δανείου δεν αρκούσε η δήλωση της ενάγουσας αλλά με βάση τη ρητή συμφωνία των μερών απαιτούνταν δύο ακόμη προϋποθέσεις, ήτοι ι. η καταβολή του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος και ιι. η υπογραφή Εγγράφου Μεταβίβασης, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη σύμβαση να μην μπορεί να υπαχθεί στη νομοτυπική μορφή του συμφώνου προαίρεσης και να παραβιάζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, 3) την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ουσιαστικούς κανόνες ερμηνείας των συμβάσεων (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), προβαίνοντας στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη ερμηνεία της ένδικης σύμβασης χωρίς να επικαλεστεί και πολύ περισσότερο να εφαρμόσει τους παραπάνω κανόνες ερμηνείας, γεγονός που προκύπτει και μόνον από το ότι η απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τους δύο ρητά συμφωνημένους όρους, 4) την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (με τον πρώτο λόγο του από 8.8.2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα σύμβαση είχε το χαρακτήρα του συμφώνου προαίρεσης, ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, επρόκειτο περί άλλης (ιδιώνυμης) συμφωνίας στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία η δήλωση της δικαιούχου - ενάγουσας - αναιρεσίβλητης δεν επιφέρει αυτόματα την αναμεταβίβαση, όπως θα συνέβαινε εάν επρόκειτο για σύμφωνο προαίρεσης, δεδομένου ότι πέραν του ότι απαιτείται η συνδρομή δύο εισέτι προϋποθέσεων (εκ των προτέρων καταβολή του ανταλλάγματος της αναμεταβίβασης και η υπογραφή του Συμφώνου Μεταβίβασης), προβλέπεται στη σύμβαση και ότι σε περίπτωση άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ...Σ και η έγερση αγωγής σε δήλωση βούλησης, η οποία, όμως, σε σύμβαση προαίρεσης είναι ασύμβατη, καθώς ο δεσμευόμενος επιτρέπει εκ των προτέρων και εν λευκώ στον δικαιούχο τη μελλοντική επέμβαση στη νομική του σφαίρα με τη σύναψη της κύριας σύμβασης, υποχρεούμενος να ανεχθεί το δικαίωμα προαίρεσης και 5) την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (με τον δεύτερο συναφή λόγο του από 8.8.2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής και τον νομικό χαρακτηρισμό της, εσφαλμένα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα σύμβαση είχε το χαρακτήρα του προσυμφώνου προαίρεσης, κατά την οποία δεν γεννιέται αξίωση κατά του άλλου μέρους προς κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, και όχι όπως ορθά έπρεπε αυτόν (τον χαρακτήρα) της ιδιώνυμης ενοχικής σύμβασης, στην οποία απλά παρασχέθηκε στην ενάγουσα δικαίωμα κατά προαίρεση να ζητήσει την αναμεταβίβαση της αρχικής σύμβασης του δανείου με την ρητώς συμφωνηθείσα τηρητέα διαδικασία για τη σύμβαση αναμεταβίβασης, γεγονός που ενισχύεται και από τον όρο 4.3 της συμφωνίας, με τον οποίο προβλέπεται δικαίωμα προσφυγής της ενάγουσας προς το σκοπό εκτέλεσης της αναμεταβίβασης της έννομης σχέσης της σύμβασης δανείου. Με βάση τα ανωτέρω, κατά τις ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, καθώς και εκείνες των άρθρων 455, 470 και 513 του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και τον πανομοιότυπο έκτο πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες των αριθμών 1, 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια: α) του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, επειδή εσφαλμένα επιδίκασε πρωτογενή αξίωση της ενάγουσας αντί αποζημίωσης που αφορούσε το αίτημα της αγωγής, το οποίο άφησε αδίκαστο, β) του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένα εκτίμησε το αίτημα της αγωγής, ότι δηλ. αφορούσε πρωτογενή αξίωση από το σύμφωνο προαίρεσης, ενώ η ενάγουσα είχε ήδη προβεί στην επιλογή της να ζητήσει αποζημίωση, γεγονός που δέχθηκε και η υπ' αριθ. 3693/2017, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την προηγηθείσα αγωγή της ενάγουσας και γ) του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 383 ΑΚ, θεωρώντας ότι η ενάγουσα δεν της είχε τάξει προθεσμία και δεν είχε αποκρούσει την παροχή ώστε να γεννηθεί αξίωση για αποζημίωση, παρακάμπτοντας - αγνοώντας το ότι η ενάγουσα είχε κάνει ήδη (ανέκκλητη) επιλογή αποζημίωσης, κατ' άρθρο 383 ΑΚ, αφού και με την προηγούμενη αγωγή της και με την ένδικη ζητούσε αποζημίωση και επιπρόσθετα εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 385 ΑΚ, του οποίου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, αφού από όλη τη στάση της ήταν προφανές ότι θα ήταν άσκοπο η ενάγουσα να τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 383 ΑΚ, ήτοι να της τάξει προθεσμία για να εκπληρώσει την κύρια παροχή και γι' αυτό ζητεί απευθείας αποζημίωση. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 31.8.2017 αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), με αυτήν, εξέθετε ότι: Με την από 19.7.2007 σύμβαση χρηματοδότησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις από 11.6.2009, 24.6.2010 και 16.1.2013 πρόσθετες πράξεις, συμφωνήθηκε η χορήγηση δανείου από την (απώτερη δικαιοπάροχο της εναγομένης) ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" στις (τρίτες - μη διάδικες και εδρεύουσες στη Λιβερία) ανώνυμες εταιρίες με την επωνυμία, αντιστοίχως, ... LTD και ... LTD, μέχρι του ποσού των είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων δολαρίων ΗΠΑ (24.964.200 $) με σκοπό την απόκτηση από αυτές (τις δανειολήπτριες) δύο (2) νέων δεξαμενόπλοιων. Ότι με την από 15.4.2011 έγγραφη συμφωνία, η πιστώτρια τράπεζα, με τη συναίνεση των δανειοληπτριών, μεταβίβασε το σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απέρρεαν από την ως άνω δανειακή σύμβαση στην ενάγουσα τράπεζα (οιονεί καθολική δικαιοπάροχό της και ανάδοχο του δανείου), έναντι καταβληθέντος την ίδια ημέρα αντιτίμου, ύψους είκοσι δύο εκατομμυρίων διακοσίων τριάντα χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (22.230.000 $), διατηρώντας η ίδια (πιστώτρια και μεταβιβάζουσα τράπεζα) την ιδιότητα της θεματοφύλακα εξασφαλίσεων (security trustee) και της διαχειρίστριας (agent) του δανείου. Την ίδια ημέρα, με την από 15.4.2011 "συμφωνία προαίρεσης για την αναμεταβίβαση έννομης σχέσης", που συνήφθη μεταξύ της αποκτώσας και της μεταβιβάζουσας τράπεζας, συνομολογήθηκε, μεταξύ άλλων, η επαναμεταβίβαση της δανειακής σύμβασης με πρωτοβουλία της αναδόχου ενάγουσας (νυν αναιρεσίβλητης) στην "... ΑΕ", υπό την αίρεση της επέλευσης γεγονότος καταγγελίας (event of default), που δεν θα θεραπευθεί ούτε θα αρθεί εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από τη διαπίστωσή του εκ μέρους της ενάγουσας, οπότε τότε αυτή θα δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα προαίρεσης με ανέκκλητη έγγραφη δήλωσή της προς την αντισυμβαλλόμενή της, στην οποία θα ορίζεται ο (μεταγενέστερος της δήλωσης αυτής) χρόνος της αναμεταβίβασης, κατά τον οποίο η αναμεταβιβάζουσα τράπεζα θα δικαιούται, πρώτον, στην είσπραξη του ισόποσου της οφειλόμενης από τις δανειολήπτριες εταιρίες δανειακής απαίτησής της, με την ίδια ημέρα τοκοφορίας (valeur) και, δεύτερον, στη συντέλεση της αναμεταβίβασης δια της υπογραφής σχετικού εγγράφου, "εφόσον πραγματοποιηθεί η πλήρης εξόφληση της απαίτησης", δικαιούμενη περαιτέρω, σε περίπτωση παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ... ΑΕ, στην άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων και στην προβολή των ειδικότερων αξιώσεων, όπως αυτές μνημονεύονται στην αγωγή. Εξέθετε δε, συγκεκριμένα, ότι με το ως άνω σύμφωνο προαίρεσης, συμφωνήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι: "...4.1. Οποτεδήποτε σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος καταγγελίας (event of default), όπως αυτό ορίζεται στην ρήτρα 22 της Σύμβασης Δανείου, εφόσον το γεγονός καταγγελίας δεν θεραπευθεί αρθεί μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από την διαπίστωση εκ μέρους της ... της επέλευσής του, και με την επιφύλαξη της ρήτρας 5.4, η ... κατά τους όρους της παρούσας ρήτρας δικαιούται με δικαίωμα προαίρεσης να αναμεταβιβάσει προς την ... και η ... υποχρεούται να επαναποκτήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω Σύμβαση Δανείου, όπως θα έχουν διαμορφωθεί κατά τον χρόνο άσκησης του εν λόγου δικαιώματος (put option) εκ μέρους της ... (σύμβαση αναμεταβίβασης έννομης σχέσης), ελεύθερα από κάθε ενεχυρίαση ή κατάσχεση ή συμψηφισμό και γενικά από κάθε βάρος, αξίωση ή άλλο δικαίωμα τρίτου. 4.2. Το δικαίωμα προαίρεσης της ρήτρας 4.1. θα ασκείται με ανέκκλητη έγγραφη δήλωση της ..., απευθυντέας προς την ..., η οποία θα περιέχει, αφενός την επέλευση του γεγονότος καταγγελίας, το οποίο συνεχίσθηκε για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών, αφετέρου το χρόνο αναμεταβίβασης. Η δήλωση αυτή πρέπει να περιέλθει στην ... τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν τον οριζόμενο στη δήλωση χρόνο αναμεταβίβασης, η οποία ημέρα θα πρέπει να είναι και αυτή εργάσιμη. Την αυτή ημέρα που ορίσθηκε ως χρόνος αναμεταβίβασης, η ... θα εισπράξει από την ... σε ισόποσο της οφειλόμενης από τον Οφειλέτη απαίτησης εκ του δανείου (κεφάλαιο πλέον τόκων και λοιπών εξόδων) με την ίδια ημερομηνία τοκοφορίας (valeur). Από εκείνο το χρονικό σημείο και εφόσον πραγματοποιηθεί η πλήρης εξόφληση της απαίτησης, η αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης της Σύμβασης Δανείου θα συντελεσθεί δια της υπογραφής Εγγράφου Μεταβίβασης (Transfer Certificate), αντίγραφο του οποίου προσαρτόται στην παρούσα. 4.3. Σε περίπτωση παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ... του ασκηθησομένου δικαιώματος προαίρεσης κατά την ρήτρα 4.1. της παρούσας από την ..., τότε η τελευταία θα έχει σωρευτικά κατ' επιλογή τα παρακάτω δικαιώματα:(α) να προσφύγει στα δικαστήρια σύμφωνα με την ρήτρα 6 της παρούσας για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της ... προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης της έννομης σχέσης της Σύμβασης Δανείου καθώς και την ανόρθωση οιασδήποτε ζημίας ήθελε αποδειχθεί εξαιτίας της παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ... του ασκηθέντος δικαιώματος προαίρεσης κατά την ρήτρα 4.1. της παρούσας από την ......". Στις 9.10.2011, επισυνέβη η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της "...Σ ΑΕ", δυνάμει της υπ' αριθμ. 9.250/2011 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και κατ' εφαρμογή των οριζομένων στο άρθρο 63Ε του Ν. 3601/2007 (ΦΕΚ Α 178/1.8.2007), μετά από την οποία το υγιές ενεργητικό της μεταφέρθηκε σε νέο (μεταβατικό) πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΝΕΑ ... ΑΕ", η τελευταία δε υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος στις έννομες σχέσεις της "...Σ ΑΕ", μεταξύ των οποίων και η επίδικη. Ότι, με την από 16.1.2013 πρόσθετη πράξη, τροποποιήθηκε η αρχική δανειακή σύμβαση ως προς το χρόνο αποπληρωμής των δόσεων του δανείου εκ μέρους των οφειλετριών εταιριών, που είχαν ήδη από 24.9.2012 καταστεί υπερήμερες και καθορίστηκε ο μήνας Μάρτιος του έτους 2014 ως το χρονικό σημείο, κατά το οποίο θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμες οι επόμενες δόσεις του δανείου. Εντωμεταξύ, επακολούθησε η συγχώνευση της "... ...Σ ΑΕ" με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... ... Ανώνυμη Εταιρία", δι' απορροφήσεως της πρώτης από την δεύτερη, που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ2 - 7010/22.11.2013 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και κατόπιν της οποίας η απορροφώσα τράπεζα κατέστη, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 68 του ΚΝ 2190/1920, οιονεί καθολική διάδοχος της απορροφηθείσας. Ότι, οι δανειολήπτριες εταιρείες καθυστέρησαν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ημερών την εξόφληση τεσσάρων (4) τριμηνιαίων δόσεων, συνολικού ύψους δύο εκατομμυρίων τετρακοσίων σαράντα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα επτά δολαρίων ΗΠΑ και ενενήντα οκτώ σεντς (2.445.837,98 $), που αφορούσαν σε δόσεις κεφαλαίου και τόκους κεφαλαίου του δανείου και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά το χρονικό διάστημα από 24.3.2014 η πρώτη έως 29.12.2014 η τελευταία, οπότε οι δανειολήπτριες περιήλθαν εκ νέου σε υπερημερία και για το λόγο αυτό η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, στις 12.3.2015, προέβη σε άσκηση του δικαιώματος προαίρεσής της και με εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην οιονεί καθολική διάδοχο της "... ...Σ ΑΕ" την επομένη ημέρα, ζήτησε να της καταβληθεί από αυτήν, στις 27.3.2015, το ισόποσο της οφειλόμενης από τις δανειολήπτριες εταιρίες δανειακής απαίτησης, που είχε ήδη διαμορφωθεί στο ποσόν των είκοσι ενός εκατομμυρίων τετρακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων εκατόν εξήντα επτά δολαρίων ΗΠΑ και εβδομήντα επτά σεντς (21.453.167,77 $), όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι, μετά την εξόφληση, "η εναγόμενη υποχρεούται να επαναποκτήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων που απορρέουν από την από 19.7.2007 σύμβαση χρηματοδότησης". Με βάση τα περιστατικά αυτά και με τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε, "λόγω της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της, που συνίσταται στην σιωπηρή άρνηση και την υπερημερία της ως προς την τήρηση των συμβατικώς προβλεπομένων", πρώτον, να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή του ισόποσου σε ευρώ της οφειλής των δανειοληπτριών εταιριών, η οποία στις 31.8.2017 (ημερομηνία σύνταξης της ένδικης αγωγής της) είχε διαμορφωθεί στο χρηματικό ποσόν των είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων πεντακοσίων πενήντα οκτώ χιλιάδων εκατόν έξι δολάρια ΗΠΑ και τριάντα δύο σεντς (24.558.106,32 $), όπως ειδικότερα κατά ενήμερο κεφάλαιο, ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, τόκους υπερημερίας, ενήμερους τόκους και έξοδα αναλύεται στο αγωγικό δικόγραφο, "πλέον τόκων υπερημερίας από τις 31.8.2017" και τόκων επιδικίας από την επίδοση της αγωγής της και, δεύτερον, να καταδικαστεί σε δήλωση βούλησης "προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης της έννομης σχέσης της από 19.7.2007 σύμβασης χρηματοδότησης" και, συγκεκριμένα, στην υπογραφή του "πιστοποιητικού μεταβίβασης (εκχώρησης)", το περιεχόμενο του οποίου παραθέτει ολόκληρο στην αγωγή της άλλως και για την περίπτωση άρνησής της (να προβεί σε δήλωση κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ), να λογισθεί η δήλωση αυτή "ως γενομένη με την τελεσιδικία της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της παρούσας αγωγής και κατά συνέπεια να λογιστεί ότι το ως άνω προαπαιτούμενο έγγραφο μεταβίβασης έχει αυτοδικαίως καταρτισθεί". Στην αγωγή της, η ενάγουσα περιέλαβε και μνεία της προγενέστερης από 8.7.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2016 αγωγής, που η ίδια είχε ασκήσει κατά της αυτής εναγομένης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και η οποία είχε απορριφθεί με την υπ' αριθμ. 3693/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για τυπικούς λόγους, όπως η ίδια ισχυρίσθηκε και, συγκεκριμένα, κατά το πρώτο αίτημά της, περί καταδίκης της εναγομένης στην καταβολή του ποσού της οφειλής των δανειοληπτριών (ύψους 23.027.083,34 $, όπως είχε διαμορφωθεί στις 8.7.2016, πλέον τόκων υπερημερίας έκτοτε), ως νομικά αβάσιμη, για το λόγο ότι με αυτήν είχε αξιωθεί αυτούσιο αλλοδαπό νόμισμα και όχι το ισόποσο αυτού σε ευρώ και κατά το δεύτερο, περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βούλησης, ως αόριστο και, συνεπώς, απαράδεκτο, για το λόγο ότι στο δικόγραφο της αγωγής εκείνης δεν είχε προσδιοριστεί το περιεχόμενο της δήλωσης βούλησης, στην οποία ζητήθηκε να υποχρεωθεί η εναγομένη. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αρχικά η μη οριστική υπ' αριθ. 1124/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου η ενάγουσα να προσκομίσει το υπόλοιπο οφειλόμενο, προσήκον κατά το νόμο, δικαστικό ένσημο για το αντικείμενο της παρούσας δίκης. Στη συνέχεια, η ενάγουσα, με την από 10.5.2019 κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή της, η οποία συζητήθηκε την 24.9.2019 και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2444/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς της εναγομένης - αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής και περί δεδικασμένου, ως ουσιαστικά αβάσιμους, περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους ως αλυσιτελείς και τους αναιρετικούς της εγγυητικής της ευθύνης ως απαράδεκτους, έκρινε νόμιμη την αγωγή, δεχόμενη ότι θεμελιώνεται στα άρθρα 159 § 2, 288, 291, 292, 297, 298 340, 341, 343, 345, 346, 361, 455, 470, 513 ΑΚ, 6 § 1 Ν. 5422/1932, 1 Ν. 2842/2000 και 907, 908, 949 ΚΠολΔ και, στη συνέχεια, μετά από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν τις λοιπές προβληθείσες ενστάσεις, δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της, υποχρεώνοντας την εναγομένη, πρώτον, να καταβάλει στην ενάγουσα το ισάξιο σε ευρώ κατά την ημερομηνία εξόφλησης του χρηματικού ποσού είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων πεντακοσίων πενήντα οκτώ χιλιάδων εκατόν έξι δολαρίων ΗΠΑ και τριάντα δύο σεντς (24.558.106,32 $), με βάση την τιμή πώλησης συναλλάγματος δολαρίου ΗΠΑ που θα προκύψει από το αντίστοιχο δελτίο τιμών συναλλάγματος της Τράπεζας της Ελλάδος, πλέον τόκων υπερημερίας από 31.8.2017 και τόκων επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και, δεύτερον, να προβεί σε δήλωση βούλησης με το περιεχόμενο που διέλαβε στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη και νυν αναιρεσείουσα άσκησε την από 10.9.2020 έφεσή της και τους από 15.2.2021 και 11.8.2021 πρόσθετους λόγους έφεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με αριθμό 652/2022, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, αναδίκασε την από 31.8.2017 αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ισόποσο σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής χρηματικού ποσού είκοσι ενός εκατομμυρίων τετρακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων εκατόν εξήντα επτά ευρώ και εβδομήντα επτά σεντς (21.453.167,77), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, συμψηφίζοντας τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής και το εριζόμενο ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της από 15.4.2011 "συμφωνίας προαίρεσης για την αναμεταβίβαση έννομης σχέσης", στο οποίο κυρίως αναφέρονται οι προαναφερθέντες λόγοι αναίρεσης, διέλαβε τις ακόλουθες παραδοχές: "Εν προκειμένω, ως προς το περιεχόμενο της από 15.4.2011 σύμβασης, την οποία οι διάδικες χαρακτηρίζουν η μεν ενάγουσα ως "συμφωνία προαίρεσης για την αναμεταβίβαση έννομης σχέσης", η δε εναγόμενη ως "ιδιώνυμη ενοχική σύμβαση συναφθείσα στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων", που δεν προβλέπει την "αυτοδίκαιη αναστροφή της αρχικής μεταβιβάσεως" του δανείου αλλά και ως προς τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα, στην ένδικη αγωγή (σελ. 3 και 4) γίνεται ειδικότερη αναφορά στους όρους 4.1, 4.2 και 4.3α αυτής, που εκτίθεται ότι διελάμβαναν τα ακόλουθα: "... 4.1. Οποτεδήποτε σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος καταγγελίας (event of default), όπως αυτό ορίζεται στην ρήτρα 22 της Σύμβασης Δανείου, εφόσον το γεγονός καταγγελίας δεν θεραπευθεί ή αρθεί μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από την διαπίστωση εκ μέρους της ... της επελεύσεώς του, και με την επιφύλαξη της ρήτρας 5.4, η ... κατά τους όρους της παρούσας ρήτρας δικαιούται με δικαίωμα προαίρεσης να αναμεταβιβάσει προς την ... και η ... υποχρεούται να επαναποκτήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω Σύμβαση Δανείου, όπως θα έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω δικαιώματος (put option) εκ μέρους της ... (σύμβαση αναμεταβίβασης έννομης σχέσης), ελεύθερα από κάθε ενεχυρίαση ή κατάσχεση ή συμψηφισμό και γενικά από κάθε βάρος, αξίωση ή άλλο δικαίωμα τρίτου. 4.2 Το δικαίωμα προαίρεσης της ρήτρας 4.1 θα ασκείται με ανέκκλητη έγγραφη δήλωση της ..., απευθυντέας προς την ..., η οποία θα περιέχει, αφενός την επέλευση του γεγονότος καταγγελίας, το οποίο συνεχίστηκε για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα [30] ημερολογιακών ημερών, αφετέρου το χρόνο αναμεταβίβασης. Η δήλωση αυτή πρέπει να περιέλθει στην ... τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν τον οριζόμενο στη δήλωση χρόνο αναμεταβίβασης, η οποία ημέρα θα πρέπει να είναι και αυτή εργάσιμη. Την αυτή ημέρα που ορίσθηκε ως χρόνος αναμεταβίβασης η ... θα εισπράξει από την ... σε ισόποσο της οφειλόμενης από τον Οφειλέτη απαίτησης εκ του δανείου (κεφάλαιο πλέον τόκων και λοιπών εξόδων) με την ίδια ημερομηνία τοκοφορίας [valeur]. Από εκείνο το χρονικό σημείο και εφόσον πραγματοποιηθεί η πλήρης εξόφληση της απαίτησης, η αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης της Σύμβασης Δανείου θα συντελεσθεί δια της υπογραφής Εγγράφου Μεταβίβασης (Transfer Certificate), αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στην παρούσα. 