Αριθμός 1086/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Λ. του Μ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Ί. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Σιαφάκα και Περικλή Παπαλόη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Απριλίου 2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5552/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Ιουνίου 2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 5552/2011 του Εφετείου Αθηνών ως προς όλους τους λόγους αναίρεσης.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005), η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού (Ολ. ΑΠ 8/2006).
Επίσης ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση άν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α)τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β)τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ)και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ)εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ'αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής ατιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (Ολ. ΑΠ 20/05, 32/96). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 57/90).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση των άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, 1/1999).
Από τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής οφείλει να παραχωρήσει στον μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής οφείλει να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, προκύπτει ότι η εκμίσθωση κινητού ή ακινήτου, ως ενοχική σχέση που δεν συναρτάται το κύρος και η λειτουργία της με κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο μίσθιο, είναι έγκυρη και όταν η κυριότητα αυτού δεν ανήκει στον εκμισθωτή, ο οποίος, γι' αυτόν τον λόγο, έχει τα δικαιώματα και τις σχετικές αγωγές από τη μισθωτική σχέση, ενώ ο κύριος και ο νομέας του μισθίου έχει μόνο τις αγωγές από την κυριότητα και τη νομή σ' αυτό. Τα ίδια ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση με μόνες τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14 του π. δ. 34/1995, κατά τις οποίες η εκμίσθωση ξένου ακινήτου δεσμεύει τον κύριο ή τον νομέα αυτού, εφόσον ο μισθωτής τελεί σε καλή πίστη κατά τη σύναψη της μίσθωσης, δηλαδή αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο, και ο κύριος ή νομέας του μισθίου δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως προς τον μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες αφότου πληροφορήθηκε την εκμίσθωση αυτού. Η δε δέσμευση του κυρίου ή νομέα δεν έχει την έννοια ότι αυτός υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση, αλλά ότι δεν έχει τη νομική δυνατότητα να εμποδίσει τη χρήση του μισθίου από τον μισθωτή για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Πάντως η εν λόγω δέσμευση του κυρίου ή νομέα προυποθέτει, πρωτίστως και αυτονοήτως, ότι η σχετική μισθωτική σύμβαση είναι έγκυρη και παράγει τις οικείες έννομες συνέπειες για τα συμβαλλόμενα μέρη της, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει δεσμευτικά και για τον κύριο ή νομέα. Η υπομίσθωση, με την οποία ο μισθωτής υπεκμισθώνει το μίσθιο σε τρίτον έναντι περιουσιακού ανταλλάγματος κατά τη διάρκεια της κύριας μίσθωσης (που εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των συμβαλλομένων σ' αυτή), και η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 593 ΑΚ και 11 παρ. 1 π. δ. 34/1995, είναι επιτρεπτή και στην εμπορική μίσθωση, έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια μίσθωση, με την έννοια ότι η διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβεί τη