Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1153 / 2022    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1153/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, ’ννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Πρόκο και Απόστολο Παπακωνσταντίνου με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ’. χας Ζ. Α., που δεν παραστάθηκε, 2) Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Ζ. Α., κατοίκου ..., 3) Δ. χας Π. Α., το γένος Ζ. Α. και 4) Ι. θυγ. Ζ. Α.., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Χιωτέλλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η ’ννα χα Ζ. Α. (1η) απεβίωσε στις 16-10-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ήτοι οι 2η, 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπούμενες από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1769/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5128/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ.1 και 290 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 171/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 709/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των 2ης, 3ης και 4ης αναιρεσίβλητων Α. Μ., Δ. Α. και Ι. Α., αντίστοιχα, με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασής του, δήλωσε, ότι 1η αναιρεσίβλητη πέθανε στις 16-10-2021 (σχετ. η από 18-10-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών), ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση, από 21-05-2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 329/02-06-2020, αίτησης αναίρεσης και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι λοιπές αναιρεσίβλητες, οι οποίες παρίστανται για τον εαυτό τους ατομικά, ως αρχικώς εναγόμενες και ως νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας, πρώτης αρχικώς εναγομένης, των οποίων (παρισταμένων αναιρεσίβλητων) η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται, ενώ προσκομίζονται απ' αυτές και τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα.
Κατά το άρθρο 574 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 ΠΔ 34/1995), με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο διαρκεί η μίσθωση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Σε αντίθεση με το προϊσχύον δίκαιο, ο Αστικός Κώδικας δεν προβλέπει τη μίσθωση δικαιώματος, παρά μόνο ενδεχομένως ως μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρο 638 του ΑΚ). Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 574 και 593 του ΑΚ, υπομίσθωση είναι η σύμβαση, με την οποία ο μισθωτής, ενεργώντας ως εκμισθωτής, παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, την οποία απέκτησε με την κύρια μίσθωση, σε τρίτον (υπομισθωτή) με ορισμένο αντάλλαγμα -μίσθωμα και για ορισμένο χρόνο, που, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 361 του ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να είναι το μίσθωμα και ο χρόνος, που συμφωνήθηκαν με την κύρια μίσθωση. Πρόκειται, επομένως, περί συμβάσεως με όλα τα χαρακτηριστικά της μισθώσεως, η οποία, όμως, είναι νέα μεταξύ του μισθωτή και του τρίτου και άσχετη τελείως με την κύρια μίσθωση, η οποία δεν αλλοιώνεται υποκειμενικώς, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή, και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή και ο δεύτερος την ιδιότητα του μισθωτή (ΑΠ 1957/2006). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593 και 599 §2 του ΑΚ συνάγεται, ότι η υπομίσθωση είναι σύμβαση ξένη (res inter alios acta) έναντι του εκμισθωτή (ΑΠ 612/2006). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 836/2017). Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα (ΑΠ 133/2019). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπον ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 619/2014, ΑΠ 944/2013). Περαιτέρω, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, είναι δυνατόν, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να στηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ γενική δικαιική αρχή, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Έτσι, αν και η αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης δεν αποτελεί καθ' εαυτή αδικοπραξία, είναι δυνατόν το ίδιο βιοτικό γεγονός να αποτελέσει και αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης και αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, διαπραττόμενη και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντιβαίνουσα στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (ΑΠ 781/2011). ’λλωστε, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 143/2018, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 480/2010). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 25-03-2013 αγωγής, προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, τα εξής: Ότι δυνάμει του από 22-03-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσε από τις εναγόμενες για κάθε χρήση ένα οικόπεδο, εμβαδού 1.581,61 τ.μ., μετά του επ' αυτού ισόγειου κτίσματος (αποθήκης), που βρίσκεται στον ... και επί της οδού ... , για το από 01-06-2003 έως 31-05-2015 χρονικό διάστημα, αντί μηνιαίου μισθώματος, το οποίο μετά από αναπροσαρμογές ανήλθε στο ποσό των 2.480,60 ευρώ. Ότι δυνάμει του όρου 7 του μισθωτηρίου παρασχέθηκε στην επιχείρησή της το δικαίωμα υπεκμίσθωσης του μισθίου. Ότι κάνοντας χρήση της δυνατότητας υπεκμίσθωσης του μισθίου είχε κατά το παρελθόν προχωρήσει στην υπεκμίσθωση του μισθίου προς την εταιρεία ..., η οποία όμως τελικά εγκατέλειψε το μίσθιο λόγω της άρνησης των εκμισθωτριών στο αίτημα μείωσης του καταβλητέου μισθώματος. Ότι στις 15-11-2011, με σκοπό την αξιοποίηση του μισθίου, προσυμφώνησε με τρίτο ονόματι Γ. Χ. την υπεκμίσθωση σ' αυτόν από την 01-01-2012 του μισθίου ακινήτου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως συνεργείο αυτοκινήτων. Ότι ωστόσο δεν καταρτίσθηκε η σύμβαση υπομίσθωσης λόγω της αδυναμίας έκδοσης άδειας λειτουργίας συνεργείου αυτοκινήτων στο μίσθιο, εξαιτίας του ότι τμήμα του κτίσματος, εμβαδού 154,87 τ.