4.3 Σε περίπτωση παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ... του ασκηθησομένου δικαιώματος προαίρεσης κατά την ρήτρα 4.1 της παρούσας από την ..., τότε η τελευταία θα έχει σωρευτικά κατ' επιλογή τα παρακάτω δικαιώματα: (α) να προσφύγει στα δικαστήρια σύμφωνα με τη ρήτρα 6 της παρούσας για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της ... προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης της έννομης σχέσης της Σύμβασης Δανείου καθώς και την ανόρθωση οιασδήποτε ζημίας ήθελε αποδειχθεί εξαιτίας της παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ... του ασκηθέντος δικαιώματος προαίρεσης κατά την ρήτρα 4.1 της παρούσας από την ...". Υπό τα εκτιθέμενα, η ενάγουσα αναφέρεται: α) σε σύμβαση περί επαναμεταβίβασης, με πρωτοβουλία της, της δανειακής σύμβασης που η ... ΑΕ είχε συνάψει με τις δανειολήπτριες εταιρίες ... LTD και ... LTD και την οποία είχε αναδεχθεί η ίδια αντί ανταλλάγματος, προς την αρχική πιστώτρια, τελούσα υπό την αναβλητική αίρεση της επελεύσεως γεγονότος καταγγελίας [event of default], που δεν θα θεραπευθεί ούτε θα αρθεί εντός τριάντα [30] ημερολογιακών ημερών από τη διαπίστωσή του εκ μέρους της ενάγουσας, δηλαδή σε αιρετική σύμβαση αναπώλησης τραπεζικού δανείου, β) σε δικαίωμά της να απευθύνει, μετά την πλήρωση της αιρέσεως, στην αντισυμβαλλόμενή της ανέκκλητη και απαλλαγμένη αιρέσεων έγγραφη δήλωση (το οποίο ρητά χαρακτηρίζει ως δικαίωμα option), προκειμένου να εισπράξει το αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης, γ) σε συμβατικό αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης που προσδιορίστηκε καθ' ύψος σε συνάρτηση προς την αξία της οφειλής των δανειοληπτριών, όπως εκείνη θα είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο της δήλωσης περί ασκήσεως του δικαιώματος αναμεταβίβασης, πλέον τόκων έκτοτε, δ) σε υποχρέωση της εναγομένης, αφού αποπληρώσει το τίμημα της αναμεταβίβασης, να επανακτήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων εκ της δανειακής σύμβασης δια της υπογραφής Εγγράφου Μεταβίβασης [Transfer Certificate], ώστε να επέλθει η "συντέλεση της αναμεταβίβασης" και ε) σε δικαίωμά της, σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους της ...Σ ΑΕ να εκπληρώσει τις αξιώσεις της από το σύμφωνο αναμεταβίβασης, να ασκήσει ένδικα βοηθήματα κατατείνοντα στην καταδίκη της αντιδίκου της σε δήλωση βουλήσεως "προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης..." και στην ανόρθωση "οιασδήποτε ζημίας ήθελε αποδειχθεί εξαιτίας της παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ...Σ του ασκηθέντος δικαιώματος προαίρεσης κατά την ρήτρα 4.1 της παρούσας από την ...". Από τα εκτιθέμενα στην αγωγή το Δικαστήριο συνάγει: Α] ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε στις 15.4.2011 μεταξύ των οιονεί καθολικών δικαιοπαρόχων την ήδη διαδίκων συνιστά, κατά τη δέουσα εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου (και όχι, όπως και πάλι τονίζεται, καθ' ερμηνείαν αυτής της ίδιας της συμβάσεως), σύμφωνο προαιρέσεως, αφού συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της τυπικής μορφής του και, συγκεκριμένα, α] προσδιορίζει το αντικείμενο της σκοπούμενης συμβάσεως και τα εξ αυτής παραγόμενα δικαιώματα, δηλαδή το περιουσιακό στοιχείο θα αναμεταβιβαστεί (αξιώσεις εκ της δανειακής σύμβασης) και το τίμημα της αναμεταβίβασης, ενώ β] θεμελιώνει διαπλαστικό δικαίωμα της ενάγουσας να επιφέρει με μονομερή δήλωσή της και χωρίς ανάγκη σύμπραξης της αντισυμβαλλόμενής της την δημιουργία της προκαθορισμένης έννομης σχέσης. Τούτο συνάγεται αναμφίβολα από το γεγονός ότι συμφωνήθηκε ότι, μετά τη δήλωση της ενάγουσας και την παρέλευση της εκεί τασσόμενης προθεσμίας, η εναγόμενη οφείλει αυτομάτως να καταβάλει το αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης, υποχρέωση που δεν θα ανέκυπτε αν δεν είχε ήδη, με μόνη τη δήλωσή της, καταρτιστεί η σύμβαση αναμεταβίβασης και η ενάγουσα δεν είχε, δια μόνης αυτής, επέμβει μονομερώς στην έννομη σφαίρα της αντισυμβαλλομένης της και δεν είχε λάβει θέση δανείστριας ως προς το αντάλλαγμα, Β] ότι το δικαίωμα της ενάγουσας να επιδιώξει δικαστικά την καταδίκη της αντισυμβαλλόμενής της σε δήλωση βουλήσεως, "προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης της έννομης σχέσης της από 19.7.2007 σύμβασης χρηματοδότησης" δεν προβλέφθηκε (ούτε ασκήθηκε), προκειμένου να συντελεστεί η κατάρτιση της οριστικής (κύριας) σύμβασης (της αναμεταβίβασης του δανείου), αφού αυτή από το συνδυασμό της συμφωνίας προαιρέσεως και της δήλωσης περί ασκήσεως του δικαιώματος προαιρέσεως προκύπτει ότι είχε ήδη, κατά τα προαναφερθέντα, επέλθει αλλά για να επιτευχθεί η κτήση των αξιώσεων εκ της δανειακής συμβάσεως από την εναγόμενη (ανάδοχο), ώστε να δυνηθεί αυτή, μετά την καταβολή στην ενάγουσα του ανταλλάγματος της αναμεταβίβασης, να στραφεί κατά των δανειοληπτριών και να ασκήσει τα δικαιώματά της, ως δανείστριας, που απέρρεαν ιδίως από τις εμπράγματες αλλά τις προσωπικές ασφάλειες του δανείου, οι οποίες (και αυτές) εκτέθηκαν στην αγωγή, Γ] ότι το πρώτο αίτημα της αγωγής κατατείνει στην ικανοποίηση της αξιώσεως της ενάγουσας από τη σύμβαση αναμεταβίβασης του δανείου και όχι σε αποζημίωσή της για μη εκπλήρωση και τούτο διότι, πάντοτε υπό τα εκτιθέμενα, δεν προκύπτει ότι μεσολάβησε νόμιμος λόγος τροπής της πρωτογενούς συμβατικής ενοχής της εναγομένης σε δευτερογενή, αφού, υπό τα ιστορούμενα, η ενάγουσα ουδέποτε απέκρουσε την παροχή της αντισυμβαλλόμενής της ούτε ισχυρίστηκε ότι δεν διατηρεί συμφέρον στην εκπλήρωση της σύμβασης αναμεταβίβασης του επίδικου ναυτιλιακού δανείου, ώστε να θεωρηθεί ότι με την αγωγή της διώκει πλέον την επιδίκαση αποζημιώσεώς της. Αντιθέτως, με αυτήν εμμένει στη σύμβαση, όπως καταδεικνύει η προβολή αιτήματος συμβατικώς προβλεπόμενου (από το άρθρο 949 ΚΠολΔ), ανεξαρτήτως του παραδεκτού και της βασιμότητας του αιτήματος αυτού και Δ] ότι η πρωτογενής υποχρέωση της εναγομένης, όπως εκτέθηκε στην αγωγή, εξαντλείται στην καταβολή της αξίας του ναυτιλιακού δανείου κατά το χρόνο άσκησης του διαπλαστικού δικαιώματος της ενάγουσας, που συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα της αναμεταβίβασής του. Η αξία αυτή αντιστοιχεί, κατά τα ιστορούμενα ως συμφωνηθέντα, στο ισόποσο του συνόλου των υφιστάμενων απαιτήσεων της μεταβιβάζουσας κατά των πιστοληπτριών εταιριών εκ της δανειακής συμβάσεως, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο άσκησης της option της ενάγουσας (και ακριβέστερα στις 27.3.2015, που συμπίπτει με το χρονικό σημείο παρελεύσεως της προθεσμίας που τάχθηκε με την εκτιθέμενη από 12.3.2015 διαπλαστική δήλωσή της) και συμπεριελάμβαναν το μέχρι τότε ανεξόφλητο δανειακό κεφάλαιο πλέον τόκων και εξόδων, στην καταβολή του οποίου ήταν υποχρεωμένες οι δανειολήπτριες, που μέχρι τότε ήσαν οφειλέτριες της ενάγουσας και στη συνέχεια κατέστησαν οφειλέτριες της εναγομένης. Οι διαπιστώσεις αυτές συνεπάγονται, κατά την υπαγωγή από το Δικαστήριο στο νόμο των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών: πρώτον, ότι με την αγωγή ασκήθηκαν δικαιώματα από σύμβαση, της οποίας το περιεχόμενο καθορίστηκε με σύμφωνο προαιρέσεως και η οποία τελειώθηκε με την άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως εκ μέρους της δικαιούχου αυτού ενάγουσας, δεύτερον, ότι το δεύτερο αίτημα της αγωγής, περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 949 ΚΠολΔ, που δεν υποβάλλεται ως επικουρικό του πρώτου, περί καταβολής του συμφωνηθέντος με το σύμφωνο προαιρέσεως ανταλλάγματος, χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλεται, καθόσον, αν η ενάγουσα ικανοποιηθεί ως προς το αίτημά της αυτό (το πρώτο) και λάβει το αιτούμενο τίμημα της επαναπωλήσεως των δανειακών αξιώσεών της, απόκειται στην αντίδικό της να σπεύσει στην κατάρτιση εγγράφου αναμεταβίβασης της δανειακής σχέσης, αφού προς το δικό της συμφέρον και μόνον συμπεριελήφθη στο σύμφωνο προαιρέσεως ο σχετικός όρος, ο οποίος δεν τέθηκε ως υποχρέωση της ενάγουσας, εκπληρωτέας μάλιστα μετά την υπ' αυτής είσπραξη του ανταλλάγματος της αναμεταβίβασης. Πράγματι, στην από 15.4.2011 συμφωνία ορίστηκε ότι "η ... υποχρεούται να επαναποκτήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω Σύμβαση Δανείου" και όχι ότι η ... υποχρεούται να επ...χωρήσει αυτά. Από την εκτιθέμενη στο αγωγικό δικόγραφο διατύπωση της επίμαχης συμφωνίας προκύπτει ότι η σύμπραξη της εναγομένης στην υπογραφή του Εγγράφου Μεταβίβασης (Transfer Certificate) και η δήλωση της βουλήσεώς της σ' αυτό δεν αποτελούσε ούτε καν βάρος της ενάγουσας αλλά κατ' ουσίαν δικαίωμα της εναγομένης, προκειμένου να διευκολυνθεί στην είσπραξη των απαιτήσεων που της επαναμεταβιβάστηκαν έναντι των δανειοληπτριών και, κυρίως, στην άσκηση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων της από την καθυστέρηση αποπληρωμής του ενυπόθηκου ναυτιλιακού δανείου, τρίτον, ότι με το πρώτο αίτημα της αγωγής ασκείται η πρωτογενής αξίωση της ενάγουσας, που γεννήθηκε με την εκ μέρους της άσκηση της option που της παραχωρήθηκε με την από 15.4.2001 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των οιονεί καθολικών δικαιοπαρόχων των ήδη διαδίκων και η οποία κατέτεινε στην αναμεταβίβαση (με τη μορφή της αναπωλήσεως) του επίμαχου ναυτιλιακού δανείου, που τέθηκε σε ισχύ στις 27.3.2015 με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που έθεσε η δικαιούχος της option και όχι η δευτερογενής αξίωσή της προς αποζημίωση. Άλλωστε, αν η ενάγουσα επιθυμούσε να λάβει αποζημίωση και να επιτύχει δι' αυτής της οδού το σκοπούμενο με την κύρια σύμβαση, επωφελές γι' αυτήν, οικονομικό αποτέλεσμα, δεν υπήρχε ανάγκη να εμμείνει στη σύμβαση, όπως υπό τα εκτιθέμενα συνέβη ούτε να ενδιαφερθεί για το νόμιμο μέσο με το οποίο η αντίδικός της θα αντιστάθμιζε τη ζημία, που άλλως θα επερχόταν σε βάρος της επειδή, θα είχε μεν καταβάλει το τίμημα της αναμεταβίβασης, θα στερούνταν, όμως, της ενοχικής αλλά και της εμπράγματης αγωγής της κατά των δανειοληπτριών, αφού, κατά την αγωγή, δεν έστερξε στην κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας "προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης" του δανείου, ώστε να επαναποκτήσει, όπως κατά τη σύμβαση είχε υποχρέωση, τις δανειακές απαιτήσεις αλλά και τις ασφάλειές τους και, τέταρτον, ότι με το ίδιο (πρώτο της αγωγής) αίτημα αναζητείται όχι το ισόποσο σε ευρώ της οφειλής των δανειοληπτριών έναντι της ενάγουσας από τη σύμβαση δανείου, που εκείνη αναδέχθηκε στις 15.4.2011 με τη σύμβαση που συνήψε με την ... και το οποίο στις 27.3.2015 ανερχόταν, πάντοτε κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, σε είκοσι ένα εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα τρεις χιλιάδες εκατόν εξήντα επτά δολάρια ΗΠΑ και εβδομήντα επτά σεντς (21.453.167,77 $) αλλά το ισόποσο σε ευρώ της ίδιας δανειακής οφειλής, όπως είχε εξελιχθεί μέχρι τις 31.8.2017 (ημερομηνία συντάξεως της ένδικης αγωγής), οπότε είχε ανέλθει στο (αιτούμενο) χρηματικό ποσόν των είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων πεντακοσίων πενήντα οκτώ χιλιάδων εκατόν έξι δολαρίων ΗΠΑ και τριάντα δύο σεντς (24.558.106,32 $), στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τόκοι συμβατικοί και υπερημερίας επί ενήμερου και ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου του δανείου. Οι συνεπαγωγές αυτές... οδηγούν στο συμπέρασμα, ως προς το παραδεκτό και τη νομική βασιμότητα των αγωγικών αιτημάτων και, εντεύθεν, το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των συναφών λόγων έφεσης: 1] ότι η ένδικη αγωγή ήταν, όπως και ορθώς κρίθηκε, νόμιμη, στηριζόμενη σε σύμβαση αναμεταβίβασης δανειακής σχέσης με αιτία την πώληση (άρθρα 361, 455, 470 και 513 ΑΚ), που καταρτίστηκε στις 12.3.2015 με την άσκηση δικαιώματος προαιρέσεως εκ μέρους της ενάγουσας, το οποίο είχε παρασχεθεί σ' αυτήν με την από 15.4.2011 προπαρασκευαστική ενοχική σύμβαση που συνομολογήθηκε μεταξύ αυτής και της ...Σ ΑΕ και η οποία είχε τη νομική φύση συμφώνου προαιρέσεως, όπως προκύπτει από την κατανομή των δικαιωμάτων των μερών, ιδίως δε από την ίδρυση αυτόματης υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει το αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης μετά συγκεκριμένη προθεσμία από τη διαπλαστική δήλωση της ενάγουσας, χωρίς σύμπραξη της αντιδίκου της.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας, που εντοπίζονται διάσπαρτοι στους δεύτερο και τρίτο κύριους λόγους της έφεσής της, με τους οποίους επικαλείται νομική αβασιμότητα της αγωγής, επειδή, υπό τα εκτιθέμενα, η δήλωση της ενάγουσας δεν επέφερε την αυτόματη επαναμεταβίβαση της δανειακής σχέσης, καθώς αυτή τελούσε υπό διπλή αίρεση και προϋπόθετε την καταβολή του ανταλλάγματος και τη δική της σύμπραξη για την υπογραφή του Εγγράφου Μεταβίβασης (Transfer Certificate), δηλαδή τελούσε υπό όρους μη συμβατούς με το δικαίωμα προαιρέσεως. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ευρίσκουν έρεισμα στα εκτιθέμενα, όπου περιγράφεται γέννηση υποχρέωσης καταβολής του ανταλλάγματος μετά την παρέλευση της προθεσμίας που τάχθηκε με τη δήλωση της ενάγουσας και μεταγενέστερη υποχρέωση της εναγομένης στην υπογραφή έγγραφης συμφωνίας αναμεταβίβασης. Όπως ήδη εκτέθηκε, η υποχρέωση εξόφλησης του τιμήματος της αναπωλήσεως δεν θα είχε αιτία αν η αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης δεν γινόταν αυτομάτως, ενώ και η προσθήκη της αποπληρωμής του ως αιρέσεως για την επέλευση της αναμεταβίβασης δεν θα είχε νόημα, αφού το οικονομικό αποτέλεσμα άσκησης της option, τουλάχιστον όσον αφορά την δικαιούχο - ενάγουσα, θα είχε ήδη επέλθει, χωρίς ανάγκη καταρτίσεως έγγραφης συμφωνίας. Άλλωστε, η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει το αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης δεν αποτελούσε, όπως εσφαλμένα αυτή υπολαμβάνει, σύμπραξή της στην ολοκλήρωση της αναμεταβίβασης αλλά την πρωτογενή συμβατική ενοχή της, της οποίας η εκπλήρωση ήταν εξαναγκαστή με προσφυγή σε ένδικο βοήθημα, όπως η αγωγή που ασκήθηκε,..3] ότι το δεύτερο αίτημα της αγωγής, περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως και, συγκεκριμένα, στην υπογραφή του εγγράφου μεταβίβασης της δανειακής σχέσης, που προβλέφθηκε στο από 15.4.2011 σύμφωνο προαιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε κατόπιν αναγκαίων προσαρμογών, στο οποίο έπρεπε να δηλώσει τα αναφερόμενα στο αιτητικό της αγωγής, προβλήθηκε χωρίς έννομο συμφέρον της ενάγουσας και, συνεπώς, ήταν απαράδεκτο. Και τούτο διότι, αν και η αιτηθείσα δήλωση της εναγομένης αποτελούσε πράγματι, κατά την αγωγή, συμβατική της υποχρέωση, εντούτοις, η ενάγουσα δεν προσδοκούσε όφελος από την εκπλήρωσή της, αφού, πάντοτε υπό τα εκτιθέμενα, μετά την εκ μέρους της άσκηση της option, γεννήθηκε και κατέστη αμέσως ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η αξίωσή της να λάβει το αντάλλαγμα, με αποτέλεσμα η κατάρτιση εγγράφου για την αναπώληση του δανείου να αποτελεί πλέον όχι υποχρέωση αλλά δικαίωμα της αντιδίκου της, που θα είχε κάθε λόγο να επιδιώξει την υπογραφή του, προκειμένου να ανακτήσει της δανειακές απαιτήσεις έναντι των πιστοληπτριών αλλά, και κυρίως, τις ασφάλειές τους, ώστε να ασκήσει όσα δικαιώματα είχε ως δανείστριά τους. Υπ' αυτήν την έννοια, την οποία υπαγορεύει η εκ μέρους του Δικαστηρίου κατανόηση του περιεχομένου της επίμαχης συμφωνίας προαιρέσεως, όπως αυτό εκτίθεται στην αγωγή, η υπογραφή του Εγγράφου Μεταβίβασης (Transfer Certificate) αποτελούσε κατ' ουσίαν υποχρέωση της ενάγουσας και όχι αντικείμενο αξιώσεώς της έναντι της εναγομένης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που θεώρησε το εν λόγω αγωγικό αίτημα παραδεκτό και βάσιμο (νόμω και ουσία) και υποχρέωσε την εναγόμενη σε δήλωση βουλήσεως με το περιεχόμενο που αναφέρεται στο διατακτικό της εκκαλουμένης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 68 και 949 ΚΠολΔ και πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο αλλά και κατά παραδοχή των συναφών ισχυρισμών της εκκαλούσας, που περιλαμβάνονται στους τέταρτο του εφετηρίου, δεύτερο του πρώτου πρόσθετου δικογράφου και δεύτερο του δεύτερου πρόσθετου δικογράφου (αριθμούμενο ως έβδομο) λόγους της έφεσής της, να εξαφανιστεί κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της και να απορριφθεί η αγωγή ως προς το δεύτερο αίτημά της ως απαράδεκτη, 4] ότι προς εκπλήρωση της συμβατικής παροχής της αντιδίκου της, κατά τα συμφωνηθέντα με το σύμφωνο προαιρέσεως, όπως αυτά εκτίθενται στην αγωγή της, η ενάγουσα μπορούσε να επιδιώξει την καταβολή του ισόποσου σε ευρώ της οφειλής των δανειοληπτριών εταιριών ... LTD και ... LTD, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στις 27.3.2015, που ορίστηκε ως χρόνος αναμεταβίβασης του δανείου, η οποία (δανειακή οφειλή) ανερχόταν τότε, κατά τις παραδοχές της αγωγής, σε είκοσι ένα εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα τρεις χιλιάδες εκατόν εξήντα επτά δολάρια ΗΠΑ και εβδομήντα επτά σεντς (21.453.167,77 $), με το νόμιμο τόκο από την ίδια ημεροχρονολογία, που ορίστηκε και ως εναρκτήριο της τοκογονίας (valeur) χρονικό σημείο. Αντ' αυτού, όμως, ζήτησε την καταδίκη της εναγομένης στην καταβολή του ισόποσου σε ευρώ της ίδιας δανειακής οφειλής, όπως είχε εξελιχθεί μέχρι τις 31.8.2017 (ημερομηνία συντάξεως της ένδικης αγωγής), οπότε είχε ανέλθει στο χρηματικό ποσόν των είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων πεντακοσίων πενήντα οκτώ χιλιάδων εκατόν έξι δολαρίων ΗΠΑ και τριάντα δύο σεντς (24.558.106,32 $), με τον τόκο υπερημερίας έκτοτε, πλέον τόκων επιδικίας από την επίδοση της αγωγής της. Το υπερβάλλον, όπως εκτιμά το Δικαστήριο, αφενός, ζητήθηκε προς αποκατάσταση της ζημίας που η ενάγουσα υπέστη από την καθυστέρηση της εκπλήρωσης της πρωτογενούς παροχής της αντιδίκου της και, αφετέρου, αντιστοιχεί σε αποζημίωσή της κατά την έννοια του άρθρου 343 § 1 ΑΚ. Όμως, το αίτημά της, ως προς το υπερβάλλον αυτό, δεν είναι νόμιμο. Η ζημία της ενάγουσας από την υπερημερία της εναγομένης συνίσταται στο ότι απώλεσε τη χρήση του κεφαλαίου του ανταλλάγματος, που θα έπρεπε να της είχε καταβληθεί κατά τον χρόνο της αναμεταβίβασης. Η ζημία αυτή αποκαθίσταται με την καταβολή των τόκων του άρθρου 345 εδαφ. α' ΑΚ, οφειλομένων από την περιέλευση της εναγομένης σε υπερημερία, δεδομένου ότι άλλη θετική ζημία της η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε, ώστε να τεθεί ζήτημα εφαρμογής του εδαφ. β' του ιδίου άρθρου (345 ΑΚ). Μάλιστα, η νόμιμη τοκοφορία της πρωτογενούς αξιώσεως της ενάγουσας άρχεται από την επίδοση της αγωγής και όχι από την (προγενέστερη) υπερημερία της εναγομένης, αφού σχετικό αίτημα δεν υπεβλήθη (άρθρο 106 ΚΠολΔ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που θεώρησε ότι συννόμως ζητήθηκε το αιτηθέν χρηματικό ποσόν και ακολούθως το επιδίκασε στην ενάγουσα, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 343 και 345 ΑΚ και για το λόγο αυτό εξαφανιστέα, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, κατέστησε την εκκληθείσα απόφαση του, όπως διαπιστώνεται μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο αλλά και κατά παραδοχή των ισχυρισμών της εκκαλούσας... 5] ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, το πρώτο αίτημα της αγωγής κατατείνει στην εκπλήρωση της πρωτογενούς συμβατικής παροχής της εναγομένης, δηλαδή στην καταβολή του ανταλλάγματος που συνομολογήθηκε, με το σύμφωνο προαιρέσεως της 15.4.2011, για την αναμεταβίβαση του δανείου που είχε χορηγηθεί από την ... στις ναυτιλιακές εταιρίες ... LTD και ... LTD, η οποία (συμφωνία αναμεταβίβασης) τέθηκε σε ισχύ στις 27.3.2015 με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που έθεσε η δικαιούχος της option. Επομένως, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί του ότι η αντίδικός της κατήγαγε στη δίκη τη δευτερογενή αξίωσή της προς αποζημίωση, ήταν (όπως ορθώς κρίθηκε, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πάντως αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ), αβάσιμος, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ενάγουσα ενέμεινε στη σύμβαση αναμεταβίβασης και δεν την απέκρουσε με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να τεθεί ζήτημα μετατροπής της πρωτογενούς αξιώσεώς της σε αποζημιωτική για μη εκπλήρωση, ανεξαρτήτως της διατύπωσης των αγωγικών ισχυρισμών της περί θετικής ζημίας της, που κατέτειναν μόνο στη νομική θεμελίωση του αιτήματός της να συμπεριληφθούν οι τόκοι του χρονικού διαστήματος από 27.3.2015 έως 31.8.2017 στο κεφάλαιο της κύριας απαιτήσεώς της, για το οποίο έγινε λόγος αμέσως παραπάνω.
Συνεπώς, ο τρίτος κύριος λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίον η εκκαλούσα παραπονείται για παραβίαση της αρχής της συζητήσεως και επιδίκαση διάφορου από το αιτηθέν, είναι και αυτός αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος του πρώτου πρόσθετου δικογράφου της έφεσης, όπως βελτιώθηκε και συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δεύτερου πρόσθετου δικογράφου (που αριθμείται ως έκτος πρόσθετος λόγος έφεσης) και μάλιστα κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Όσον αφορά το πρώτο από αυτά, με το οποίο η εκκαλούσα επικαλείται νομική αβασιμότητα της αγωγής, επειδή στο δικόγραφό της εκτίθεται ότι το δικαίωμα προαιρέσεως ασκήθηκε στις 12.3.2015, δηλαδή ταυτόχρονα με την επέλευση γεγονότος καταγγελίας του ναυτιλιακού δανείου, χωρίς να μεσολαβήσουν τριάντα [30] ημέρες, όπως κατά τα ιστορούμενα προβλεπόταν στην από 15.4.2011 συμφωνία προαιρέσεως, η απόρριψη επέρχεται λόγω απαραδέκτου, καθώς η αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο γίνεται σαφής αναφορά στην επέλευση υπερημερίας των δανειοληπτριών ως προς την καταβολή δόσεων του δανείου ήδη από το μήνα Μάρτιο του έτους 2014, χωρίς να μεσολαβήσει άρση της υπερημερίας τους μέχρι το χρόνο άσκησης του δικαιώματος προαιρέσεως.".
Οι ανωτέρω σαφείς και αναλυτικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τον νομικό χαρακτηρισμό της από 15-4-2011 συμφωνίας ως συμφώνου προαίρεσης, ανταποκρίνονται πλήρως στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας, ως διαδικαστικό της δίκης έγγραφο, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα: Κατά τα σαφώς ιστορούμενα στην αγωγή, η από 15.4.2011 συμφωνία με τον τίτλο "συμφωνία προαίρεσης για την αναμεταβίβαση έννομης σχέσης", τίτλος, κατ' αρχήν, που παραπέμπει ρητά σε σύμφωνο προαίρεσης και όχι σε άλλου είδους σύμβαση, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, και τους όρους 4.1, 4.2, 4.3α αυτής, όπως αυτοί εκτέθηκαν ανωτέρω. Από τους παραπάνω όρους, που εκτίθενται στην αγωγή και στους οποίους αναφέρεται ρητά, τουλάχιστον δύο φορές, το δικαίωμα της ενάγουσας ως "δικαίωμα προαίρεσης" και ταυτόχρονα "η υποχρέωση της εναγομένης να επαναποκτήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω Σύμβαση Δανείου", χωρίς όμως να προβλέπεται και αντίστοιχη υποχρέωση της ενάγουσας, να "επ...χωρήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω Σύμβαση Δανείου", συνάγεται χωρίς καμία αμφιβολία ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε στις 15.4.2011 μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων συνιστά σύμφωνο προαίρεσης για την αναμεταβίβαση έννομης σχέσης, υπό αναβλητική αίρεση, κατά το περιεχόμενο που εκτέθηκε στην υπό στοιχεία
ΙΙΓ νομική σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, πρόκειται για μία προπαρασκευαστική ενοχική υπό αίρεση σύμβαση αναπώλησης τραπεζικού δανείου, με την οποία παρασχέθηκε στην ενάγουσα η εξουσία, μετά την πλήρωση της αίρεσης (δηλαδή, της επέλευσης γεγονότος καταγγελίας, που δεν θα θεραπευθεί ούτε θα αρθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη διαπίστωσή του εκ μέρους της ενάγουσας), με έγγραφη, ανέκκλητη και μονομερή δήλωσή της προς την εναγομένη, ότι ασκεί το διαπλαστικό δικαίωμα προαίρεσης, να επιφέρει αμέσως - αυτομάτως και άνευ άλλου τινός την κατάρτιση σύμβασης και εν προκειμένω της αναπώλησης του τραπεζικού δανείου, χωρίς ουδεμία σύμπραξη της εναγομένης. Η τελείωση της κατάρτισης της σκοπούμενης κύριας σύμβασης, ήτοι της σύμβασης αναπώλησης - επαναμεταβίβασης τη δανειακής σύμβασης που η ... είχε συνάψει με τις δανειολήπτριες ... LTD και ... LTD, συντελέσθηκε στις 27-3-2015, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που έθεσε η δικαιούχος - ενάγουσα της option στην εναγομένη. Είναι σαφές ότι η με το παραπάνω σύμφωνο προαίρεσης συμφωνηθείσα ρύθμιση τέθηκε σε ισχύ με μόνη τη δήλωση της δικαιούχου ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, στις 12-3-2015, χωρίς να υφίσταται ουδεμία άλλη προϋπόθεση για την αναπώληση του δανείου και ταυτόχρονα, με την ίδια ως άνω συμφωνία, ρυθμίστηκαν περαιτέρω τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων μετά την τελείωση της κατάρτισης της σύμβασης αναπώλησης (βλ. ρητή αναφορά στον όρο 4.2. "Από εκείνο το χρονικό σημείο..."). Ειδικότερα, ως προς τα ως άνω δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων: 1) προβλέφθηκε ρητά ότι για να συντελεσθεί η αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης της δανειακής σύμβασης στην εναγομένη ώστε να δυνηθεί αυτή να στραφεί κατά των δανειοληπτριών και να ασκήσει τα δικαιώματά της, ως δανείστριας, που απέρρεαν, ιδίως, από τις εμπράγματες αλλά και τις προσωπικές ασφάλειες του δανείου, οι οποίες (και αυτές) εκτίθεντο στην αγωγή, απαιτούνταν δύο προϋποθέσεις, ήτοι α) να έχει πραγματοποιηθεί η εξόφληση της απαίτησης στην ενάγουσα και β) να υπογραφεί μεταξύ των διαδίκων Έγγραφο Μεταβίβασης (Transfer Certificate), προϋποθέσεις που τέθηκαν προς το συμφέρον της εναγομένης και αφορούσαν το δικαίωμά της να επαναποκτήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων που απορρέουν από την δανειακή σύμβαση, χωρίς βέβαια να προβλέπεται και αντίστοιχη υποχρέωση της ενάγουσας να επ...χωρήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων από τη δανειακή σύμβαση, γεγονός που θα ήταν ασύμβατο με το σύμφωνο προαίρεσης, αφού ήδη η τελείωση της κατάρτισης της σκοπούμενης κύριας σύμβασης είχε συντελεσθεί με την περιέλευση της μονομερούς δήλωσης της ενάγουσας στην εναγομένη και 2) προβλέφθηκε, αφενός μεν η υποχρέωση της ενάγουσας, μετά την τελείωση της κατάρτισης της σκοπούμενης κύριας σύμβασης, ήτοι της σύμβασης αναπώλησης της δανειακής σύμβασης, που συντελέσθηκε με μόνη τη δήλωσή της ότι ασκεί το δικαίωμά της προαίρεσης, και εφόσον έχει εξοφληθεί πλήρως η απαίτησή της από την εναγόμενη, να υπογράψει το σχετικό Έγγραφο Μεταβίβασης (Transfer Certificate), ώστε η τελευταία (εναγομένη) να ασκήσει τα δικαιώματά της από τη δανειακή σύμβαση αφετέρου δε το δικαίωμα της ενάγουσας, σε περίπτωση παραβίασης ή άρνησης εκ μέρους της ...Σ ΑΕ να εκπληρώσει τις αξιώσεις της από το σύμφωνο αναμεταβίβασης, στα πλαίσια του συμφώνου προαίρεσης, να ασκήσει ένδικα βοηθήματα κατατείνοντα στην καταδίκη της αντιδίκου της σε δήλωση βουλήσεως "προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης...", ήτοι, εφόσον η ενάγουσα δεν ενέμενε, όπως με την παρούσα αγωγή της, στα προβλεφθέντα από τη σύμβαση δικαιώματά της, να εξαναγκαστεί η εναγομένη να προβεί σε δήλωση βουλήσεως για να επιτευχθεί η εκτέλεση της αναμεταβίβασης και όχι προκειμένου να συντελεστεί η κατάρτιση της σκοπούμενης κύριας σύμβασης, η οποία είχε ήδη συντελεστεί με την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας του δικαιώματός της της προαίρεσης (option). Έτσι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, 1) η σύμβαση που καταρτίσθηκε στις 15-4-2011, μεταξύ των οιονεί καθολικών δικαιοπαρόχων την διαδίκων είχε τη φύση συμφώνου προαίρεσης, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη κατανομή των δικαιωμάτων των μερών, ιδίως δε, όπως αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, από την ίδρυση της αυτόματης υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλλει το αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης μετά από συγκεκριμένη προθεσμία από τη διαπλαστική δήλωση της ενάγουσας, χωρίς οποιαδήποτε σύμπραξή της, υποχρέωση που αποτελούσε και την πρωτογενή συμβατική ενοχή της, της οποίας η εκπλήρωση ήταν εξαναγκαστή με προσφυγή σε ένδικο βοήθημα, όπως η αγωγή που ασκήθηκε, 2) το πρώτο αίτημα της αγωγής κατατείνει στην εκπλήρωση της πρωτογενούς συμβατικής παροχής της εναγομένης, δηλαδή στην καταβολή του ανταλλάγματος που συνομολογήθηκε, με το σύμφωνο προαίρεσης της 15-4-2011, για την αναμεταβίβαση του δανείου που είχε χορηγηθεί από την ... στις ναυτιλιακές εταιρείες ... LTD και ... LTD, η οποία (συμφωνία αναμεταβίβασης) τέθηκε σε ισχύ στις 27.3.2015, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που έθεσε η δικαιούχος της option, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα ενέμεινε στη σύμβαση αναμεταβίβασης και δεν την απέκρουσε με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να τεθεί ζήτημα μετατροπής της πρωτογενούς αξιώσεώς της σε αποζημιωτική για μη εκπλήρωση και 3) το δεύτερο αίτημα της αγωγής, περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως και, συγκεκριμένα, στην υπογραφή του εγγράφου μεταβίβασης της δανειακής σχέσης, που προβλέφθηκε στο από 15.4.2011 σύμφωνο προαίρεσης προβλήθηκε χωρίς έννομο συμφέρον της ενάγουσας, στην προκειμένη περίπτωση και, συνεπώς, ήταν απαράδεκτο. Και τούτο διότι, αν και η αιτηθείσα δήλωση της εναγομένης αποτελούσε πράγματι, κατά την αγωγή, συμβατική της υποχρέωση, εντούτοις, η ενάγουσα δεν προσδοκούσε όφελος από την εκπλήρωσή της, αφού, πάντοτε υπό τα εκτιθέμενα, μετά την εκ μέρους της άσκηση της option, γεννήθηκε και κατέστη αμέσως ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η αξίωσή της να λάβει το αντάλλαγμα, με αποτέλεσμα η κατάρτιση εγγράφου για την αναπώληση του δανείου να αποτελεί πλέον όχι υποχρέωση αλλά δικαίωμα της αντιδίκου της, που θα είχε κάθε λόγο να επιδιώξει την υπογραφή του, προκειμένου να ανακτήσει της δανειακές απαιτήσεις έναντι των πιστοληπτριών αλλά, και κυρίως, τις ασφάλειές τους, ώστε να ασκήσει όσα δικαιώματα είχε ως δανείστριά τους. Υπ' αυτήν την έννοια, η υπογραφή του Εγγράφου Μεταβίβασης (Transfer Certificate) αποτελούσε, όπως προαναφέρθηκε, κατ' ουσίαν υποχρέωση της ενάγουσας, μετά την τελείωση της σκοπούμενης οριστικής σύμβασης και όχι αντικείμενο αξιώσεώς της έναντι της εναγομένης. Επομένως, η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη, όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο, στηριζόμενη σε σύμβαση αναμεταβίβασης δανειακής σχέσης με αιτία την πώληση (άρθρα 361, 455, 470 και 513 ΑΚ) και συναφώς οι παραπάνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης, ο πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του πρόσθετου δικογράφου και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες αποδίδονται οι από τους αριθμούς 8 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, επειδή, όπως ισχυρίζεται αντίστοιχα η αναιρεσείουσα: α) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ταυτίζονται με το πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, διότι κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αυτή δεν έλαβε υπόψη της τον αγωγικό ισχυρισμό ότι για την κατάρτιση της σύμβασης αναπώλησης δεν αρκούσε η δήλωση της ενάγουσας αλλά απαιτούνταν δύο ακόμη προϋποθέσεις (η καταβολή του αναταλλάγματος και η υπογραφή Εγγράφου Μεταβίβασης) και β) η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα υπήγαγε τους αγωγικούς ισχυρισμούς στη νομική έννοια του "συμφώνου προαίρεσης", παραβιάζοντας ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, ενώ σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην οποία αναφέρονταν οι όροι της από 15-4-2011 συμφωνίας των διαδίκων δεν αρκούσε η δήλωση της ενάγουσας για να καταρτιστεί η σύμβαση αναπώλησης, αλλά απαιτούνταν ακόμη οι ως άνω δύο προϋποθέσεις, ήτοι η καταβολή του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος και η υπογραφή του εγγράφου αναμεταβίβασης, οπότε συνήφθη μια ιδιότυπη σύμβαση, είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αλλά και τις ορθές και σαφείς, χωρίς ενδοιαστικές αιτιολογίες, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η σύμβαση που καταρτίσθηκε στις 15.4.2011 μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων συνιστά, χωρίς καμία αμφιβολία, και κατά την νομοτυπική της μορφή, σύμφωνο προαίρεσης για την αναμεταβίβαση έννομης σχέσης, υπό αναβλητική αίρεση, με την οποία παρασχέθηκε στην ενάγουσα η εξουσία, μετά την πλήρωση της αίρεσης (δηλαδή, της επέλευσης γεγονότος καταγγελίας, που δεν θα θεραπευθεί ούτε θα αρθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη διαπίστωσή του εκ μέρους της ενάγουσας), με έγγραφη, ανέκκλητη και μονομερή δήλωσή της προς την εναγομένη, ότι ασκεί το διαπλαστικό δικαίωμα προαίρεσης, να επιφέρει αμέσως - αυτομάτως και άνευ άλλου τινός την κατάρτιση σύμβασης και εν προκειμένω της αναπώλησης του τραπεζικού δανείου, χωρίς ουδεμία σύμπραξη της εναγομένης, οπότε η τελείωση της κατάρτισης της σκοπούμενης κύριας σύμβασης, ήτοι της σύμβασης αναπώλησης - επαναμεταβίβασης τη δανειακής σύμβασης που η ... είχε συνάψει με τις δανειολήπτριες ... LTD και ... LTD, συντελέσθηκε οριστικά στις 27-3-2015, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που έθεσε η δικαιούχος - ενάγουσα της option στην εναγομένη. Είναι σαφές, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ότι η με το παραπάνω σύμφωνο προαίρεσης συμφωνηθείσα ρύθμιση τέθηκε σε ισχύ με μόνη τη δήλωση της δικαιούχου ενάγουσας, στις 12-3-2015, χωρίς να υφίσταται ουδεμία άλλη προϋπόθεση, κατά τα προεκτεθέντα, για την αναπώληση του δανείου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και ταυτόχρονα, με την ίδια ως άνω συμφωνία, ρυθμίστηκαν περαιτέρω τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων μετά την τελείωση της κατάρτισης της σύμβασης αναπώλησης (βλ. ρητή αναφορά στον όρο 4.2. "Από εκείνο το χρονικό σημείο..."). Άλλωστε, ουδεμία προϋπόθεση τέθηκε για την κατάρτιση της σύμβασης αυτής με το από 15-4-2011 σύμφωνο προαίρεσης, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων. Αντίθετα, για την αναπώληση του δανείου αρκούσε κατά το ως άνω σύμφωνο προαίρεσης μόνη η δήλωση της ενάγουσας προς την εναγομένη ότι ασκεί το δικαίωμά της αυτό για την ταυτόχρονη τελείωση της σύμβασης αναπώλησης του δανείου, εφόσον είχε πληρωθεί η αίρεση, που είχε τεθεί στη σύμβαση, ήτοι είχε επέλθει καταγγελία της σύμβασης, που δεν μπορούσε να θεραπευτεί ούτε να αρθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη διαπίστωσή του εκ μέρους της ενάγουσας. Επίσης, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες αποδίδονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, συνισταμένες στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπό την ειδικότερη μορφή της μη προσφυγής σε αυτούς, παρά την έμμεση πλην σαφή διαπίστωση κενού στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 15-4-2011 σύμβαση αναφορικά με την νομική της υπόσταση, με συνέπεια να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη, καθώς και ότι το πρώτο αίτημα αφορά πρωτογενή αξίωση και όχι αποζημιωτική, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Και τούτο διότι, από τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό ή ασάφεια στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτής, με το να δεχθεί, χωρίς ασάφειες ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε στις 15.4.2011 μεταξύ των οιονεί καθολικών δικαιοπαρόχων την ήδη διαδίκων συνιστά, κατά τη δέουσα εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου και όχι κατά την ερμηνεία των όρων της σύμβασης, σύμφωνο προαίρεσης. Το γεγονός δε ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της ως άνω σύμβασης, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει και από το ότι δεν κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός αυτής, ούτε χρησιμοποίησε ενδοιαστικές εκφράσεις. Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από τους συμφωνηθέντες από τους διαδίκους όρους που αποτέλεσαν περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης και αντίστοιχα της κρινόμενης αγωγής, χωρίς να δημιουργείται στο Δικαστήριο καμία αμφιβολία αναφορικά με τον νομικό χαρακτηρισμό της επίμαχης συμφωνίας, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι, αν το Εφετείο είχε εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα, αναφορικά με τον νομικό χαρακτηρισμό της επίμαχης συμφωνίας, καθόσον θα είχε ερμηνεύσει ότι η σκοπούμενη σύμβαση για να συντελεστεί, δεν αρκούσε μόνο η δήλωση της ενάγουσας αλλά έπρεπε να συντρέξουν δύο εισέτι προϋποθέσεις και συγκεκριμένα η πληρωμή του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος και η υπογραφή του Εγγράφου Μεταβίβασης, δεν ιδρύει παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, καθόσον η κρίση του Εφετείου δεν συνιστά ερμηνεία αυτής και ως εκ τούτου η αιτίαση αυτή καθιστά τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, απαράδεκτο. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση της αναιρεσείουσας, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της, το Εφετείο εσφαλμένα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα σύμβαση είχε το χαρακτήρα του συμφώνου προαίρεσης, ενώ κατά τα ιστορούμενα σε αυτήν, επρόκειτο περί άλλης (ιδιώνυμης) συμφωνίας στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία η δήλωση της δικαιούχου - ενάγουσας - αναιρεσίβλητης δεν επιφέρει αυτόματα την αναμεταβίβαση, όπως θα συνέβαινε εάν επρόκειτο για σύμφωνο προαίρεσης, δεδομένου ότι, πέραν του ότι απαιτείτο η συνδρομή των ως άνω δύο εισέτι προϋποθέσεων (εκ των προτέρων καταβολή του ανταλλάγματος της αναμεταβίβασης και η υπογραφή του Συμφώνου Μεταβίβασης), επιπρόσθετα προβλέπεται στη σύμβαση, σε περίπτωση άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ...Σ, και η έγερση αγωγής καταδίκης σε δήλωση βούλησης, η οποία, όμως, σε σύμβαση προαίρεσης είναι ασύμβατη, καθώς ο δεσμευόμενος επιτρέπει εκ των προτέρων και εν λευκώ στον δικαιούχο τη μελλοντική επέμβαση στη νομική του σφαίρα με τη σύναψη της κύριας σύμβασης, υποχρεούμενος να ανεχθεί το δικαίωμα προαίρεσης. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τις ορθές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην οποία περιλαμβάνονται οι όροι 4.1, 4.2 και 4.3 της επίμαχης συμφωνίας, η έγερση αγωγής καταδίκης σε δήλωση βούλησης, προβλέφθηκε μόνον σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν ενέμενε στις αξιώσεις της από το σύμφωνο προαίρεσης, όπως έπραξε με την υπό κρίση αγωγή της, λόγος, εξάλλου, για τον οποίο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το δεύτερο αίτημα της αγωγής (περί καταδίκης σε δήλωση βούλησης) ως απαράδεκτο, καθόσον προβλήθηκε χωρίς έννομο συμφέρον της ενάγουσας, σύμφωνα με τις ορθές και σαφείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, πρωτίστως αόριστη και σε κάθε περίπτωση αβάσιμη είναι η αιτίαση της αναιρεσείουσας, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, όπως ισχυρίζεται αυτή, το Εφετείο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής και τον νομικό της χαρακτηρισμό, εσφαλμένα, με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτήν, δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα σύμβαση είχε το χαρακτήρα του προσυμφώνου προαίρεσης, κατά την οποία δεν γεννιέται αξίωση κατά του άλλου μέρους προς κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, και όχι όπως ορθά έπρεπε αυτόν της ιδιώνυμης ενοχικής σύμβασης, στην οποία απλά παρασχέθηκε στην ενάγουσα δικαίωμα κατά προαίρεση να ζητήσει την αναμεταβίβαση της αρχικής σύμβασης του δανείου με την ρητώς συμφωνηθείσα τηρητέα διαδικασία για τη σύμβαση αναμεταβίβασης, γεγονός που ενισχύεται και από τον όρο 4.3 της συμφωνίας, με τον οποίο προβλέπεται δικαίωμα προσφυγής της ενάγουσας προς το σκοπό εκτέλεσης της αναμεταβίβασης της έννομης σχέσης της σύμβασης δανείου. Και τούτο διότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν προκύπτει ότι το δικαίωμα της ενάγουσας από το σύμφωνο προαίρεσης προβλέφθηκε υπό την προϋπόθεση κάποιας τηρητέας διαδικασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αντίθετα μάλιστα, με την ίδια συμφωνία, προβλέφθηκαν τα δικαιώματα της εναγομένης προκειμένου να επαναποκτήσει τη δανειακή σύμβαση και το δικαίωμα της ενάγουσας, εφόσον δεν ενέμενε στη συμφωνία προαίρεσης που είχε συνάψει με την εναγομένη, να ασκήσει ένδικα βοηθήματα κατατείνοντα στην καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως "προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης..." και στην ανόρθωση "οιασδήποτε ζημίας ήθελε αποδειχθεί εξαιτίας της παραβίασης ή της άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ...Σ του ασκηθέντος δικαιώματος προαίρεσης κατά την ρήτρα 4.1. της παρούσας από την ...". Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και οι συναφείς με αυτόν, πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Επίσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους και ο πέμπτος και έκτος πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης, συναφείς με τους λοιπούς λόγους αναίρεσης. Ειδικότερα: 1) Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, επειδή επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα πρωτογενή αξίωση της ενάγουσας και άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής που αφορούσε αποζημίωση, είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως ορθά δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αναφέρθηκε ανωτέρω, το (πρώτο) αίτημα της αγωγής κατατείνει στην ικανοποίηση της πρωτογενούς αξίωσης της ενάγουσας από τη σύμβαση αναμεταβίβασης του δανείου, με βάση τη συμφωνία προαίρεσης που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και όχι σε αποζημίωσή της για μη εκπλήρωση και τούτο διότι, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν προκύπτει ότι μεσολάβησε νόμιμος λόγος τροπής της πρωτογενούς συμβατικής ενοχής της εναγομένης σε δευτερογενή, αφού, υπό τα ιστορούμενα, η ενάγουσα ουδέποτε απέκρουσε την παροχή της αντισυμβαλλομένης της ούτε ισχυρίστηκε ότι δεν διατηρεί συμφέρον στην εκπλήρωση της σύμβασης αναμεταβίβασης του επίδικου ναυτιλιακού δανείου, ώστε να θεωρηθεί ότι με την αγωγή της διώκει πλέον την επιδίκαση αποζημίωσής της. Αντιθέτως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με την αγωγή της εμμένει στη σύμβαση, όπως καταδεικνύει και η προβολή αιτήματος συμβατικώς προβλεπόμενου (από το άρθρο 949 ΚΠολΔ), ανεξαρτήτως του παραδεκτού και της βασιμότητας του αιτήματος αυτού, ενώ η πρωτογενής υποχρέωση της εναγομένης, όπως επίσης εκτίθεται στην αγωγή, εξαντλείται στην καταβολή της αξίας του ναυτιλιακού δανείου κατά το χρόνο άσκησης του διαπλαστικού δικαιώματος της ενάγουσας, που συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα της αναμεταβίβασής του. Έτσι, κατά την υπαγωγή στο νόμο των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών, συνάγεται σαφώς, όπως εξάλλου προαναφέρθηκε, α) ότι με την αγωγή ασκήθηκαν δικαιώματα από σύμβαση, της οποίας το περιεχόμενο καθορίστηκε με σύμφωνο προαίρεσης και η οποία τελειώθηκε με την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης εκ μέρους της δικαιούχου αυτού ενάγουσας και β) το δεύτερο αίτημα της αγωγής, περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 949 ΚΠολΔ, που δεν υποβάλλεται ως επικουρικό του πρώτου, περί καταβολής του συμφωνηθέντος με το σύμφωνο προαιρέσεως ανταλλάγματος, χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλεται, καθόσον, αν η ενάγουσα ικανοποιηθεί ως προς το αίτημά της αυτό (το πρώτο) και λάβει το αιτούμενο τίμημα της επαναπωλήσεως των δανειακών αξιώσεών της, απόκειται στην αντίδικό της να σπεύσει στην κατάρτιση εγγράφου αναμεταβίβασης της δανειακής σχέσης, αφού προς το δικό της συμφέρον και μόνον συμπεριελήφθη στο σύμφωνο προαίρεσης ο σχετικός όρος, ο οποίος τέθηκε ως υποχρέωση της ενάγουσας, εκπληρωτέας όμως μετά την υπ' αυτής είσπραξη του ανταλλάγματος της αναμεταβίβασης. Κατόπιν δε αυτών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 1 του ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι αυτή εσφαλμένα εκτίμησε το αίτημα της αγωγής, ότι αφορούσε πρωτογενή αξίωση από το σύμφωνο προαίρεσης, ενώ η ενάγουσα είχε ήδη προβεί στην επιλογή της να ζητήσει αποζημίωση καθώς και επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της, εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 383 ΑΚ, θεωρώντας ότι η ενάγουσα δεν της είχε τάξει προθεσμία και δεν είχε αποκρούσει την παροχή ώστε να γεννηθεί αξίωση για αποζημίωση, αγνοώντας το ότι η ενάγουσα είχε κάνει ήδη (ανέκκλητη) επιλογή αποζημίωσης, κατ' άρθρο 383 ΑΚ, αφού και με την προηγούμενη αγωγή της και με την ένδικη ζητούσε αποζημίωση και επιπρόσθετα εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 385 ΑΚ, του οποίου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, αφού από όλη τη στάση της ήταν προφανές ότι θα ήταν άσκοπο η ενάγουσα να τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 383 ΑΚ, ήτοι να της τάξει προθεσμία για να εκπληρώσει την κύρια παροχή και γι' αυτό ζητεί απευθείας αποζημίωση. Και τούτο διότι, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 383 και 385 του ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα ουδέποτε απέκρουσε την παροχή της αντισυμβαλλομένης της ούτε ισχυρίστηκε ότι δεν διατηρεί συμφέρον στην εκπλήρωση της σύμβασης αναμεταβίβασης του επίδικου ναυτιλιακού δανείου, ώστε να θεωρηθεί ότι με την αγωγή της διώκει πλέον την επιδίκαση αποζημίωσής της και ταυτόχρονα ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 343, 455, 513 του ΑΚ. Αναφορικά δε με την αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη είχε ήδη προβεί στην επιλογή της να ζητήσει αποζημίωση, γεγονός που δέχθηκε και η υπ' αριθ. 3693/2017, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "...από την υπ' αριθμ. 3693/2017 τελεσίδικη, όπως δεν αμφισβητείται, απόφαση του Ναυτικού Τμήματος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι προηγούμενη (η από 8.7.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2.837/2016) αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης, με την οποία, με αναφορά στις ίδιες, όπως και στην ένδικη, τραπεζικές συμβάσεις και στην εξέλιξή τους, ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, η καταδίκη της δεύτερης στην καταβολή του χρηματικού ποσού των είκοσι τριών εκατομμυρίων είκοσι επτά χιλιάδων ογδόντα τριών δολαρίων ΗΠΑ και τριάντα τεσσάρων σεντς (23.027.083,34 $), πλέον τόκων υπερημερίας από 8.7.2016 και τόκων επιδικίας από την επίδοσή της, απορρίφθηκε, κατά το αίτημά της αυτό, ως νομικά αβάσιμη, επειδή αξιώθηκε "αυτούσιο αλλοδαπό νόμισμα και όχι το ισόποσο αυτού σε ευρώ ... πολλώ μάλλον όταν το ανωτέρω ποσό δολαρίων ΗΠΑ αξιώνεται ως αποζημίωση". Από τις αιτιολογίες της αποφάσεως εκείνης προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατά την διαδικασία της υπαγωγής στο νόμο των περιστατικών που εκτέθηκαν, εκκίνησε από την αιτούμενη συνέπεια (υποχρέωση εξόφλησης χρηματικής οφειλής εκ συμβάσεως σε αλλοδαπό νόμισμα) και επιχείρησε την ανίχνευση των κανόνων δικαίου που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν, ώστε να γεννηθεί τέτοια αξίωση. Η μεθοδολογία του υπήρξε στην αφετηρία της ορθή, ενόψει του ότι η προκαθεστηκυία υπαγωγή καθοδηγείται από το αίτημα της αγωγής, επειδή ακριβώς οι έννομες συνέπειες, στις οποίες μπορεί να αντιστοιχεί αυτό είναι κατ' είδη λιγότερες από τα στοιχεία του πραγματικού των κανόνων δικαίου που τις προβλέπουν. Στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο εκείνο ερεύνησε το ενδεχόμενο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 291, 292, 297 εδαφ. α', 298 ΑΚ, 6 § 1 Ν. 5422/1932 και 1 Ν. 2842/2000, που προαναφέρθηκαν και διαπίστωσε ότι καμιάς από αυτές το πραγματικό δεν προέβλεπε την γέννηση αξίωσης καταβολής αυτούσιου αλλοδαπού νομίσματος, με αποτέλεσμα το αγωγικό αίτημα να μη συνδέεται με βάση κάποια διάταξη νόμου (νομική αιτία) με τη συγκεκριμένη έννομη συνέπεια. Στο σημείο αυτό η υπαγωγική διαδικασία έπρεπε να ολοκληρωθεί με την εξαγωγή απορριπτικού της αγωγής συμπεράσματος λόγω νομικής αβασιμότητάς της. Η υπ' αριθμ. 3693/2017 απόφαση, όμως, μολονότι κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, διατύπωσε, εντούτοις, και την κρίση ότι το αυτούσιο αλλοδαπό νόμισμα, του οποίου η υποχρέωση καταβολής αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης, ζητήθηκε ως αποζημίωση, δηλαδή προς εκπλήρωση δευτερογενούς υποχρέωσης της εναγομένης, απορρέουσας από την εκ μέρους της αθέτηση της μεταξύ των αντιδίκων συμβάσεως. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν το ουσιαστικό δεδικασμένο της απόφασης εκείνης εξαντλήθηκε στην ανυπαρξία του δικαιώματος της (τότε και τώρα) ενάγουσας να λάβει αυτούσιο αλλοδαπό νόμισμα σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως δηλαδή του αν η αξίωσή της κατευθυνόταν στην εκπλήρωση της πρωτογενούς συμβατικής παροχής της εναγομένης ή στην αποκατάσταση της ζημίας της από τη μη εκπλήρωσή της, ο δε νομικός χαρακτηρισμός του δικαιώματος που αποδικάστηκε, ως δευτερογενούς παροχής συνεπεία ενδοσυμβατικής ευθύνης, είναι προφανές ότι εκφέρθηκε πλεοναστικώς, αφού δεν ήταν αναγκαίος για τη στήριξη του απορριπτικού διατακτικού και, για το λόγο αυτό, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της απορριπτικής απόφασης. Άλλωστε, η ένδικη αγωγή, έχουσα αίτημα διαφορετικό από το προηγουμένως προβληθέν, δεν αμφισβητεί ούτε αμέσως ούτε εμμέσως την τελεσιδίκως διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια αλλ' αντιθέτως συμμορφώνεται προς τα κριθέντα. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ενάντια, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος". Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 § 1 εδαφ. α' και 324 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια από την παραπάνω απόφαση ουδέν δεδικασμένο απορρέει σχετικά με την νομική βασιμότητα της ερευνώμενης αγωγής που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την αγωγή που απορρίφθηκε, αφού το ουσιαστικό δεδικασμένο εξαντλήθηκε στην ανυπαρξία του δικαιώματος της (τότε και τώρα) ενάγουσας να λάβει αυτούσιο αλλοδαπό νόμισμα. Επομένως, οι παραπάνω σχετικοί με τα ζητήματα αυτά λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες των αριθμών 1, 19, 8 και 14 του ΚΠολΔ, ήτοι, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών της, για νομική αλλά και ποιοτική και ποσοτική αοριστία της αγωγής, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την υπό κρίση αγωγή λόγω αοριστίας, σε κάθε περίπτωση έπρεπε να απορρίψει αυτήν ως μη νόμιμη, καθόσον, προκειμένου να προσδιοριστεί η απαίτηση της ενάγουσας είτε αυτή (η απαίτηση) είναι πρωτογενής είτε για αποζημίωση, έπρεπε να προσδιοριστεί το ύψος της οφειλής των δανειζομένων με βάση τους όρους της σύμβασης δανείου, και συγκεκριμένα αν πράγματι είχε εκταμιευθεί ολόκληρο το ποσό του δανείου και πότε, αφού αυτό επηρεάζει τον χρόνο αποπληρωμής των δόσεων και το ύψος των δόσεων, το επιτόκιο του δανείου (συμβατικό και υπερημερίας), η χρονική περίοδος τοκοφορίας και το οφειλόμενο υπόλοιπο, τα οποία δεν προσδιορίζονται και επικουρικά, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς, ήτοι ότι το αντάλλαγμα για την αναμεταβίβαση του δανείου ήταν το ισόποσο της οφειλής εκ του δανείου, αν και όταν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της σχετικής συμφωνίας, δηλαδή σε περίπτωση αποτυχίας της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ....
Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού αυτού λόγου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ομοίως απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, κρίνονται οι πέμπτος κύριος, τρίτος του πρώτου πρόσθετου και τρίτος του δεύτερου πρόσθετου δικογράφου (ο οποίος αριθμείται ως όγδοος πρόσθετος) λόγοι της ένδικης έφεσης, οι τελευταίοι κατά τα συναφή σκέλη τους, με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι η αγωγή, κατά το πρώτο αίτημά της, ήταν αόριστη, επειδή ζητήθηκε, είτε ως αποζημίωση είτε ως συμβατική παροχή, το ισόποσο της χρηματικής οφειλής των δανειοληπτριών, χωρίς να προσδιορίζονται τα στοιχεία που θα έπρεπε να περιλαμβάνει μια αγωγή εκ δανείου και, συγκεκριμένα, χωρίς να μνημονεύονται το γεγονός της εκταμιεύσεως του δανείσματος στο σύνολο του ούτε το συμβατικό επιτόκιο της ενήμερης οφειλής και οι περίοδοι τοκοφορίας του κεφαλαίου ούτε οι πληρωμές που μεσολάβησαν ούτε το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας και η χρονική συχνότητα καταβολής των τόκων. Οι ισχυρισμοί αυτοί παραβλέπουν ότι αίτημα της ένδικης αγωγής είναι η εκπλήρωση της παροχής (όχι από το τραπεζικό δάνειο αλλά) από το σύμφωνο προαιρέσεως που είχε ως αντικείμενο την αντί τμήματος αναμεταβίβαση του ιδίου δανείου, η οποία κατά τη νομική της φύση αποτελεί πώληση δικαιώματος. Επομένως, για το ορισμένο της αγωγής αυτής αρκούσε, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 513 ΑΚ, η αναφορά του δικαιώματος που πωλήθηκε, της συμφωνίας των συμβαλλομένων για τη μεταβίβασή του και του τιμήματος που συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα για τη μετάθεση της κυριότητάς του. Τα στοιχεία αυτά περιελήφθησαν όλα στο δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο έγινε επιπλέον μνεία και του ότι το τίμημα της αναμεταβίβασης ισούτο προς τη δανειακή οφειλή των δανειοληπτριών, η οποία κατά τον κρίσιμο, όπως θεωρεί το Δικαστήριο, χρόνο (27.3.2015, που ορίστηκε ως χρόνος αναμεταβίβασης του δανείου), ανερχόταν σε είκοσι ένα εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα τρεις χιλιάδες εκατόν εξήντα επτά δολάρια ΗΠΑ και εβδομήντα επτά σεντς (21.453.167,77 $).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τους ίδιους ισχυρισμούς ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε. Να σημειωθεί εδώ ότι η εκκαλούσα δεν αρνήθηκε πρωτοδίκως την έκταση της δανειακής οφειλής των δανειοληπτριών, ώστε να ενεργοποιήσει το δικονομικό βάρος της ενάγουσας να αποδείξει το ύψος της, καθώς και ότι δεν αμφισβήτησε την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας (agent) του δανείου. Αντιθέτως, συνομολόγησε ότι υπό την ιδιότητά της αυτή ενεργούσε έναντι των δανειοληπτριών ως άμεσος αντιπρόσωπος της ενάγουσας, γεγονός που υποδηλώνει ότι είχε προσωπική γνώση της εξελίξεως της δανειακής οφειλής (άρθρο 214 ΑΚ). Επιπλέον, από την επίμαχη σύμβαση προαιρέσεως (όρος 5.1) επιβεβαιώνεται ότι η εκκαλούσα και οι δικαιοπάροχές της τραπεζικές εταιρίες, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή πληρωμών, είχαν την υποχρέωση και, φυσικά, την δυνατότητα να παρακολουθούν την είσπραξη των απαιτήσεων που απέρρεαν από τη σύμβαση του ναυτιλιακού δανείου, να εισπράττουν κάθε οφειλόμενο ποσό, να τηρούν τις καρτέλες κίνηση των λογαριασμών του δανείου και να αποτυπώνουν σ' αυτές το ποσό του δανείου και των αναλήψεων με την εκταμίευση, τους τόκους και τα τυχόν έξοδα, τους φόρους και κάθε άλλο ποσό που θα οφείλεται από τη δανειακή σύμβαση, τούτο δε όχι μόνο προς διευκόλυνση της απόδειξης της οφειλής για λογαριασμό (και προς όφελος) της αντιπροσωπευόμενης (και δανείστριας) ενάγουσας αλλά και προς ίδιο συμφέρον, δεδομένου ότι με τον όρο 4 της σύμβασης προαίρεσης η ... ΑΕ διατήρησε και αυτή δικαίωμα επαναγοράς του δανείου, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω, δικαιούμενη έτσι να παρακολουθεί την εξέλιξη της δανειακής οφειλής, προκειμένου να είναι σε θέση να ασκήσει την δική της option και μάλιστα οποτεδήποτε". Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον το αίτημα της ερευνώμενης αγωγής είναι η εκπλήρωση της παροχής (όχι από το τραπεζικό δάνειο αλλά) από το σύμφωνο προαίρεσης που είχε ως αντικείμενο την αντί τμήματος αναμεταβίβαση του ιδίου δανείου, η οποία κατά τη νομική της φύση αποτελεί πώληση δικαιώματος, όπως έκρινε και το παρόν Δικαστήριο κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης και των συναφών πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι για το ορισμένο της αγωγής αυτής, αρκούσε, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 513 ΑΚ και όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχεία
ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, η αναφορά του δικαιώματος που πωλήθηκε, η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μεταβίβασή του και το τίμημα που συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα για τη μετάθεση της κυριότητάς του. Τα στοιχεία δε αυτά, κατά τις ορθές παραδοχές και της προσβαλλόμενης απόφασης, περιελήφθησαν όλα στο δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο έγινε επιπλέον μνεία και του ότι το τίμημα της αναμεταβίβασης ισούτο προς τη δανειακή οφειλή των δανειοληπτριών, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο (27.3.2015, που ορίστηκε ως χρόνος αναμεταβίβασης του δανείου), ανερχόταν σε είκοσι ένα εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα τρεις χιλιάδες εκατόν εξήντα επτά δολάρια ΗΠΑ και εβδομήντα επτά σεντς (21.453.167,77 $). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των κατ Ιδίαν λόγων της αναίρεσης θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 4/2022, ΑΠ 277/2021, ΑΠ 455/2021, ΑΠ 631/2021, ΑΠ 394/2012). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 613/2022, ΑΠ 755/2018), δηλαδή αιτιολογίες οι οποίες ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στις παραδοχές της, χωρίς να είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση του δικαιώματος που αξιώνεται με την αγωγή και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντες κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμούς των διαδίκων. Στην περίπτωση των πλεοναστικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή αιτιολογιών που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς αλλά εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 54/2024, ΑΠ 4/2022, ΑΠ 551/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη, αφού κατέληξε στο πόρισμα ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, διέλαβε περαιτέρω τη σκέψη ότι "Να σημειωθεί εδώ ότι η εκκαλούσα δεν αρνήθηκε πρωτοδίκως την έκταση της δανειακής οφειλής των δανειοληπτριών, ώστε να ενεργοποιήσει το δικονομικό βάρος της ενάγουσας να αποδείξει το ύψος της, καθώς και ότι δεν αμφισβήτησε την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας (agent) του δανείου". Η σκέψη αυτή συνιστά πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν επιστηρίζει το διατακτικό της απόφασης, δεδομένου ότι το γεγονός ότι η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη ήταν αποτέλεσμα της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που διελάμβανε, στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216, 361, 455, 470 και 513 ΑΚ, οι οποίες και ήταν εφαρμοστέες, αποκλείοντας έτσι την εφαρμογή των άρθρων 805 επ του ΑΚ, το δε ως άνω επιχείρημα της αναιρεσιβαλλομένης διατυπώθηκε εκ περισσού. Συνακόλουθα, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον πλήττεται η ως άνω περικοπή της αναιρεσιβαλλομένης, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής.
ΙΙΙ.Α. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016, ΑΠ 1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005, ΑΠ 864/2003). Δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 57/2019, ΑΠ 792/2015, ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007, ΑΠ 140/2006, ΑΠ 1274/1994), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1668/2005, ΑΠ 448/1996).
Β. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018).
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 με αριθμούς 8 και 11 περ. γ' του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είχε προβάλει την ένσταση εικονικότητας της "συμφωνίας προαίρεσης", την οποία επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ενώπιον του Εφετείου και ότι προς απόδειξη της ως άνω ένστασής της επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου την από 15-4-2011 επιστολή της ..., που συντάχθηκε κατόπιν απαίτησης της ... (με το κείμενό της να έχει προσυμφωνηθεί και να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όλης συμφωνίας), το οποίο αποτελεί αντέγγραφο σε σχέση με την "συμφωνία προαίρεσης" και εκφράζει την πραγματική συμφωνία των μερών την οποία τα μέρη προφανώς δεν ήθελαν να εμφανίζεται σε τρίτους, όπως το περιεχόμενο αυτής αναφέρεται αναλυτικά, αποκαλύπτει δε πλήρως την μεθόδευση για την αντικανονική χρηματοδότηση της ... από την .... Ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση εικονικότητας με τέσσερις επάλληλες αιτιολογίες, όπως αυτές αναφέρονται στο αναιρετήριο, και δέχθηκε ότι το "σύμφωνο προαίρεσης" είναι η πραγματική συμφωνία. Ότι με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (με την πρώτη και δεύτερη αιτιολογία της) ότι η ανωτέρω επιστολή της ... δεν κατέστη συμφωνημένο συμβατικό κείμενο και ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ... ήθελε αυτή τη συμφωνία, ενώ το αληθές είναι το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της ότι το αντέγγραφο αυτό το ζήτησε η ... και ήταν προσυμφωνημένο, καθώς και του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη της ή δεν έλαβε εξ ολοκλήρου υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισε και συγκεκριμένα το από 15-4-2011 ως άνω αντέγγραφο, το οποίο προσκόμισε και η ενάγουσα, το από 14-4-2011 ηλεκτρονικό εσωτερικό μήνυμα που απέστειλε η υπάλληλος της ..., Α.. Π., στους υπαλλήλους της ..., στο οποίο συνάπτει συγχρόνως και τα δύο κείμενα, όπως συμφωνήθηκαν με την ενάγουσα, το από 14-4-2011 ηλεκτρονικό μήνυμα του Δ.. Π., εκ μέρους της ..., το από 14-4-2011 e - mail του τότε υπαλλήλου της ... Κ.. Τ. και το από 14-4-2011 e - mail της υπαλλήλου της ... Μ.. Γ., από τα οποία, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η όλη συναλλαγή έλαβε χώρα κατ' απαίτηση και προς το συμφέρον της ενάγουσας, καθιστάμενη εξ αυτού του λόγου άκυρη την "συμφωνία προαίρεσης" λόγω της εικονικότητάς της. Όσον αφορά στην επικαλούμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι, κατά το πρώτο σκέλος του (μη λήψη υπόψη ισχυρισμών της αναιρεσείουσας ότι η από 15-4-2011 επιστολή - αντέγγραφο της ... ήταν συμφωνημένο συμβατικό κείμενο και αναπόσπαστο της όλης συμφωνίας, που συνετάγη κατ' απαίτηση και προς το συμφέρον της ενάγουσας ...), απαράδεκτος καθόσον δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά για αποδεικτικά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών συναπτόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, όσον αφορά στην επικαλούμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι, κατά το δεύτερο σκέλος του, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 12-9-2024 προτάσεις της αναιρεσείουσας και το κατατεθέν από την ίδια, μετά τη συζήτηση της αναίρεσης, από 10-10-2024 υπόμνημα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τα οποία επισκοπούνται κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), αυτή δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει τα ως άνω έγγραφα, αν και είναι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, αναγκαία για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη από το Εφετείο αλλά και το κατά πόσον τα έγγραφα αυτά ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ως προς τα ως άνω αποδειχθέντα γεγονότα, με την παραδοχή ότι "...από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νομότυπα προσκομίζουν, για να ληφθούν αυτοτελώς υπόψη ως αποδεικτικά μέσα είτε, επικουρικώς, ως δικαστικά τεκμήρια, μερικών μάλιστα από τα οποία γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών, καθώς και από τις με αριθμούς ...2017 και ...2017 δύο [2] ένορκες ενώπιον των Συμβολαιογράφων Αθηνών και Πειραιώς Ό. Γ. και Ζ. Β. αντίστοιχα, βεβαιώσεις των Κ. Π. του Π., υπαλλήλου της ενάγουσας, που με την ιδιότητα του επικεφαλή από 1ης.9.2014 της Διεύθυνσης Μεγάλων Επιχειρήσεων και Σύνθετων Χρηματοδοτήσεων Ομίλου - Ναυτιλιακής Τραπεζικής χειρίστηκε τις επίδικες δανειακές σχέσεις και Χ. Μ. του Ν., υπαλλήλου της εναγομένης, επικεφαλή από 5.2.2014 της Ναυτιλιακής Μονάδας της, που ασχολείται με τη χρηματοδότηση της ναυτιλίας, οι οποίες ελήφθησαν με την επιμέλεια της ενάγουσας η πρώτη και της εναγομένης η δεύτερη, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της, όπως αποδεικνύεται από τις με αριθμούς ...2017 αντίστοιχες επιδοτήριες εκθέσεις των δικαστικών επιμελητριών στο Πρωτοδικείο Αθηνών και Πειραιώς Χ. Σ. και Σ. Ε. - Γ., σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα αποδεικτέα θέματα που ειδικώς πιο κάτω επισημαίνονται και εκτιμώνται κατ' άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 524 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά...". Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση του Εφετείου αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της αναιρεσείουσας) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τους αντίθετους ισχυρισμούς της (ΑΠ 571/2021, ΑΠ 1037/2010).
Με τον τρίτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης (συναφή με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης) η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την πρώτη (επάλληλη) αιτιολογία, περί απόρριψης της προβληθείσας ένστασης εικονικότητας, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 § 1 ΑΚ, δεχόμενη εσφαλμένως, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έθεσε ως νόμιμη προϋπόθεση για την επίκληση της παραπάνω ένστασης την ύπαρξη (εγγράφου) συμβατικού κειμένου, ενώ τέτοιο δεν απαιτείται εκ του νόμου. Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού αυτού λόγου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με την απόρριψη της ένστασης εικονικότητας, αφού προέβη σε εκτενή νομική σκέψη, διέλαβε τις ακόλουθες παραδοχές: "Στην υπόθεση που επανακρίνεται...αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με την από 19.7.2007 σύμβαση χρηματοδότησης (Financial Agreement), όπως αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τις από 11.6.2009 και 24.6.2010 πρόσθετες πράξεις, συμφωνήθηκε η χορήγηση έντοκου δανείου εκ μέρους της [τότε] ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ... ΑΕ από κοινού προς τις αλλοδαπές ναυτιλιακές εταιρίες με την επωνυμία ... LTD και ... LTD, οι οποίες είχαν συσταθεί κατά το δίκαιο της Λιβερίας, μέχρι του ποσού των είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων δολαρίων ΗΠΑ (24.964.200 $), με σκοπό τη χρηματοδότηση κατά ποσοστό 90% της ναυπήγησης από τις δανειολήπτριες δύο [2] "αδελφών" (sister vessels) δεξαμενόπλοιων μεταφοράς χημικού φορτίου (product oil tankers), χωρητικότητας εκτοπίσματος πλήρους φορτίου εκάστου περί τους δέκα χιλιάδες πεντακοσίους νεκρούς τόνους (10.500 dead weight tonnage - dwt). Η δανείστρια τράπεζα απέκτησε συμβατικά και τις ιδιότητες της εκπροσώπου (Agent), της διαχειρίστριας ασφάλειας (Security Trustee) και της αρχικής αντισυμβαλλόμενης αντιστάθμισης του δανείου. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής χορηγήθηκε πράγματι στις δανειολήπτριες το χρηματικό ποσόν των είκοσι δύο εκατομμυρίων διακοσίων τριάντα χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (22.230.000 $). Για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου η πιστώτρια έλαβε εμπράγματες και προσωπικές ασφάλειες. Συγκεκριμένα, οι από κοινού οφειλέτριες παρείχαν υπέρ αυτής πρώτες ναυτικές υποθήκες μέχρι του ποσού των ένδεκα εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (11.500.000 $) επί καθενός των υπό λιβεριανή σημαία πλοίων F.P., που ανήκε στην πλοιοκτησία της εταιρίας ... LTD και F.F., που ανήκε στην πλοιοκτησία της εταιρίας ... LTD, τα οποία αμφότερα ναυπηγήθηκαν στην Κίνα και παραδόθηκαν στις πλοιοκτήτριες το έτος 2010, ενώ ενοχικές εγγυητικές υποχρεώσεις ανέλαβαν τόσον η διαχειρίστριά τους εταιρία με την επωνυμία ... SA, που είχε συσταθεί κατά το δίκαιο του Παναμά, όσο και ο επιχειρηματίας Ν. Μ., στα συμφέροντα του οποίου ανήκαν η διαχειρίστρια και οι πλοιοκτήτριες. Προσθέτως, η δανείστρια εξασφαλίστηκε και με την εκχώρηση υπέρ αυτής όλων των εσόδων των πλοίων από ναύλους, που θα έπρεπε να κατατίθενται σε ενεχυριασμένο λογαριασμό αλλά και του ασφαλίσματος, που θα έπρεπε να καταβληθεί στις πλοιοκτήτριες σε περίπτωση επελεύσεως ασφαλισμένου κινδύνου. Η δανειακή σύμβαση χωριζόταν σε δύο [2] τμήματα (advances), ένα για κάθε πλοίο και συμφωνήθηκε να διέπεται από το αγγλικό δίκαιο. Στις δανειολήπτριες χορηγήθηκε δεκαπεντάμηνη από της εκταμιεύσεως του δανείσματος περίοδος χάριτος και ως χρόνος έναρξης της αποπληρωμής του δανείου ορίστηκε το τέταρτο τρίμηνο του έτους 2011, με προοπτική να ολοκληρωθεί αυτή με την καταβολή τριμηνιαίων δόσεων εντός των επομένων εννέα [9] ετών (μέχρι το έτος 2020). Πριν το ληξιπρόθεσμο της πρώτης δόσης του δανείου στις 15.4.2011 η πιστώτρια ... ΑΕ μεταβίβασε την έννομη σχέση του δανείου στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία [τότε] "... ΑΕ", η οποία με τον τρόπο αυτό υπεισήλθε στη δανειακή σύμβαση ως δανείστρια αποκτώντας όλα τα εξ αυτής δικαιώματα και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, αφού κατέβαλε το χρηματικό ποσόν των είκοσι δύο εκατομμυρίων διακοσίων τριάντα χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (22.230.000 $), στο οποίο ανερχόταν το δάνεισμα στην επιστροφή του οποίου είχε αξίωση από τις πιστολήπτριες η εκχωρήτρια τράπεζα. Για την, διεπόμενη και αυτή από το αγγλικό δίκαιο, σύμβαση μεταβίβασης καταρτίστηκε το από 15.4.2011 Έγγραφο Μεταβίβασης (Transfer Certificate). Όλα τα ανωτέρω συνομολογούνται από τις διαδίκους, προκύπτουν άλλωστε και εγγράφως. Η επιχειρηματική απόφαση αποκτήσεως του δανείου ελήφθη από την ανάδοχο ... ΑΕ, προκειμένου να παρασχεθεί ρευστότητα στην ... ΑΕ, όπως αναγράφεται στο σχετικό εμπιστευτικό "έγγραφο καθορισμού ορίου", που αποτέλεσε την εισήγηση της αρμόδιας εσωτερικής υπηρεσίας της αναδόχου προς τα αποφασίζοντα όργανά της (Επιτροπή Εγκρίσεως Δανειοδοτήσεων και Εκτελεστική Επιτροπή Ομίλου). Στο ίδιο έγγραφο αναφερόταν επιπλέον, πρώτον, ότι το αντάλλαγμα της εξαγοράς του δανείου (22.230.000 $) αντιστοιχούσε κατά την επίσημη ισοτιμία των δύο νομισμάτων σε δεκαπέντε εκατομμύρια πεντακόσιες εξήντα τρεις χιλιάδες εννιακόσια πενήντα επτά ευρώ (15.563.957 €), δεύτερον, ότι η εξαγορά αυτή θα γινόταν με Transfer Certificate, τρίτον, ότι η συνολική διαχείριση του δανείου (παρακολούθηση λογαριασμών και εξασφαλίσεων, είσπραξη απαιτήσεων και ενημέρωση της αναδόχου) θα εξακολουθούσε να διενεργείται από την μεταβιβάζουσα ... ΑΕ, η οποία θα διατηρούσε την ιδιότητα της διαχειρίστριας (agent) και της δικαιούχου όλων των καλυμμάτων και εξασφαλίσεων (security trustee) για λογαριασμό της αναδόχου και, τέταρτον, ότι στη σύμβαση μεταβίβασης του δανείου θα έπρεπε να "συμπεριληφθεί όρος Put Option κατά τον οποίο, σε περίπτωση που ο πελάτης δεν πληρώσει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου και η οφειλή δεν τακτοποιηθεί εντός 30 ημερών, η ... θα δικαιούται να απαιτήσει την επαναγορά του Δανείου από την ... η οποία και θα είναι υποχρεωμένη να το επαναγοράσει. Προκειμένου να επιτρέπεται στην ... η άσκηση του Put Option, για οποιαδήποτε τροποποίηση της δανειακής σύμβασης, θα απαιτείται η προηγούμενη συναίνεση της .... Αντίστοιχα θα συμπεριληφθεί όρος Call Option σύμφωνα με τον οποίο η ... θα έχει το δικαίωμα (και η ... την υποχρέωση) ανά πάσα στιγμή να επαναγοράσει το Δάνειο". Στην ίδια εισήγηση συνεκτιμήθηκε η υφιστάμενη κατά το χρόνο εκείνο χαμηλή απόδοση των πλοίων μικρής χωρητικότητας στη σχετική αγορά και η μεγάλη δανειακή επιβάρυνση του στόλου των υπό τη διαχείριση της ... SA δεκαπέντε [15] συνολικά πλοίων, που προβλέφθηκε ότι θα είχε ως αποτέλεσμα η εξυπηρέτηση του δανείου να γίνεται για κάποιο διάστημα από ίδια κεφάλαια των μετόχων της διαχειρίστριας (ουσιαστικά του Ν. Μ.) αλλά προκρίθηκε η ανάληψη του επιχειρηματικού κινδύνου από την εξαγορά του δανείου ενόψει της εξασφαλίσεώς του από δύο [2] νεότευκτα πλοία με μεγάλη διάρκεια ζωής, ενώ ως "καθοριστικής σημασίας" κρίθηκε "το Put Option προς την ... TΡΑΠEZA AE", μολονότι επισημάνθηκε ότι "η ανάλυση της πιστοληπτικής ικανότητάς της πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν". Το εν λόγω εμπιστευτικό "έγγραφο καθορισμού ορίου" συντάχθηκε στις 8.4.2011, επτά [7] δηλαδή ημέρες πριν από τη σύναψη τριών [3] συμβάσεων που καταρτίστηκαν στις 15.4.2011 και ενδιαφέρουν εν προκειμένω, επειδή συνδέονται μεταξύ τους. Η πρώτη είναι η σύμβαση μεταβίβασης του δανείου από την ... ΑΕ προς την ... ΑΕ, για την οποία έγινε μόλις λόγος. Η δεύτερη είναι η "Συμφωνία Προαίρεσης για την Αναμεταβίβαση Έννομης Σχέσης", που συνήφθη μεταξύ των δύο [2] τραπεζών για την επαναπόκτηση του δανείου από την αρχική δανείστρια, σύμφωνα με τις προβλέψεις της εισηγητικής επιτροπής της ενάγουσας και στην οποία επισυνάφθηκε η από 15.4.2011 επιστολή αναγνώρισης και συναίνεσης των οφειλετριών εταιριών ... LTD και ... LTD, όπως και των εγγυητών του ναυτιλιακού δανείου ... SA και Ν. Μ., με την οποία αυτοί δήλωσαν ότι έλαβαν γνώση της συμφωνίας προαιρέσεως και συναινούν σ' αυτήν. Και η τρίτη είναι η από ομοίως 15.4.2011 έκδοση κοινού ανταλλάξιμου ομολογιακού δανείου από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ" και έδρα στο Ρέθυμνο της Κρήτης, που ήταν ενταγμένη στον Όμιλο εταιριών του επιχειρηματία Ι. Β. του Ι., για ποσό δεκαπέντε εκατομμυρίων τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (15.350.000 €), με σκοπό την ανάληψη από αυτήν των αδιάθετων μετοχών που είχαν εκδοθεί κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (...), της οποίας διευθύνων σύμβουλος ήταν τότε ο Ι. Β., το οποίο κάλυψε εξ ολοκλήρου η ... ΑΕ, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που προβλέφθηκαν στην από 14.4.2011 "Σύμβαση Έκδοσης Ανταλλάξιμου Εμπραγμάτως Ασφαλισμένου και Εγγυημένου Ομολογιακού Δανείου". Η εξαγορά του ναυτιλιακού δανείου από την ... ΑΕ και η κάλυψη του ομολογιακού δανείου της ... ΑΕΒΕ από την ... ΑΕ είναι αλληλένδετες, καθώς με το τίμημα της εξαγοράς χρηματοδοτήθηκε η κάλυψη του ομολογιακού δανείου. Αυτό προκύπτει από την ισότητα του ποσού του ανταλλάγματος του δανείου που μεταβιβάστηκε και του ποσού που απαιτήθηκε για την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, από την ροή του κεφαλαίου της πίστωσης των είκοσι δύο εκατομμυρίων διακοσίων τριάντα χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (22.230.000 $), που κατευθύνθηκε αρχικώς στην ... ΑΕ και αυθημερόν επεστράφη στην ... ΑΕ, προκειμένου να κατατεθεί σε λογαριασμό της ... με καταθέτη την ... ΑΕΒΕ και, κυρίως, από το περιεχόμενο του από 15.4.2011 εγγράφου με θέμα "Μεταβίβαση απαιτήσεων από Δάνειο", το οποίο η ... ΑΕ απηύθυνε στην ... ΑΕ και στο οποίο, με αναφορά στο ναυτιλιακό δάνειο και στη μεταβίβασή του με το ως άνω Transfer Certificate, αναγραφόταν, μεταξύ άλλων, ότι "Ήδη δηλώνουμε ρητώς και ανεπιφυλάκτως, αναλαμβάνοντας υποχρέωση προς τούτο δια της παρούσας, ότι η Τράπεζά μας, την ίδια ημέρα της μεταβίβασης των απαιτήσεων από την ως άνω Σύμβαση Δανείου προς την ..., θα προβεί στη χρηματοδότηση του κ. Ι. Β. του Ι., αμέσως ή εμμέσως, ήτοι σε τρίτο νομικό πρόσωπο, συμφερόντων του, που θα υποδείξει ο ίδιος στην Τράπεζά μας, με σκοπό την κάλυψη με το ποσό των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) Ευρώ, αδιάθετων μετοχών που προέκυψαν κατά την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΕ" (...), που αποφασίσθηκε δυνάμει των από 19.12.2010 Β' Επαναληπτικών Εκτάκτων Γενικών Συνελεύσεων των κοινών και προνομιούχων αντίστοιχα μετόχων της ...". Από το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνεται ότι στην πραγματικότητα η ... ΑΕ χρηματοδότησε μέσω της ...Σ ΑΕ και της ... ΑΕΒΕ την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της .... Ο λόγος για τον οποίο η χρηματοδότηση αυτή έγινε κεκαλυμμένα ήταν η σημαντική έκθεση της ... ΑΕ σε πιστωτικούς κινδύνους, εξαιτίας προηγούμενων δανειοδοτήσεών της προς την ... και τη βασική της μέτοχο, δηλαδή την εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών της Κύπρου εταιρία ... Plc, την οποία ήλεγχε ο Ι. Β., με κεφάλαια που υπερέβαιναν τα διακόσια εκατομμύρια ευρώ (200.000.000 €) συνολικά, που καθιστούσε μη ...τή, με βάση τραπεζικά κριτήρια, νέα χρηματοδότηση εκ μέρους της των ήδη οφειλετριών της, η οποία, άλλωστε, δεν θα εξυπηρετούσε την ..., που αντιμετώπιζε ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα εξαιτίας, κυρίως, των εμπορικών χρεών της προς τρίτους και δεν είχε ανάγκη τραπεζικής δανειοδότησης ούτε πιστωτικών διευκολύνσεων αλλά μεταβολής επί το ευμενέστερο της σχέσης μεταξύ των ιδίων και των δανειακών κεφαλαίων της, που προϋπέθετε την ανάκτηση ρευστότητας δια της εισροής στην εταιρία (...) νέων κεφαλαίων από τους μετόχους της, που δεν επεδείκνυαν, όμως, σχετικό ενδιαφέρον, όπως προκύπτει από την από 23.3.2011 ανακοίνωση της ... προς το επενδυτικό κοινό, στην οποία αναφέρθηκε ότι η επιχειρηθείσα προηγουμένως αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου δεν ήταν επιτυχής, αφού καλύφθηκε σε ποσοστό 5,0438%, με την καταβολή συνολικού ποσού μόλις ενός εκατομμυρίου διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (1.270.000 €), τη στιγμή που οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τρίτους - προμηθευτές της από ήδη σφραγισμένες επιταγές υπερέβαιναν τα είκοσι εκατομμύρια ευρώ (20.000.000 €), πέραν των ήδη απαιτητών δανειακών χρεών της. Αυτό όμως δεν σημαίνει ούτε ότι η χρηματοδότηση της ... υπήρξε εικονική ως προς το πρόσωπο του αληθούς δανειστή (όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται με τον δέκατο τέταρτο και ως αβάσιμο απορριπτέο κύριο λόγο της έφεσης) ούτε ότι η ... ΑΕ δεν έλαβε πραγματικό αντάλλαγμα για την εκχώρηση του ναυτιλιακού δανείου, όπως η οιονεί καθολική διάδοχός της - εναγόμενη αβασίμως υποστηρίζει. Η εκχωρήτρια του δανείου μπορεί να διέθεσε το κεφάλαιο που της καταβλήθηκε ως τίμημα της εκχωρήσεως αμέσως μεν στην εταιρία ... ΑΕΒΕ και εμμέσως στην ..., όμως, σε αντάλλαγμα της χρηματοδοτήσεώς της απέκτησε τις απαιτήσεις από την κάλυψη του ομολογιακού δανείου της ... ΑΕΒΕ και τις ασφάλειες που το συνόδευσαν. Στην πραγματικότητα η ... ΑΕ αντάλλαξε τις απαιτήσεις της από το ναυτιλιακό δάνειο με τις απαιτήσεις από το ομολογιακό δάνειο. Για την εκτίμηση της επιχειρηματικής λογικής που οδήγησε σ' αυτήν την απόφαση κρίσιμες είναι οι αναφορές στο από 12.4.2011 έγγραφο πιστωτικής ανάλυσης (credit analysis), που αποτέλεσε την εισήγηση της αρμόδιας εσωτερικής υπηρεσίας της ...Σ ΑΕ προς τα αποφασίζοντα όργανά της. Στο έγγραφο αυτό, μεταξύ άλλων, αναφέρεται, πρώτον, ότι δεν υπήρχε προηγούμενη συμβατική σχέση της δανείστριας με την υποψήφια δανειολήπτρια, όμως αυτή (... ΑΕΒΕ) ήταν ενταγμένη "στο γνωστό Όμιλο εταιριών του κ. Ι. Β.", με τον οποίο προϋπήρχε πολυετής συνεργασία και, δεύτερον, ότι στο αντικείμενο δραστηριότητας της ... ΑΕΒΕ περιλαμβάνονταν μεν η εξόρυξη μαρμάρων και η παραγωγή και εμπορία οικοδομικών υλικών, όμως η εταιρία "προέβη προσφάτως σε τροποποίηση του καταστατικού της, η οποία αφορά κυρίως τη διεύρυνση του αντικειμένου δραστηριότητάς της και τη δυνατότητα συμμετοχής, για επενδυτικούς κυρίως σκοπούς, σε εταιρίες με διαφορετικά αντικείμενα δραστηριότητας. Η στρατηγική τοποθέτηση στην ... συνάδει με την ανωτέρω τροποποίηση του καταστατικού, καθώς αποτελεί μείζονος σημασίας επιλογή της Διοίκησης της Εταιρίας η ανάληψη ιδιαίτερα σημαντικού ποσοστού συμμετοχής στη ναυτιλιακή εταιρία ... ΑΕ, η οποία κατά τη διάρκεια της επόμενης τριετίας, μέσα από το νέο επιχειρησιακό της πλάνο, εκτιμάται ότι θα αναδείξει σημαντικές συνέργειες και άνοδο των επιδόσεων και της κεφαλαιακής της αξίας. Συνεπεία των παραπάνω, εκτιμάται ότι η συμμετοχή του πελάτη θα αναδείξει υπό προϋποθέσεις ουσιαστικές υπεραξίες". Πράγματι, όπως δεν αμφισβητείται, η ... ΑΕΒΕ απέκτησε τελικά τον έλεγχο του ενός τετάρτου περίπου (για την ακρίβεια ποσοστού 26,5%) του μετοχικού κεφαλαίου της ..., ενώ στις 13.5.2011 καταχωρήθηκε στο ΦΕΚ [2741 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ] η από 15.4.2011 ανακοίνωση της ... ΑΕΒΕ περί τροποποιήσεως του καταστατικού της, ώστε να περιλαμβάνει μεταξύ των δραστηριοτήτων της και την απόκτηση κινητών αξιών εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, προκειμένου να αποκτήσει τη δυνατότητα σύννομης συμμετοχής στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της .... Εξάλλου, στο ίδιο ως άνω από 12.4.2011 εισηγητικό έγγραφο επισημάνθηκε ιδιαίτερα Α] ως προς την υποψήφια δανειολήπτρια ... ΑΕΒΕ, πρώτον, το ύψος του μετοχικού της κεφαλαίου, που ανερχόταν σε πέντε εκατομμύρια επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (5.700.000 €) και ήταν ίσο προς το ένα τρίτο περίπου του ποσού του ομολογιακού δανείου, δεύτερον, ότι κατά το έτος 2010 παρουσίασε σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αφενός, πτώση των πωλήσεών της κατά ποσοστό 50% περίπου και, αφετέρου, μικρή αύξηση των ανείσπρακτων απαιτήσεών της από πελάτες της, τρίτον, ότι είχε περιορίσει κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο τη συναλλακτική της δραστηριότητα "σε αναμονή γενικότερων εξελίξεων", στα πλαίσια ενός ευρύτερου οικονομικού περιβάλλοντος που το χαρακτήριζε "η ιδιαίτερα δυσμενής κατάσταση που επικρατεί την τελευταία τριετία σε πολλούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, απόρροια των εθνικών δημοσιονομικών μεγεθών και της έλλειψης ρευστότητας" και, τέταρτον, ότι ήταν εκτεθειμένη σε κινδύνους της αγοράς και του ανταγωνισμού, καθώς η εξόρυξη και εμπορία μαρμάρου αποτελεί ιδιαίτερα ανταγωνιστικό κλάδο, γεγονός που σε συνδυασμό προς το χαμηλό κύκλο συναλλαγών της ... ΑΕΒΕ δεν αφήνει σημαντικά περιθώρια κερδοφορίας και Β] ως προς την ... ότι αντιμετωπίζει, πρώτον, "την αρνητική συγκυρία που επικρατεί τα τελευταία έτη στην ακτοπλοΐα", η οποία παρουσιάζει τάσεις μερικής αμβλύνσεως και, δεύτερον, τον έντονο ανταγωνισμό στις ακτοπλοϊκές γραμμές που δραστηριοποιείται, που σε συνδυασμό προς τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και την υστέρηση αναπροσαρμογής των ναύλων, έχει "αρνητική επίδραση στα αποτελέσματά" της. Από τις διαπιστώσεις αυτές διαφαίνεται ότι κατ' ουσίαν η αποπληρωμή του ομολογιακού δανείου ήταν εξαρτημένη από την απόδοση της συμμετοχής της ... ΑΕΒΕ στην ... και, επομένως, από την κερδοφορία της τελευταίας, το γεγονός δε αυτό την καθιστούσε επισφαλή. Ωστόσο, όπως από το ίδιο έγγραφο προκύπτει, για την έγκριση εν τέλει της χρηματοδότησης της ... ΑΕΒΕ συνεκτιμήθηκε η έλλειψη στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δυσμενών στοιχείων σε βάρος της και, κυρίως, η "επαρκέστατη εξασφάλιση του δανείου" με "...1) τη νομότυπη ενεχυρίαση του συνόλου των μετοχών της εισηγμένης ... ΑΕ οι οποίες θα αποκτηθούν από την ΑΜΚ και θα ανέρχονται ενδεικτικά σε 50.000.000 τεμάχια, με τρέχουσα αποτίμηση περίπου € 10 εκ. 2) την προσημείωση ύψους € 17.950.000 επί των ακινήτων ιδιοκτησίας της Εταιρίας, εκτιμητέας αξίας € 17.950.000 3) την προσωπική εγγύηση του βασικού μετόχου κ. Ι.. Β. καθώς και 4) τη νομότυπη ενεχυρίαση του 80% των μετοχών της Εταιρίας". Οπωσδήποτε συνεκτιμήθηκε και η χρονική διάρκεια αποπληρωμής του ομολογιακού δανείου, που συμφωνήθηκε τριετής. Έτσι, όπως φαίνεται, η ... ΑΕ επέλεξε να μεταβιβάσει μια μακροπρόθεσμης αποπληρωμής (μέχρι το έτος 2020) απαίτησή της από ναυτιλιακό δάνειο εμπραγμάτως και ενοχικώς εξασφαλισμένης σε ποσοστό 103% του ανοίγματός της (υποθήκες επί δύο [2] πλοίων μέχρι του ποσού των 23.000.000 $ έναντι δανείσματος 22.230.000 $) και να αποκτήσει απαίτηση από βραχυπρόθεσμο ομολογιακό δάνειο, τριετούς διάρκειας, με εμπράγματες και προσωπικές ασφάλειες καλύπτουσες το άνοιγμά της κατά ποσοστό ουσιωδώς υπέρτερο (περίπου 117%: υποθήκες επί ακινήτων μέχρι του ποσού των 17.950.000 € έναντι δανείσματος 15.350.000 €). Η επιχειρηματική αυτή απόφαση δεν φαίνεται άνευ ετέρου εσφαλμένη ούτε καθαυτή ασύμφορη, ιδίως αν ληφθούν υπόψη τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπιζε την εποχή εκείνη η ... ΑΕ. Σημειώνεται, βέβαια, εδώ ότι η εκκαλούσα ισχυρίζεται, χωρίς ο ισχυρισμός της αυτός να αντικρούεται, ότι, όπως και η ... ΑΕ έτσι και η ... ΑΕ είχε εξαντλήσει το πιστωτικό της όριο ως προς τις εταιρίες του Ι. Β. και για το λόγο αυτό κατέστη αναγκαία η μεταβίβαση των μετοχών της ... ΑΕΒΕ που αυτός κατείχε προς την αδελφή του και πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου Α. - Α. Β. του Ι., πριν την κάλυψη του ομολογιακού δανείου. Θα σημειωθεί ακόμα ότι όλες οι περιγραφόμενες ενέργειες αξιολογούνται από το Δικαστήριο υπό το πρίσμα της επιχειρηματικής τους σκοπιμότητας και της νομιμότητάς τους ή μη και όχι από την άποψη της συμφωνίας τους με την τραπεζική δεοντολογία, που, ιδίως όσον αφορά την καταστρατήγηση των πιστωτικών ορίων από τους πιστοδοτικούς οργανισμούς, είναι αντικείμενο έρευνας της Εποπτείας των Ιδιωτικών Τραπεζών από την Τράπεζα της Ελλάδας, που δεν φαίνεται να ενημερώθηκε από οποιονδήποτε αλλά και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που δεν φαίνεται ότι ενοχλήθηκε και, πάντως, δεν παρενέβη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (15.4.2011) η κατάσταση των πραγμάτων είχε διαμορφωθεί ως εξής: Οι αντίδικες τράπεζας είχαν ήδη προσυνεννοηθεί ως προς τη μεθόδευση της χρηματοδότησης της ..., προκειμένου να επιτευχθεί η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της και να απομακρυνθεί το ενδεχόμενο πτωχεύσεώς της, που θα είχε σαφώς αρνητικά αποτελέσματα στην κεφαλαιακή επάρκεια και στην οικονομική ευστάθεια τόσο της ... ΑΕ όσο και του Ομίλου των εταιριών του Ι. Β.. Στις 8.4.2011 η ... ΑΕ ενέκρινε την εξαγορά του ναυτιλιακού δανείου κρίνοντας ως καθοριστικής σημασίας για την αναδοχή του, αφενός, τη μεγάλη διάρκεια ζωής των νεοναυπηγημένων πλοίων F.P. και F.F., που βαρύνονταν με πρώτη υποθήκη υπέρ της και, αφετέρου, το δικαίωμα προαιρέσεως που θα λάμβανε από την ... ΑΕ, με τη μορφή της put option για την περίπτωση αδυναμίας των πλοιοκτητριών να αποπληρώσουν τις δανειακές τους οφειλές. Στις 12.4.2011 η ... ΑΕ ενέκρινε την κάλυψη του ομολογιακού δανείου της ... ΑΕΒΕ (με κεφάλαια που δεν είχε και θα προέρχονταν από την ... ΑΕ με τη μορφή του ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση του ναυτιλιακού δανείου) αξιολογώντας την επάρκεια των εξασφαλίσεων που θα λάμβανε από την δανειολήπτρια και τον Ι. Β.. Στις 15.4.2011 η ... ΑΕ απηύθυνε στην ... ΑΕ την ως άνω επιστολή της, στην οποία, τελώντας σε γνώση της πρόθεσης της τελευταίας να καταρτιστεί μεταξύ τους σύμφωνο προαιρέσεως με διπλή option, συμπεριέλαβε, εκτός των προαναφερθέντων και την ακόλουθη περικοπή: "Δηλώνουμε επίσης δια της παρούσας, ότι σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατή για οιοδήποτε λόγο η χρηματοδότηση προς το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο για τον ανωτέρω περιγραφόμενο σκοπό, αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε το δικαίωμα της ... είτε να μην αποδεχθεί τη μεταβίβαση των απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω Σύμβαση Δανείου, είτε, σε περίπτωση, που η εν λόγω μεταβίβαση συντελεστεί πριν τη ματαίωση της ήδη αποφασισθείσης εκ μέρους της Τράπεζάς μας, ως άνω, χρηματοδότησης, ακόμη και για λόγους που εκφεύγουν του ελέγχου της Τραπέζης μας, να προβεί η ... στην αναμεταβίβαση των απαιτήσεων από την ως άνω Σύμβαση Δανείου προς την Τράπεζά μας με την ταυτόχρονη καταβολή εκ μέρους μας της ισόποσης κατά τον χρόνο εκείνο οφειλής του Οφειλέτη από το δάνειο (κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα κλπ), και δηλώνουμε εκ των προτέρων ότι θα προβούμε σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια για την τελείωση της ως άνω αναμεταβίβασης". Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση του ναυτιλιακού δανείου στην ... ΑΕ και η χρηματοδότηση με το αντάλλαγμά της της ... ΑΕΒΕ, ενώ για την επίτευξη της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ... απέμενε η έγκρισή της από τα αρμόδια όργανα του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όπως προβλεπόταν στο από 18.4.2011 Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο του διοικητικού συμβουλίου της τελευταίας. Πάντως, μεταξύ της από 8.4.2011 εγκριτικής της εξαγοράς του ναυτιλιακού δανείου απόφασης της ... ΑΕ και της από 15.4.2011 επιστολής της ...Σ ΑΕ προς αυτήν παρατηρούνται δύο [2] διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα, ενώ στην εγκριτική απόφαση γίνεται λόγος για δικαίωμα προαιρέσεως τόσο της ... ΑΕ υπό την αναβλητική αίρεση της περιέλευσης των δανειοληπτριών σε κατάσταση υπερημερίας όσο και της ...Σ ΑΕ, έχουσας μάλιστα την ευχέρεια να το ασκήσει οποτεδήποτε, ανεξαρτήτως δηλαδή της εξέλιξης είτε του ναυτιλιακού είτε του ομολογιακού δανείου, εντούτοις, στην επιστολή της ...Σ ΑΕ αναγνωρίζεται μόνον η δική της υποχρέωση να δεχθεί την αναμεταβίβαση του ναυτιλιακού δανείου από την ... ΑΕ και τούτο μόνο στην περίπτωση που δεν καταστεί εφικτή η χρηματοδότηση του Ι. Β. μέσω της ... ΑΕΒΕ για οποιοδήποτε λόγο, έστω και ανυπαίτιο για την ... ΑΕ. Με την επιστολή αυτή δηλαδή αναγνωρίζεται μόνον το δικαίωμα αναπώλησης του ναυτιλιακού δανείου από την ανάδοχό του ... ΑΕ και απεμπολείται η call option, που είχε περιληφθεί μεταξύ των προϋποθέσεων που έθεσε η ... ΑΕ για την έγκριση της μεταβίβασης προς αυτήν του ναυτιλιακού δανείου. Καθένα από τα κείμενα αυτά φαίνεται να θάλπει τα συμφέροντα της συντάκτριάς του. Έτσι, η εγκριτική απόφαση κατατείνει στη μείζονα εξασφάλιση της δανειακής απαίτησης της ... ΑΕ έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας των δανειοληπτριών, αφού δεν αρκείται στις εμπράγματες και προσωπικές ασφάλειες που εκείνες παρείχαν κατά τη σύναψη του δανείου αλλά καθιστά την ... ΑΕ πρόσθετη υπόχρεο για την αποπληρωμή του, εν είδει εγγυήτριας. Αντιθέτως, η επιστολή της τελευταίας αποσκοπεί στην ολοσχερή απεμπλοκή της από το ναυτιλιακό δάνειο και εξαρτά την απόδοση του ανταλλάγματός του στην ... ΑΕ μόνον από την αποτυχία της χρηματοδότησης της ... ΑΕΒΕ και της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ..., η έκβαση της οποίας επρόκειτο να κριθεί, θετικά ή αρνητικά, εντός ολίγων ημερών μετά την 15η.4.2011. Η επιστολή αυτή αναφέρεται δηλαδή σε βραχυχρόνια δέσμευση της ...Σ ΑΕ, ενώ η εγκριτική απόφαση της ... ΑΕ αναφέρεται σε μακροχρόνια δέσμευση της αντισυμβαλλόμενής της, συγκεκριμένα δε καθ' όλη την εννεαετή περίοδο αποπληρωμής του ναυτιλιακού δανείου. Βέβαια, με δεδομένο ότι το κεφάλαιο των δεκαπέντε εκατομμυρίων τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (15.350.000 €) στις 15.4.2011 είχε ήδη κατατεθεί σε λογαριασμό της ... ΑΕΒΕ τηρούμενο στην ... ΑΕ, είναι προφανές ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αυτούσιο για την εξόφληση του τιμήματος της αναμεταβίβασης του ναυτιλιακού δανείου σε περίπτωση αποτυχίας της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ..., καθώς κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την επιστροφή του διαδοχικά από την ... στη ... ΑΕΒΕ και από αυτήν στην ... ΑΕ, για να το αποδώσει η τελευταία στην ... ΑΕ, η οποία κατ' ουσίαν ουδέποτε απώλεσε τον έλεγχό του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ... ΑΕ ανέλαβε υποχρέωση αποδόσεως του ισόποσου Ανεξαρτήτως κεφαλαίου από τα ταμειακά διαθέσιμα της περιορισμένης (όπως σύντομα απέδειξε η εξέλιξη των πραγμάτων) ρευστότητάς της. Από την άλλη, αμφότερες οι Τράπεζες θεώρησαν δεδομένο ότι το αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης του ναυτιλιακού δανείου θα έπρεπε να καθοριστεί σε συνάρτηση προς το ύψος της από αυτό απορρέουσας οφειλής κατά το χρόνο της αναμεταβίβασης, απεξαρτώντας το πλήρως από το δάνεισμα που καταβλήθηκε στην ... ΑΕΒΕ και από την εξέλιξη του ομολογιακού δανείου. Τούτο σημαίνει ότι η ... ΑΕ σε περίπτωση υπερημερίας των δανειοληπτριών θα όφειλε να δεχθεί την αναμεταβίβαση του ναυτιλιακού δανείου και να εξοφλήσει στην ... ΑΕ το χρέος τους, αναλαμβάνοντας βέβαια και τις υποθήκες που το εξασφάλιζαν, ανεξαρτήτως αν οι δικές της απαιτήσεις από το ομολογιακό δάνειο εξυπηρετούνταν ή όχι, οπότε θα έπρεπε να ικανοποιηθεί ενεργοποιώντας τις δικές του ασφάλειες. Ανεξαρτήτως πάντως όλων αυτών, στην από 15.4.2011 "Συμφωνία Προαίρεσης", που με τη ρήτρα 6.1 αυτής συμφωνήθηκε να διέπεται τόσον η ίδια όσον και η άσκηση εκάστης option από το ελληνικό δίκαιο, περιελήφθησαν οι όροι που είχε θέσει η ... ΑΕ και, συγκεκριμένα, προβλέφθηκε η αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης του ναυτιλιακού δανείου με πρωτοβουλία είτε αυτής, με τη μορφή της put option είτε της ...Σ ΑΕ με τη μορφή της call option. Ειδικότερα, στον όρο 3 αυτής, που τιτλοφορήθηκε "Επαναπόκτηση της έννομης σχέσης από την ... με πρωτοβουλία της ...Σ (Call Option)" ορίστηκε ότι "3.1 Οποτεδήποτε εφεξής, η ... κατά τους όρους της παρούσας ρήτρας δικαιούται με δικαίωμα προαίρεσης, να επαναποκτήσει και η ... υποχρεούται, να αναμεταβιβάσει προς την ..., το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω Σύμβαση Δανείου, όπως θα έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω δικαιώματος (Call Option) εκ μέρους της ...Σ (σύμβαση αναμεταβίβασης έννομης σχέσης) ελεύθερα από κάθε ενεχυρίαση ή κατάσχεση ή συμψηφισμό και γενικά από κάθε βάρος, αξίωση ή άλλο δικαίωμα τρίτου. 3.2 Το δικαίωμα προαίρεσης της ρήτρας 3.1 θα ασκείται με μονομερή ανέκκλητη έγγραφη δήλωση της ...Σ, απευθυντέας προς την ..., όπου θα ορίζεται ο χρόνος αναμεταβίβασης. Η δήλωση αυτή θα πρέπει να περιέλθει στην ... τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν τον οριζόμενο στη δήλωση χρόνο αναμεταβίβασης, η οποία ημέρα θα πρέπει να είναι και αυτή εργάσιμη. Την αυτή ημέρα που ορίσθηκε ως χρόνος αναμεταβίβασης, η ... θα καταβάλλει στην ... το ισόποσο της οφειλόμενης από τον Οφειλέτη απαίτησης εκ του δανείου (κεφάλαιο πλέον τόκων και λοιπών εξόδων), με την ίδια ημερομηνία τοκοφορίας (valeur), εφόσον τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν τον οριζόμενο στη δήλωση χρόνο αναμεταβίβασης, η ... ενημερώσει την ... για το ακριβές ποσό της ως άνω απαίτησης. Από εκείνο το χρονικό σημείο και εφόσον πραγματοποιηθεί η πλήρης εξόφληση της απαίτησης, η αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης της Σύμβασης Δανείου θα συντελεσθεί διά της υπογραφής Εγγράφου Μεταβίβασης (Transfer Certificate), αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στην παρούσα. 3.3 Σε περίπτωση παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ... του ασκηθησομένου δικαιώματος προαίρεσης κατά τη ρήτρα 3.1 της παρούσας από την ..., τότε η τελευταία θα έχει σωρευτικά κατ' επιλογή τα παρακάτω δικαιώματα: (α) να προσφύγει στα δικαστήρια σύμφωνα με τη ρήτρα 6 της παρούσας για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της ... προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης της έννομης σχέσης της Σύμβασης Δανείου καθώς και την ανόρθωση οιασδήποτε ζημίας ήθελε αποδειχθεί εξαιτίας της παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ... του ασκηθέντος δικαιώματος προαίρεσης κατά τη ρήτρα 3.1 της παρούσας από την .... (β) να προσφύγει στα δικαστήρια σύμφωνα με τη ρήτρα 6 της παρούσας για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της ... ώστε να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στην ... το ισόποσο της οφειλόμενης από τον Οφειλέτη απαίτησης εκ του δανείου (κεφάλαιο πλέον τόκων και λοιπών εξόδων), όπως αυτό θα έχει διαμορφωθεί μετά το γεγονός υπερημερίας, το οποίο συνιστά την χρηματική αξίωση/απαίτηση της ...Σ κατά της ... λόγω του ασκηθησομένου δικαιώματος προαίρεσης (call option) δυνάμει της παρούσας Σύμβασης, επικαλούμενη την παρούσα Σύμβαση σε συνδυασμό με τη Σύμβαση Δανείου καθώς και τις καρτέλλες κίνησης των λογαριασμών, συμφωνηθέντος ήδη διά της παρούσας ότι αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα βιβλία της ...Σ ενεργούσας ως Αντιπρόσωπος της ... κατά τα οριζόμενα κατωτέρω στον όρο 5.1 της παρούσας και υπό την ιδιότητά της ως Διαχειρίστριας Πληρωμών, όπου θα τηρείται ο δανειακός λογαριασμός του Οφειλέτη, στο οποίο εμφαίνονται το ποσό του δανείου και των αναλήψεων με την εκταμίευση, και ακολούθως οι τόκοι και τα τυχόν έξοδα, οι φόροι και κάθε άλλο ποσό που θα οφείλει ο Οφειλέτης, σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης Δανείου και ο οποίος (δανειακός λογαριασμός) θα πιστώνεται με τα καταβαλλόμενα ποσά από τον Οφειλέτη ή και από τρίτους υπέρ αυτού. Επομένως, τα οικεία αποσπάσματα από τα βιβλία της ...Σ, υπό την ιδιότητά της ως Agent και Security Trustee (Διαχειριστής Πληρωμών), που απεικονίζουν την κίνηση του ή των λογαριασμών του δανείου από την έναρξη τους ή από την τελευταία αναγνώριση του Οφειλέτη θα αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της ...Σ κατά της ..., ακόμη και μετά το κλείσιμο του λογαριασμού ή των λογαριασμών, μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή τους, επιτρεπομένης όμως ανταπόδειξης. Τα αντίγραφα ή τα αποσπάσματα αυτά συνομολογείται ότι θα εξάγονται, είτε και ως φωτοαντίγραφα είτε θα αναπαράγονται με την ηλεκτρονική μέθοδο κατ' αποτύπωση των στοιχείων του ηλεκτρονικού υπολογιστή της ...Σ, είτε με οποιοδήποτε άλλο καθιερωμένο από την τελευταία ή την τραπεζική πρακτική για τις συναλλαγές της τρόπο. (β) να προσφύγει στα δικαστήρια σύμφωνα με τη ρήτρα 6 κατά την τακτική διαδικασία για την ανόρθωση πάσης ζημίας που ήθελε αποδειχθεί εξαιτίας της παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ... του ασκηθέντος δικαιώματος προαίρεσης κατά τη ρήτρα 3.1 της παρούσας από την ...". Αντίστοιχα, στον υπό τον τίτλο "Επαναπόκτηση της έννομης σχέσης από την ... με πρωτοβουλία της ... (Put Option) όρο 4 της ίδιας Συμφωνίας Προαίρεσης προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "4.1 Οποτεδήποτε, εφεξής, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος καταγγελίας (event of default), όπως αυτό ορίζεται στη ρήτρα 22 της Σύμβασης Δανείου, εφόσον το γεγονός καταγγελίας δεν θεραπευθεί/αρθεί μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από την διαπίστωση εκ μέρους της ... της επέλευσής του, και με την επιφύλαξη της ρήτρας 5.4, η ... κατά τους όρους της παρούσας ρήτρας δικαιούται με δικαίωμα προαίρεσης να αναμεταβιβάσει προς την ... και η ... υποχρεούται να επαναποκτήσει το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω Σύμβαση Δανείου, όπως θα έχουν διαμορφωθεί κατά τον χρόνο άσκησης του εν λόγω δικαιώματος (Put Option) εκ μέρους της ... (σύμβαση αναμεταβίβασης έννομης σχέσης), ελεύθερα από κάθε ενεχυρίαση ή κατάσχεση ή συμψηφισμό και γενικά από κάθε βάρος, αξίωση ή άλλο δικαίωμα τρίτου. 4.2 Το δικαίωμα προαίρεσης της ρήτρας 4.1 θα ασκείται με μονομερή ανέκκλητη έγγραφη δήλωση της ..., απευθυντέας προς την ..., η οποία θα περιέχει αφενός την επέλευση του γεγονότος καταγγελίας το οποίο συνεχίστηκε για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών, αφετέρου το χρόνο αναμεταβίβασης. Η δήλωση αυτή πρέπει να περιέλθει στην ... τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν τον οριζόμενο στη δήλωση χρόνο αναμεταβίβασης, η οποία ημέρα θα πρέπει να είναι και αυτή εργάσιμη. Την αυτή ημέρα που ορίσθηκε ως χρόνος αναμεταβίβασης, η ... θα εισπράξει από την ... το ισόποσο της οφειλόμενης από τον Οφειλέτη απαίτησης εκ του δανείου (κεφάλαιο πλέον τόκων και λοιπών εξόδων), με την ίδια ημερομηνία τοκοφορίας (valeur). Από εκείνο το χρονικό σημείο και εφόσον πραγματοποιηθεί η πλήρης εξόφληση της απαίτησης, η αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης της Σύμβασης Δανείου θα συντελεσθεί διά της υπογραφής Εγγράφου Μεταβίβασης (Transfer Certificate), αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στην παρούσα. 4.3 Σε περίπτωση παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ...Σ του ασκηθησομένου δικαιώματος προαίρεσης κατά τη ρήτρα 4.1 της παρούσας από την ..., τότε η τελευταία θα έχει σωρευτικά κατ' επιλογή τα παρακάτω δικαιώματα: (α) να προσφύγει στα δικαστήρια σύμφωνα με τη ρήτρα 6 της παρούσας για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της ...Σ προς το σκοπό της εκτέλεσης της αναμεταβίβασης της έννομης σχέσης της Σύμβασης Δανείου καθώς και την ανόρθωση οιασδήποτε ζημίας ήθελε αποδειχθεί εξαιτίας της παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ...Σ του ασκηθέντος δικαιώματος προαίρεσης κατά τη ρήτρα 4.1 της παρούσας από την .... (β) να προσφύγει στα δικαστήρια σύμφωνα με τη ρήτρα 6 της παρούσας για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της ...Σ ώστε να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στην ... το ισόποσο της οφειλόμενης από τον Οφειλέτη απαίτησης εκ του δανείου (κεφάλαιο πλέον τόκων και λοιπών εξόδων), όπως αυτό θα έχει διαμορφωθεί μετά το γεγονός υπερημερίας, το οποίο συνιστά την χρηματική αξίωση/απαίτηση της ... κατά της ...Σ λόγω του ασκηθησομένου δικαιώματος προαίρεσης (call option) δυνάμει της παρούσας Σύμβασης, επικαλούμενη τη παρούσα Σύμβαση σε συνδυασμό με τη Σύμβαση Δανείου καθώς και τις καρτέλλες κίνησης των λογαριασμών, συμφωνηθέντος ήδη διά της παρούσας ότι αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα βιβλία της ... που εμφανίζουν την κίνηση του ή των λογαριασμών του δανείου από την έναρξή τους ή από την τελευταία αναγνώριση του Οφειλέτη θα αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της ... κατά της ...Σ, ακόμα και μετά το κλείσιμο του λογαριασμού ή των λογαριασμών μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή τους, επιτρεπομένης όμως ανταπόδειξης. Τα αντίγραφα ή τα αποσπάσματα αυτά συνομολογείται ότι θα εξάγονται, είτε και ως φωτοαντίγραφα είτε θα αναπαράγονται με την ηλεκτρονική μέθοδο κατ' αποτύπωση των στοιχείων του ηλεκτρονικού υπολογιστή της ..., είτε με οποιοδήποτε άλλο καθιερωμένο από την τελευταία ή την τραπεζική πρακτική για τις συναλλαγές της τρόπο. (γ) να προσφύγει στα δικαστήρια σύμφωνα με τη ρήτρα 6 κατά την τακτική διαδικασία για την ανόρθωση πάσης ζημίας που ήθελε αποδειχθεί εξαιτίας της παραβίασης ή άρνησης εκπλήρωσης εκ μέρους της ...Σ του ασκηθέντος δικαιώματος προαίρεσης κατά τη ρήτρα 4.1 της παρούσας από την ...". Από το περιεχόμενο των συγκεκριμένων όρων, που αφού περιελήφθησαν σε συμβατικό κείμενο σημαίνει ότι έγιναν αποδεκτοί από κοινού, συνάγεται ότι η "Συμφωνία Προαιρέσεως" απομακρύνθηκε από τα διαλαμβανόμενα στην από 15.4.2011 επιστολή της ...Σ ΑΕ, την οποία και υπερέβη, με αποτέλεσμα αυτή, μη μετουσιωθείσα σε σύμβαση, να παραμείνει απλή πρόταση, κατά την έννοια του άρθρου 185 ΑΚ, αφού επί των σημείων που έθεσε η ... ΑΕ δεν επήλθε συμφωνία, κατά την έννοια των άρθρων 189 και 192 ΑΚ. Από δε την αξιολόγηση των ίδιων συμβατικών όρων προκύπτει, επιπλέον, ότι το σύμφωνο προαιρέσεως διεύρυνε, έναντι της ως άνω επιστολής, τα δικαιώματα αμφοτέρων των συμβαλλομένων. Της μεν ...Σ ΑΕ επειδή της παρείχε την ευχέρεια να αναλάβει το ναυτιλιακό δάνειο ακόμα και αν αυτό εξυπηρετούταν κανονικά, με αποτέλεσμα κατά την (ομαλή) εξελικτική του πορεία, προεχόντως να οφείλεται τίμημα επαναγοράς χαμηλότερο από το ποσό που εισέπραξε ως αντάλλαγμα της μεταβίβασής του και, περαιτέρω, αφενός, να αυξάνεται η φερεγγυότητα των δανειοληπτριών και, αφετέρου, να ενδυναμώνονται οι ασφάλειές του, αφού οι ναυτικές υποθήκες θα εξασφάλιζαν συνεχώς μειούμενο δάνεισμα, της δε ... ΑΕ επειδή της παρείχε πρόσθετη ασφάλεια έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας των δανειοληπτριών, που κατά τον κρίσιμο χρόνο (15.4.2011) δεν είχαν περιέλθει σε υπερημερία, αφού το δάνειο διάνυε ακόμα την περίοδο χάριτος. Στην ίδια περίπτωση, της ομαλής εξέλιξης του ναυτιλιακού δανείου, η δυνατότητα της οποτεδήποτε αναλήψεώς του από την ... ΑΕ της παρείχε ασφάλεια και έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας της ... ΑΕΒΕ (μολονότι τα δύο [2] δάνεια συνέδεε μόνον η πραγματική κατάσταση και όχι οποιαδήποτε νομική πράξη) και του προσωπικού ασφαλειοδότη της Ι. Β., αφού θα μπορούσε να εξισορροπήσει τις απώλειες από την υπερημερία της ... ΑΕΒΕ με την επαναπόκτηση εξυπηρετούμενου δανείου. Από την άποψη αυτή, σημειωτέον, η επιστολή της ...Σ ΑΕ θα λειτουργούσε σε βάρος της, αφού θα μπορούσε να αντικρούσει την άσκηση της δικής της option, η οποία θα ήταν εκτεθειμένη στην αντίρρηση ότι ασκείται καθ' υπέρβαση των υπεσχημένων με την επιστολή, κατά την οποία το δικαίωμά της δεν ήταν χρονικά απεριόριστο αλλά μπορούσε να ασκηθεί μόνον μέχρι την επίτευξη της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της .... Αντιθέτως, η δυνατότητα της ... ΑΕ να επαναμεταβιβάσει το ναυτιλιακό δάνειο συμφωνήθηκε να εκτείνεται χρονικά μέχρι την αποπληρωμή και της τελευταίας δόσης του, αφού τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της εμφανίσεως γεγονότος καταγγελίας της δανειακής σύμβασης από τη [νέα] δανείστρια, προφανώς [και] λόγω υπερημερίας των δανειοληπτριών, ενδεχόμενο τότε (στις 15.4.2011) μόνον πιθανό, αφού δεν είχε μεσολαβήσει αθέτηση της σύμβασης ή αναδιάρθρωση του δανείου (που, όπως πιο κάτω θα εκτεθεί, συνέβη μεταγενέστερα) και, πάντως, οπωσδήποτε μέλλον και αβέβαιο. Η option, επομένως, της ... ΑΕ θα μπορούσε θεωρητικά να ασκηθεί μέχρι το έτος 2020, εντός του οποίου είχε οριστεί η δήλη ημέρα εξοφλήσεως του ναυτιλιακού δανείου. Επιπλέον, η ... ΑΕ, σε περίπτωση πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως, θα απαλλασσόταν από τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της, τις οποίες θα εισέπραττε από πιστωτικό ίδρυμα, ενώ παράλληλα θα αναμεταβίβαζε τις ναυτικές υποθήκες μόνον αφού θα είχε εισπράξει το αντάλλαγμα. Κατά τη "Συμφωνία Προαιρέσεως" πιστωτικός κίνδυνος για την ... ΑΕ δεν θα ανέκυπτε, αφού αυτή, και αν ακόμα οι δανειολήπτριες δεν εξυπηρετούσαν το ναυτιλιακό δάνειο, θα είχε τη δυνατότητα να ζητήσει πληρωμή είτε από αυτές είτε από τους εγγυητές τους είτε επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση στα ενυπόθηκα πλοία είτε ασκώντας το δικαίωμα προαιρέσεώς της έναντι της ...Σ ΑΕ. Κίνδυνος, όμως, δεν θα ανέκυπτε ούτε για την τελευταία, αφού σε περίπτωση υπερημερίας των δανειοληπτριών και αναστροφής του ναυτιλιακού δανείου θα είχε τη δυνατότητα, αφού το επανακτήσει καταβάλλοντας τη δανειακή οφειλή, να ασκήσει τα δικαιώματα του δανειστή εναντίον των ιδίων και των εγγυητών τους ή να εκπλειστηριάσει τα ενυπόθηκα πλοία. Κίνδυνος γι' αυτήν (... ΑΕ) δεν ελλόχευε ούτε σε περίπτωση επιδεινώσεως της συμβατικής θέσης της ως [νέας] δανείστριας, μετά την άσκηση της put option από την αντισυμβαλλόμενή της, οφειλόμενης σε προηγούμενες ενέργειες (επιζήμιες πράξεις ή παραλείψεις της ... ΑΕ κατά το χρόνο που εκείνη θα είχε την ιδιότητα του δανειστή), καθώς το ενδεχόμενο αυτό αποκλείστηκε συμβατικά. Ειδικότερα, στον όρο 5.4 της ως άνω "Συμφωνίας προαιρέσεως", ορίστηκε ότι "Η ... δηλώνει και αποδέχεται με την παρούσα, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα ρητή υποχρέωση προς τούτο, ότι προκειμένου να δύναται να ασκήσει το δικαίωμα προαίρεσης για την αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης της Σύμβασης Δανείου (Put Option) σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω στη ρήτρα 4, η Σύμβαση Δανείου που έχει ήδη μεταβιβασθεί, θα συνεχίσει να διέπεται από τους αυτούς ουσιώδεις όρους και συμφωνίες. Για οποιαδήποτε ουσιώδη τροποποίηση αυτής, ενόσω εκκρεμεί η άσκηση του δικαιώματος επαναπόκτησης σύμφωνα με την παρούσα, θα πρέπει προηγουμένως να έχει παρασχεθεί η σχετική συναίνεση προς τούτο από την ..., την οποία δεν θα δύναται να αρνηθεί δίχως εύλογη αιτία". Με τη ρήτρα αυτή κατέστη σαφές ότι για να ασκηθεί επιτρεπτώς από την ... ΑΕ το δικό της δικαίωμα προαιρέσεως θα έπρεπε για οποιαδήποτε ουσιώδη τροποποίηση της δανειακής σύμβασης να εξασφαλίσει την προηγούμενη συναίνεση της αντισυμβαλλόμενής της, ενδεχόμενη άρνηση της οποίας ορίστηκε ότι θα πρέπει να είναι εύλογη. Τη θέση της ...Σ ΑΕ, ως δεσμευόμενης από την put option που είχε παρασχεθεί συμβατικά στην αντισυμβαλλόμενή της, ενδυνάμωναν αντικειμενικά οι ρήτρες 5.1 και 5.2 της "Συμφωνίας Προαιρέσεως" (μολονότι τέθηκαν προς το κοινό συμφέρον, προκειμένου, αφενός, να διατηρεί η δεσμευόμενη τον έλεγχο των λογαριασμών του δανείου, ώστε να είναι σε θέση να διαπιστώσει το αληθές ύψος της οφειλής της σε περίπτωση ασκήσεως της option της ... ΑΕ και, αφετέρου, τη χρηματοδότηση της ... να μην καθυστερήσει η διαδικασία καταργήσεως των ασφαλειών στο όνομα της ...Σ ΑΕ και η επανασύστασή τους στο όνομα της ... ΑΕ), καθόσον με αυτές συμφωνήθηκε ότι η πρώτη θα διατηρούσε την ιδιότητά της ως agent και security trustee, θα ενεργούσε δε στο εξής ως αντιπρόσωπος της δεύτερης για την παρακολούθηση της είσπραξης των απαιτήσεων εκ του δανείου, για την απόδοση στην [νέα] δανείστρια των εισπραττόμενων και για την λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου κατά των οφειλετριών με σκοπό την έγκαιρη εκ μέρους τους καταβολή των απαιτήσεων. Σημειωτέον ότι οι ρήτρες αυτές αποτύπωσαν στο συμβατικό κείμενο τις λοιπές προϋποθέσεις που είχε θέσει η ... ΑΕ στις 8.4.2011, προκειμένου να αναδεχθεί το ναυτιλιακό δάνειο και ότι οι προϋποθέσεις αυτές διαμορφώθηκαν ως συμβατικά δικαιώματα της ...Σ ΑΕ, όπως ήταν εύλογο, αφού τελικά παρασχέθηκε και σ' αυτήν δικαίωμα προαιρέσεως. Αντιθέτως, βάσει της συμβατικής (με τη "Συμφωνία Προαιρέσεως) κατανομής των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών η ... ΑΕ παρέμενε εκτεθειμένη μόνον στον κίνδυνο της δικής της αδυναμίας καταβολής του ανταλλάγματος για την αναμεταβίβαση του ναυτιλιακού δανείου κατά το χρόνο διαπίστωσης από την ... ΑΕ της επελεύσεως γεγονότος που θα δικαιολογούσε την καταγγελία του. Ο κίνδυνος αυτός ήταν πραγματικός και ανέκυπτε εξαιτίας της μη αμφισβητούμενης ελαττωμένης ρευστότητας της ...Σ ΑΕ κατά το χρόνο συνομολογήσεως της "Συμφωνίας Προαιρέσεως", η οποία άλλωστε επιβεβαιώνεται τόσον από το γεγονός ότι η μεταβίβαση του ναυτιλιακού δανείου έγινε ακριβώς για την παροχή προς αυτήν ρευστότητας, όπως αναγράφηκε στο από 8.4.2011 έγγραφο της εισηγητικής επιτροπής της ενάγουσας, όσον και από το ότι σε σύντομο μετά από αυτήν χρόνο, δυνάμει της με αριθμό 9.250/9.10.2011 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 2246/9.10.2011), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ... ΑΕ και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση, κατ' εφαρμογήν των οριζομένων στα άρθρα 63 Β - Ε του Ν. 3601/2007, όπως είχαν τροποποιηθεί με το Ν. 4021/2011 (ΦΕΚ Α 218), που προέβλεπαν ότι χάριν της προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ένα πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να τεθεί σε ειδική εκκαθάριση [και] λόγω της διαφαινόμενης αδυναμίας του να ανακάμψει ή να λάβει μέτρα για την αποτροπή της κατάρρευσής του. Κατόπιν της μεταβολής αυτής οι συμβατικές προς τρίτους σχέσεις της ... ΑΕ μεταβιβάστηκαν σε νεοσυσταθέν [μεταβατικό] πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΝΕΑ ... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της αρχικής δανείστριας ...Σ ΑΕ, ως ειδική διάδοχός της. Ανεξαρτήτως πάντως των περιστάσεων κατά τη σύναψή της, η από 15.4.2011 "Συμφωνία Προαιρέσεως" κατανέμει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών με τρόπο που εξισορροπεί τα οικονομικά συμφέροντα των συμβαλλόμενων, αφού αναγνωρίζει εκατέρωθεν ευχέρειες, συνοδευόμενες από αντίστοιχες υποχρεώσεις. ΧΙ. Παρά ταύτα, η εκκαλούσα με τους τέταρτο και ενδέκατο λόγους του κυρίου δικογράφου της έφεσής της αμφισβητεί το κύρος του εν λόγω συμφώνου προαιρέσεως, πλήττοντας αυτό κατ' ένσταση για ακυρότητα λόγω εικονικότητας και λόγω ανηθικότητας. Ειδικότερα, Α] ως προς την εικονικότητα του συμφώνου προαιρέσεως η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι ενόψει, αφενός, του σκοπού της αρχικής εκχώρησης του ναυτιλιακού δανείου, που συνίστατο στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αμφοτέρων της ... ΑΕ και του Ι. Β. και, συγκεκριμένα, στην, δια του ανταλλάγματός της, χρηματοδότηση της ... ΑΕΒΕ και, μέσω αυτής, στη διευκόλυνση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ... και, αφετέρου, του περιεχομένου της από 15.4.2011 επιστολής της ...Σ ΑΕ (που χαρακτηρίζει ως "αντέγγραφο" της ταυθήμερης "Συμφωνίας Προαιρέσεως"), η πραγματική συμφωνία των δύο [2] πιστωτικών ιδρυμάτων ήταν η αναστροφή της εκχώρησης του ναυτιλιακού δανείου να είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση αποτυχίας της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ..., καθώς, σε κάθε άλλη περίπτωση, το εν λόγω σύμφωνο προαιρέσεως δεν διατηρούσε κανένα λογικό, επιχειρηματικό ή οικονομικό νόημα, "...πολύ περισσότερο μάλιστα που και οι δύο τράπεζας γνώριζαν ότι η Τράπεζα ... δεν είχε ρευστότητα για να επιστρέψει ένα τέτοιο ποσό..." (σελ. 39 του εφετηρίου). Υπό τα εκτιθέμενα η επικαλούμενη εικονικότητα είναι σχετική, αφού τα μέρη θέλησαν να συμφωνήσουν, αντί της (εμφανούς) αναστροφής του ναυτιλιακού δανείου σε περίπτωση υπερημερίας των δανειοληπτριών, την (υποκρυπτόμενη) αναστροφή του ιδίου δανείου σε περίπτωση (και μόνον τότε) αποτυχίας, έστω και ανυπαιτίως, αξιοποίησης της ρευστότητας που έλαβε η ... ΑΕ από την ... ΑΕ προς όφελος της ... και των συμφερόντων του Ι. Β.. Με βάση όσα αμέσως ανωτέρω (υπό στοιχ. Χ της παρούσας) απεδείχθησαν ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας δεν είναι βάσιμος για περισσότερους λόγους. Καταρχάς, προϋποθέτει ότι η επικαλούμενη ως "πραγματική" συμφωνία των αντιδίκων περιελήφθη σε συμβατικό κείμενο. Τούτο όμως δεν αληθεύει, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το περιεχόμενο της από 15.4.2011 επιστολής της ...Σ ΑΕ δεν έτυχε κοινής αποδοχής και επ' αυτού δεν επήλθε κοινή συμφωνία. Επομένως, δεν υφίσταται "άλλη" (υποκρυπτόμενη) σύμβαση πέραν της από 15.4.2011 "Συμφωνίας Προαιρέσεως". Κατά δεύτερον, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώνεται ότι (τουλάχιστον) η ... ΑΕ "θέλησε" (κατά την έννοια του άρθρου 138 § 2 ΑΚ) οποτεδήποτε τη σύναψη συμφωνίας που να της δίδει δικαίωμα προαιρέσεως μόνον βραχυπρόθεσμα, δηλαδή σε περίπτωση αποτυχίας της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της .... Αντιθέτως, από το από 8.4.2011 "έγγραφο καθορισμού ορίου" και από την από 15.4.2011 "Συμφωνία Προαιρέσεως" προκύπτει ότι η ... ΑΕ μονίμως αποσκοπούσε να της παρασχεθεί δικαίωμα προαιρέσεως, υπό την αναβλητική μεν αίρεση της υπερημερίας των οφειλετριών εκ του ναυτιλιακού δανείου αλλά χρονικώς απεριόριστο, δηλαδή δυνάμενο να ασκηθεί μέχρι την αποπληρωμή του, χρονικό σημείο μέχρι το οποίο η αίρεση θέλησε να διατηρείται ηρτημένη. Επομένως, δεν διαπιστώνεται κοινή θέληση των αντιδίκων για την επέλευση αποτελεσμάτων άλλων από αυτά που προβλέφθηκαν στη "Συμφωνία Προαιρέσεως" ούτε κοινή επίγνωση ότι η δικαιοπρακτική δήλωσή τους στην ίδια συμφωνία είναι προσχηματική και δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων που αυτή προέβλεψε. Αλλά και πέραν αυτών, τρίτον, ακόμα και αν υποτεθεί ότι το "αντέγγραφο" αποδίδει το περιεχόμενο συμφωνίας των αντιδίκων, η επικαλούμενη εικονικότητα του επίμαχου συμφώνου προαιρέσεως δεν αφορά ουσιώδη στοιχεία των δύο [2] συμβάσεων, αφού δεν αναφέρεται σε αναγκαίο όρο του πραγματικού εκάστης σύμβασης αλλά σε πρόσθετο και, συγκεκριμένα, σε αίρεση. Πράγματι, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, εν προκειμένω οι συμβληθείσες στη "Συμφωνία Προαιρέσεως" τράπεζας αποσκοπούσαν να ρυθμίσουν το ζήτημα της αναμεταβίβασης του ναυτιλιακού δανείου και, όντως, αυτό ρύθμισαν. Προς τούτο συμφώνησαν στα ουσιώδη στοιχεία της μεταξύ τους συμβάσεως, δηλαδή ως προς το αντικείμενό της (το πωλούμενο δικαίωμα: τις εκ του ναυτιλιακού δανείου απαιτήσεις), ως προς το τίμημα (ίσο προς την δανειακή οφειλή κατά το χρόνο της αναμεταβίβασης), ως προς τη μεταβίβαση του δικαιώματος (κατ' ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος [option] εκ μέρους είτε της μιας είτε της άλλης, όπως και ως προς την πληρωμή του τιμήματος. Η δε προσθήκη της αναβλητικής αιρέσεως, που εξάρτησε την άσκηση της option της ... ΑΕ από την αθέτηση των δανειακών υποχρεώσεων των συνοφειλετριών, δεν διαμόρφωσε "άλλη" δικαιοπραξία, διαφορετικής νομοτυπικής μορφής από εκείνη που θα διαμόρφωνε η προσθήκη αναβλητικής και πάλι αιρέσεως, που θα εξαρτούσε, όμως, τα αποτελέσματά της από την αποτυχία της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ..., αφού η διαφορά του περιεχομένου των αιρέσεων δεν παραλλάσσει το είδος της σκοπούμενης σύμβασης, που παραμένει σύμφωνο προαίρεσης για την αναμεταβίβαση αιτία πωλήσεως δανειακής σχέσης μεταξύ τραπεζών, χωρίς από μόνη τη διαφορά αυτή να στοιχειοθετείται "άλλη" σύμβαση, υποκρυπτόμενη κάτω από την εικονική, αφού η ίδια συμφωνία υπό οποιαδήποτε αίρεση ήταν ικανή να παραγάγει το ίδιο έννομο αποτέλεσμα, να επιφέρει δηλαδή την αναμεταβίβαση του ναυτιλιακού δανείου. Πάντα δε ταύτα, ανεξαρτήτως του ότι, τέταρτον, εν προκειμένω η εκκαλούσα δεν προσβάλει για εικονικότητα τη σύμβαση που καλείται να εκπληρώσει αλλά το σύμφωνο προαιρέσεως που την προπαρασκεύασε. Με αυτό όμως σκοπήθηκε η αναμεταβίβαση του ναυτιλιακού δανείου στα σοβαρά και όχι φαινομενικά ή κατ' επίφαση, αφού η ... ΑΕ πράγματι θέλησε να της επιστραφεί το ισόποσο της οφειλής των δανειοληπτριών και η ... ΑΕ πράγματι θέλησε να επιστρέψει το ποσόν αυτό, χωρίς η εξάρτηση του ηθελημένου αποτελέσματος της συμβάσεως είτε από την υπερημερία των δανειοληπτριών είτε από την αποτυχία της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ... να καθιστά αυτήν εικονική κατά την έννοια του άρθρου 138 ΑΚ". Με βάση τα παραπάνω, αναφορικά με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: 1) Ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν στις 15-4-2011 τρεις συμβάσεις: Η πρώτη είναι η σύμβαση μεταβίβασης του δανείου από την ... ΑΕ προς την ... ΑΕ, η δεύτερη είναι η "Συμφωνία Προαίρεσης για την Αναμεταβίβαση Έννομης Σχέσης", που συνήφθη μεταξύ των δύο (2) τραπεζών, ήδη διαδίκων, για την επαναπόκτηση του δανείου από την αρχική δανείστρια, σύμφωνα με τις προβλέψεις της εισηγητικής επιτροπής της ενάγουσας και στην οποία επισυνάφθηκε η από 15.4.2011 επιστολή αναγνώρισης και συναίνεσης των οφειλετριών εταιριών ... LTD και ... LTD, όπως και των εγγυητών του ναυτιλιακού δανείου ... SA και Ν. Μ., με την οποία αυτοί δήλωσαν ότι έλαβαν γνώση της συμφωνίας προαιρέσεως και συναινούν σ' αυτήν και η τρίτη είναι η από 15.4.2011 ομοίως έκδοση κοινού ανταλλάξιμου ομολογιακού δανείου από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ" και έδρα στο Ρέθυμνο της Κρήτης, που ήταν ενταγμένη στον Όμιλο εταιριών του επιχειρηματία Ι. Β. του Ι., για ποσό δεκαπέντε εκατομμυρίων τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (15.350.000 €), με σκοπό την ανάληψη από αυτήν των αδιάθετων μετοχών που είχαν εκδοθεί κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (...), της οποίας διευθύνων σύμβουλος ήταν τότε ο Ι. Β., το οποίο κάλυψε εξ ολοκλήρου η ... ΑΕ, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που προβλέφθηκαν στην από 14.4.2011 "Σύμβαση Έκδοσης Ανταλλάξιμου Εμπραγμάτως Ασφαλισμένου και Εγγυημένου Ομολογιακού Δανείου", 2) ότι η εξαγορά του ναυτιλιακού δανείου από την ... ΑΕ και η κάλυψη του ομολογιακού δανείου της ... ΑΕΒΕ από την ... ΑΕ είναι αλληλένδετες, καθώς με το τίμημα της εξαγοράς χρηματοδοτήθηκε η κάλυψη του ομολογιακού δανείου καθώς και ότι στην πραγματικότητα η ... ΑΕ χρηματοδότησε μέσω της ...Σ ΑΕ και της ... ΑΕΒΕ την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ..., 3) ότι, παρόλα αυτά, η χρηματοδότηση της ... δεν υπήρξε εικονική ως προς το πρόσωπο του αληθούς δανειστή ούτε προέκυψε ότι η ... ΑΕ δεν έλαβε πραγματικό αντάλλαγμα για την εκχώρηση του ναυτιλιακού δανείου, αντίθετα η εκχωρήτρια του δανείου μπορεί να διέθεσε το κεφάλαιο που της καταβλήθηκε ως τίμημα της εκχωρήσεως αμέσως μεν στην εταιρία ... ΑΕΒΕ και εμμέσως στην ..., όμως, σε αντάλλαγμα της χρηματοδοτήσεώς της απέκτησε τις απαιτήσεις από την κάλυψη του ομολογιακού δανείου της ... ΑΕΒΕ και τις ασφάλειες που το συνόδευσαν και ότι στην πραγματικότητα η ... ΑΕ αντάλλαξε τις απαιτήσεις της από το ναυτιλιακό δάνειο με τις απαιτήσεις από το ομολογιακό δάνειο και 4) ότι από το περιεχόμενο των συγκεκριμένων όρων, που αφού περιελήφθησαν σε συμβατικό κείμενο σημαίνει ότι έγιναν αποδεκτοί από κοινού, συνάγεται ότι η "Συμφωνία Προαιρέσεως" απομακρύνθηκε από τα διαλαμβανόμενα στην από 15.4.2011 επιστολή της ...Σ ΑΕ, την οποία και υπερέβη, με αποτέλεσμα αυτή, μη μετουσιωθείσα σε σύμβαση, να παραμείνει απλή πρόταση, κατά την έννοια του άρθρου 185 ΑΚ, αφού επί των σημείων που έθεσε η ... ΑΕ δεν επήλθε συμφωνία, κατά την έννοια των άρθρων 189 και 192 ΑΚ. Στη συνέχεια, το Εφετείο με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία απέρριψε την ένσταση εικονικότητας της αναιρεσείουσας δεχόμενο ότι η επικαλούμενη ως "πραγματική" συμφωνία των αντιδίκων δεν περιελήφθη σε συμβατικό κείμενο, επειδή το περιεχόμενο της από 15.4.2011 επιστολής της ...Σ ΑΕ δεν έτυχε κοινής αποδοχής και επ' αυτού δεν επήλθε κοινή συμφωνία και επομένως δεν υφίστατο "άλλη" (υποκρυπτόμενη) σύμβαση πέραν της από 15.4.2011 "Συμφωνίας Προαιρέσεως". Με βάση αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ουδόλως παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, καθόσον η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε εικονικότητα της συμφωνίας προαίρεσης, επικαλούμενη η ίδια ως "πραγματική συμφωνία" των διαδίκων την αναστροφή της εκχώρησης του ναυτιλιακού δανείου μόνο στην περίπτωση αποτυχίας της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ... και προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού επικαλέσθηκε την από 15.4.2011 επιστολή της ...Σ ΑΕ, η οποία όμως δεν έτυχε αποδοχής από την ... και συνεπώς ορθά το Εφετείο δέχθηκε, με βάση τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά, ότι δεν προέκυψε τέτοια "πραγματική συμφωνία" μεταξύ των διαδίκων από την προαναφερόμενη επιστολή της ...Σ ΑΕ, λόγω μη αποδοχής αυτής από την ... και συνακόλουθα εικονικότητα της συμφωνίας προαίρεσης. Σε κάθε περίπτωση δε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της, δέχθηκε ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας (έγγραφο ή εμμάρτυρο, όπως αναφέρεται στην αρχή της ελάσσονος πρότασής της) "δεν επιβεβαιώνεται ότι (τουλάχιστον) η ... ΑΕ "θέλησε" (κατά την έννοια του άρθρου 138 § 2 ΑΚ) οποτεδήποτε τη σύναψη συμφωνίας που να της δίδει δικαίωμα προαιρέσεως μόνον βραχυπρόθεσμα, δηλαδή σε περίπτωση αποτυχίας της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ..., ενώ από το από 8.4.2011 "έγγραφο καθορισμού ορίου" και από την από 15.4.2011 "Συμφωνία Προαιρέσεως" προκύπτει ότι η ... ΑΕ μονίμως αποσκοπούσε να της παρασχεθεί δικαίωμα προαιρέσεως, υπό την αναβλητική μεν αίρεση της υπερημερίας των οφειλετριών εκ του ναυτιλιακού δανείου αλλά χρονικώς απεριόριστο, δηλαδή δυνάμενο να ασκηθεί μέχρι την αποπληρωμή του, χρονικό σημείο μέχρι το οποίο η αίρεση θέλησε να διατηρείται ηρτημένη και επομένως δεν διαπιστώθηκε κοινή θέληση των αντιδίκων για την επέλευση αποτελεσμάτων άλλων από αυτά που προβλέφθηκαν στη "Συμφωνία Προαιρέσεως" ούτε κοινή επίγνωση ότι η δικαιοπρακτική δήλωσή τους στην ίδια συμφωνία είναι προσχηματική και δεν αποσκοπούσε πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων που αυτή προέβλεψε.
Συνεπώς, η ύπαρξη εγγράφου συμβατικού κειμένου ουδέποτε ετέθη ως προϋπόθεση για την έρευνα της ένστασης εικονικότητας από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε αυτήν, απαντώντας στους ισχυρισμούς της ίδιας της αναιρεσείουσας, η οποία ισχυρίσθηκε ότι με την από 15.4.2011 επιστολή της ...Σ ΑΕ (η οποία όμως δεν έτυχε αποδοχής από την ...) επήλθε "συμφωνία" άλλη από αυτές που πράγματι συνήφθησαν. Ενόψει τούτων, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, που περιέχει αιτιάσεις από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και του δεύτερου και τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που περιέχουν αιτιάσεις από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 (για παραβίαση του άρθρου 138 ΑΚ), λόγω πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις λοιπές επάλληλες αιτιολογίες της περί απόρριψης της υποβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης εικονικότητας, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο άλλες επάλληλες αιτιολογίες (πρώτη και δεύτερη επάλληλες αιτιολογίες), με την δε αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς η μία από αυτές, με επακόλουθο, οι ερευνώμενοι λόγοι, που πλήττουν τις άλλες επάλληλες αιτιολογίες (τρίτη και τέταρτη) να καθίστανται αλυσιτελείς, αφού τυχόν αποδοχή τους δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς, στις μη πληττόμενες επιτυχώς επάλληλες αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ένστασης εικονικότητας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 94/2024, ΑΠ 234/2024, ΑΠ 235/2024).
IV. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο (πανομοιότυπο με τον τέταρτο λόγο) η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες των αριθμών 14, 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η υπό κρίση αγωγή είναι νόμω αβάσιμη άλλως αόριστη και παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, α) επειδή, αν και κατά τη συμφωνία προαίρεσης είχε τεθεί ως αυτονόητη, εξυπακουόμενη και πρόσθετη, άλλως, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, και "άγραφη" (ήτοι, πέραν αυτών που αναφέρει ρητά το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την ενάσκηση ενός δικαιώματος) προϋπόθεση του όρου που αφορούσε την θεραπεία άλλως την άρση του γεγονότος καταγγελίας και συγκεκριμένα η προϋπόθεση ότι η ... πρέπει να έχει ενημερώσει τις δανειολήπτριες εταιρείες ... LTD και ... LTD για την επέλευση του γεγονότος καταγγελίας και την ανάγκη θεραπείας/άρσης εκ μέρους τους εντός προθεσμίας 30 ημερών, διότι διαφορετικά θα επέλθουν έννομες συνέπειες, όπως είναι η αναμεταβίβαση της έννομης σχέσης του δανείου στην ..., στην αγωγή δεν αναφέρεται αν και πότε η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ενημέρωσε τις δανειολήπτριες εταιρείες για την επέλευση γεγονότος καταγγελίας, το οποίο κατά τη σύμβαση μπορούσε να είναι οποιασδήποτε φύσης, προκειμένου αυτές να σπεύσουν να άρουν ενδεχόμενα το γεγονός καταγγελίας και β) επειδή, αν και, κατά τη σαφή διατύπωση του όρου 4.1 της συμφωνίας για την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης, προβλέπεται η επέλευση γεγονότος καταγγελίας, η διαπίστωση εκ μέρους της ... της επέλευσης του γεγονότος καταγγελίας και η πάροδος των τριάντα (30) ημερών, οπότε κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο η ... εκλαμβάνει ότι επήλθε το γεγονός καταγγελίας και δηλώνει την επέλευση ως τέτοια με αναφορά συγκεκριμένης ημερομηνίας (δήλης ημέρας), απευθυνόμενη στις αντισυμβαλλόμενες δανειολήπτριες και ότι (δεν είναι κρίσιμος) ο χρόνος κατά τον οποίο συνέβη αντικειμενικά το γεγονός, διότι αυτό μπορεί να ανατρέχει μήνες ή χρόνια πριν, στην υπό κρίση αγωγή αναφερόταν ως ημερομηνία επέλευσης του γεγονότος καταγγελίας η 12.3.2015 και όχι η διαπίστωση του γεγονότος από την ... και συνεπώς δεν είχε μεσολαβήσει το χρονικό διάστημα των τριάντα (30) ημερών, για την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης, που προέβλεπε ο παραπάνω όρος της συμφωνίας. Διαλαμβάνει δε επιπρόσθετα η αναιρεσείουσα, με τον ερευνώμενο τέταρτο λόγο αναίρεσης (του κυρίου δικογράφου), ότι το Εφετείο παρά το νόμο και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον χρόνο επέλευσης του γεγονότος καταγγελίας, έκρινε την αγωγή ως νόμιμη και ορισμένη, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 565-572, 167, 287, 343 § 1, 383, 361, 455 επ και 470-471 ΑΚ, επιπρόσθετα δε και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι καίτοι εμμέσως πλην σαφώς διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βούλησης των μερών της συμφωνίας προαίρεσης δεν προσέφυγε σε αυτούς, αλλά αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνταν, δεχόμενη εσφαλμένα ότι η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη και ορισμένη.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε, κατά λέξη, τις ακόλουθες παραδοχές, σε σχέση με τις παραπάνω αιτιάσεις, που αφορούσαν αντίστοιχους λόγους έφεσης: "Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος του πρώτου πρόσθετου δικογράφου της έφεσης, όπως βελτιώθηκε και συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δεύτερου πρόσθετου δικογράφου (που αριθμείται ως έκτος πρόσθετος λόγος έφεσης) και μάλιστα κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Όσον αφορά το πρώτο από αυτά, με το οποίο η εκκαλούσα επικαλείται νομική αβασιμότητα της αγωγής, επειδή στο δικόγραφό της εκτίθεται ότι το δικαίωμα προαιρέσεως ασκήθηκε στις 12.3.2015, δηλαδή ταυτόχρονα με την επέλευση γεγονότος καταγγελίας του ναυτιλιακού δανείου, χωρίς να μεσολαβήσουν τριάντα [30] ημέρες, όπως κατά τα ιστορούμενα προβλεπόταν στην από 15.4.2011 συμφωνία προαιρέσεως, η απόρριψη επέρχεται λόγω απαραδέκτου, καθώς η αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο γίνεται σαφής αναφορά στην επέλευση υπερημερίας των δανειοληπτριών ως προς την καταβολή δόσεων του δανείου ήδη από το μήνα Μάρτιο του έτους 2014, χωρίς να μεσολαβήσει άρση της υπερημερίας τους μέχρι το χρόνο άσκησης του δικαιώματος προαιρέσεως. Ως προς το δεύτερο από τα σκέλη του ερευνώμενου λόγου, με το οποίο η εκκαλούσα επικαλείται έλλειψη αναφοράς στο δικόγραφο της αγωγής του ότι πριν την άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως μεσολάβησε ενημέρωση των δανειοληπτριών εκ μέρους της ενάγουσας, σχετικά με την επέλευση γεγονότος καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, αν και η ενημέρωση αυτή είναι αυτονόητη προϋπόθεση για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως, απορρέουσα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η απόρριψη θα χωρήσει λόγω αβασιμότητας του λόγου, καθώς στην αγωγή εκτίθεται ότι συμφωνήθηκε η άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως να τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της διαπίστωσης από την δικαιούχο - ενάγουσα της επελεύσεως γεγονότος καταγγελίας της δανειακής σύμβασης και ως τέτοιο προβλήθηκε η υπερημερία των δανειοληπτριών, που επήλθε με την παρέλευση δήλης ημέρας που είχε οριστεί για την εξόφληση εκάστης από τις περισσότερες των δόσεων του δανείου, που μνημονεύθηκαν στην αγωγή ως ληξιπρόθεσμες και απαιτητές. Εκτέθηκε ακόμα ότι οι δανειολήπτριες τελούσαν σε γνώση τόσο των συμβατικών τους υποχρεώσεων όσο και των όρων του επίμαχου συμφώνου προαιρέσεως.
Συνεπώς, η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως αρκούσε για να αφετηριαστεί η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, εντός των οποίων έπρεπε να αρθεί η υπερημερία των δανειοληπτριών, χωρίς να επιβάλλεται ούτε από την καλή πίστη ούτε από τα χρηστά ήθη πρόσθετη ενημέρωσή τους για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 565-572, 167, 287, 343 § 1, 383, 361, 455 επ και 470-471 ΑΚ, σύμφωνα με όσα ρητά ορίζονται στους όρους της συμφωνίας προαίρεσης και περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της ερευνώμενης αγωγής. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη αιτίαση, για την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης, στον όρο 4.1. της συμφωνίας προαίρεσης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, απαιτούνταν ρητά τρεις και μόνον προϋποθέσεις, ήτοι, α) η επέλευση γεγονότος καταγγελίας, β) το γεγονός καταγγελίας να είναι από τα οριζόμενα στη ρήτρα 22 της σύμβασης δανείου και γ) να μην υπήρξε θεραπεία ή άρση του γεγονότος καταγγελίας εντός τριάντα (30) ημερών από την διαπίστωσή του από την ..., χωρίς να απαιτείται ουδεμία άλλη προϋπόθεση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, προβαίνοντας σε ανεπίτρεπτη ερμηνεία της σύμβασης και συγκεκριμένα αυτή της ενημέρωσης των δανειοληπτριών για το γεγονός της καταγγελίας, δεδομένου ότι σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας προαίρεσης ουδεμία τέτοια προϋπόθεση τάσσεται για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, πέραν του ότι ως γεγονός καταγγελίας στην προκειμένη αγωγή αναφέρεται η μη καταβολή ληξιπρόθεσμων δόσεων από τις δανειολήπτριες εταιρείες, γεγονός που οι ίδιες μετά βεβαιότητας και αυτονοήτως γνώριζαν, αφού οι ίδιες δεν είχαν καταβάλει τις επίμαχες δόσεις δανείου, σε κάθε περίπτωση δε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, το σύνολο των όρων του συμφώνου προαίρεσης "αποδέχθηκαν ρητά όχι μόνο οι ως άνω συμβαλλόμενες τραπεζικές εταιρείες αλλά και οι ως άνω οφειλέτριες εταιρείες και οι εγγυητές αυτών, δυνάμει της από 15 Απριλίου 2011 επιστολής αναγνώρισης και συναίνεσης" και επομένως ουδεμία πρόσθετη προϋπόθεση απαιτείτο (βλ. σελ. 5 της κρινόμενης αγωγής). Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με ορθή και επαρκή αιτιολογία απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως αβάσιμο, δεχόμενο τα ίδια, χωρίς μάλιστα να διαγνώσει έμμεσα κενό στη σύμβαση, ώστε να αναγκασθεί να προβεί σε ερμηνεία αυτής, όπως αβάσιμα παραπονείται η αναιρεσείουσα και για εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων 173 και 200 ΑΚ των δικαιοπραξιών, λόγω της αναφοράς στην απόφαση ότι "η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως αρκούσε για να αφετηριαστεί η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, εντός των οποίων έπρεπε να αρθεί η υπερημερία των δανειοληπτριών, χωρίς να επιβάλλεται ούτε από την καλή πίστη ούτε από τα χρηστά ήθη πρόσθετη ενημέρωσή τους για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως", καθόσον η παραπάνω αναφορά στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη έγινε από την ίδια την αναιρεσείουσα προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι από τις ως άνω αρχές απορρέει η πρόσθετη "αυτονόητη" προϋπόθεση της ενημέρωσης των δανειοληπτριών εταιρειών (βλ. σελ. 113 του αναιρετηρίου, όπου αναλύονται οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης της αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση). Επίσης, το Δικαστήριο ως εκ περισσού διατύπωσε την παραπάνω παραδοχή, με βάση τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό, οπότε, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχεία
ΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας, η σχετική προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτίαση, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αλυσιτελής και οι σχετικοί τέταρτος λόγος αναίρεσης και πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Επιπροσθέτως, στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής με σαφήνεια εκτίθεται η επέλευση γεγονότος καταγγελίας, ήτοι η υπερημερία των δανειοληπτριών ως προς την καταβολή δόσεων του δανείου ήδη από το μήνα Μάρτιο του έτους 2014, με εκτενή και αναλυτική αναφορά των δόσεων του δανείου που δεν καταβλήθηκαν από τις 28-3-2014 έως και 23-12-2014 (βλ. σελίδες 8 και 9 του αγωγικού δικογράφου), η διαπίστωση εκ μέρους της ..., τουλάχιστον από τις 28-3-2014, της επέλευσης του γεγονότος καταγγελίας, οπότε κρίσιμος είναι ο ανωτέρω χρόνος, χωρίς να απαιτείται η ενημέρωση των δανειοληπτριών εταιρειών, όπως εκτέθηκε ανωτέρω και τέλος η πάροδος των τριάντα (30) ημερών από την ανωτέρω δήλη ημέρα, καθόσον το δικαίωμα προαίρεσης ασκήθηκε, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, στις 12-3-2015. Με βάση τα ανωτέρω, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, περί άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης ταυτόχρονα με την επέλευση της καταγγελίας ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης ως απαράδεκτο, κρίνοντας ότι η υπό κρίση αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, απορριπτομένου στο σύνολό του και του τέταρτου λόγου αναίρεσης.
V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν εφαρμόζεται αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την αιτιολογία της, εφόσον κριθεί ότι αυτή είναι εσφαλμένη (ΑΠ 41/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 540/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, για την αποτροπή επιβλαβούς δεδικασμένου από την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτείται την αναίρεσή της, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη του δεύτερου αιτήματος της αγωγής, περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεώς της, επειδή το αίτημα αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, αφού η ενάγουσα ήδη με το πρώτο αίτημά της είχε ζητήσει αποζημίωση για το σύνολο της ζημίας της σύμφωνα με τον όρο 4.3 της λεγόμενης συμφωνίας προαίρεσης και τα άρθρα 383 και 385 του ΑΚ και όχι, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή η ενάγουσα άσκησε την πρωτογενή αξίωσή της και με μόνη τη δήλωσή της επέφερε αυτομάτως την αναμεταβίβαση του δανείου και συνεπώς δεν είχε έννομο συμφέρον να ζητεί την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως προκειμένου να επιτευχθεί η μεταβίβαση. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "...πρώτον, ότι με την αγωγή ασκήθηκαν δικαιώματα από σύμβαση, της οποίας το περιεχόμενο καθορίστηκε με σύμφωνο προαιρέσεως και η οποία τελειώθηκε με την άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως εκ μέρους της δικαιούχου αυτού ενάγουσας, δεύτερον, ότι το δεύτερο αίτημα της αγωγής, περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 949 ΚΠολΔ, που δεν υποβάλλεται ως επικουρικό του πρώτου, περί καταβολής του συμφωνηθέντος με το σύμφωνο προαιρέσεως ανταλλάγματος, χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλεται, καθόσον, αν η ενάγουσα ικανοποιηθεί ως προς το αίτημά της αυτό (το πρώτο) και λάβει το αιτούμενο τίμημα της επαναπωλήσεως των δανειακών αξιώσεών της, απόκειται στην αντίδικό της να σπεύσει στην κατάρτιση εγγράφου αναμεταβίβασης της δανειακής σχέσης, αφού προς το δικό της συμφέρον και μόνον συμπεριελήφθη στο σύμφωνο προαιρέσεως ο σχετικός όρος...τρίτον, ότι με το πρώτο αίτημα της αγωγής ασκείται η πρωτογενής αξίωση της ενάγουσας, που γεννήθηκε με την εκ μέρους της άσκηση της option που της παραχωρήθηκε με την από 15.4.2001 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των οιονεί καθολικών δικαιοπαρόχων των ήδη διαδίκων και η οποία κατέτεινε στην αναμεταβίβαση (με τη μορφή της αναπωλήσεως) του επίμαχου ναυτιλιακού δανείου, που τέθηκε σε ισχύ στις 27.3.2015 με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που έθεσε η δικαιούχος της option και όχι η δευτερογενής αξίωσή της προς αποζημίωση. Άλλωστε, αν η ενάγουσα επιθυμούσε να λάβει αποζημίωση και να επιτύχει δι' αυτής της οδού το σκοπούμενο με την κύρια σύμβαση, επωφελές γι' αυτήν, οικονομικό αποτέλεσμα, δεν υπήρχε ανάγκη να εμμείνει στη σύμβαση, όπως υπό τα εκτιθέμενα συνέβη ούτε να ενδιαφερθεί για το νόμιμο μέσο με το οποίο η αντίδικός της θα αντιστάθμιζε τη ζημία, που άλλως θα επερχόταν σε βάρος της επειδή, θα είχε μεν καταβάλει το τίμημα της αναμεταβίβασης, θα στερούνταν, όμως, της ενοχικής αλλά και της εμπράγματης αγωγής της κατά των δανειοληπτριών, αφού, κατά την αγωγή, δεν έστερξε στην κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας (βλ. 14ο φύλλο 1η και 2η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης)", για να καταλήξει τελικά "ότι το δεύτερο αίτημα της αγωγής, περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως και, συγκεκριμένα, στην υπογραφή του εγγράφου μεταβίβασης της δανειακής σχέσης, που προβλέφθηκε στο από 15.4.2011 σύμφωνο προαιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε κατόπιν αναγκαίων προσαρμογών, στο οποίο έπρεπε να δηλώσει τα αναφερόμενα στο αιτητικό της αγωγής, προβλήθηκε χωρίς έννομο συμφέρον της ενάγουσας και, συνεπώς, ήταν απαράδεκτο. Και τούτο διότι, αν και η αιτηθείσα δήλωση της εναγομένης αποτελούσε πράγματι, κατά την αγωγή, συμβατική της υποχρέωση, εντούτοις, η ενάγουσα δεν προσδοκούσε όφελος από την εκπλήρωσή της, αφού, πάντοτε υπό τα εκτιθέμενα, μετά την εκ μέρους της άσκηση της option, γεννήθηκε και κατέστη αμέσως ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η αξίωσή της να λάβει το αντάλλαγμα, με αποτέλεσμα η κατάρτιση εγγράφου για την αναπώληση του δανείου να αποτελεί πλέον όχι υποχρέωση αλλά δικαίωμα της αντιδίκου της, που θα είχε κάθε λόγο να επιδιώξει την υπογραφή του, προκειμένου να ανακτήσει της δανειακές απαιτήσεις έναντι των πιστοληπτριών αλλά, και κυρίως, τις ασφάλειές τους, ώστε να ασκήσει όσα δικαιώματα είχε ως δανείστριά τους. Υπ' αυτήν την έννοια, την οποία υπαγορεύει η εκ μέρους του Δικαστηρίου κατανόηση του περιεχομένου της επίμαχης συμφωνίας προαιρέσεως, όπως αυτό εκτίθεται στην αγωγή, η υπογραφή του Εγγράφου Μεταβίβασης (Transfer Certificate) αποτελούσε κατ' ουσίαν υποχρέωση της ενάγουσας και όχι αντικείμενο αξιώσεώς της έναντι της εναγομένης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που θεώρησε το εν λόγω αγωγικό αίτημα παραδεκτό και βάσιμο (νόμω και ουσία) και υποχρέωσε την εναγόμενη σε δήλωση βουλήσεως με το περιεχόμενο που αναφέρεται στο διατακτικό της εκκαλουμένης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 68 και 949 ΚΠολΔ και πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο αλλά και κατά παραδοχή των συναφών ισχυρισμών της εκκαλούσας, που περιλαμβάνονται στους τέταρτο του εφετηρίου, δεύτερο του πρώτου πρόσθετου δικογράφου και δεύτερο του δεύτερου πρόσθετου δικογράφου (αριθμούμενο ως έβδομο) λόγους της έφεσής της, να εξαφανιστεί κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της και να απορριφθεί η αγωγή ως προς το δεύτερο αίτημά της ως απαράδεκτη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με ορθή αιτιολογία απέρριψε ως απαράδεκτη την υπό κρίση αγωγή, ως προς το αίτημα περί καταδίκης της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) σε δήλωση βουλήσεως, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης και των συναφών λόγων αναίρεσης του δικογράφου πρόσθετων λόγων, η από 15-4-2011 συμφωνία των διαδίκων συνιστά συμφωνία προαίρεσης και η υπό κρίση αγωγή θεμελιώνεται στην πρωτογενή αξίωση της ενάγουσας που γεννήθηκε με την εκ μέρους της άσκηση της option που της παραχωρήθηκε με την ως άνω σύμβαση και η οποία κατέτεινε στην αναμεταβίβαση (με τη μορφή της αναπωλήσεως) του επίμαχου ναυτιλιακού δανείου, που τέθηκε σε ισχύ στις 27.3.2015 με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που έθεσε η δικαιούχος της option και όχι στη δευτερογενή αξίωσή της προς αποζημίωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Συνακόλουθα, το δεύτερο αίτημα της αγωγής ορθά απορρίφθηκε ως απαράδεκτο με την αιτιολογία που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως συνεπαγωγή της νομικής θεμελίωσης της αγωγής στις διατάξεις των άρθρων 361, 455, 470 και 513 ΑΚ και όχι στις διατάξεις των άρθρων 383 και 385 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε η αναιρεσιβαλλόμενη. Κατόπιν αυτών, ο έκτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, καθόσον δεν απαιτείται αντικατάσταση αιτιολογίας ούτε βέβαια παρήχθη επιβλαβές δεδικασμένο σε βάρος της αναιρεσείουσας. VI. Προσέτι, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης και τον συναφή έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την προσήκουσα εκτίμηση αυτών: Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, 1) την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις επιμέρους αιτιάσεις α) ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσής της, με τον οποίο προέβαλε, αντίθετους με όσα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, νομικούς ισχυρισμούς περί του ζητήματος για την ανάγκη συμβατικής πρόβλεψης προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να ασκείται το δικαίωμα προαίρεσης, ώστε αν δεν προβλέπεται τέτοια προθεσμία και μπορεί να ασκηθεί χρονικά απεριόριστα, η σχετική συμφωνία είναι άκυρη, κατά το άρθρο 372 ΑΚ άλλως κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, επειδή προκαλεί υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του αντισυμβαλλομένου και ως εκ τούτου συνάγεται απόσβεση του δικαιώματος προαίρεσης, β) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ίδιο ως άνω λόγο έφεσης, με τον οποίο προέβαλε νομικούς ισχυρισμούς περί του ζητήματος ότι η προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα μακρότερη από την περίοδο των τριάντα (30) ημερών που ορίζεται ως προθεσμία μετά την υπερημερία και την άπρακτη παρέλευση των τριάντα (30) ημερών, επειδή αυτό επιβάλλεται από την καλή πίστη και από τα χρηστά ήθη, επειδή δεν μπορεί να παρατείνεται με ανοχή ή παράταση των υποχρεώσεων των δανειζομένων σε βάρος τους και επειδή το χρονικό όριο της αναστροφής της εκχώρησης του ναυτιλιακού δανείου προκύπτει ξεκάθαρα από τον σκοπό της εκχώρησης, που ήταν η αύξηση κεφαλαίου της ..., γεγονός που προέκυπτε ρητά από την από 15-4-2011 επιστολή της ... προς την ..., ενώ αντίθετα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας την πενταετία, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 566 § 2 του ΑΚ, γ) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του λόγο έφεσης περί μη ορθής εκτίμησης του περιεχομένου της ένστασης απόσβεσης του δικαιώματος προαίρεσης και εσφαλμένης απόρριψης αυτής κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αυτές αναλύονται στο αναιρετήριο και δ) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε καθόλου την ένσταση παραίτησης που η ίδια προέβαλε και 2) την από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες για την ένσταση απόσβεσης δικαιώματος και δεν περιλαμβάνει καθόλου αιτιολογίες για την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Η πρώτη και δεύτερη από τις ως άνω αιτιάσεις του αναιρετικού λόγου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 β' του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες, διότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για τα ζητήματα της προθεσμίας άσκησης των δικαιωμάτων της ενάγουσας από την συμφωνία προαίρεσης, που συνέχονται με την ένσταση απόσβεσης του δικαιώματος προαίρεσης αποτελούν νομική επιχειρηματολογία και νομικούς ισχυρισμούς αναγόμενους στην, κατ' ορθή ερμηνεία, έννοια της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 566 § 2 του ΚΠολΔ και, συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας (υπό στοιχεία
ΙΙΙ.4), δεν συνιστούν πράγματα με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ακόμη και όταν, όπως εν προκειμένω, αποτέλεσαν λόγους έφεσης.
Αναφορικά με τις λοιπές αιτιάσεις, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Για λόγους ασφάλειας του δικαίου και των συναλλαγών η θεωρία...και η νομολογία... παγίως δέχονται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα προαιρέσεως υπόκειται σε απόσβεση, προκειμένου ο δεσμευόμενος να μην παραμένει εκτεθειμένος στη νομική αβεβαιότητα εις το διηνεκές. Απόσβεση μπορεί να επέλθει λόγω παρόδου σχετικής προθεσμίας είτε συμβατικώς καθορισμένης είτε ερμηνευτικώς συναγόμενης ή εκ του νόμου προκύπτουσας (με ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 566 § 2, σε όσες περιπτώσεις βέβαια η φύση της σκοπούμενης σύμβασης [ως συμφώνου αναπώλησης πράγματος ή δικαιώματος] και οι συμπαρομαρτούσες περιστάσεις παρέχουν βάση τέτοιας αναλογίας). Η προθεσμία ασκήσεως του δικαιώματος προαιρέσεως, όταν δεν έχει καθοριστεί συμβατικά, πρέπει να είναι εύλογη, ανταποκρινόμενη δηλαδή στο λόγο για τον οποίο τα μέρη επέλεξαν το σύμφωνο προαιρέσεως ως μορφή συμβατικής δεσμεύσεώς τους, που συνίσταται στην παροχή στο δικαιούχο προθεσμίας περισκέψεως, πριν αποφασίσει αν θα ασκήσει το διαπλαστικό του δικαίωμα, χωρίς ταυτόχρονα από την αναμονή αυτή να προκαλείται βλάβη στα περιουσιακά δικαιώματα του δεσμευόμενου. Η δε ερμηνευτική συναγωγή της χρονικής διάρκειας της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας πρέπει να στηρίζεται στους όρους τόσο του συμφώνου προαιρέσεως όσο και της σκοπούμενης κύριας σύμβασης (άρθρο 173 ΑΚ) και να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών, όπως αυτά διαμορφώνονται από τις περιστάσεις που επικρατούν κατά το χρόνο αναμονής και κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος προαιρέσεως (άρθρο 200 ΑΚ). Είναι προφανές ότι αν, με βάση τους όρους του συμφώνου προαιρέσεως, η άσκηση αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση, η προθεσμία αρχίζει από την πλήρωση της αιρέσεως. Αν δε, με βάση και πάλι τα συμφωνηθέντα, η αίρεση μπορεί να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί ηρτημένη με κοινή συμφωνία των μερών, η προθεσμία αρχίζει από το χρόνο εκδηλώσεως της σχετικής ασυμφωνίας τους, οπότε η αίρεση πλέον πληρούται και ο δικαιούχος της option οφείλει εντός εύλογου χρόνου και χωρίς βλάβη του δεσμευόμενου από την καθυστέρηση να ασκήσει το διαπλαστικό του δικαίωμα και να επιφέρει την τελείωση της οριστικής σύμβασης άλλως το δικαίωμά του αυτό θα πρέπει να θεωρείται πλέον αποσβεσθέν. Εξάλλου, κατ' ενάσκηση της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ), το δικαίωμα προαιρέσεως μπορεί να αποσβεσθεί με μεταγενέστερη αντίθετη συμφωνία των μερών ή και με μονομερή παραίτηση του δικαιούχου είτε ρητή, με δήλωση βουλήσεώς του απευθυντέα προς τον δεσμευόμενο είτε σιωπηρή, συναγόμενη από ενέργειες ή παραλείψεις του, που είτε υποδηλώνουν σαφώς τέτοια βούληση είτε μπορούν να ερμηνευθούν ως βλαπτικές των δικαιωμάτων του δεσμευόμενου και, επομένως, εμποδίζουσες την άσκηση του δικαιώματος προαιρέσεως. Τέτοια πραγματική κατάσταση μπορεί να εμφανιστεί και στην περίπτωση της put option, εφόσον ο δικαιούχος αυτής επιδεινώνει το υπό αναπώληση πράγμα ή δικαίωμα, με αποτέλεσμα να καθιστά ανέφικτη την προσήκουσα και προσοδοφόρο μελλοντική ανάκτησή του από τον δεσμευόμενο (επιχείρημα από τα άρθρα 392 - 394 ΑΚ). Σε κάθε περίπτωση, όμως, τέτοιες ενέργειες πρέπει να έχουν εκδηλωθεί πριν την άσκηση της option του δικαιούχου, διότι στην περίπτωση που είναι μεταγενέστερες αυτής δεν επηρεάζουν το κύρος της άσκησης του διαπλαστικού δικαιώματός του, που έχει επιφέρει ήδη την τελείωση της σκοπούμενης σύμβασης εξ αντικειμένου, ανεξαρτήτως αν ο δεσμευόμενος αμφισβητεί την επέλευση της έννομης αυτής συνέπειας. Οποιαδήποτε τέτοια (μεταγενέστερη) ενέργεια του δικαιούχου της option, που μετά την άσκησή της έχει πλέον καταστεί δανειστής του δεσμευόμενου για την εκπλήρωση της κύριας σύμβασης, δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε βάρος του ούτε να θεμελιώσει καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ άσκηση εκ μέρους του της option.
Εν προκειμένω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι μετά την έγκυρη σύναψη του ενδίκου συμφώνου προαιρέσεως στις 15.4.2011 και καθ' ον χρόνο η ... ΑΕ είχε καταστεί δανείστρια της ναυτιλιακής πιστώσεως, οι εξ αυτής συνοφειλέτριες εταιρίες ... LTD και ... LTD περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την αποπληρωμή των δόσεων που έπρεπε να καταβάλουν στις 24.9.2012, στις 28.9.2012, στις 24.12.2012 και στις 28.12.2012, ύψους εκάστης εκατόν εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα δύο δολαρίων ΗΠΑ και πενήντα σεντς (174.552,50 $). Για τη θεραπεία της υπερημερίας τους οι δανειολήπτριες υπέβαλαν στη δανείστρια αίτημα διακανονισμού της αποπληρωμής των δανειακών οφειλών τους. Η ... ΑΕ έχοντας προκρίνει την παροχή διευκολύνσεων στις συνοφειλέτριες, που συνιστούσε "ουσιώδη τροποποίηση" των όρων αποπληρωμής του ναυτιλιακού δανείου και, αν γινόταν μονομερώς, θα την εμπόδιζε να ασκήσει στο μέλλον το δικαίωμα προαιρέσεώς της, απευθύνθηκε, ως είχε υποχρέωση από τον όρο 5.4 της από 15.4.2011 "Συμφωνίας Προαιρέσεως", στην ΝΕΑ ... ΑΕ και ζήτησε τη συναίνεσή της. Με τις ιδιότητες της ειδικής διαδόχου της αρχικής πιστώτριας, της agent και της security trustee αλλά και της δεσμευόμενης από το σύμφωνο προαιρέσεως η [τότε] ..., με την από 4.1.2013 έγγραφη επιστολή της (αρ. πρωτ. 140.232), παρείχε τη συναίνεσή της στην από 16.1.2013 πρόσθετη πράξη της δανειακής σύμβασης, με την οποία τροποποιήθηκε ο όρος 10 της αρχικής σύμβασης χρηματοδότησης και συμφωνήθηκε ότι οι πρώτες δόσεις καθενός δανειακού advance θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμες την 14η.1.2013. Με την πρόσθετη αυτή πράξη θεραπεύτηκε η υπερημερία των δανειοληπτριών και το δικαίωμα προαιρέσεως της ενάγουσας εξακολουθούσε να τελεί υπό αναβλητική αίρεση, μη δυνάμενο να ασκηθεί ακόμα. Στη συνέχεια και ενώ σε θέση δεσμευόμενης από τη "Συμφωνία Προαιρέσεως" είχε υπεισέλθει ήδη η Τράπεζα ... ... ΑΕ, η δικαιούχος της put option ... ΑΕ διαπίστωσε ότι οι δανειολήπτριες εταιρίες είχαν περιέλθει εκ νέου σε υπερημερία ως προς την καταβολή των δόσεων που αφορούσαν το κεφάλαιο του δανείου και των δόσεων που αντιστοιχούσαν σε τόκους του κεφαλαίου αυτού και ήσαν πληρωτέες στις 24.3 και στις 28.3.2014, συνολικού ύψους εξακοσίων δεκατεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων δολαρίων ΗΠΑ και τριάντα έξι σεντς (614.500,36 $). Για το λόγο αυτό και έχοντας εγκρίνει αίτημα των δανειοληπτριών για την αναδιάρθρωση του υφισταμένου υπολοίπου του ναυτιλιακού δανείου, που υποβλήθηκε προς θεραπεία της υπερημερίας τους, η ... ΑΕ, στις 12.6.2014, πριν δηλαδή το ληξιπρόθεσμο και των επόμενων τριμηνιαίων δόσεων του δανείου, απευθύνθηκε με επιστολή της στην δεσμευόμενη και ζήτησε τη συναίνεσή της, προκειμένου να τροποποιηθεί, προς όφελος των δανειοληπτριών, η δανειακή σύμβαση, επιφυλασσόμενη των δικαιωμάτων της από τον όρο 4 του "από 15.4.2011 Εγγράφου Μεταβίβασης", όπως ονόμαζε εκεί την ως άνω "Συμφωνία Προαιρέσεως", συμμορφούμενη έτσι προς τον όρο 5.4 αυτού, αφού η αναδιάρθρωση του ναυτιλιακού δανείου θα συνιστούσε ουσιώδη τροποποίησή του. Με την ίδια επιστολή έγινε υπόμνηση στην δεσμευόμενη Τράπεζα ... ... ΑΕ της υποχρέωσής της, την οποία υπείχε ως security trustee του ναυτιλιακού δανείου, να επισπεύσει το άνοιγμα νέων λογαριασμών, προκειμένου σε αυτούς να κατατίθενται οι ναύλοι και τα λοιπά έσοδα από την εκμετάλλευση των ενυπόθηκων πλοίων (earnings accounts), που είχαν ενεχυριαστεί με την από 19.7.2007 δανειακή σύμβαση προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της, επειδή οι τηρούμενοι για το σκοπό αυτό εξ αρχής στην ... ΑΕ και στη συνέχεια στη ΝΕΑ ... ΑΕ αντίστοιχοι λογαριασμοί είχαν κλείσει λόγω της συγχωνεύσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων. Από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής προκύπτει ότι, παρά την υπερημερία των δανειοληπτριών, στις 12.6.2014 το ναυτιλιακό δάνειο είχε εχέγγυα αποπληρωμής του, αφού τα πλοία παρέμεναν ενυπόθηκα και σε λειτουργία, απέφεραν δε έσοδα από ναύλους, που έπρεπε να κατατίθενται σε δεσμευμένο λογαριασμό, ώστε να εξασφαλίζεται με το επ' αυτού ενέχυρο η δανειακή απαίτηση. Και τούτο διότι, αν τα πλοία αργούσαν, δεν θα είχε νόημα το άνοιγμα νέων earnings accounts ούτε η αναδιάρθρωση του ναυτιλιακού δανείου εν μέσω της γενικότερης δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας για την οποία έγινε ήδη ανωτέρω λόγος. Παρά ταύτα, η εκκαλούσα δεν είχε ανταποκριθεί μέχρι τις 23.9.2014 στα αιτήματα της εφεσίβλητης, με αποτέλεσμα η τελευταία να απευθυνθεί με μήνυμα ηλεκτρονικό ταχυδρομείου (e-mail) στον προστηθέντα αυτής Κ. Τ. τάσσοντας "προθεσμία έως τις 10 Οκτωβρίου 2014 για να μας δώσετε απάντηση στο αίτημα συναίνεσης που είχαμε κοινοποιήσει με την από 12 Ιουνίου 2014 επιστολή μας...", επισημαίνοντας με έμφαση ότι "...σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας θα ασκήσουμε τα νόμιμα δικαιώματά μας από τα συμβατικά κείμενα, την από 15.4.2011 "Συμφωνία Προαίρεσης για την Αναμεταβίβαση της Έννομης Σχέσης" και τον νόμο". Στις 29.9.2014 ο Κ. Τ. απάντησε με τον ίδιο τρόπο στον προστηθέντα της εφεσίβλητης και αποστολέα του πιο πάνω e-mail Μ. Σ. ότι "... η τράπεζά μας εξετάζει το όλο θέμα..." και επικαλέστηκε "απρόβλεπτους παράγοντες" προς αντιμετώπιση των οποίων "... είναι πιθανόν να χρειαστούμε 1 - 2 εβδομάδες επιπλέον", ενώ στις 6.10.2014 ο ίδιος παρακάλεσε με τον ίδιο τρόπο να τεθεί "... το ζήτημα [της επανασύστασης των ενεχυρικών λογαριασμών] σε αναμονή για λίγο μέχρι να επανέλθουμε με μια τελική επιβεβαίωση επί του σχεδίου της συμβάσεως ενεχύρου". Από τα e-mails αυτά προκύπτει ότι η εφεσίβλητη αναφέρθηκε ρητώς στα δικαιώματά της από την επίμαχη "Συμφωνία Προαιρέσεως", τα οποία η εκκαλούσα, δια του προεστημένου οργάνου της, δεν αντέκρουσε, καθώς δεν επικαλέστηκε ούτε ακυρότητα της συμφωνίας αυτής ούτε άλλο λόγο απαλλαγής της ούτε ότι για την απάντηση του αιτήματος αναδιάρθρωσης του ναυτιλιακού δανείου θα ενεργούσε μόνον υπό την ιδιότητα της ως agent και security trustee. Αρνητικούς της δεσμεύσεώς της ισχυρισμούς η εκκαλούσα προέβαλε το πρώτον αμυνόμενη κατά της από 8.7.2016 αγωγής που η εφεσίβλητη άσκησε εναντίον της, καθώς μέχρι τότε ουδέποτε είχε επικαλεστεί εικονικότητα ή ανηθικότητα της "Συμφωνίας Προαιρέσεως". Στις 9.10.2014 ο Μ. Σ. επανήλθε και με e-mail προς τον Κ. Τ., διατυπωμένο σε αυστηρό ύφος, ανέφερε για λογαριασμό της ... ΑΕ ότι "Όπως ενημερωθήκαμε από εσάς στις 24/02/14, οι λογαριασμοί Παρακράτησης Δόσεων/Εσόδων έκλεισαν στις 03/01/14. Ενημερωθήκατε στις 27/03/14 ότι έπρεπε να επαναλειτουργήσουν και να ενεχυριασθούν και πάλι όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Μισός χρόνος έχει περάσει και αυτοί οι λογαριασμοί άνοιξαν πρόσφατα και δεν έχουν ακόμη ενεχυριασθεί. Σε συνέχεια των ανωτέρω και του κατωτέρω ηλεκτρονικού σας μηνύματος [ενν. το από 6.10.2014 e-mail] πληροφορηθήκαμε ότι τοποθετείτε και πάλι αυτό το επείγον και σημαντικό θέμα σε αναμονή καθυστερώντας περαιτέρω την εκτέλεση των ενεχύρων. Αυτό το θέμα πρέπει να διορθωθεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα, χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις". Τελικά, στις 16.10.2014 η εκκαλούσα υπέβαλε αναθεωρημένο σχέδιο ενεχύρου, με απάλειψη κάθε αναφοράς στην από 15.4.2011 "Συμφωνία Προαιρέσεως", ωσάν αυτή να μην υπήρχε, με αποτέλεσμα να μην ενεργοποιηθούν ποτέ οι earnings accounts, αφού και η εφεσίβλητη δεν επέμεινε και, ακολούθως, στις 30.12.2014, έστερξε να απαντήσει θετικά στο αίτημα αναδιάρθρωσης του ναυτιλιακού δανείου, μη εκφράζοντας αντίθεση και τονίζοντας ότι "εμπλέκεται αποκλειστικά με την ιδιότητα του Αντιπροσώπου (Agent) και Security Trustee", χωρίς και τότε να αναγνωρίζει την ιδιότητά της ως δεσμευόμενης από την "Συμφωνία Προαιρέσεως", χαρακτηρίζοντας μάλιστα (για πρώτη φορά μετά την έναρξη της παρούσας αντιδικίας) τις τότε ενέργειες της ... ΑΕ ως "ύπουλη απόπειρα εμπλοκής" της σ' αυτήν. Στο μεταξύ, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η μεν ... ΑΕ ανέμενε απάντηση στο αίτημα αναδιαρθρώσεως του ναυτιλιακού δανείου και η εκκαλούσα κωλυσιεργούσε, αρνούμενη μέχρι τότε (όχι μόνον χωρίς εύλογη αιτία αλλά παντελώς αναιτιολόγητα) να αποδεχθεί ότι της είχε μεταβιβαστεί εκ του νόμου, λόγω της υπ' αυτής απορροφήσεως της ΝΕΑ ...Σ ΑΕ, η ιδιότητα της δεσμευόμενης από τη "Συμφωνία Προαιρέσεως" και οι εξ αυτής υποχρεώσεις, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και οι επόμενες δόσεις (κεφαλαίου και τόκων) του ναυτιλιακού δανείου, που έπρεπε κατά τη δανειακή σύμβαση να εξοφληθούν στα τέλη Ιουνίου, Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους εκείνου (2014), χωρίς καμία από τις δύο [2] εμπλεκόμενες τράπεζας να εξασφαλίζεται από τους ναύλους των πλοίων, που εξακολουθούσαν, όπως δεν αμφισβητείται, να τελούν υπό ναύλωση και τους οποίους εισέπρατταν φυσικά οι δανειολήπτριες πλοιοκτήτριες εταιρίες, αφού, με ευθύνη της εκκαλούσας, δεν κατατίθεντο σε ενεχυριασμένο λογαριασμό, γεγονός που θα εμπόδιζε την ανάληψή τους. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (από 12.6.2014 έως 30.12.2014) η εφεσίβλητη δεν μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως που της παρείχε η από 15.4.2011 Συμφωνία, διότι είχε ήδη εξαρτήσει την (οριστική) πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία αυτή τελούσε (την υπερημερία των δανειοληπτριών χωρίς άρση ή θεραπεία της εντός τριάντα [30] ημερών από τη διαπίστωσή της), από την παροχή της συναίνεσης της αντισυμβαλλόμενής της στο αίτημα αναδιάρθρωσης του δανείου, η οποία εκκρεμούσε. Αν το έπραττε μέχρι τις 30.12.2014 και ζητούσε την αναμεταβίβασή του στην Τράπεζα ... ... ΑΕ, θα ήταν εκτεθειμένη στην αντίρρηση ότι μετέβαλε ουσιωδώς τους όρους του δανείου, το οποίο αναμφίβολα επιδεινώθηκε μετά τις 12.6.2014, αφού κατέστησαν ληξιπρόθεσμες άλλες τρεις [3] δόσεις του, χωρίς τη συναίνεση της δεσμευόμενης, αφού αυτή απέφευγε να απαντήσει στο αίτημα της αναδιάρθρωσης. Η παράλειψή της αυτή ήταν σκόπιμη, αφού, αν μεν απαντούσε θετικά, θα αναγνώριζε την ισχύ του όρου 5.4 της "Συμφωνίας Προαιρέσεως" και αυτής στο σύνολό της, ενώ, αν απαντούσε αρνητικά, θα προκαλούσε την άσκηση του δικαιώματος της αντιδίκου της, το οποίο παράλληλα και πάλι θα αναγνώριζε, αν και την άσκησή του ήθελε να αποφύγει, επειδή αυτονόητα θα την επιβάρυνε με την υποχρέωση αποπληρωμής του ναυτιλιακού δανείου, του οποίου την επιδείνωση είχε ήδη αναιτιολόγητα προκαλέσει. Πάντως, αν απαντούσε αρνητικά στα τέλη του μηνός Ιουνίου 2014 θα παραλάμβανε (δια της επ...χωρήσεώς της) μια δανειακή απαίτηση εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και δυνάμενη να αποπληρωθεί είτε εκουσίως από τις δανειολήπτριες, των οποίων θα έπρεπε να μεριμνήσει ώστε να δεσμεύσει με ενέχυρο τους λογαριασμούς στους οποίους κατατίθεντο οι ναύλοι των εν λειτουργία ακόμα πλοίων τους είτε εξαναγκασμένα, με καταγγελία του δανείου, έκδοση διαταγής πληρωμής κατά των συνοφειλετριών και επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης στα δύο [2] ενυπόθηκα πλοία. Μετά τις εξελίξεις αυτές το ναυτιλιακό δάνειο δεν αναδιαρθρώθηκε και, πριν ακόμα καταστούν ληξιπρόθεσμες οι επόμενες δόσεις των advances αυτού, που έπρεπε να εξοφληθούν στα τέλη του μηνός Μαρτίου 2015, η εφεσίβλητη με την από 12.3.2015 εξώδικη δήλωσή της περί άσκησης δικαιώματος προαίρεσης και πρόσκλησης με επιφύλαξη δικαιωμάτων, που, όπως δεν αμφισβητείται, επιδόθηκε στην εκκαλούσα την επομένη, άσκησε την option της και όρισε την 27η.3.2015 ως χρόνο αναμεταβίβασης του δανείου, κατά τον οποίο κάλεσε την αντίδικό της να της καταβάλει το ισόποσο της οφειλόμενης από το ναυτιλιακό δάνειο απαίτησης. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι έβδομος και όγδοος (κατά ένα μέρος του) κύριοι και ο πέμπτος καθενός από τα πρόσθετα δικόγραφα λόγοι της έφεσης, από τους οποίους αυτός του δεύτερου πρόσθετου δικογράφου αριθμείται ως δέκατος πρόσθετος και με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (όσον αφορά την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 566 § 2 ΑΚ) απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη οι επικουρικοί ισχυρισμοί της περί του ότι το δικαίωμα προαιρέσεως της εφεσίβλητης αποσβέσθηκε είτε λόγω της βραδείας ασκήσεώς του είτε λόγω σιωπηρής παραιτήσεώς της από την άσκησή του, που εκδηλώθηκε, αφενός, με την καθυστέρησή της επί ένα [1] έτος να το ασκήσει μετά την περιέλευση των δανειοληπτριών σε κατάσταση υπερημερίας στις 28.3.2014 και, αφετέρου, με την ανοχή της επί μακρόν στην μη εξυπηρέτηση του ναυτιλιακού δανείου, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας της, όταν κλήθηκε να το επαναποκτήσει. Ομοίως απορριπτέος κρίνεται και ο ένατος κύριος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα επικαλούμενη τον όρο 5.4 της "Συμφωνίας Προαιρέσεως", που προαναφέρθηκε, υποστηρίζει ότι δεν δεσμεύεται από αυτήν, επειδή του δανείου που της αναμεταβιβάστηκε είχαν κατά παράβασή του μεταβληθεί ουσιωδώς οι όροι με ευθύνη της εφεσίβλητης, καθόσον 1] ενώ στις 22.8.2015 το πλοίο F.F. υπέστη σοβαρή βλάβη στο στροφαλοφόρο άξονα της κύριας μηχανής του καθώς βρισκόταν εν πλω από τη ... των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων προς λιμένα της ... και 2] οι ασφαλιστές του στις αρχές του έτους 2016 ενέκριναν την καταβολή μέρους της ασφαλιστικής αποζημίωσης, ύψους πεντακοσίων χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (500.000 $) περίπου, η εφεσίβλητη αρνήθηκε την είσπραξη του ποσού αυτού από την πλοιοκτήτρια αλλά επεδίωξε την πίστωσή του "έναντι του υπολοίπου της δανειακής συμβάσεως" και στη συνέχεια 3] το πλοίο F.P. στις 31.10.2016 κατασχέθηκε στο λιμένα της ... των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων λόγω οφειλής της πλοιοκτήτριάς του προς τα εκεί κείμενα ναυπηγεία της εταιρίας "... J.S.C.", ύψους ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων δεκαπέντε δολαρίων ΗΠΑ (1.484.615 $), εξαιτίας "αδυναμίας της πλοιοκτήτριας και της ενυπόθηκης δανείστριας να επιλύσουν τα χρηματοδοτικά του προβλήματα", ενώ, ακολούθως, 4] στις 30.11.2016 η αρμόδια ναυτιλιακή αρχή του κράτους της σημαίας των πλοίων (Λιβερίας) ανέστειλε την ισχύ των ναυτιλιακών εγγράφων του πλοίου F.F., επειδή δεν εξοφλήθηκαν οι προς τους απασχολούμενους σ' αυτό ναυτικούς οφειλές της πλοιοκτήτριάς του και το πλοίο παρέμενε ανασφάλιστο, κατά παράβαση της λιβεριανής νομοθεσίας. Τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά είναι μεταγενέστερα της άσκησης του δικαιώματος προαιρέσεως της εφεσίβλητης και, ακόμα και αν αληθεύουν, δεν ασκούν έννομη επιρροή, αφού έλαβαν χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο η εκκαλούσα είχε αναλάβει τη θέση της δανείστριας από το ναυτιλιακό δάνειο και είχε η ίδια την ευθύνη να τα αποτρέψει ή να τα αντιμετωπίσει, με αποτέλεσμα να μην της παρέχουν κανένα δικαίωμα έναντι της αντιδίκου της. Στα ίδια περιστατικά δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε ισχυρισμός περί καταχρηστικής κατ' άρθρο 281 ΑΚ ασκήσεως της option της εφεσίβλητης, απορριπτομένων, επομένως, όσων αντίθετων υποστηρίζονται με τον όγδοο κύριο λόγο της ένδικης έφεσης κατά το συναφές μέρος του". Από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος έφεσης της αναιρεσείουσας αναφορικά με την ένσταση απόσβεσης των δικαιωμάτων που απορρέουν από σύμφωνο προαίρεσης, ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, το οποίο εκτίμησε εκ νέου το περιεχόμενο της ένστασης, εξέτασε εξαρχής τα αποδεικτικά στοιχεία και απέρριψε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Επίσης, το Εφετείο εξέτασε και την ένσταση σιωπηρής παραίτησης του δικαιώματος προαίρεσης που προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα επικουρικά και απέρριψε ρητά και αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη (βλ. 34ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης, 1η σελίδα, στίχοι 28-43). Κατά συνέπεια, η τρίτη και τέταρτη ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες αυτή, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη των προαναφερομένων ενστάσεών της είναι αβάσιμς;, εφόσον αυτές λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 566 § 2 ΑΚ, 361, 173, 200, 392 - 394 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε στις νομικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αναφέροντας ειδικότερα την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 566 § 2 του ΚΠολΔ, ώστε, με βάση τα περιστατικά αυτά να μην καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω ένστασης παραίτησης. Επίσης, με τις ως άνω επαρκείς και μη ενδοιαστικές αιτιολογίες, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης, την οποία η αναιρεσείουσα θεμελίωνε στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριζε, με τους λόγους έφεσής της, και την ένσταση απόσβεσης δικαιώματος, τα οποία κρίθηκαν εκ νέου από το Εφετείο και οι σχετικές ενστάσεις απορρίφθηκαν ως κατ' ουσία αβάσιμες, όπως και πρωτοδίκως. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του έβδομου πρόσθετου λόγου (ως προς την ανάλυση και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων), κατά τις οποίες το Εφετείο, θα έπρεπε εφαρμόζοντας τις επίμαχες διατάξεις των άρθρων 361, 173, 200 και 566 § 2 του ΑΚ, να δεχθεί ότι το δικαίωμα προαίρεσης της ενάγουσας είχε αποσβεσθεί άλλως ότι είχε επέλθει σιωπηρή παραίτηση άλλως ότι η άσκησή του ήταν καταχρηστική είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την περί τα πράγματα, ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 § 1 κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 10/2024, ΑΠ 279/2024, ΑΠ 482/2024, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 548/2021). Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης και ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, στο σύνολό τους. VII. Με τον όγδοο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 εδάφιο α' του ΑΚ, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, που είχε προβάλει τόσον πρωτοδίκως όσον και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεχόμενη εσφαλμένα ότι το πρώτο αίτημα της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης δεν είχε αποζημιωτικό χαρακτήρα, αλλά ήταν αίτημα για πρωτογενή (εκ της συμβάσεως) εκπλήρωση. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "...ο προβληθείς πρωτοδίκως σε επικουρική βάση, ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η αντίδικός της, παρά την υπερημερία τους, διατηρούσε ισόποση με την αξίωση από τη αναμεταβίβαση του δανείου απαίτηση κατά των δανειοληπτριών, η οποία αποτελούσε ωφέλειά της που έπρεπε να συνυπολογιστεί για τον προσδιορισμό της ζημίας που υπέστη από την αθέτηση της υποχρέωσης της ενιστάμενης να της καταβάλει το αντάλλαγμα της αναμεταβίβασης του δανείου, ήταν απαράδεκτος, καθώς στηριζόταν στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αξίωση κατά της οποίας ο ίδιος ισχυρισμός έβαλε είχε αποζημιωτικό χαρακτήρα. Τούτο, όμως, δεν ήταν κατά τα προαναφερθέντα, αληθές, με αποτέλεσμα, ο επικαλούμενος συνυπολογισμός να μη δύναται να προβληθεί παραδεκτώς σε απόκρουση πρωτογενούς συμβατικής αγωγικής αξιώσεως, όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι η φερόμενη ως, καταλυτική της αγωγής, ένσταση από το άρθρο 298 εδαφ. α' ΑΚ προϋποθέτει επέλευση ζημιογόνου γεγονότος και παρέχεται μόνον όταν αξιώνεται από τον εναγόμενο αποζημίωση είτε λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης του είτε από την τέλεση αδικοπραξίας... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό δεν έσφαλε και ο συναφής έκτος κύριος λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται ο απαράδεκτος αυτός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η απόρριψή του πρωτοδίκως στηρίχθηκε μεν σε παραλλάσσουσα αιτιολογία (κρίθηκε αλυσιτελής) αλλά κατέληξε στο απαράδεκτό του". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 298 εδάφιο α' ΑΚ, η οποία προϋποθέτει επέλευση ζημιογόνου γεγονότος και παρέχεται μόνον όταν αξιώνεται από τον εναγόμενο αποζημίωση είτε λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης του είτε από την τέλεση αδικοπραξίας (ΑΠ 156/2024, ΑΠ 524/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 699/2024, ΑΠ 1251/2024) και συνεπώς, κατ' αποτέλεσμα, ορθά απέρριψε την ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο και προς τούτο αποφάνθηκε και το παρόν Δικαστήριο, με τους προαναφερόμενους λόγους αναίρεσης, το πρώτο αίτημα της αγωγής δεν είχε αποζημιωτικό χαρακτήρα αλλά ήταν αίτημα για πρωτογενή εκ της συμβάσεως εκπλήρωση. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VIII. Με τον ένατο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος που είχε προβάλει τόσον πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεχόμενη εσφαλμένα ότι το πρώτο αίτημα της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης δεν είχε αποζημιωτικό χαρακτήρα, αλλά ήταν αίτημα για πρωτογενή (εκ της συμβάσεως) εκπλήρωση. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "...απαράδεκτος είναι και ο δέκατος τρίτος κύριος λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού απόρριψη του επικουρικώς προβληθέντος ισχυρισμού της από το άρθρο 300 ΑΚ, με τον οποίο γινόταν, κατ' ένσταση, επίκληση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας ως προς την έκταση της ζημίας της για τους αναφερόμενους στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και παραπάνω στην παρούσα λόγους. Όμως, η εφαρμογή της διατάξεως αυτής, στην οποία θεμελιώνεται η γνήσια, αυτοτελής και καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος...., προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να απορρέει είτε δευτερογενώς από αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε είτε πρωτογενώς από την τέλεση αδικοπραξίας είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία. Η εν λόγω ένσταση παρέχεται προς απόκρουση ή περιστολή της αξιώσεως προς αποζημίωση και, επομένως, δεν προτείνεται εναντίον αξιώσεως για καταδίκη σε πρωτογενή συμβατική παροχή και γενικά για εκπλήρωση συμβάσεως... Η εκκαλούσα εν προκειμένω υπολαμβάνει εσφαλμένα ότι το πρώτο αίτημα της αγωγής κατατείνει στην ικανοποίηση αξιώσεως της ενάγουσας με αποζημιωτικό χαρακτήρα. Τούτο όμως, κατά τα προαναφερθέντα, δεν αληθεύει, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της να είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί προϋποθέσεως που δεν υφίσταται.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, καθόσον η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος παρέχεται προς απόκρουση ή περιστολή της αξίωσης προς αποζημίωση και δεν προτείνεται εναντίον αξίωσης για καταδίκη σε πρωτογενή συμβατική παροχή και γενικά για εκπλήρωση σύμβασης (ΑΠ 72/2022, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 57/2019) και συνεπώς, κατ' αποτέλεσμα, ορθά το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο και προς τούτο αποφάνθηκε και το παρόν Δικαστήριο, με τους προαναφερόμενους λόγους αναίρεσης, το πρώτο αίτημα της αγωγής δεν είχε αποζημιωτικό χαρακτήρα αλλά ήταν αίτημα για πρωτογενή εκ της συμβάσεως εκπλήρωση. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΧ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Σημειώνεται ότι η επίκληση από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του Αρείου Πάγου αποδεικτικών στοιχείων, όπως αυτή ισχυρίζεται (η από 12-6-2019 αγωγή της ... κατά του Ν. Μπαφαλούκου, οι από 20-11-2019 προτάσεις της και η από 5-12-2019 προσθήκη), προς επίρρωση των αναιρετικών της λόγων, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, δεδομένου ότι, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται ότι αυτά προσκομίσθηκαν στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ώστε να ληφθούν υπόψη, επιχειρείται να πληγεί η επί της ουσίας κρίση του ως άνω Δικαστηρίου και συνεπώς απαραδέκτως προτείνονται καθόσον η ουσία της υπόθεσης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1082/2018). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-1-2023 αίτηση αναίρεσης και τους από 8-8-2024 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 652/2022 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