διάρκεια της κύριας μίσθωσης και ότι για το κύρος της είναι απαραίτητη η συναίνεση του εκμισθωτή (Ολ. ΑΠ 14/1992, ΑΠ 1052/2011). Περαιτέρω, από όσα διαλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 και 46α' παρ. 1, 2, 7, 8, 9 και 10 του ν. 1892/1990, όπως η παρ. 1 του άρθρου 46 αντικαταστάθηκε και το άρθρο 46α' προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, και του άρθρου 9 παρ. 3 του ν. 2244/1994, με το οποίο ερμηνεύτηκε αυθεντικά η παρ. 8 του άρθρου 46α' του ν. 1892/1990, προκύπτει ότι, σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που έχουν τεθεί με απόφαση του αρμόδιου εφετείου υπό ειδική εκκαθάριση και εκπλειστηριάζονται ακίνητα και άλλα στοιχεία του ενεργητικού τους, παρέχεται ρητά στον πλειοδότη, κατά εξομοίωση με παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση που ακολουθεί την κατακυρωτική εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς καμία άλλη προυπόθεση, κατά του νομέα ή κατόχου του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου της επιχείρησης για ανάληψη της κατοχής του κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, καθώς και δικαίωμα εξάλειψης της υποθήκης ή της προσημείωσης, που έχουν εγγραφεί σ' αυτό και θεωρούνται από τον νόμο ότι έχουν αποσβεστεί. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997, σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί σε ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α' του ν. 1892/1990, χωρεί η κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης ή του πλειοδότη του ενεργητικού της επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης .... , η δε σχετική διάταξη καταλαμβάνει και επιχειρήσεις που ήταν ήδη σε ειδική εκκαθάριση. Με αυτή τη διάταξη ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα και με απόκλιση από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 614 ΑΚ και 1009 ΚΠολΔ το ζήτημα της μίσθωσης ακινήτων του ενεργητικού τής υπό ειδική εκκαθάριση επιχείρησης και αποκλείεται η, βάσει αυτών των άρθρων, υπεισέλευση της επιχείρησης ή του πλειοδότη στη μισθωτική σχέση. Πάντως, για την υπεισέλευση κατά το άρθρο 614 ΑΚ του νέου κτήτορα στη σύμβαση της μίσθωσης ακινήτου και για τη δέσμευσή του από αυτή, απαιτείται έγκυρη μεταβίβαση του ακινήτου από τον εκμισθωτή - ιδιοκτήτη ή, σε περίπτωση που η μεταβίβαση γίνεται από εκμισθωτή - μη ιδιοκτήτη, προσαπαιτείται συναίνεση ή έγκριση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, για την ισχυροποίηση της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας και για τη συνακόλουθη υπεισέλευση του νέου κτήτορα στη μισθωτική σχέση.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του καθεστώτος ειδικής εκκαθάρισης προβληματικών επιχειρήσεων, που αδυνατούν να εκπληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, υπηρετούν ευρύτερο δημόσιο σκοπό, δηλαδή την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας με τη διάσωση και τη συνέχιση της παραγωγικής λειτουργίας τους με το υπάρχον ενεργητικό, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 προβλέπεται ρητά και γενικά η εφαρμογή των διατάξεων του καθεστώτος της ειδικής εκκαθάρισης και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, οι οποίες μισθωτικές σχέσεις θεωρούνται ως στοιχείο του παθητικού αυτών ευθέως από τον νόμο, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι νόμιμες ή όχι. Ενόψει δε του ευρύτερου δημόσιου σκοπού που επιδιώκουν, οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 17 του Συντάγματος και στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ολ. ΑΠ 16/2006, ΑΠ 996/2008). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο αυτός ισχυριζόταν ότι η καθής η ανακοπή - αναιρεσίβλητη Ε. Ί., ως πλειοδότρια του ενδίκου ακινήτου ιδιοκτησίας της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρίας "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ", δεσμευόταν από τους όρους τόσο της από 28-7-2008 κυρίας εμπορικής μίσθωσης αυτού από την εταιρία <<ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ ΑΕ>> προς την εταιρία <<ΜΑΡΣΑΛ Διαχείριση και Εκμετάλλευση Ακινήτων ΕΠΕ>> όσο και από τους όρους της από 8-8-2008 εμπορικής υπεκμίσθωσης της κύριας μισθώτριας προς αυτόν, με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται στην ανακοπή αν η προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου <<ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ>> είχε εκμισθώσει ή παραχωρήσει με άλλη έννομη σχέση τη χρήση του μισθίου στην εκμισθώτρια της κύριας μίσθωσης <<ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ ΑΕ>>, καθόσον η δέσμευση του νέου κτήτορα μισθωμένου ακινήτου από τη σύμβαση της μίσθωσης προυποθέτει ότι εκμισθωτής ήταν ο προηγούμενος κύριος αυτού, και όχι τρίτος μη δικαιούχος.
Επίσης με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ και του άρθρου 77 παρ. 1-2 του ν. 2238/1994, κρίνοντας ως εικονικές και άκυρες τις επικαλούμενες από αυτόν συμβάσεις της κύριας μίσθωσης και της υπομίσθωσης και απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο ανακοπής, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυριζόταν ότι η καθής η ανακοπή δεσμευόταν από την υπομίσθωση, επειδή ο ίδιος τελούσε σε καλή πίστη κατά τη σύναψή της και επειδή η πρώην ιδιοκτήτρια του ακινήτου δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως μέσα σε τρεις μήνες, αφότου ο ίδιος γνωστοποίησε σ' αυτή την υπομίσθωση. Ακόμη ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της εικονικότητας των μισθωτικών συμβάσεων, δεν περιέχει αιτιολογίες ή περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το εδώ ενδιαφέρον μέρος της, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα :
Δυνάμει της υπ' αριθμόν 33816/12-10-2009 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως περιουσιακών στοιχείων της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας κατ' άρθρο 46α του ν. 1892/1990 εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ-ΤΕΧΝΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ" ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.", η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Π., περιήλβε στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της καθ'ης η ανακοπή μία διώροφη κατοικία αποτελούμενη από ημιυπόγειο όροφο εμβαδού 263,97 τ.μ., υπερυψωμένο ισόγειο εμβαδού 263,97 τ.μ. και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 261,47 τ.μ., η οποία έχει κατασκευασθεί σε οικόπεδο εμβαδού 905,55 τ.μ. η οποία ευρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Β. και Β. Π. αρ. … στο Δήμο ... Αττικής. Το εν λόγω ακίνητο δυνάμει της υπ' αριθμ. .../24-6-2009 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου, εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46 του ν. 1892/1990, 9 του ν. 1386/1983, 19 του ν.δ. 3562/1956, σε συνδ. με τις διατάξεις του ν.δ. της 17.7/13-8-1983, μετά από επίσπευση, με την από 5-2- 2007 δήλωση που επέχει θέση εκθέσεως κατασχέσεως, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και με το διακριτικό τίτλο "ΑLΡΗΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", η οποία δυνάμει της υπ' αριθμ. 4732/26-6-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών είχε οριστεί ειδική εκκαθαρίστρια της ως άνω εταιρείας "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.", στην ιδιοκτησία της οποίας ανήκε το εκπλειστηριασθέν ακίνητο. Η ειδική εκκαθαρίστρια μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, έχοντας την διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας εταιρείας, στις 7-8-2006 παρέλαβε από τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της τελευταίας, το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο. Τόσο κατά τον διενεργηθέντα από στελέχη της ειδικής εκκαθαρίστριας έλεγχο στο εν λόγω ακίνητο, όσο και από την επιτόπια επιθεώρησή του στα πλαίσια της διαδικασίας εκτιμήσεως αυτού, προκειμένης της εκπλειστηριάσεώς του, διαπιστώθηκε ότι ουδείς διέμενε εντός αυτού και ότι αυτό ήταν κενό, πλην της υπάρξεως μικρού αριθμού επίπλων τα οποία και απογράφηκαν. Έκτοτε, ανά τακτά χρονικά διαστήματα υπάλληλοι της ειδικής εκκαθαρίστριας επισκέπτονταν το επίδικο ακίνητο είτε για να το επιθεωρήσουν, είτε για • να το επιδείξουν σε διάφορους ενδιαφερόμενους αγοραστές. Στις 11-10-2008, κατά τη συνήθη επίσκεψη στο ακίνητο, του εκπροσώπου της ειδικής εκκαθαριστρίας Χ. Α., διαπιστώθηκε ότι τόσο το λουκέτο της αυλόθυρας, όσο και η κλειδαριά της κεντρικής θύρας είχαν αλλαχθεί και δεν άνοιγαν. Αφού ανοίχθησαν με τη βοήθεια ειδικού τεχνικού (κλειδαρά), διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω οικία είχε καταληφθεί από τον ανακόπτοντα δικηγόρο Πειραιώς, ο οποίος είχε γραφείο μέχρι τότε στην οδό ... αρ. ... στον Πειραιά και κατοικία στη ..., είχε τοποθετήσει δε εκεί γραφειακό εξοπλισμό και λοιπά σκεύη. Μετά απ' αυτά η ειδική εκκαθαρίστρια με την από 13-10-2008 εξώδικη πρόσκλησή της που κοινοποίησε αυθημερόν στον ανακόπτοντα, τον κάλεσε να της δώσει εξηγήσεις για την ενέργεια του αυτή και επί πλέον ζήτησε να φροντίσει για την άμεση εκκένωση της άνω κατοικίας. Παράλληλα, για την προστασία των δικαιωμάτων της, αλλά και των συμφερόντων των πιστωτών η ειδική εκκαθαρίστρια ανέθεσε την φύλαξη του ακινήτου αυτού σε εταιρεία ιδιωτικής αστυνομεύσεως και ασφάλισε την εξωτερική θύρα. Ο ανακόπτων με την από 17-10-2008 εξώδικη απάντηση του δήλωσε ότι κατέχει το ακίνητο αυτό ως υπομισθωτης, δυνάμει συμβάσεως υπομισθώσεως, χωρίς αναφορά στην αρχική μίσθωση. Παράλληλα άσκησε σε βάρος της ειδικής εκκαθαρίστριας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου την από 14-10-2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσε ν' αναγνωρισθεί προσωρινά κάτοχος του ακινήτου, θεμελιώνοντας το δικαίωμά του στην από 8-8-2008 σύμβαση εμπορικής υπομισθώσεως με υπεκμισθώτρια την εταιρεία "MARSHALL ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Ε.Π.Ε.". Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 4/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου ελλείψει κατεπείγοντος. Εν τω μεταξύ η ειδική εκκαθαρίστρια στις 16-10-2008 είχε κοινοποιήσει στον ανακόπτοντα νέα εξώδικη δήλωση με την οποία του καθιστούσε σαφές ότι είναι η μόνη που έχει εκ του νόμου δικαίωμα εκπροσωπήσεως της εταιρείας "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." ιδιοκτήτριας του άνω ακινήτου και ότι ουδείς μέχρι τότε είχε παραχωρήσει δικαίωμα σε οποιονδήποτε να προβαίνει σε πράξεις διαχείρισης και εκμετάλλευσης του, δηλώνοντας παράλληλα ότι δεν δεσμεύεται από την επικαλούμενη στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων σύμβαση εμπορικής υπομισθώσεως του ακινήτου αυτού. Στις 6-2-2009 ο ανακόπτων εισέβαλε εκ νέου στο επίδικο ακίνητο και εγκαταστάθηκε σ' αυτό, απευθύνοντας ταυτόχρονα προς την ειδική εκκαθαριστείς την από 6-2-2009 εξώδικη γνωστοποίηση του, με την οποία της ανέφερε ότι με τον τρόπο αυτό αποκαταστάθηκε η ομαλή λειτουργία του δικηγορικού του γραφείου και διαμαρτυρήθηκε για την φύλαξη του ακινήτου. Από τις παραπάνω ανταλλαγές εξωδίκων και τη δικαστική αντιπαράθεση του ανακόπτοντος με την εκπροσωπούσα την τότε ιδιοκτήτρια του επιδίκου ακινήτου ειδική εκκαθαρίστρια "ΑLΡΗΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακόμη και αν υπήρχε έγκυρη σύμβαση μισθώσεως, αλλοτρίου ακινήτου και καλή πίστη του ανακόπτοντος για την ύπαρξη δικαιώματος της υπεκμισθώτριας εταιρείας "ΜΑΡΣΑΛ ΕΠΕ" όπως κατωτέρω θα αναφερθεί, η σύμβαση αυτή δεν θα μπορούσε να δεσμεύει τον οποιοδήποτε ιδιοκτήτη του επιδίκου ακινήτου σύμφωνα με το άρθρο 14 του π.δ. 34/1995, διότι σε καμία περίπτωση δεν πληρούται η προϋπόθεση της έλλειψης διαμαρτυρίας του κυρίου του ακινήτου προς τον μισθωτή εντός του επομένου τριμήνου από τότε που αυτός έλαβε γνώση της μισθώσεως. Όσο αφορά δε στην καταρτισθείσα ανωτέρω από 8-8-2008 σύμβαση υπομισθώσεως μεταξύ του ανακόπτοντος και της υπεκμισθωτρίας εταιρείας "ΜΑRSHALL Ε.Π.Ε." είναι άκυρη. Τούτο διότι η εταιρεία αυτή φέρεται να κατέχει το επίδικο ακίνητο δυνάμει της προηγούμενης από 28-7-2008 συμβάσεως εμπορικής υπομισθώσεως που είχε καταρτίσει με την εταιρεία "ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ Α.Ε.", τελευταία στην από 1-12-2009 αγωγή που άσκησε σε βάρος της καθ'ης η ανακοπή για την αναγνώριση των ενδιάμεσων υπομισθώσεων, ισχυρίζεται ότι δυνάμει του από 25-8-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως είχε μισθώσει το επίδικο ακίνητο από την εταιρεία "D&S REALTY ΑΚΙΝΗΤΑ Ε.Π.Ε." για χρονικό διάστημα 30 ετών, ήτοι από 25-8-2008 έως 24-8-2038, και ότι στη συνέχεια η "ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ Α.Ε." το υπεκμίσθωσε στην εταιρεία "ΜΑΚδΗΑΕΕ Ε.Π.Ε.", όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Όμως οι παραπάνω συμβάσεις (μισθώσεως και υπομισθώσεως) ήταν άκυρες ως εικονικές, αφού, ουδείς είχε παραχωρήσει σε οποιονδήποτε δικαίωμα διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του ακίνητου αυτού και επί πλέον ουδείς διέμενε εντός αυτού μέχρι 11-10-2008 που βρέθηκε αλλαγμένη η κλειδαριά και η κατάληψή του από τον ανακόπτοντα, ο οποίος εγκαταστάθηκε σ' αυτό επικαλούμενος δήθεν δικαίωμα από σύμβαση υπομισθώσεως μολονότι εγνώριζε την ακυρότητα αυτής ως δικηγόρος, αλλά και την ακυρότητα των προηγουμένων συμβάσεων υπομισθώσεως και μισθώσεως, δεδομένου μάλιστα ότι η περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις χαρακτηρίζεται ως αμιγούς κατοικίας και ως εκ τούτου απαγορεύεται κάθε επαγγελματική χρήση (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 1025/8-2-2010 επιστολή του Δήμου Ψυχικού που ζητεί την διακοπή της χρήσης ως δικηγορικό γραφείο). Ο ανακόπτων δε ουδέποτε αναγράφηκε στους φορολογικούς καταλόγους της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, όπως θα ώφειλε λόγω της αλλαγής της επαγγελματικής του έδρας, αλλά όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. 3129/26-2-2010 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Α' Πειραιά, εξακολουθούσε μέχρι και το Φεβρουάριο του 2010 να είναι φορολογούμενος στην Δ.Ο.Υ. αυτή και να δηλώνει επαγγελματική διεύθυνση την οδό Λ. Ρ. … στον Πειραιά. Εξάλλου, η εταιρεία "MARSHALL Ε.Π.Ε." έχει συσταθεί από δύο off shore εταιρίες με τις επωνυμίες "NIKOLAS KYRIAKOY HOLDINS" και "RENOS NEOFYTOY HOLDING SA" που εδρεύουν στα νησιά Μάρσαλ και δεν έχει καμιά εμφανή εμπορική δραστηριότητα. Διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής φαίνεται να είναι ο Ν. Κ., ο οποίος από 6-9-2007 είναι και πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας "ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ ΑΕ" από την οποία η εταιρία "MARSHALL" υπομίσθωσε το επίδικο ακίνητο, Χαρακτηριστικό δε είναι ότι η επικαλούμενη από την εταιρία ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ ΑΕ μίσθωση με την εταιρία "D&S REALTY ΑΚΙΝΗΤΑ Ε.Π.Ε." φέρεται να έχει συναφθεί στις 25-08-2008, ενώ η επακολουθήσασα δήθεν υπεκμίσθωση της εταιρίας "ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ ΑΕ" προς την εταιρία "MARSHALL ΕΠΕ" φέρεται να έχει καταρτισθεί σε χρόνο προγενέστερο της άνω μίσθωσης και προ της καταρτίσεως αυτής ήτοι στις 28-07-2008. Πρέπει, επομένως, αφού αποδείχθηκε ακυρότητα των παραπάνω συμβάσεων μισθώσεως και υπομισθώσεων ως εικονικών, κατά παραδοχή και της σχετικής ενστάσεως της καθ' ης, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος της ανακοπής." Υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρίση του Εφετείου, να απορρίψει ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό - λόγο ανακοπής και πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος - ανακόπτοντος για δέσμευση της αναιρεσίβλητης - καθής η ανακοπή από τις ένδικες συμβάσεις μίσθωσης και υπομίσθωσης του ενδίκου ακινήτου ιδιοκτησίας της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρίας <<ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ>>, επειδή δεν είχε επικαλεστεί επιπλέον ο αναιρεσείων ότι η τελευταία είχε εκμισθώσει ή με άλλη έννομη σχέση παραχωρήσει στην εκμισθώτρια της κύριας μίσθωσης, <<ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ ΑΕ>>, τη χρήση του ένδικου ακινήτου, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ ή άλλη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο νέος κτήτορας του μισθίου δεσμεύεται από τους όρους της μίσθωσης και της υπομίσθωσης, μόνο εφόσον εκμισθωτής στην αρχική μίσθωση ήταν ο κύριος του μισθίου ή τρίτος, στον οποίο ο προηγούμενος κύριος είχε εκμισθώσει ή παραχωρήσει με άλλη έγκυρη έννομη σχέση της χρήση του μισθίου. Από τις ίδιες προαναφερόμενες παραδοχές προκύπτει ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται με σαφήνεια και επαρκή πληρότητα ότι το Εφετείο δέχτηκε και έκρινε ως εικονικές τόσο την κύρια σύμβαση μίσθωσης μεταξύ της εταιρίας <<ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ ΑΕ>> και της εταιρίας <<ΜΑΡΣΑΛ ΕΠΕ>> όσο και τη σύμβαση υπομίσθωσης μεταξύ της τελευταίας και του αναιρεσείοντος. Επίσης το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την ακυρότητα των συμβάσεων αυτών κατά τη σύναψή τους και ότι η προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου <<ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ>> δεν αδράνησε, αλλά διαμαρτυρήθηκε εγγράφως προς τον μισθωτή μέσα στην προβλεπόμενη τρίμηνη προθεσμία, αφότου έλαβε γνώση της μίσθωσης. Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ, ο δε τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς το μέρος που επικαλείται ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 77 παρ. 1-2 του ν. 2238/1994 (που αφορούν τη θεώρηση των μισθωτηρίων από τον προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σύνταξή τους, οπότε και αποκτούν με τη θεώρηση βέβαιη χρονολογία), είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, επειδή η σχετική αιτίαση δεν αφορά κρίσιμη ουσιαστική παραδοχή της απόφασης, αλλά συνάπτεται με ενισχυτική επιχειρηματολογία του δικαστηρίου κατά την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματός του, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ακόμη ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, ως προς το δεύτερο μέρος του, και ο συναφής έκτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες ή ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της εικονικότητας των μισθωτικών συμβάσεων και της γνώσης από αυτόν της εικονικότητας, αλλά δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποια επιπλέον ουσιώδη περιστατικά έπρεπε να περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη της απόφασης αυτή προκύπτει. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει μέρος από τις νομικές σκέψεις του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες θεωρεί εσφαλμένες, ζητεί την αναίρεσης αυτής επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον εσφαλμένες νομικές σκέψεις στη μείζονα πρόταση της δικαστικής απόφασης δεν στοιχειοθετούν παραδεκτό λόγο αναίρεσης.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997, δεχόμενη ότι, στις περιπτώσεις ειδικής εκκαθάρισης επιχειρήσεων κατά το άρθρο 46α' του ν. 1892/1990 και εκποίησης του ενεργητικού αυτής, ο πλειοδότης και νέος κύριος του μισθωμένου ακινήτου δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση και μπορεί να επισπεύσει κατά του μισθωτή αναγκαστική εκτέλεση για ανάληψη της κατοχής του κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ και απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η αναιρεσίβλητη - πλειοδότρια και νέα ιδιοκτήτρια του ενδίκου ακινήτου - δεσμεύεται από τη σύμβαση υπεκμίσθωσης του ακινήτου αυτού από την εταιρία <<ΜΑΡΣΑΛ ΕΠΕ>> προς τον ίδιο, τον οποίο ισχυρισμό ο αναιρεσείων είχε προβάλει με τον πρώτο λόγο της ανακοπής και της έφεσής του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έχει εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις εκπλειστηριαζόμενων ακινήτων του ενεργητικού επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ήταν εφαρμοστέα υπέρ της αναιρεσίβλητης - πλειοδότριας στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, που προβλήθηκε ως λόγος ανακοπής και έφεσης του αναιρεσείοντος, (πέραν του ότι ήταν μη νόμιμος) λήφθηκε υπόψη, αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε από το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τα έγγραφα των διαδοχικών μισθωτικών συμβάσεων μεταξύ των εταιριών <<d&s REALITY ΕΠΕ>>, <<ΣΤΕΙΤΜΕΝΤ ΑΕ>>, <<ΜΑΡΣΑΛ ΑΕ>> και του αναιρεσείοντος ως τελικού υπομισθωτή, που είχαν προσκομιστεί νόμιμα ενώπιόν του, κρίνοντας ως εικονικές και άκυρες τις σχετικές συμβάσεις μίσθωσης και υπομίσθωσης με την αιτιολογική σκέψη ότι <<... ουδείς είχε παραχωρήσει εις οιονδήποτε δικαίωμα διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του ακινήτου αυτού και επί πλέον ουδείς διέμενεν εντός αυτού>>, παρότι στα μισθωτήρια υπάρχει όρος που απαγορεύει με ποινή ακυρότητας την ενοίκηση ή διαμονή ή άλλη συναφή χρήση του μισθίου και επιτρέπει μόνο τη διαχείριση και εκμετάλλευση αυτού με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, πρωτίστως επειδή δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο (κατά λέξη) το αληθινό περιεχόμενο των επικαλουμένων μισθωτικών εγγράφων, ούτε αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχουν τα έγγραφα αυτά, ώστε, από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων με το περιεχόμενο που αποδόθηκε σ' αυτά, να είναι εφικτή η κρίση του Αρείου Πάγου αν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα και απέδωσε στα μισθωτικά έγγραφα περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχουν ή αν απλώς αξιολόγησε και συνεκτίμησε τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτά για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, οπότε η σχετική κρίση του ανάγεται σε εκτίμηση αποδείξεων και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 5552/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24 Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