μ., από τη συνολική επιφάνεια αυτού (κτίσματος), εμβαδού 367,87 τ.μ., είχε οικοδομηθεί χωρίς νόμιμη οικοδομική άδεια, γεγονός, που της είχαν αποκρύψει οι εναγόμενες. Ότι, τελικά, συμμορφούμενη στην υπ' αριθμ. 149/2012 διαταγή απόδοσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης των εναγομένων λόγω μη καταβολής μισθωμάτων, απέδωσε σ' αυτές τη χρήση του μισθίου στις 19-03-2012. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίες, και με προσωπική τους κράτηση, να της καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρον, άλλως διαιρετά κατά το ποσοστό συγκυριότητας καθεμίας εναγομένης, το συνολικό ποσό των 295.936 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά μισθώματος και προσυμφωνηθέντος υπομισθώματος από την προσυμφωνηθείσα έναρξη της υπομίσθωσης (01-01-2012) έως τη νόμιμη λήξη της μίσθωσης (31-05-2019), αφενός μεν λόγω της παρακώλυσης της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου εξαιτίας πραγματικού ελαττώματος, αφετέρου δε κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, με βάση τις οποίες οι εναγόμενες ευθύνονται λόγω της από κοινού απόκρυψης, του γνωστού σ' αυτές, αυθαίρετου χαρακτήρα τμήματος του κτίσματος του μισθίου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1769/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η βάση της αδικοπραξίας, ακολούθως έγινε δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν ως προς τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες διαιρετά να καταβάλουν στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό, νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σ' αυτή. Κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων από τις διαδίκους κατά της πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5128/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν κρίθηκε, ότι η βάση της αδικοπραξίας είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την αιτιολογία, ότι στην αγωγή δεν διαλαμβάνονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων να μπορεί η συμπεριφορά των εναγομένων, αυτοτελώς ορώμενη και άνευ της συμβατικής σχέσης, να κριθεί ως παράνομη και να θεμελιώσει εντεύθεν αξίωση από αδικοπραξία. Περαιτέρω κρίθηκε, ότι η βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι δεν υφίσταται περίπτωση παρακώλυσης της χρήσης του μισθίου, καθόσον η υπομίσθωση δεν αποτελεί τρόπο χρήσης του μισθίου, αλλά αυτοτελή, ιδιαίτερη σύμβαση, που δεν παρέχει δικαιώματα σε κανένα εκ των συμβαλλομένων σ' αυτήν κατά του εκμισθωτή, έτσι ώστε δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής ούτε οι ειδικές διατάξεις περί πραγματικών ελαττωμάτων, αλλά ούτε οι γενικές τοιαύτες. Ότι, εξάλλου, στην "κάθε χρήση" δεν περιλαμβάνεται το δικαίωμα εκμετάλλευσης του μισθίου με υπομίσθωσή του, δεδομένου ότι υπό τον Αστικό Κώδικα δεν νοείται μίσθωση δικαιώματος, παρά μόνο ενδεχόμενα στη μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου. Κατόπιν, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, με την οποία προσβλήθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος, που απορρίφθηκε η βάση της αδικοπραξίας ως αόριστη, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε δεχθεί τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης ως ουσιαστικά βάσιμη και, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη. Με την κρίση αυτή, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 576, 577, 578, 361 και 593 του ΑΚ και του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν 813/1978 (ήδη άρθρο 11 παρ. 1 εδ. α του ΠΔ 34/1995), τις οποίες δεν παραβίασε. Τούτο διότι η μη κατάρτιση υπομίσθωσης από τη μισθώτρια στο μίσθιο οικόπεδο με το επ' αυτού κτίσμα (αποθήκη) για συγκεκριμένη χρήση λόγω αδυναμίας έκδοσης άδειας από την αρμόδια Αρχή, δεν συνιστά παρακώλυση της χρήσης του μισθίου λόγω πραγματικού ελαττώματος, καθόσον η σύμβαση υπομίσθωσης δεν αποτελεί τρόπο χρήσης του μισθίου, αλλά σύμβαση ξένη έναντι του εκμισθωτή. Στη δε σύμβαση μίσθωσης πράγματος, όπως είναι η ένδικη, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του μισθίου με υπομίσθωσή του δεν περιλαμβάνεται στην "κάθε χρήση", για την οποία συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί αυτό από τη μισθώτρια, καθόσον η μίσθωση δικαιώματος προβλέπεται μόνο στην περίπτωση της μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρο 638 του ΑΚ), σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη. Επομένως, ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κρίνοντας το Εφετείο, ότι η βάση της αγωγής από την αδικοπραξία είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με το 2ο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 (αληθώς από τον αριθμό 14) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης που αφορά παραμόρφωση εγγράφου, η οποία συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό που αναφερόταν στο έγγραφο αυτό, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με βάση το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό, από το οποίο καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν ερευνά το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προβαίνει στην ουσιαστική έρευνα της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 1308/2018, ΑΠ 918/2017, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 710/2015, ΑΠ 306/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και για την εκφορά του απορριπτικού πορίσματός του δεν στηρίχθηκε στην εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων, έτσι ώστε είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-03-2003 μισθωτικής σύμβασης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-05-2020 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 329/02-06-2020) για αναίρεση της 5128/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή