Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 582 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 582/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεόδωρου Κανελλόπουλου), Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ευτύχιο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Χ., συζύγου Κ. Α., με την ιδιότητα της επ' ωφελεία απογραφής κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Κ. Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Λάμπρος Κιτσαράς, ο οποίος, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 9-1-2023, όπως προκύπτει από την από 9-2-2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ..... και κληρονομήθηκε από την Α. Π. του Μ., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Α. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Δημητρακόπουλο.
Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Α. του Κ. και 2) Γ. Α. του Κ., αμφοτέρων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Πασσά και Παναγιώτη Αναστόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Α. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Δημητρακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1792/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2760/2021 του Τριμελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν: η αναιρεσείουσα με την από 12-1-2022 αίτησή της και η κληρονόμος αυτής Α. Π. και με τους από 17-3-2023 προσθέτους αυτής λόγους και οι αναιρεσείοντες με την από 7-10-2021 αίτησή τους και και τους από 14-6-2022 και 14-3-2023 προσθέτους αυτής λόγους και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την από 20-4-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Θ. Α. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... την από 9-2-2012 αγωγή, στρεφομένη κατά του Κ. Α., με την οποία εξέθετε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος είναι αδερφός του, με επιστολές που απέστειλε προς τον πατέρα τους, Π. Α., όταν εκείνος ήταν εν ζωή, ισχυρίστηκε ότι, λόγω σύστασης μεταξύ του πατέρα τους, αυτού και του ενάγοντος κοινωνίας δικαιώματος, κατ' ίσα μέρη, σε όλη την περιουσία της οικογένειας Α., είχε καταστεί δικαιούχος, κατά το 1/3, της περιουσίας αυτής, τον ίδιο δε ισχυρισμό επανέλαβε ο εναγόμενος και με τις αναφερόμενες δύο αγωγές που άσκησε εναντίον του το έτος 1999, με τις οποίες προέβαλε, επιπλέον, τον ισχυρισμό περί κακοδιαχείρισης απ' αυτόν της οικογενειακής τους περιουσίας, με τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων (π.χ. υπεξαιρέσεων), με απώτερο σκοπό τον προσπορισμό οφέλους στον ίδιο (ενάγοντα), σε βάρος των συμφερόντων του εναγομένου. Ότι με τη συναφθείσα μεταξύ αυτού και του εναγομένου από 2-3-2000 "σύμβαση συμβιβασμού", της οποίας το πλήρες περιεχόμενο ενσωματώνεται στην αγωγή, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση αφενός μεν να παραιτηθεί με τον αρμόζοντα δικονομικό τρόπο τόσο από τα δικόγραφα, όσο και από τα δικαιώματα των παραπάνω δύο αγωγών, δεχόμενος ότι η διαχείριση των οικογενειακών υποθέσεων από τον ενάγοντα έγινε κατά τρόπο διασφαλιστικό των συμφερόντων της οικογένειας Α. και επομένως και του εναγομένου, αφετέρου δε να μην επανέλθει με τις ίδιες ή άλλες αιτιάσεις κατ' αυτού, είτε για την αυτή είτε για άλλη αιτία σχετιζόμενη με τη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας, απεκδυόμενος ακόμη και της δυνατότητας προβολής κάθε σχετικού ισχυρισμού που περιέχει έστω και υπόνοια τέλεσης ποινικού αδικήματος από αυτόν για διαχειριστικές πράξεις του. Ότι στην ίδια σύμβαση περιλήφθηκε και όρος, κατά τον οποίο οι συμβαλλόμενοι ανέλαβαν αμοιβαίως την υποχρέωση καταβολής ποινικής ρήτρας 10.000.000 δολάρια ΗΠΑ εκάστοτε, εάν οποιοσδήποτε απ' αυτούς επανέφερε αντιδικία σχετική με την παραπάνω διεκδίκηση, η δε συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας στο ως άνω ξένο νόμισμα ήταν επιτρεπτή, λόγω της διεθνούς φύσης της συναλλαγής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Ότι ο εναγόμενος παραβίασε τη συμβατική του υποχρέωση από τη σύμβαση συμβιβασμού με τις επακριβώς προσδιοριζόμενες συνολικά 19 δικαστικές ενέργειές του (αγωγές, ένδικα μέσα, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, μηνύσεις κ.λ.π.), με αποτέλεσμα να καταπέσει ισάριθμες φορές η ποινική ρήτρα και να του οφείλει ο εναγόμενος για την αιτία αυτή το ποσό των 190.000.000 δολάρια ΗΠΑ, άλλως, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας σε δολάρια ΗΠΑ είναι άκυρη, το ποσό των 191.633.749,082 ευρώ, που αποτελεί την κατ' άρθρο 4 & 2 εδ. β' του α.ν. 362/1945 δίκαιη αντιπαροχή με βάση το ισάξιο σε δραχμές, στις 2-3-2000, των 190.000.000 δολαρίων ΗΠΑ. Ότι, πέραν των ανωτέρω, με τις ίδιες δικαστικές ενέργειες ο εναγόμενος προσέβαλε την τιμή και την υπόληψή του και επιπλέον έθεσε σε κίνδυνο την επαγγελματική πίστη του, καθόσον τα δικόγραφα (προτάσεις, κ.λ.π.) που κατέθεσε στα πλαίσια των εν λόγω δικαστικών ενεργειών του περιείχαν εν γνώσει του ψευδείς ισχυρισμούς και δυσφημιστικές γι' αυτόν φράσεις, που αφορούσαν ακόμη και στη διάπραξη απ' αυτόν ποινικών αδικημάτων, όπως ενδεικτικά αναφέρονται, με αποτέλεσμα την προσβολή του κύρους και της φήμης του τόσο ως ατόμου, όσο και ως μεγαλοεπιχειρηματία. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, κατόπιν: α) παραδεκτής μερικής παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, ως προς το αίτημα καταβολής ποινικής ρήτρας, για τις υπ' αριθ. 13 και 14 περιπτώσεις κατάπτωσης (από 14-1-2006 έγκληση και από 20-7-2007 προσφυγή κατά διάταξης Εισαγγελέως), ποσού 20.000.000 δολαρίων ΗΠΑ και β) παραδεκτής εν μέρει μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό και ειδικότερα κατά το 95% του αιτούμενου ποσού των 170.000.000 δολαρίων ΗΠΑ για καταπεσούσα ποινική ρήτρα και κατά το ποσό των 9.500.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ζήτησε: 1) κυρίως μεν να υποχρεωθεί o εναγόμενος να του καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ, κατά το χρόνο πληρωμής, των 8.500.000 δολαρίων ΗΠΑ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να του καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ, κατά το χρόνο πληρωμής, των 161.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, επικουρικά δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η συνομολόγηση της ρήτρας σε δολάρια ΗΠΑ, να προβεί το Δικαστήριο σε προσδιορισμό της δίκαιης αντιπαροχής του αντιδίκου του με κρίση "αγαθού ανδρός", καθορίζοντας αυτή στο συνολικό ποσό των 171.461.775,50 ευρώ και ακολούθως να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για την αιτία αυτή το επιμέρους ποσό των 8.573.088,70 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι έχει υποχρέωση να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 162.888.686,80 ευρώ, και 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 500.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει για την ίδια αιτία το ποσό των 9.500.000 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1792/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία το τελευταίο: 1) απέρριψε ως απαράδεκτα λόγω δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθ. 1630/2006 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... α) τα κυρίως υποβληθέντα αιτήματα (καταψηφιστικό και αναγνωριστικό) για επιδίκαση του ισόποσου σε ευρώ, κατά το χρόνο πληρωμής, συνολικού ποσού των 170.000.000 δολαρίων ΗΠΑ και β) τα αιτήματα (καταψηφιστικό και αναγνωριστικό) για επιδίκαση του συνολικού ποσού των 10.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που στηρίζονταν στις προσβολές της προσωπικότητας του ενάγοντος μέσω της έγερσης των πέντε πρώτων αγωγών του εναγομένου των ετών 1999, 2001, 2002 και 2003, 2) απέρριψε ως μη νόμιμα τα επικουρικά αιτήματα (καταψηφιστικό και αναγνωριστικό) για επιδίκαση του συνολικού ποσού των 171.461.775,50 ευρώ, 3) δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη αναφορικά με τα αιτήματα (καταψηφιστικό και αναγνωριστικό) για επιδίκαση του συνολικού ποσού των 10.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που στηρίζονταν στις προσβολές της προσωπικότητας του ενάγοντος μέσω των δικαστικών ενεργειών του εναγομένου, εξαιρουμένων των προαναφερθεισών πέντε (5) αγωγών του και 4) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσία βάσιμη, ως προς την τελευταία αυτή βάση της, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 100.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι διάδικοι τις από 13.3.2019 και 15.3.2019, αντίστοιχα, αντίθετες εφέσεις τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο με την υπ` αριθ. 2760/2021 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε εν μέρει την υπ' αριθ. 1792/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία και δέχθηκε τελικά εν μέρει και ως ουσία βάσιμη, και αφενός μεν αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 72.114.805,62 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης σ' αυτόν της άνω απόφασης, αφετέρου δε υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.723.088,70 ευρώ, εκ των οποίων το μεν ποσό των 8.573.088,70 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης σ' αυτόν της άνω απόφασης, το δε ποσό των 150.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Μετά τη συζήτηση των άνω εφέσεων (27.2.2020) και πριν την έκδοση της απόφασης του Εφετείου (7.6.2021) και δη την 24.5.2021 απεβίωσε ο εναγόμενος - εφεσίβλητος - εκκαλών Κ. Α. (βλ. την υπ' αριθ. 13…./26.5.2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ...), ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. Π. και τα τέκνα του Π. Α. και Γ. Α. (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 8770/2.6.2021 πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών του Δήμου .....). Επιπλέον, την 1.9.2021 δημοσιεύθηκαν στο Ειρηνοδικείο .... οι από 4.7.2017, 20.2.2018, 19.11.2018 και 11.2.2020 μυστικές διαθήκες του θανόντος, με τις οποίες αυτός κατέλιπε ως μόνους κληρονόμους του, στα διαλαμβανόμενα σ' αυτές ακίνητά του, τους άνω σύζυγο και τέκνα του. Οι Π. Α. και Γ. Α. αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής, με τις από 24.9.2021 δηλώσεις τους ενώπιον της γραμματείας του δικαστηρίου της κληρονομίας, ήτοι του Ειρηνοδικείου ... συντάχθηκαν δε για τις σχετικές δηλώσεις τους οι υπ' αριθ. 1503/2021 και 1504/2021 για τον πρώτο και 1501/2021 και 1502/2021 για τον δεύτερο εκθέσεις δήλωσης αποδοχής κληρονομίας επ' ωφελεία απογραφής, τόσο για την εξ αδιαθέτου όσο και για την εκ διαθήκης κληρονομία. Ακολούθως, ως καθολικοί διάδοχοι του αρχικώς εναγομένου, άσκησαν την από 7.10.2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω απόφασης του Εφετείου ... Εξάλλου, και η σύζυγος του αποβιώσαντος Κ. Α., ήτοι η Ε. Π., αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής, με δήλωσή της ενώπιον της γραμματείας του δικαστηρίου της κληρονομίας, ήτοι του Ειρηνοδικείου ... συντάχθηκαν δε οι υπ' αριθ. 2013/2021 και 2011/2021 εκθέσεις δήλωσης αποδοχής κληρονομίας επ' ωφελεία απογραφής, τόσο για την εξ αδιαθέτου όσο και για την εκ διαθήκης κληρονομία. Στη συνέχεια, η παραπάνω σύζυγος του αποβιώσαντος Κ. Α., υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου του τελευταίου, άσκησε την από 12.1.2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1251/2021, ΑΠ 102/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Λάμπρος Κιτσαράς, ο οποίος δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα της δεύτερης αίτησης, ήτοι η Ε. Π., απεβίωσε στις 9.1.2023, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίσης δεύτερης αίτησης αναίρεσης, και προσκόμισε την από 9-2-2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου .... Περαιτέρω, δήλωσε ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου της αναιρεσείουσας συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ήτοι η κόρη της Α. Π. (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 19688/25.1.2023 πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών του Δήμου ..., τα υπ' αριθ. πρωτ. 737/31.1.2023 και 247/30.1.2023 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου ... και το υπ' αριθ. πρωτ. 386/2.2.2021 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Κέρκυρας). Ενόψει τούτων, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως από την άνω κληρονόμο της θανούσας, η οποία και συνεχίζει τη δίκη, προβαίνοντας μάλιστα στη συνέχεια και στην άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, για τους οποίους θα γίνει λόγος παρακάτω. Κατά το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, που κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, ορίζεται ότι "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από τα αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της (Ολ.ΑΠ 1235/1982, ΑΠ 743/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της πρώτης κρινόμενης από 7-10-2021 αίτησης, για αναίρεση της 2760/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., ορίστηκε, με επίσπευση του αναιρεσίβλητου, η 27-3-2023 και μετά αίτηση προτίμησης των αναιρεσειόντων η 26-9-2022, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε, με αίτηση του αναιρεσίβλητου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-4-2023). Οι αναιρεσείοντες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, αρχικά με το από 14-6-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 14-6-2022, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο και πολύ περισσότερο πριν την ορισθείσα, μετά από αναβολή, ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, κατά την οποία άρχισε η εκδίκασή της, στις 24-4-2023. Από την υπ' αριθ. 8830ΣΤ'/14-6-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Ν. Χ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και νόμιμο αντίκλητο του αναιρεσίβλητου, ο οποίος και επέσπευσε τη συζήτηση, Μιχάλη Δημητρακόπουλο, στις 14-6-2022, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο και πολύ περισσότερο πριν την μετ' αναβολήν ορισθείσα δικάσιμο. Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες άσκησαν και άλλους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, με το από 14-3-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 14-3-2023, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα, μετά από αναβολή, ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, κατά την οποία άρχισε η εκδίκασή της, στις 24-4-2023. Από την υπ' αριθ. 3139Β'/15-3-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Δ. Δ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και νόμιμο αντίκλητο του αναιρεσίβλητου, στις 15-3-2023, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ως άνω μετ' αναβολήν ορισθείσα δικάσιμο. Επομένως, αφού η κατάθεση και επίδοση των άνω δικογράφων των προσθέτων λόγων έγινε τριάντα και πλέον ημέρες πριν από τη δικάσιμο που συζητήθηκε η υπόθεση και είναι αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την άνω από 7.10.2021 πρώτη αίτηση αναιρέσεως. Περαιτέρω, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της δεύτερης από 14-1-2022 αίτησης, για αναίρεση της 2760/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., ορίστηκε, με επίσπευση της αρχικώς αναιρεσείουσας, Ε. Π., η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (24-4-2023). Στη συνέχεια, η ήδη αναιρεσείουσα, Α. Π., ενεργούσα ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της άνω αρχικώς αιτούσας, ήτοι της Ε. Π., άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 17-3-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 21-3-2023, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Από τις υπ' αριθ. 11701Β/21-3-2023 και 11702Β/21-3-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Α. Κ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η ήδη αναιρεσείουσα, η δικαιοπάροχος της οποίας επέσπευσε τη συζήτηση, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε τόσο στον αναιρεσίβλητο όσο και στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό του Μιχάλη Δημητρακόπουλο, στις 21-3-2023, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως, και οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την άνω από 14.1.2022 δεύτερη αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1282/2018). Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Από τις άνω δε διατάξεις συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως, και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006). Ειδικότερα, έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 893/2019). Τέλος, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 362/1945, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ) και ίσχυε μέχρι την κατάργηση των σχετικών απαγορεύσεων από το άρθρο 5 του ν. 2842/2000, "1. Πάσα δικαιοπραξία έγγραφος ή προφορική εξ ης πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις προς καταβολήν τιμήματος ή μισθώματος πράγματος ή αμοιβής πάσης φύσεως υπηρεσιών ή έργου υπέρ προσώπου διαμένοντας εν Ελλάδι δύναται να συνομολογήται μόνον εις δραχμάς. 2. Η ρήτρα εν δικαιοπραξία δι` ης, παρά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου, συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις εν Ελλάδι εις χρυσόν, χρυσά νομίσματα ή συνάλλαγμα, ή εις δραχμάς μεν ων όμως το ποσόν αφίεται να προσδιορισθή εκ της τιμής του χρυσού ή των χρυσών νομισμάτων ή του συναλλάγματος ή του τιμαρίθμου, είναι άκυρος. Εν τη περίπτωση ταύτη, το αρμόδιον δικαστήριον προσδιορίζει κατά την κρίσιν αγαθού ανδρός την δικαίαν αντιπαροχήν, ήτις όμως δεν δύναται να είναι ανωτέρα του εις δραχμάς ισαξίου του εν τη ρήτρα αναφερομένου ποσού χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή συναλλάγματος επί τη βάσει της κατά το άρθρο 2 του παρόντος νομίμου τιμής αυτών κατά την ημέραν της συνομολογήσεως της δικαιοπραξίας, εφ` όσον και το ούτω προκύπτον ποσόν εις δραχμάς δεν ήθελε θεωρηθή ως υπέρογκον". Από τις διατάξεις αυτές, που έχουν, κατά τη διασταλτική τους ερμηνεία, εφαρμογή σε κάθε εν ζωή δικαιοπραξία, με την οποία συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις σε χρυσό ή ξένο νόμισμα (Ολ.ΑΠ 21/1990), προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, εξαιρουμένων των διεθνών συναλλαγών, α) κάθε δικαιοπραξία, από την οποία πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις για καταβολή υπέρ προσώπου που διαμένει στην Ελλάδα, μπορεί να συνομολογείται μόνο σε δραχμές, β) η ρήτρα συναλλάγματος στις δικαιοπραξίες αυτές είναι άκυρη και γ) σε περίπτωση συνομολογήσεως τέτοιας ρήτρας, το δικαστήριο προσδιορίζει κατά την κρίση αγαθού ανδρός τη δίκαιη αντιπαροχή, η οποία όμως δεν μπορεί να είναι ανώτερη από το δραχμικό (ήδη ευρώ) ποσό που προκύπτει από την, κατά τη σύναψη της συμβάσεως, αντιστοιχία μεταξύ της δραχμής και του προβλεπόμενου από τη ρήτρα ποσού των ξένων νομισμάτων, εφόσον και το δραχμικό ποσό που προκύπτει με τον τρόπο αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρογκο (ΑΠ 1855/2009, ΑΠ 2196/2009, ΑΠ 998/2006, ΑΠ 59/1994). Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι σε περίπτωση συνομολόγηση υποχρέωσης του οφειλέτη να καταβάλει τη συνομολογηθείσα οφειλή του, κατά παράβαση των άνω διατάξεων, σε συνάλλαγμα, άκυρη είναι μόνο η σχετική περί συναλλάγματος ρήτρα, όχι όμως και η σύμβαση, η δε συνομολογηθείσα σε συνάλλαγμα αντιπαροχή, προσδιορίζεται, κατά τα άνω, από το δικαστήριο (ΑΠ 1855/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της πρώτης από 7.10.2021 αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 16 και 1 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθ. 1630/2006 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλομένη), ζήτημα του παραδεκτού ή μη της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική της βάση, κρίνοντας, εσφαλμένως, και δη αυτοτελώς, άλλως σε συνδυασμό με την ευθεία παράβαση του άρθρου 4 παρ. 2 β' του α.ν. 362/1945, ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο για το ζήτημα αυτό. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν άσκησης από τον εναγόμενο των στρεφόμενων κατά του ενάγοντος και απευθυνόμενων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 183491/11542/17-12-2003 και 111093/6612/3-8-2004 αγωγών, ο ενάγων άσκησε τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 59852/30-4-2004, 21158/1243/11-2-2005 και 101103/5922/1-7-2005 ανταγωγές, με τις οποίες, επικαλούμενος, αφενός μεν την επανειλημμένη (πέντε φορές) κατάπτωση της προβλεφθείσας στην από 2-3-2000 "σύμβαση συμβιβασμού (ΑΚ 871)" ποινικής ρήτρας και ειδικότερα την, κατά παράβαση της συμφωνίας τους, άσκηση σε βάρος του των από 12-3-2001, 4-6-2002, 15-12-2003, 28-7-2004 και 23-5-2005 αγωγών, αφετέρου δε την προσβολή της προσωπικότητάς του δια των ισχυρισμών που περιλαμβάνονταν στις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 81201/9094/1-11-1999, 81204/9095/1-11-1999, 34135/2233114-3-2001, 77050/459314-6-2002 και 183491/11542/17-12-2003 αγωγές και την εξ αυτού του λόγου πρόκληση ηθικής βλάβης, για την αποκατάσταση της οποίας εδικαιούτο χρηματική ικανοποίηση, ζήτησε να του επιδικαστεί για την πρώτη περίπτωση το συνολικό ποσό των 50.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., άλλως το ισόποσο αυτών σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής και για τη δεύτερη περίπτωση το ποσό των 10.000.000 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ... συνεκδίκασε τις άνω αγωγές και ανταγωγές και εξέδωσε την υπ' αριθ. 1630/2006 οριστική απόφασή του, η οποία έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη μετά την απόρριψη, με την υπ' αριθ. 3800/2007 απόφαση του Εφετείου ..., της κατ' αυτής ασκηθείσας έφεσης του εναγομένου, αλλά και αμετάκλητη, μετά την απόρριψη, με την υπ' αριθ. 1611/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης κατά της άνω απόφασης του Εφετείου ... Με την ως άνω απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., απέρριψε, ως μη νόμιμες, τις ανταγωγές αναφορικά με το κύριο και το επικουρικό αίτημα επιδίκασης καταπεσούσας ποινής με τις ακόλουθες, κατά το ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση ζήτημα, παραδοχές: "Όσον αφορά τις ανταγωγές, δεν είναι νόμιμη η δεύτερη και η τρίτη από αυτές (με αριθ. κατάθ. 21158/1243/11.2.2005 και 101103/5922/11.2.2005 αντίστοιχα, παραπάνω υπό V και VI), αφού η ποινική ρήτρα, στην οποία εκείνες στηρίζονται, συμφωνήθηκε σε δολάρια Η.Π.Α., στις 2.3.2000, δηλαδή σε χρόνο που ίσχυε η νομοθεσία για την προστασία του εθνικού νομίσματος και επομένως είναι άκυρη, ενώ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ποινική ρήτρα αφορά διεθνή συναλλαγή (οπότε θα ήταν έγκυρη), πρωτίστως διότι ο αντενάγων δεν επικαλείται κάτι τέτοιο και σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι η έδρα της οικονομίας αυτού ή του αντεναγομένου βρίσκεται σε κράτος διαφορετικό του ελληνικού και ότι σε τέτοιο κράτος θα εκτελείτο η υποχρέωση καταβολής της ποινικής ρήτρας. Συνακόλουθα, η άκυρη συμφωνία ποινικής ρήτρας δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα των ανταγωγών για καταβολή δολαρίων Η.Π.Α. (10.000.000) ή το επικουρικό για καταβολή του ισάξιου αυτών σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής, στο οποίο (επικουρικό), εξάλλου, δεν περιλαμβάνεται το ποιοτικά διάφορο αίτημα (που θα ήταν επιτρεπτό) για τον προσδιορισμό κατά την κρίση αγαθού άνδρα και την καταβολή του ισάξιου σε δραχμές (ήδη σε ευρώ) κατά την ημέρα συνομολόγησης της άκυρης ρήτρας .... Για τον ίδιο πιο πάνω λόγο, μη νόμιμη είναι και η πρώτη από τις ανταγωγές (με αριθ. κατάθ. 59852/3534/30.4.2004, παραπάνω υπό IV), κατά το μέρος της που αφορά την καταβολή ποινικής ρήτρας (30.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. ή το ισόποσο αυτών σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής...
Συνεπώς, ανακεφαλαιώνοντας, μετά ατό όλα τα παραπάνω, οι αγωγές πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, όπως και η δεύτερη και τρίτη από τις ανταγωγές και να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η πρώτη από τις ανταγωγές...". Αντίθετα, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 59852/3534/30-4-2004 ανταγωγή, αναφορικά με το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αναγνωρίζοντας ότι ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 100.000 ευρώ. Περαιτέρω, επί της μεταγενέστερης από 9.2.2012 ένδικης αγωγής, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζήτησε, κυρίως μεν να υποχρεωθεί o εναγόμενος να του καταβάλει, για καταπεσούσες ποινικές ρήτρες, το ισόποσο σε ευρώ, κατά το χρόνο πληρωμής, των 8.500.000 δολαρίων ΗΠΑ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να του καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ, κατά το χρόνο πληρωμής, των 161.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, επικουρικά δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η συνομολόγηση της ρήτρας σε δολάρια ΗΠΑ, να προβεί το Δικαστήριο σε προσδιορισμό της δίκαιης αντιπαροχής του αντιδίκου του με κρίση "αγαθού ανδρός", καθορίζοντας αυτή στο συνολικό ποσό των 171.461.775,50 ευρώ και ακολούθως να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για την αιτία αυτή το επιμέρους ποσό των 8.573.088,70 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι έχει υποχρέωση να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 162.888.686,80 ευρώ, εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 1792/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία το τελευταίο απέρριψε ως απαράδεκτα λόγω δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθ. 1630/2006 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., τα κυρίως υποβληθέντα αιτήματα (καταψηφιστικό και αναγνωριστικό) για επιδίκαση του ισόποσου σε ευρώ, κατά το χρόνο πληρωμής, συνολικού ποσού των 170.000.000 δολαρίων ΗΠΑ και ως μη νόμιμα τα επικουρικά αιτήματα (καταψηφιστικό και αναγνωριστικό) για επιδίκαση του συνολικού ποσού των 171.461.775,50 ευρώ, αφού έγινε δεκτό α) ότι υφίσταται δεδικασμένο απορρέον από την υπ' αριθ. 1630/2006 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο εμποδίζει το Δικαστήριο να προβεί σε εκ νέου κρίση επί του κυρίως προβαλλόμενου αιτήματος επιδίκασης της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας και δη στο σύνολό του, διότι η σχετική αξίωση του ενάγοντος έχει ήδη εισαχθεί προς παροχή έννομης προστασίας έναντι του ιδίου εναγομένου, στηριζόμενη στην αυτή ιστορική και νομική αιτία (κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού και παρεπόμενης σύμβασης ποινικής ρήτρας, παράβαση των συμφωνηθέντων εκ μέρους του εναγομένου δια της προσφυγής του στη δικαιοσύνη, με τις αναφερόμενες ενέργειές του και κατάπτωση των ποινών) και απορρίφθηκε τελεσίδικα ως μη νόμιμη, δηλαδή για λόγους ουσιαστικούς, με την κρίση ότι ο όρος της επίδικης δικαιοπραξίας περί καταβολής της ποινής σε ξένο νόμισμα είναι άκυρος, διότι τέθηκε σε χρόνο ισχύος των τιθέμενων προς προστασία του εθνικού νομίσματος απαγορεύσεων των εσωτερικών συναλλαγών, όπως ήταν η προκείμενη, σε ξένο νόμισμα, και β) ότι δεν υφίσταται κώλυμα λόγω δεδικασμένου ως προς την εξέταση του επικουρικώς προβαλλόμενου αγωγικού αιτήματος, περί προσδιορισμού του ποσού της ποινικής ρήτρας, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης συμβιβασμού, με κρίση αγαθού ανδρός, σε δραχμές και ήδη σε ευρώ και, ακολούθως, του αιτήματος εν μέρει αναγνώρισης ως οφειλόμενου και εν μέρει καταψήφισης του συνολικού ποσού των 171.775,50 ευρώ, δεδομένου ότι το σχετικό δικαίωμα του ενάγοντος δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, καθότι τέτοιο αίτημα ουδέποτε προβλήθηκε εκ μέρους του ήδη ενάγοντος. Με βάση τα ανωτέρω, απορρίφθηκαν οι αντίθετοι ισχυρισμοί περί του δεδικασμένου τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγομένου. Κατά της άνω απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 13.3.2019 έφεσή του, παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, με τον Β. 1 λόγο της έφεσής του, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των περί δεδικασμένου διατάξεων του ΚΠολΔ, που είχε ως συνέπεια ν' απορριφθεί η αγωγή του ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, απορρέοντος από την τελεσίδικη υπ' αριθ. 1630/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., αναφορικά με το κύριο αίτημα αυτής για επιδίκαση, λόγω ποινικής ρήτρας, του ισόποσου σε ευρώ των 170.000.000 δολαρίων ΗΠΑ. Κατά τη συζήτηση της έφεσης αυτής, ο εναγόμενος επανέφερε με τις προτάσεις του, προς αντίκρουση της άνω έφεσης, τους ισχυρισμούς που είχε προβάλλει πρωτοδίκως, μεταξύ των οποίων και τον ισχυρισμό ότι η αγωγή του αντιδίκου του είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 1630/2006 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., καθόσον αυτό καταλαμβάνει και το ως άνω επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής. Το Εφετείο, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' αρχάς τον άνω λόγο της έφεσης του ενάγοντος, δεχόμενο ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 1630/2006 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... εμποδίζει να κριθεί εκ νέου η ισχύς της συνομολογηθείσας, μεταξύ των διαδίκων, ποινής σε συνάλλαγμα, που συνδέεται με το κυρίως υποβαλλόμενο αγωγικό αίτημα για επιδίκαση, ως καταπεσούσας ποινής, του ισόποσου σε ευρώ των 170.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. Στη συνέχεια, αφού έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι το θεμελιούμενο στην εν λόγω συμφωνία ποινικής ρήτρας επικουρικό αγωγικό αίτημα για προσδιορισμό με κρίση αγαθού ανδρός της αντιπαροχής (ποινής) του εναγομένου (ο οποίος φέρεται ότι, προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη για σχέσεις που είχαν αποτελέσει αντικείμενο του συμβιβασμού, παραβίασε αυτόν) είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. β' του α.ν. 362/1945, απέρριψε, μεταξύ άλλων, και τον ισχυρισμό του εναγομένου περί απαραδέκτου και του άνω επικουρικού αιτήματος της αγωγής, λόγω δεδικασμένου, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "i) Το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 1630/2006 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... δεν καταλαμβάνει το εν λόγω αίτημα, καθόσον αυτό δεν υποβλήθηκε στη δίκη εκείνη με τις ανταγωγές, όπως άλλωστε δέχθηκε το Δικαστήριο με την παραπάνω απόφασή του, αναφέροντας ότι "η άκυρη συμφωνία ποινικής ρήτρας δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα των ανταγωγών για καταβολή δολαρίων Η.Π.Α. (10.000.000) ή το επικουρικό για καταβολή του ισάξιου αυτών σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής, στο οποίο (επικουρικό), εξάλλου, δεν περιλαμβάνεται το ποιοτικά διάφορο αίτημα (που θα ήταν επιτρεπτό) για τον προσδιορισμό κατά την κρίση αγαθού άνδρα και την καταβολή του ισάξιου σε δραχμές (ήδη σε ευρώ) κατά την ημέρα συνομολόγησης της άκυρης ρήτρας", αλλά ούτε και είχε εξουσία το Δικαστήριο εκείνο να εφαρμόσει εκ του νόμου, αυτεπαγγέλτως, αντίθετα προς την καθιερούμενη στο άρθρο 106 ΚΠολΔ αρχή της διάθεσης, τη διάταξη του άρθρου 4 & 2 εδ. β' του v. 362/1945, ώστε αυτή να αποτελέσει νομικό θεμέλιο των ανταγωγών και να καταστεί αντικείμενο της δίκης εκείνης το ζήτημα του προσδιορισμού της καταπεσούσας ποινής με κρίση αγαθού ανδρός. Επομένως, ελλείπει η προϋπόθεση της ταυτότητας του αντικειμένου της διαφοράς (άρθρο 324 ΚΠολΔ), προκειμένου να παραχθεί δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 1630/2006 απόφαση του Πολυμελούς ... και τη σχετική, επί άλλου αντικειμένου διαφοράς, απορριπτική κρίση του.". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 KΠολΔ και 4 παρ. 2β' α.ν. 362/1945, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 16 και 1, καθόσον, με βάση τις παραδοχές της άνω προαναφερθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, δεν συνάγεται δεδικασμένο ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα και δη ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, καθόσον τέτοια βάση δεν είχε περιληφθεί στις ως άνω ασκηθείσες από τον αναιρεσίβλητο ανταγωγές και γι' αυτό το δικάσαν τις ανταγωγές ως άνω Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τη βάση αυτή, δεδομένου μάλιστα ότι ο αναιρεσίβλητος με τις ανταγωγές αυτές θεωρούσε ότι η συμφωνία της ποινικής ρήτρας σε δολάρια ΗΠΑ ήταν έγκυρη, ως αφορώσα διεθνή συναλλαγή και γι' αυτό δεν περιέλαβε, επικουρικά, αίτημα περί προσδιορισμού του ποσού της ποινικής ρήτρας, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης συμβιβασμού, με κρίση αγαθού ανδρός, ούτε άλλωστε επικαλέστηκε και τα σχετικά προσδιοριστικά στοιχεία, με συνέπεια να μη δημιουργείται δεδικασμένο για τη συγκεκριμένη αξίωση. Επομένως, ο πρώτος κύριος λόγος της από 7.10.2021 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ). Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ` ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι` αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος. (Ολ. Α.Π. 578/1980). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού. Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν (ΑΠ 125/2022, ΑΠ 984/2021, ΑΠ 876/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται πλήρως για τον καθένα το δικαίωμα προσβάσεως στα Ελληνικά δικαστήρια και παροχής πλήρους έννομης προστασίας από αυτά (Ολ.ΑΠ 8/2003). Το δικαίωμα αυτό είναι θεμελιώδες και εντάσσεται στον πυρήνα της έννομης τάξης της Ελλάδας, διαπνέει δε όλο το ελληνικό ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο και εξειδικεύεται με ποικίλες εκφάνσεις. Έτσι κατά το ελληνικό δίκαιο δεν είναι καν νοητός και ανεκτός ο εκ των προτέρων αποκλεισμός στην παροχή δικαστικής προστασίας ή η παρεμβολή προσκομμάτων και εμποδίων, που τη δυσχεραίνουν. Τέτοιο εμπόδιο αποτελεί και η επιβαλλόμενη στον προσφεύγοντα ενώπιον των δικαστηρίων καταβολή αποζημιώσεως, η οποία επιδικάζεται εις βάρος του ακριβώς διότι ζήτησε δικαστική προστασία, διότι αυτή αντιστρατεύεται σε θεμελιώδες δικαίωμά του και δεν θίγει αμιγώς οικονομικά του συμφέροντα. Και η ελληνική έννομη τάξη προβλέπει βεβαίως με σειρά δικονομικών διατάξεων κυρώσεις επί τυχόν καταχρηστικών δικονομικών συμπεριφορών. Ειδικότερα προβλέπεται η επιβολή των δικαστικών εξόδων εις βάρος του ηττώμενου διαδίκου (άρθ. 176 ΚΠολΔ), η οποία όμως γίνεται από το δικαστήριο κατά την έκδοση της οριστικής του απόφασης επί της διαφοράς, οπότε έχει αυτή πλέον κριθεί, ενώ κατά τα προγενέστερα στάδια έκαστος διάδικος προκαταβάλει τα έξοδα για κάθε διαδικαστική ενέργεια στην οποία προβαίνει (άρθ. 173 παρ. 1-3 ΚΠολΔ), εκτός συγκεκριμένων ρητώς προβλεπομένων περιπτώσεων (προκαταβολή τους από τον εναγόμενο στον ενάγοντα επί αξιώσεων διατροφής ή αξιώσεων από συγκεκριμένες αδικοπραξίες με θύματα ενηλίκους ή ανηλίκους: άρθ. 173 παρ. 4, 5 ΚΠολΔ). Προβλέπεται επίσης η επιβολή των δικαστικών εξόδων (με την έκδοση της οριστικής απόφασης) ακόμη και εις βάρος του νικήσαντος ενάγοντος, αν αυτός δεν τήρησε το καθήκον αληθείας ή είναι υπαίτιος άλλων καταχρηστικών δικονομικών συμπεριφορών (άρθ. 185 ΚΠολΔ), η επιβολή με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου χρηματικής ποινής τάξης στον στρεψόδικο διάδικο, που άσκησε προφανώς αβάσιμο ένδικο βοήθημα ή μέσο, ή διεξήγαγε τη δίκη παρελκυστικώς ή δεν τήρησε τους κανόνες των χρηστών ηθών κλπ (άρθ. 205 ΚΠολΔ), καθώς και η δυνατότητα επιβολής δικαστικής δαπάνης για την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης στον αιτούντα αυτήν (άρθ. 241 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, γίνεται δεκτό ότι η δια ψευδών ισχυρισμών καταχρηστική δικονομική συμπεριφορά ενάγοντος συνεπάγεται και υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου του εναχθέντος, στηριζόμενη σε αδικοπραξία (άρθρα 914, 919 Αστικού Κώδικα), μόνον όμως αν δεν αντιμάχεται το δεδικασμένο, που απορρέει από την απόφαση, που τελικά εκδόθηκε επί της αγωγής του ενάγοντος, δηλαδή μόνον εάν η αγωγή του απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σ` αυτή την περίπτωση ο διάδικος, που έχει υποστεί βλάβη από την έγερση της αγωγής εκείνης, μπορεί να αξιώσει από τον παραβάτη αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, που υπέστη (και επί πλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη) και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη (ΑΠ 820/2021, ΑΠ 1480/2017). Καταφανής καθίσταται και κατά την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος από την ελληνική νομολογία η υποχρέωση των δικαστηρίων να διαφυλάξουν κατ' αρχήν το θεμελιώδες δικαίωμα του ενάγοντος να προσφύγει στα δικαστήρια, ακόμη κι αν η συμπεριφορά του μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, χωρίς να είναι επιτρεπτή η καθ' οιονδήποτε τρόπο προληπτική, προδικάζουσα το αποτέλεσμα της δίκης επί της αγωγής του ή επιδικάζουσα πριν την έκβαση της σχετικής δίκης δικαστική δαπάνη εν είδει αποζημιώσεως, παρέμβαση των δικαστηρίων προς αποτροπή της αιτούμενης δικαστικής προστασίας (ΑΠ 820/2021, ΑΠ 804/2018). Υπό τα δεδομένα αυτά, αν πριν από τη δίκη ανελήφθη από ένα συμβαλλόμενο μέρος η υποχρέωση της μη προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για τη διεκδίκηση της αξιώσεώς του κατά του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, αλλά στη συνέχεια ο υποσχεθείς, επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη προς τη συμφωνία αυτή, προσφεύγει στο δικαστήριο για τη διεκδίκηση των αξιώσεών του κατά τρόπο διαφορετικό και ευνοϊκότερο γι' αυτόν σε σύγκριση με το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής, δεν πρόκειται για καταχρηστική δικονομική συμπεριφορά καλυπτόμενη από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά για αντισυμβατική διαγωγή αποκρουόμενη με την ένσταση από την σύμβαση και με τις συνέπειες που προβλέπονται στο νόμο για την παράβαση αυτή της συμβάσεως. Και τούτο γιατί διαφορετικά ο διάδικος θα εστερείτο το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο κατά την αδιάστικτη διατύπωση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, εξασφαλίζεται και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 ΚΠολΔ ή της σχετικώς συναφθείσης συμβάσεως (ΑΠ 1231/2002). Τέλος, η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπόμενη σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σ` αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως μεν στοχεύει ως ένα μέσον πιέσεως στην εξασφάλιση της εκπληρώσεως της κύριας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημιώσεως, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του (άρθρο 505 παρ. 2 ΑΚ). Μεταξύ των προϋποθέσεων της γνήσιας ποινικής ρήτρας είναι η ύπαρξη κύριας ενοχής, η τύχη της οποίας αμέσως επηρεάζει και εκείνη της παρεπόμενης ενοχής της ποινικής ρήτρας, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 408 ΑΚ, αν η υπόσχεση της παροχής είναι άκυρη, άκυρη είναι και η ποινική ρήτρα, έστω και αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της κύριας ενοχής (ΑΠ 17/2011, ΑΠ 554/2011, ΑΠ 611/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του ήδη θανόντος πατέρα και συζύγου των αναιρεσειόντων, Κ. Α., την από 9.2.2012 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία εξέθετε ότι με τη συναφθείσα μεταξύ αυτού και του εναγομένου από 2-3-2000 "σύμβαση συμβιβασμού", της οποίας το πλήρες περιεχόμενο ενσωματώνεται στην αγωγή, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση αφενός μεν να παραιτηθεί με τον αρμόζοντα δικονομικό τρόπο τόσο από τα δικόγραφα, όσο και από τα δικαιώματα των παραπάνω δύο αγωγών, δεχόμενος ότι η διαχείριση των οικογενειακών υποθέσεων από τον ενάγοντα έγινε κατά τρόπο διασφαλιστικό των συμφερόντων της οικογένειας Α. και επομένως και του εναγομένου, αφετέρου δε να μην επανέλθει με τις ίδιες ή άλλες αιτιάσεις κατ' αυτού, είτε για την αυτή είτε για άλλη αιτία σχετιζόμενη με τη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας, απεκδυόμενος ακόμη και της δυνατότητας προβολής κάθε σχετικού ισχυρισμού που περιέχει έστω και υπόνοια τέλεσης ποινικού αδικήματος από αυτόν για διαχειριστικές πράξεις του, ότι στην ίδια σύμβαση περιλήφθηκε και όρος, κατά τον οποίο οι συμβαλλόμενοι ανέλαβαν αμοιβαίως την υποχρέωση καταβολής ποινικής ρήτρας 10.000.000 δολάρια ΗΠΑ εκάστοτε, εάν οποιοσδήποτε απ' αυτούς επανέφερε αντιδικία σχετική με την παραπάνω διεκδίκηση και ότι ο εναγόμενος παραβίασε τη συμβατική του αυτή υποχρέωση με τις επακριβώς προσδιοριζόμενες συνολικά 19 δικαστικές ενέργειές του (αγωγές, ένδικα μέσα, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, μηνύσεις κ.λ.π.), με αποτέλεσμα να καταπέσει ισάριθμες φορές η ποινική ρήτρα και να του οφείλει ο εναγόμενος για την αιτία αυτή το ποσό των 190.000.000 δολάρια ΗΠΑ, άλλως, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας σε δολάρια ΗΠΑ είναι άκυρη, το ποσό των 191.633.749,082 ευρώ, που αποτελεί την κατ' άρθρο 4 & 2 εδ. β' του α.ν. 362/1945 δίκαιη αντιπαροχή με βάση το ισάξιο σε δραχμές, στις 2-3-2000, των 190.000.000 δολαρίων ΗΠΑ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά παραδεκτή μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ως προς το αίτημα καταβολής ποινικής ρήτρας, για τις υπ' αριθ. 13 και 14 περιπτώσεις κατάπτωσης και εν μέρει μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, κυρίως μεν να υποχρεωθεί o εναγόμενος να του καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ, κατά το χρόνο πληρωμής, των 8.500.000 δολαρίων ΗΠΑ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να του καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ, κατά το χρόνο πληρωμής, των 161.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, επικουρικά δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η συνομολόγηση της ρήτρας σε δολάρια ΗΠΑ, να προβεί το Δικαστήριο σε προσδιορισμό της δίκαιης αντιπαροχής του αντιδίκου του με κρίση "αγαθού ανδρός", καθορίζοντας αυτή στο συνολικό ποσό των 171.461.775,50 ευρώ και ακολούθως να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για την αιτία αυτή το επιμέρους ποσό των 8.573.088,70 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι έχει υποχρέωση να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 162.888.686,80 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1792/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως προς τα άνω αιτήματα και δη ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, ως προς τα κύρια αιτήματα, και ως μη νόμιμη, ως προς τα επικουρικά αιτήματα, με την αιτιολογία ότι περιεχόμενο της εκ μέρους του εναγομένου υποχώρησης, στα πλαίσια του άνω συμβιβασμού, ήταν όχι μόνον η παραίτησή του από τις ήδη ασκηθείσες με αριθμούς καταθέσεως 81201/9094/1.1.1999 και 81204/9095/1.11.1999 αγωγές, αλλά και η παραίτησή του από το δικαίωμά του να προσφύγει ενώπιον των πολιτικών αλλά και των ποινικών ακόμη δικαστηρίων, αιτούμενος την παροχή έννομης προστασίας, αναφορικά με αξιώσεις του σε βάρος του ενάγοντος, διατεινόμενος είτε τα όσα ισχυρίσθηκε στις προαναφερθείσες αγωγές του είτε άλλα, είτε σχετίζονταν με την αιτία που ήδη είχε επικαλεσθεί, είτε με άλλη σχέση έχουσα με τη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας, με συνέπεια η επίδικη σύμβαση συμβιβασμού κατά το μέρος της που δι' αυτής ο εναγόμενος παραιτείται από την άσκηση δικαιωμάτων του μη απαλλοτριωτών να είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και συνακόλουθα να είναι άκυρη και η τεθείσα προς εξασφάλιση του άνω όρου της σύμβασης ποινική ρήτρα, λόγω του παρακολουθηματικού της χαρακτήρα. Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε ο ενάγων την από 13.3.2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 2760/2021 προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου ..., με την οποία κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η άνω αγωγή είναι νόμιμη, κατά την επικουρική της βάση, με τις εξής ειδικότερα σκέψεις: "Από την εκτίμηση των εκτιθέμενων στο αγωγικό δικόγραφο, στο οποίο περιέχεται αυτούσιο το κείμενο της κρίσιμης για την έρευνα του παραπάνω λόγου έφεσης "σύμβασης συμβιβασμού (871 ΑΚ)", προκύπτει ότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν, κατόπιν αμοιβαίων υποχωρήσεων, ότι ο εξ αυτών εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση αφενός μεν να παραιτηθεί, κατά τον δικονομικώς αρμόζοντα τρόπο, όπως ακολούθως έπραξε, από τα δικόγραφα και τα δικαιώματα των ήδη ασκηθεισών εναντίον του ενάγοντος και εκκρεμουσών προς εκδίκαση υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 81201/1999 και 81204/1999 αγωγών (άρθρο 2) - με τις οποίες ο εναγόμενος, προβάλλοντας ισχυρισμούς περί κοινωνίας δικαιώματος επί της οικογενειακής περιουσίας μεταξύ αυτού, του ενάγοντος και του πατέρα τους, κατ' ίσα μέρη (1/3) και περί κακοδιαχείρισης της ίδιας περιουσίας από τον ενάγοντα, με τη διάπραξη παράνομων πράξεων, προς το συμφέρον του και με κίνδυνο των δικών του συμφερόντων (του εναγομένου), ζητούσε να αναγνωριστεί η ύπαρξη της κοινωνίας δικαιώματος και να διαταχθεί η λύση της και η απόδοση σ' αυτόν του 1/3 του προϊόντος της διανομής, να λάβει τους παραχθέντες καρπούς της κοινωνίας που του αναλογούσαν, ανερχόμενους στο ποσό των € 376.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., καθώς και να προβεί σε λογοδοσία για τη διαχείριση της κοινής περιουσίας - αναγνωρίζοντας συγχρόνως την κατά τρόπο διασφαλιστικό για τα συμφέροντα της οικογένειας Α. διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας (άρθρο 3). Ρητά δε, συμφωνήθηκε επιπλέον, επί λέξει, με το άρθρο 4, ότι "Για τους παραπάνω λόγους o β' συμβαλλόμενος όχι μόνο παραιτείται από τις παραπάνω αγωγές και όσες εξώδικες επιστολές κατά καιρούς απέστειλε, αλλά υπόσχεται ότι ουδέποτε θα επανέλθει με τις ίδιες ή άλλες αιτιάσεις κατά του α' συμβαλλόμενου είτε για την αυτή είτε για άλλη αιτία σχετιζόμενη με την διαχείριση της περιουσίας. Το αυτό, ακριβώς, ισχύει και για τα Διοικητικά Συμβούλια και τους άμεσους συνεργάτες όλων των εταιρειών, οι. οποίες διοικήθηκαν υπό την αιγίδα και φροντίδα του α' συμβαλλομένου. Η αναγνώριση όλων ανεξαιρέτως των διαχειριστικών πράξεων του α' συμβαλλομένου ως εγκύρων σημαίνει ότι ο β' συμβαλλόμενος απεκδύεται της δυνατότητας προβολής οιουδήποτε ισχυρισμού εμπεριέχοντος και υπόνοια ακόμα τέλεσης ποινικού αδικήματος, τόσο από τον α' συμβαλλόμενο, όσο και από τους άμεσους συνεργάτες του και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των υπ' αυτόν εταιρειών", με τον όρο 5, ότι "οι προαναφερόμενες παραδοχές γίνονται με την πλήρη επίγνωση του β' συμβαλλομένου ότι οιαδήποτε απόκλιση από τις παραδοχές αυτές θα προσκρούσει στο άρθρο 281 ΑΚ (κατάχρηση δικαιώματος) ιδιαίτερα δε στην απαγόρευση "ηοη venire contra faclllm proprium". Εγκρίνεται δε απολύτως η από 2-3-2000 δεσμευτική υποσχετική επιστολή του Πατρός των σχετικά με την ιδιοκτησία της Χ. και τα όσα στην επιστολή επιτάσσονται", με τον όρο 7, ότι "Όλοι οι συμμετέχοντες καθ' οιονδήποτε τρόπο στην σύνταξη και υπογραφή της προκείμενης σύμβασης υποχρεούνται σε πλήρη εχεμύθεια" και με το άρθρο 8, ότι "Οι δύο συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν αμοιβαίως την υποχρέωση καταβολής 10.000.000 USD εκάστοτε εάν οιοσδήποτε εξ αυτών επαναφέρει αντιδικία σχέση έχουσα με την ανωτέρω διεκδίκηση". Από το περιεχόμενο, τη διατύπωση και τον αναγκαίο συσχετισμό των αναφερθέντων άρθρων της σύμβασης συμβιβασμού και Ιδίως των άρθρων 4 και 8 αυτής συνάγονται, με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), τα ακόλουθα: α) Αντικείμενο του συμβιβασμού αποτέλεσε αμιγώς περιουσιακό δικαίωμα των διαδίκων (οικογενειακή περιουσία), που είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ως προς το οποίο υφίσταται εξουσία διαθέσεως και συνεπώς επιτρεπτώς χωρούσε παραίτηση από αυτό. β) Η αμφίπλευρη δέσμευση των διαδίκων να μην επαναφέρουν στο μέλλον τη διευθετηθείσα με το συμβιβασμό αντιδικία τους σε σχέση με την οικογενειακή περιουσία δεν αποτελεί απαγορευμένη εκ των προτέρων (πριν τη γένεση του δικαιώματος) παραίτηση από το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη (άρθρο 20 & 1 Συντ) και το υπερνομοθετικής ισχύος δικαίωμα για δίκαιη δίκη (άρθρο 6 & 1 ΕΣΔΑ) σε σχέση με μέλλουσα να ανακύψει μεταξύ τους διαφορά για μη απαλλοτριωτό δικαίωμα, οπότε θα επρόκειτο για απαγορευμένη συμφωνία (άρθρα 174 και 180 ΑΚ) και επιπλέον θα υφίστατο υπέρμετρη δέσμευση της προσωπικής ελευθερίας των μερών (άρθρα 178, 179 ΑΚ), αλλά αναγνωριζόμενη από το δίκαιο, θεμιτή, παραίτηση στα πλαίσια ουσιαστικού και συγχρόνως δικονομικού δικαίου σύμβασης, σύμφωνη με την αρχή της διάθεσης του αντικειμένου της δίκης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και συμβατή με την επίλυση της φιλονικίας τους για γεγεννημένη έννομη σχέση που εκκρεμεί ενώπιον των δικαστικών αρχών, απολύτως δε δικαιολογημένη και αναγκαία για τη διασφάλιση των αποτελεσμάτων του συμβιβασμού στο μέλλον, η οποία, αν και δεν εμποδίζει τα μέρη να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, εντούτοις παρέχει δικαίωμα προβολής δικονομικής ένστασης από τη σύμβαση συμβιβασμού (ένσταση συμβιβασμού) κατά του συμβαλλομένου που άσκησε αντισυμβατικά το δικαίωμα δικαστικής προστασίας αναφορικά με το αντικείμενο του συμβιβασμού. Αντίθετο συμπέρασμα δε συνάγεται από το χωρίο του άρθρου 4 της σύμβασης "... υπόσχεται ότι ουδέποτε θα επανέλθει με τις ίδιες ή άλλες αιτιάσεις κατά του α' συμβαλλόμενου είτε για την αυτή είτε για άλλη αιτία, σχετιζόμενη με την διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας...", καθόσον οι εκεί χρησιμοποιηθείσες φράσεις "ίδιες ή άλλες αιτιάσεις" και "για την αυτή είτε για άλλη αιτία" κρίνεται ότι αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στη διευθετηθείσα με το συμβιβασμό έριδα για την οικογενειακή περιουσία (κοινωνία δικαιώματος, κακοδιαχείριση) και σκοπούν να καλύψουν κάθε νοητή περίπτωση επαναφοράς της ενώπιον των δικαστικών αρχών με επίκληση είτε ακριβώς των ίδιων πραγματικών περιστατικών, που συνθέτουν την ίδια ακριβώς ιστορική αιτία, είτε εν μέρει διαφορετικών και παραλλαγμένων πραγματικών περιστατικών, κατά τρόπο ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται για διαφορετική ιστορική αιτία, αν και στην πραγματικότητα επαναφέρεται κεκαλυμμένα η ίδια ιστορική αιτία. Μάλιστα, για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αναβίωσης της ίδιας αντιδικίας με ενέργειες του εναγομένου, έστω κατά το φαινόμενο μόνο μεταξύ αυτού και τρίτων προσώπων που υπό τις εντολές του ενάγοντος κατά τη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας, στην πραγματικότητα, όμως, και πάλι μεταξύ των διαδίκων, με το άρθρο 4 της σύμβασης συμβιβασμού συμφωνήθηκε ότι " ... Το αυτό, ακριβώς, ισχύει και για τα Διοικητικά Συμβούλια και τους άμεσους συνεργάτες όλων των εταιρειών, οι οποίες διοικήθηκαν υπό την αιγίδα και φροντίδα του α' συμβαλλομένου. Η αναγνώριση όλων ανεξαιρέτως των διαχειριστικών πράξεων του α' συμβαλλομένου ως εγκύρων σημαίνει ότι ο β' συμβαλλόμενος απεκδύεται της δυνατότητας προβολής οιουδήποτε ισχυρισμού εμπεριέχοντος και υπόνοια ακόμα τέλεσης ποινικού αδικήματος, τόσο από τον α' -συμβαλλόμενο, όσο και από τους άμεσους συνεργάτες του και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των υπ' αυτόν εταιρειών,..", ενώ, προς το σκοπό τήρησης της αρχής της αμοιβαιότητας και του αποκλεισμού κάθε ανισότητας στις αναληφθείσες υποχρεώσεις των συμβληθέντων μερών, παρόμοια υποχρέωση ανέλαβε έναντι του εναγομένου και ο ενάγων με το άρθρο 5 της ίδιας σύμβασης, κατά το οποίο "Ο α' συμβαλλόμενος υπόσχεται δε και εγγυάται ότι ουδέποτε στο μέλλον θα στραφεί καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά του Κ. και αδελφού του ή των άμεσων συνεργατών και Δικηγόρων του για αιτίες σχετιζόμενες με την ανοιχθείσα υπόθεση των διεκδικήσεων της Οικογενειακής περιουσίας και για τα όσα αναφέρθησαν σε Δικόγραφα, εξώδικα, επιστολές, telefaxes κ.ά. λόγω της οξύτητας που έλαβε όλη η διαμάχη και προβολή αντίθετων απόψεων... ". Οι παραπάνω όροι δεν επιφέρουν υπέρμετρη δέσμευση των μερών, ούτε ενέχουν αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, ως προς την άσκηση του δικαιώματός τους προσφυής στη δικαιοσύνη, αφού η αληθής βούληση των διαδίκων κατά τη σύνταξη και υπογραφή της σύμβασης συμβιβασμού ήταν να επιλυθεί οριστικά και να μην αναβιώσει στο μέλλον για οποιοδήποτε λόγο και οποιαδήποτε αιτία η οικογενειακή τους έριδα για τη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας και την επικαλούμενη από τον εναγόμενο κοινωνία δικαιώματος επ' αυτής προς προστασία και του ονόματος της οικογένειας Α., όπως τούτο διαφαίνεται από το άρθρο 7, με τον οποίο επιβλήθηκε ρητή υποχρέωση πλήρους εχεμύθειας στα πρόσωπα που συμμετείχαν καθοιονδήποτε τρόπο στη σύνταξη και υπογραφή της εν λόγω σύμβασης. γ) Η κατά τον αρμόζοντα δικονομικό τρόπο υλοποιηθείσα παραίτηση του εναγομένου, όχι μόνο από τα δικόγραφα των δύο εκκρεμών αγωγών, αλλά και από το ασκηθέν με αυτά ουσιαστικό δικαίωμα, απέκλειε από μόνη της το αγώγιμο των αξιώσεων του εναγομένου, που πηγάζουν από το εν λόγω δικαίωμα, με συνέπεια η αναληφθείσα από αυτόν (αμοιβαία) υποχρέωση για μη επαναφορά της αντιδικίας για το ίδιο δικαίωμα να αποτελεί απλώς τη ρητή επί εγγράφου αποτύπωση και παραδοχή έννομου αποτελέσματος, που επιφέρει η παραίτηση από το ουσιαστικό δικαίωμα, το οποίο είναι το μείζον σε σχέση με το αγώγιμο της αξίωσης, που είναι το έλασσον. δ) Η διατυπωθείσα στο άρθρο 4 της σύμβασης συμβιβασμού δέσμευση του εναγομένου να μην επαναφέρει την αντιδικία τους ούτε ενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης, υπό την προφανή έννοια της απεμπόλησης της δυνατότητας επίκλησης ενώπιον των αρμοδίων διωκτικών αρχών περιστατικών κακοδιαχείρισης της οικογενειακής περιουσίας από τον ενάγοντα και τα πρόσωπα που ενεργούσαν κατ' εντολήν του, είναι επίσης θεμιτή κατά νόμο, καθόσον αυτή συνδέεται άρρηκτα με την προηγηθείσα (στο άρθρο 3) ανεπιφύλακτη παραδοχή του ότι η διαχείριση από τον αδερφό του κατά τρόπο διασφαλιστικό των συμφερόντων της οικογένειας Π.Α. και επομένως οποιοσδήποτε ισχυρισμός, εμπεριέχων έστω και υπόνοια τέλεσης συναφούς με τη διαχείριση της πατρικής περιουσίας των διαδίκων ποινικού αδικήματος, θα ήταν ψευδής, η δε σχετική έγκληση ή μήνυση, ως αποδοκιμαζόμενη από το δίκαιο, συνιστά το ποινικό αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 ΠΚ), που διώκεται ως τέτοιο. Κατ' ακολουθίαν, η αληθής έννοια της σχετικής δέσμευσης που ανέλαβε ο εναγόμενος δεν ήταν να απόσχει από την καταγγελία αξιόποινων πράξεων, αλλά να μην προβεί σε ψευδείς καταγγελίες για τον ενάγοντα και τα πρόσωπα που ενεργούσαν διαχειριστικές πράξεις κατ' εντολήν του, όπως άλλωστε επιτάσσει το δίκαιο. ε) Το άρθρο 8 της σύμβασης συμβιβασμού περιέχει συμφωνία ποινικής ρήτρας, που λειτουργεί αμφιμερώς ως αστική κύρωση (ποινή) για την περίπτωση που κάποιο από τα διάδικα μέρη επαναφέρει τη διευθετηθείσα αντιδικία, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο του συμβιβασμού. Ενόψει δε του ότι αφενός μεν η σύμβαση συμβιβασμού δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 20 & 1 Συντ. και 6 & 1 ΕΣΔΑ, αλλά ούτε και σ' εκείνες των άρθρων 174, 178, 179 ΑΚ, για όσους λόγους αναφέρθηκαν ανωτέρω υπό τα στοιχεία α' έως δ', και επομένως δεν πάσχει από ακυρότητα (άρθρο 180 ΑΚ), ώστε να συμπαρασύρει στην ακυρότητα την παρακολουθηματικού χαρακτήρα, σε σχέση με αυτήν, συμφωνία ποινικής ρήτρας (άρθρο 408 ΑΚ), αφετέρου δε η τελευταία αυτή σύμβαση (ποινικής ρήτρας) - η οποία, σημειωτέον, δεσμεύει αμφιμερώς τους συμβαλλομένους (και όχι μόνο τον ένα εξ αυτών) ώστε να μη δημιουργείται εξ αυτού του λόγου ζήτημα αντίθεσης στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) - δεν προβλέπει περιορισμό προσφυγής των μερών στη δικαιοσύνη και ελέγχεται αυτοτελώς ως έγκυρη και ισχυρή (με εξαίρεση την περιλαμβανόμενη σ' αυτήν συνομολόγησή της σε δολάρια Η.Π.Α., που κρίθηκε άκυρη με δύναμη δεδικασμένου, κατά τα προεκτεθέντα) έπεται ότι το θεμελιούμενο στην εν λόγω συμφωνία ποινικής ρήτρας επικουρικό αγωγικό αίτημα για προσδιορισμό με κρίση αγαθού ανδρός της αντιπαροχής (ποινής) του εναγομένου (ο οποίος φέρεται ότι, προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη για σχέσεις που είχαν αποτελέσει αντικείμενο του συμβιβασμού, παραβίασε αυτόν) είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 4 & 2 εδ. β' του ν. 362/1945. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα και απέρριψε το παραπάνω αίτημα ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι η σύμβαση συμβιβασμού αντίκειται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20 & 1 Συντ. και 6 & 1 ΕΣΔΑ, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη, κατ' άρθρα 174 και 180 ΑΚ, και να επιφέρει ακυρότητα στην παρακολουθημαπκού χαρακτήρα σύμβαση ποινικής ρήτρας, στην οποία στηρίζεται το παραπάνω επικουρικό αίτημα της αγωγής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, στις οποίες στήριξε την απορριπτική κρίση του, και συνεπώς, δεκτού γενομένου ως κατ' ουσίαν βάσιμου του πρώτου σκέλους του Β.2 λόγου της υπό στοιχείο Α' έφεσης, παρέλκουσας της εξέτασης του δεύτερου σκέλους του ίδιου λόγου έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το οικείο κεφάλαιό της, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και, αφού προηγουμένως κριθεί ότι το συγκεκριμένο (επικουρικό) αίτημα είναι νόμιμο, ακολούθως πρέπει να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής ως προς αντίστοιχο μέρος της...". Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το άνω κεφάλαιο, κράτησε την υπόθεση και εξέτασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία δέχθηκε τελικά εν μέρει, κατά την επικουρική της βάση, και ως ουσία βάσιμη κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι καθολικοί διάδοχοι του θανόντος εναγομένου τις κρινόμενες από 7.10.2021 και 12.1.2022 αιτήσεις αναιρέσεως και τους άνω πρόσθετους λόγους αυτών. Με την πρώτη από 7.10.2021 αίτηση αναιρέσεως και δη με τον δεύτερο λόγο του κύριου δικογράφου αναιρέσεως και με τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του από 14.3.2023 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι η συμβατική απαγόρευση δικαστικών ενεργειών, αποτελεί επιτρεπτή παραίτηση στο πλαίσιο συμβιβασμού και ότι είναι έγκυρη η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, κρίνοντας έτσι νόμιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική της βάση, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντ., 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 3, 174, 180 και 408 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επίσης και η ήδη αναιρεσείουσα της δεύτερης από 12.1.2022 αιτήσεως αναιρέσεως, με το πρώτο σκέλος του πρώτου κύριου λόγου αναιρέσεως και με τους τρίτο και τέταρτο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι η συμβατική απαγόρευση δικαστικών ενεργειών, αποτελεί επιτρεπτή παραίτηση στο πλαίσιο συμβιβασμού και ότι είναι νόμιμος ο όρος για καταβολή ποινικής ρήτρας, κρίνοντας έτσι νόμιμη την αξίωση του αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική της βάση, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντ., 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 3, 174, 180, 404 και 408 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον το δικαίωμα δικαστικής προστασίας είναι αναπαλλοτρίωτο και άρα δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των διαδίκων και συνεπώς άκυρη είναι και η παρεπόμενη συμφωνία ποινικής ρήτρας. Όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι με τη συναφθείσα μεταξύ αυτού και του εναγομένου από 2-3-2000 "σύμβαση συμβιβασμού", της οποίας το πλήρες περιεχόμενο ενσωματώνεται στην αγωγή, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση αφενός μεν να παραιτηθεί με τον αρμόζοντα δικονομικό τρόπο τόσο από τα δικόγραφα, όσο και από τα δικαιώματα των παραπάνω δύο αγωγών, δεχόμενος ότι η διαχείριση των οικογενειακών υποθέσεων από τον ενάγοντα έγινε κατά τρόπο διασφαλιστικό των συμφερόντων της οικογένειας Α. και επομένως και του εναγομένου, αφετέρου δε να μην επανέλθει με τις ίδιες ή άλλες αιτιάσεις κατ' αυτού, είτε για την αυτή είτε για άλλη αιτία σχετιζόμενη με τη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας, απεκδυόμενος ακόμη και της δυνατότητας προβολής κάθε σχετικού ισχυρισμού που περιέχει έστω και υπόνοια τέλεσης ποινικού αδικήματος από αυτόν για διαχειριστικές πράξεις του και ότι στην ίδια σύμβαση περιλήφθηκε και όρος, κατά τον οποίο οι συμβαλλόμενοι ανέλαβαν αμοιβαίως την υποχρέωση καταβολής ποινικής ρήτρας 10.000.000 δολάρια ΗΠΑ εκάστοτε, εάν οποιοσδήποτε απ' αυτούς επανέφερε αντιδικία σχετική με την παραπάνω διεκδίκηση. Επικαλούμενος δε ότι ο εναγόμενος παραβίασε τη συμβατική του υποχρέωση από τη σύμβαση συμβιβασμού με τις επακριβώς προσδιοριζόμενες δικαστικές ενέργειές του (αγωγές, ένδικα μέσα, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, μηνύσεις κ.λ.π.), με αποτέλεσμα να καταπέσει ισάριθμες φορές η ποινική ρήτρα, ζήτησε, επικουρικά, να του καταβάλει ο εναγόμενος τα πιο πάνω ποσά για καταπεσούσες ποινικές ρήτρες, κατόπιν προσδιορισμού του ποσού της, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2β α.ν. 362/19455, κατά κρίση αγαθού ανδρός. Σύμφωνα με τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά και το περιλαμβανόμενο στην αγωγή κείμενο της σύμβασης συμβιβασμού, είναι σαφές ότι ο εναγόμενος πέραν από την παραίτησή του από τις ήδη ασκηθείσες, με αριθμούς καταθέσεως 81201/9094/1.1.1999 και 81204/9095/1.11.1999 αγωγές, παραιτείται από το δικαίωμά του να προσφύγει ενώπιον των πολιτικών αλλά και των ποινικών δικαστηρίων, αιτούμενος την παροχή έννομης προστασίας για αξιώσεις του σε βάρος του ενάγοντος, προβάλλοντας είτε τα όσα ισχυρίσθηκε στις προαναφερόμενες αγωγές του είτε άλλα, είτε σχετίζονταν με την αιτία, που ήδη είχε επικαλεσθεί είτε με άλλη, σχέση έχουσα με τη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας τους, αναλαμβάνοντας στην περίπτωση αυτή την υποχρέωσης καταβολής ποινικής ρήτρας 10.000.000 δολαρίων ΗΠΑ κάθε φορά που επανέφερε αντιδικία σχέση έχουσα με την άνω διεκδίκηση. Το ότι αντικείμενο της επίδικης σύμβασης συμβιβασμού ήταν, μεταξύ άλλων, η παραίτηση του εναγομένου από του δικαιώματός του να προσφύγει ενώπιον των δικαστηρίων, σε βάρος τόσο του αδελφού του, όσο και σε βάρος τρίτων προσώπων, αιτούμενος παροχή προστασίας, αναφορικά με τα αντικείμενα της πατρικής περιουσίας των διαδίκων, αλλά και την εκ μέρους του ενάγοντος διαχείρισή της είτε αυτές αφορούσαν αιτίες, που είχαν ήδη προβληθεί είτε άλλες, καθίσταται σαφές από πλείστες αναφορές του κειμένου της σύμβασης και πιο συγκεκριμένα από τις παρακάτω: α) στον όρο, με αριθμό 4, αναφέρεται "4. Για τους παραπάνω λόγους, ο β' συμβαλλόμενος, όχι μόνο παραιτείται από τις παραπάνω αγωγές και όσες εξώδικες επιστολές, κατά καιρούς, απέστειλε, αλλά υπόσχεται ότι ουδέποτε θα επανέλθει, με τις ίδιες ή άλλες αιτιάσεις κατά του α' συμβαλλομένου είτε για την αυτή είτε άλλη αιτία, σχετιζόμενη με την διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας. Το αυτό ακριβώς ισχύει και για τα διοικητικά συμβούλια και τους άμεσους συνεργάτες όλων των εταιρειών, οι οποίες διοικήθηκαν υπό την αιγίδα και φροντίδα του α' συμβαλλομένου. Η αναγνώριση όλων ανεξαιρέτως των διαχειριστικών πράξεων του α' συμβαλλομένου, ως εγκύρων, σημαίνει ότι ο β' συμβαλλόμενος απεκδύεται της δυνατότητος προβολής οιουδήποτε ισχυρισμού, εμπεριέχοντος και υπόνοια, ακόμη, τέλεσης ποινικού αδικήματος, τόσο από τον α' συμβαλλόμενο, όσο και από τους άμεσους συνεργάτες του και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των υπ' αυτόν εταιρειών" και β) στον όρο, με αριθμό 5, αναφέρεται "5.- οι προαναφερόμενες παραδοχές γίνονται με την πλήρη επίγνωση του β' συμβαλλομένου ότι οιαδήποτε απόκλιση από τις παραδοχές αυτές θα προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ (κατάχρηση δικαιώματος), ιδιαίτερα δε, στην απαγόρευση "ηοη venire contra factum proprium", η διατύπωση των οποίων είναι σαφής, σε τρόπο ώστε να μην υφίσταται ανάγκη προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για το τι ακριβώς θέλησαν οι συμβαλλόμενοι. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι από το συσχετισμό των αναφερθέντων άρθρων της σύμβασης συμβιβασμού μπορεί να συναχθεί, με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), ότι αντικείμενο του συμβιβασμού αποτέλεσε αμιγώς περιουσιακό δικαίωμα των διαδίκων (οικογενειακή περιουσία), που είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η παραίτηση του εναγομένου δεν αφορά μόνο τις ήδη ασκηθείσες αγωγές, αλλά, ρητά, και οποιαδήποτε προσφυγή του ενώπιον των πολιτικών, αλλά και των ποινικών δικαστηρίων, για αξιώσεις του σε βάρος του ενάγοντος, προβάλλοντας είτε τα όσα ισχυρίσθηκε στις προαναφερόμενες αγωγές του είτε άλλα, είτε σχετίζονταν με την αιτία, που ήδη είχε επικαλεσθεί, είτε με άλλη, σχέση έχουσα με τη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας τους. Η παραίτηση, όμως, αυτή αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, οι οποίες παρέχουν σε κάθε πρόσωπο δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα. Το δικαίωμα αυτό, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, εξασφαλίζεται και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 ΚΠολΔ ή της σχετικώς συναφθείσης συμβάσεως, όπως εν προκειμένω που ο εναγόμενος, κατά παράβαση της υποχρέωσης που ανέλαβε με την από 2.3.2000 σύμβαση συμβιβασμού να μην επανέλθει με τις ίδιες ή άλλες αιτιάσεις κατά του ενάγοντος είτε για την αυτή, είτε άλλη αιτία, σχετιζόμενη με την διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας, προέβη στις επακριβώς προσδιοριζόμενες στην αγωγή δικαστικές ενέργειες κατά του ενάγοντος (αγωγές, ένδικα μέσα, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, μηνύσεις κ.λ.π.). Δεδομένου δε ότι το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας αποτελεί αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα και κάθε αντίθετη συμφωνία τυγχάνει άκυρη (άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ), η παραπάνω σύμβαση συμβιβασμού, στην οποία αντικείμενο του συμβιβασμού τυγχάνει μη απαλλοτριωτό δικαίωμα και, μάλιστα, συντρέχει περίπτωση παραίτησης από την άσκησή του εκ των προτέρων, δηλαδή πριν γεννηθεί η σχετική αξίωση, είναι άκυρη κατά το σκέλος αυτό. Συνακόλουθα, άκυρη είναι και η παρεπόμενη συμφωνία των διαδίκων, με τον όρο 8 της σύμβασης συμβιβασμού, με την οποία συμφωνήθηκε η κατάπτωση ποινικής ρήτρας για την περίπτωση επαναφοράς αντιδικίας, έχουσας σχέση με την οικογενειακή περιουσία των διαδίκων και τη διαχείριση αυτής από τον ενάγοντα ή ακόμη και τρίτα πρόσωπα, από την άσκηση των οποίων (αξιώσεων) παραιτήθηκε ο εναγόμενος, αφού προϋπόθεση αυτής είναι η ύπαρξη κυρίας ενοχής, η τύχη της οποίας επηρεάζει και εκείνη της παρεπόμενης ενοχής της ποινικής ρήτρας, κατ' άρθρο 408 ΑΚ. Ενόψει, λοιπόν, του ότι η εκ μέρους του εναγομένου υπόσχεση μη προσφυγής του στα δικαστήρια είναι άκυρη, άκυρη είναι και η ποινική ρήτρα, έστω και αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της κύριας ενοχής και συνακόλουθα η ασκηθείσα από τον ενάγοντα συναφής αγωγική αξίωση περί καταβολής ποινικής ρήτρας είναι μη νόμιμη, και κατά την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τον Β.2 λόγο της έφεσης του ενάγοντος και έκρινε νόμιμη την αγωγή, κατά την άνω επικουρική της βάση, με την οποία ο ενάγων ζητούσε την καταβολή καταπεσουσών ποινικών ρητρών, προσδιοριζομένων κατά κρίση αγαθού ανδρός, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντ., 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 3, 174, 180 και 408 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες και των δύο αιτήσεων με τους άνω λόγους αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών παρέλκει πλέον η εξέταση των λοιπών λόγων και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως και δη των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομου κύριων λόγων της από 7.10.2021 αιτήσεως αναιρέσεως και των πρώτου και δεύτερου πρόσθετων λόγων του από 14.6.2022 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, και του πρώτου κύριου λόγου αναιρέσεως, κατά τα λοιπά πλην του πρώτου σκέλη του, της από 12.1.2022 αιτήσεως αναιρέσεως και των πρώτου, δεύτερου, πέμπτου και έκτου πρόσθετων λόγων του από 17.3.2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται περαιτέρω αιτιάσεις από τους αναιρεσείοντες για το αυτό κεφάλαιο της ένδικης αγωγής. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019). Επομένως, στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 838/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Ως γεγονός κατά τις ανωτέρω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφ` όσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως. Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική μ` αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοινώσεως που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ` αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές (ΑΠ 92/2022, ΑΠ 129/2020, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 257/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο. Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις. Σε περίπτωση, όμως, αδικοπραξίας ερειδομένης τόσο στις προαναφερθείσες διατάξεις περί της προσβολής της προσωπικότητας, όσο και σ` εκείνη, περί δυσφημηστικών διαδόσεων, του ανωτέρω άρθρου, 920 ΑΚ, η οποία (αδικοπραξία) θεμελιώνεται στο ίδιο βιοτικό συμβάν, οφείλεται ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος μια παροχή, δηλαδή ενιαίο ποσό, αφού τότε είναι, αντίστοιχα, ενιαία και η βλάβη, που αυτός υπέστη και την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του, στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του. Στην περίπτωση αυτή για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί, ασφαλώς, υπόψη η όλη συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντος, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε η βλάβη του παθόντος, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής (ΑΠ 92/2022, ΑΠ 1854/2017, ΑΠ 2018/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή ο ενάγων ζήτησε, πέραν της καταβολής καταπεσουσών ποινικών ρητρών, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 500.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει για την ίδια αιτία το ποσό των 9.500.000 ευρώ, επικαλούμενος προς τούτο ότι ο εναγόμενος προσέβαλε την τιμή και την υπόληψή του και επιπλέον έθεσε σε κίνδυνο την επαγγελματική πίστη του, καθόσον τα δικόγραφα (προτάσεις, κ.λ.π.) που κατέθεσε στα πλαίσια των αναφερόμενων δικαστικών ενεργειών του περιείχαν εν γνώσει του ψευδείς ισχυρισμούς και δυσφημιστικές γι' αυτόν φράσεις, που αφορούσαν ακόμη και στη διάπραξη απ' αυτόν ποινικών αδικημάτων, όπως ενδεικτικά αναφέρονται, με αποτέλεσμα την προσβολή του κύρους και της φήμης του τόσο ως ατόμου, όσο και ως μεγαλοεπιχειρηματία. Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου να ζητήσει από τον αρχικώς εναγόμενο να του καταβάλει τα πιο πάνω ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου. Ειδικότερα, ο ενάγων προσδιορίζει επακριβώς τα δικαστικά εκείνα έγγραφα που περιέχουν τους, κατ' αυτόν, προσβλητικούς για το πρόσωπό του ισχυρισμούς του εναγομένου (αγωγές, εγκλήσεις, ένδικα μέσα, υπομνήματα, προτάσεις, προσθήκες-αντικρούσεις), παράλληλα δε, παραθέτει ενδεικτικά ορισμένες από τις δυσφημιστικές εκφράσεις, κατά τρόπο ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση ή αμφιβολία περί των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου. Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά και δη να συμπεριλάβει ο ενάγων στην αγωγή ολόκληρο το κείμενο των συγκεκριμένων εγγράφων ή όλες τις θεωρούμενες από αυτόν προσβλητικές λέξεις και φράσεις, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, καθόσον η συγκεκριμενοποίηση των πραγματικών περιστατικών μπορεί γίνει και κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, οπότε και θα αξιολογηθεί στο σύνολό του κάθε επιμέρους έγγραφο, δια του οποίου φέρεται ότι έλαβε χώρα η προσβολή. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη κατά το κεφάλαιο αυτό και απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του αρχικώς εναγομένου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς ο όγδοος λόγος αναιρέσεως της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, με το πρώτο σκέλος του οποίου οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος κατά το σκέλος αυτό. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α`-δ` ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ` και δ`). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ... και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 512/2023, ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 149/2019, ΑΠ 15/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο ..., με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Περαιτέρω, αναφορικά με την αγωγική αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης - κατά το μέρος που δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 1630/2006 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία, μεταξύ άλλων, έκρινε για τις προσβολές της προσωπικότητας του ενάγοντος που έλαβαν χώρα με τις από 29-10-1999, 1-11-1999, 12-3-2001, 4-6-2002 και 15-12-2003 και με αντίστοιχους αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 81201/9094/1-11-1999, 81204/9095/1-11-1999, 34135/2233/14-3-2001, 77050/4593/4-6-2002 και 183491/11542/17-12-2003 αγωγές - αποδείχθηκε, πλέον όσων ήδη αναφέρθηκαν για τους ισχυρισμούς του εναγομένου περί κακοδιαχείρισης της οικογενειακής περιουσίας από τον ενάγοντα και πρόθεσης του τελευταίου να σφετεριστεί το μερίδιό του με τη διάπραξη ποινικά κολάσιμων πράξεων, που περιλαμβάνονταν στα κατατεθέντα απ' αυτόν έγγραφα ενώπιον των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών (εισαγωγικά δικόγραφα, καταγγελίες κ.λ.π.), ότι σε ορισμένα διαδικαστικά έγγραφα, που κατέθεσε ο εναγόμενος στις δίκες που διεξήχθησαν μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, συμπεριέλαβε και τις ακόλουθες φράσεις, που ειδικώς μνημονεύονται στην αγωγή ως προσβλητικές της προσωπικότητας του ενάγοντος: α) στην από 18-2-2009 προσθήκη - αντίκρουση, που κατατέθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... κατά την εκδίκαση της από 16-9-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 171461/8611/2008 αγωγής του ανέφερε "Αντ' αυτού ο εναγόμενος κρύβεται σε όλον τον κόσμο ... πίσω ατό δαιδαλώδη σχήματα και περιπαίζει και εμπαίζει τόσο εμένα όσο και τα Δικαστήρια, αρνούμενος οποιαδήποτε ατάντηση και πληροφόρηση ακόμα και όταν συλλαμβάνεται "κλέπτων οπώρας". Αυτή κατά τον αντίδικο είναι ηθική και ορθή συμπεριφορά ευπρεπούς και πολιτισμένου ανθρώπου, προκειμένου να στερήσει τον αδελφό του από τα κληρονομικά του δικαιώματα έτσι ώστε να δείχνεται ο ίδιος ο αντίδικος ως κατεξοχήν φιλόδικος και εκδικητικός με την άρνησή του να σεβαστεί τα δικαιώματά μου. Έτσι αυτός δηλώνει και συνομολογεί την εκβίασή μου η εκβίασή μου από τον αντίδικο αποτελεί τετελεσμένη πράξη ... ", β) στο από 5-5-2009 υπόμνημα ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... ανέφερε "Ο εφευρετικός σε ψεύδη πρώτος των μηνυομένων, τελών σε πλήρη πανικό μετά την αποκάλυψη "εφευρίσκει" "νέα αίτηση" "νόμιμης"' κατοχής των δύο ως άνω χαλυβουργείων ...
Συνεπώς ... το να ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι δεν ευθύνεται, διότι πέτυχε η εκβίασή του αποτελεί πρωτοφανή παραλογισμό ... αποφεύγει σκοπίμως να παράσχει σαφείς πληροφορίες ... Δεν καταλείπεται αμφιβολία για την προκλητική παλινωδία του πρώτου κατηγορουμένου ... αφενός καταδεικνύουν την ψευδολογία του...", γ) στο από 19-1-2010 υπόμνημά του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ... ανέφερε "... Ο Θ.Α. δεν προσκόμισε ούτε ένα έγγραφο, το οποίο να ενισχύει τους όψιμους και χονδροειδώς ψευδείς ισχυρισμούς του ... απέκρουσε με κυνισμό τη σύσταση του κ. Προέδρου ... αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτόν την αποδεικτική γυμνότητα των ισχυρισμών του και ομολογώντας την εκ μέρους του διαρπαγή της περιουσίας που μου ανήκει ... Φρονούμε ότι το Συμβούλιό σας δεν έχει ανάγκη άλλου στοιχείου, για να πεισθεί για τα ακατάσχετα ψεύδη του πρώτου των κατηγορουμένων ... λόγω της κακόβουλης προσπάθειας του Θ. Α. να με αποξενώσει ατό την πατρική περιουσία και να νοσφιστεί περιουσιακά στοιχεία που κατά νόμο μου αναλογούν ... Η σημερινή στάση του Θ. Α., αποτελεί κορύφωση της εξακολουθητικής χονδροειδούς ψευδολογίας του και αποδεικνύει την ερριζωμένη ροπή τους προς την ψευδολογία ... όπως ψευδώς δήλωσε προς το Συμβούλιό σας ο Θ. Α., δείχνοντας έτσι τον μειωμένο σεβασμό του προς τους γονείς μα... ", δ) στην από 14-12-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11766/2009 έφεσή κατά της υπ' αριθ. 7886/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... ανέφερε "Συνειδητά επιδοκιμάζει τη δόλια και παράνομη συμπεριφορά του ''πονηρού και επιτήδειου" αντιδίκου προκειμένου να δείξω στο Δικαστήριό σας την απατηλή συμπεριφορά του αντιδίκου ενώπιόν σας ... πριν υποκύψω στην εκβίαση και παραιτηθώ από τις αγωγές ... δίδοντας βάση στον ψευδή (και απαράδεκτο) ισχυρισμό του αδελφού μου... Ενόψει των παράνομων, απαράδεκτων, νεόκοπων και (κυρίως) ψευδών και απατηλών ισχυρισμών του αντιδίκου ...", ε) στις από 26-5-2011 προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου ... κατά την εκδίκαση της ως άνω από 14-12-2009 έφεσης και των από 28-9-2010 και 18-4-2011 πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της υπ' αριθ. 7886/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... ανέφερε "....προσέκρουσαν στη λυσσαλέα άμυνα του αδελφού μου ότι τέτοια κοινωνία ουδέποτε υπήρξε ... Ο ισχυρισμός αυτός υποστηρίχθηκε από ενορχηστρωμένες "μαρτυρίες" ... Δεν φαντάστηκα ποτέ ότι θα αντιμετωπίσω έναν απόλυτα κακόπιστο ελιγμό από τον αδελφό μου ... Πρόκειται για μία κυνική μεταστροφή ... την αλαζονική πεποίθηση του αντιδίκου ότι ο ατυχής υπερασπιστικός χειρισμός της υπόθεσής μου ... Να παράσχει, επιτέλους ο αδελφός μου όσες πληροφορίες μου έχει αποστερήσει κακόπιστα. Δυστυχώς, η κακοπιστία συνεχίστηκε και έλαβε την πλέον ακραία μορφή της στην παρούσα δίκη. O αδελφός μου δεν περιορίσθηκε στην απλή άρνηση παροχής του καταλόγου και των πληροφοριών της κληρονομίας αλλά επέλεξε το ψεύδος. Έστω και αν η σαθρότητα της άμυνας του αντιδίκου μου ήταν ορατή και η αναίρεση των παλαιότερων αντιφατικών ισχυρισμών του πρόδιδε την αλαζονεία του και υποδήλωνε εμπαιγμό όλων των παραγόντων της δίκης... ενώ παράλληλα εκθέτει τον αντίδικο και τις ανειλικρινείς παλινωδίες του ... Η δόλια μεταστροφή του αντιδίκου είναι μνημειώδης..." και στ) στην από 31-5-2011 προσθήκη - αντίκρουση, που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου ... κατά τη συνεκδίκαση της ίδιας έφεσης και των ίδιων προσθέτων λόγων, ανέφερε "...η επιμονή στην κακόπιστη και ανειλικρινή άρνηση παροχής πληροφοριών διασώζει και προστατεύει τον άνομο πλουτισμό του ... Αντίθετα διαστρέφει την αλήθεια με σκοπό αποπροσανατολισμού εμφανίζει τον εαυτό του περίπου αυτοδημιούργητο (Ι) επιχειρηματία και μάλλον αδικηθέντα (!) από την τύχη του πατέρα μας ... Όμως, πλέον οι αντιφάσεις και οι ελιγμοί του υπερβαίνουν κάθε μέτρο ... ενώ συλλαμβάνεται χονδροειδώς ψευδόμενος .. Πρόκειται βέβαια για ωμή παραπλάνηση του Δικαστηρίου σας ... Όμως, ο αντίδικος δεν ορρωδεί να εκστομίσει και άλλο ψεύδος .. Προς στιγμήν αντιπαρέρχομαι, λοιπόν, αυτούς τους υπαινικτικούς και κακόβουλους ισχυρισμούς ... αλλά στην κακότεχνη πρόκληση ψευδών εντυπώσεων που απλά στοχεύουν να συγκαλύψουν τη μία και μοναδική ουσιαστικά επωδό του δικογράφου του αποδεικνύεται πανηγυρικά ποιος εμπαίζει ποιον και ποιος πράγματι έχει υφαρπάξει την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα μου, αλλά βολεύεται σιωπών ... Η πρόφαση που προβάλλεται, ότι δηλαδή... είναι φαιδρή αλλά και θρασεία ... Παραβλέπει με τρόπο βολικό, όμως, όσα εξέθεσα με τις πρωτόδικες προτάσεις μου για το ζήτημα αυτό προς διάλυση των στρεβλών εντυπώσεων που επιχειρεί να δημιουργήσει με τις προτάσεις του ο αντίδικος... πλέον οι αντιφάσεις και οι ελιγμοί του υπερβαίνουν κάθε μέτρο". Με τα δικόγραφα και λοιπά διαδικαστικά έγγραφα που κατέθεσε ο εναγόμενος ενώπιον των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών, στα πλαίσια των δικών που με δική του πρωτοβουλία ανοίχθηκαν (ή/και διεξήχθησαν) κατά του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τόσο εκείνα που η άσκησή τους κρίθηκε ότι παραβίασε την από 2-3-2000 σύμβαση συμβιβασμού και επέφερε κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, όσο και η από 16-9-2008 (με αριθ. εκθ. καταθ. 171461/8611/2008) αγωγή, όπως επίσης και με τα ανωτέρω ειδικώς αναφερθέντα (υπό στοιχεία α', β', γ', ε' και στ') διαδικαστικά έγγραφα (προτάσεις, προσθήκη-αντίκρουση προτάσεων, υπομνήματα), ο εναγόμενος ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ενάγων διαχειριζόταν πριν το θάνατο του πατέρα τους την οικογενειακή περιουσία του Ομίλου Α. και μετά το θάνατο του Π.Α. την κληρονομιαία περιουσία με αποκλειστικό γνώμονα τον προσπορισμό στον ίδιο παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος της δικής του περιουσίας (του εναγομένου), διαπράττοντας σωρεία ποινικών αδικημάτων, κακουργηματικής κυρίως φύσης (απάτη, υπεξαίρεση, εκβίαση, πλαστογραφία κλπ.), κατά την προσπάθειά του να σφετεριστεί και το δικό του μερίδιο από την κοινωνία δικαιώματος ή την πατρική κληρονομία, κατά περίπτωση. Άπαντες οι περιεχόμενοι στα κατατεθέντα έγγραφα ενώπιον των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών χαρακτηρισμοί και κρίσεις συνδέονται αναπόσπαστα με τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, η αναλήθεια των οποίων αποδείχθηκε από τη συνδυαστική αξιολόγηση του συνόλου των προσκομισθεισών αποδείξεων και επιπλέον κρίθηκε επανειλημμένα από τα εκάστοτε επιληφθέντα της διαφοράς πολιτικά δικαστήρια και δικαστικά συμβούλια, όπως επίσης και τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, που με τις εκδοθείσες αποφάσεις, βουλεύματα και εισαγγελικές διατάξεις τους, αντίστοιχα, απέρριψαν αμετάκλητα τους ισχυρισμούς του εναγομένου σε όλες τις δικαστικές διαμάχες του με τον ενάγοντα αδερφό του. Το ψευδές των ισχυρισμών του γνώριζε ο εναγόμενος, όπως, άλλωστε, συνάγεται και από την περιληφθείσα στο άρθρο 3 της από 2-3-2000 σύμβασης συμβιβασμού ρητή δήλωσή του ότι καθίσταται "βέβαιο και αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η διαχείριση των Οικογενειακών Υποθέσεων από τον α' συμβαλλόμενο (ενάγοντα) έγινε κατά τρόπο διασφαλιστικό ως προς τα συμφέροντα της Οικογένειας Π.Α., άρα και του β' συμβαλλομένου", και παρά ταύτα τους πρόβαλε επανειλημμένα με τα δικόγραφα και λοιπά διαδικαστικά έγγραφα που εκάστοτε κατέθετε στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, ακόμη και μετά την απόρριψή τους, αποδεχόμενος την προσβολή που οπωσδήποτε θα επερχόταν και πράγματι επήλθε με κάθε επιμέρους πράξη του στην προσωπικότητα του ενάγοντος, στις εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής του, αφού τον παρουσίαζε ως πρόσωπο που, χωρίς φραγμούς από την ηθική και το νόμο, ενδιαφερόταν για την απόκτηση του συνόλου της οικογενειακής περιουσίας, υφαρπάζοντας το μερίδιο του αδερφού του με κάθε τρόπο, διαπράττοντας υπεξαιρέσεις, απάτες, εκβιασμούς και άλλες παράνομες πράξεις σε βάρος του. Παράλληλα ο εναγόμενος, με την ίδια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, όχι μόνο έθεσε σε κίνδυνο, αλλά και έπληξε τη φήμη και την επαγγελματική πίστη του ενάγοντος (άρθρο 920 ΑΚ), ως διεθνούς φήμης και εμβέλειας επιτυχημένου επιχειρηματία του ναυτιλιακού κυρίως (αλλά όχι μόνο) χώρου, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του και του Β.3 λόγου της υπό στοιχείο Α' έφεσής του, δεδομένου ότι οι δικαστικές διαμάχες και οι προβληθέντες ψευδείς ισχυρισμοί του εναγομένου κατ' αυτές διέρρευσαν στον εθνικό και στο διεθνή τύπο και αποτέλεσαν αντικείμενο δημοσιογραφικής έρευνας και επαναλαμβανόμενων εκτεταμένων δημοσιογραφικών σχολίων στα ΜΜΕ διεθνώς - ιδίως από την εποχή που η σύζυγός του, Γ. Α.-Δ., προβαλλόταν διεθνώς ως Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής για τους διεξαχθέντες στην Ελλάδα Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 - με αποτέλεσμα το διεθνή διασυρμό του ενάγοντος και την πρόκληση καχυποψίας στους συναλλασσόμενους με αυτόν, ενόψει της αντίθετης προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη διαδοθείσας αναληθούς συμπεριφοράς του, όπως συνέβη και κατά την πώληση της αλλοδαπής εταιρίας "ΒΕΤΑ STEEL", σύμφωνα με όσα κατέθεσαν με ένορκες βεβαιώσεις τους οι μάρτυρες του ενάγοντος Μ.-Δ. Σ. και Ε. Ζ.. Οι προσβλητικοί της προσωπικότητας του ενάγοντος ισχυρισμοί του εναγομένου περιήλθαν σε γνώση όχι μόνο των αρμοδίων δικαστικών, εισαγγελικών και λοιπών προσώπων, που ασχολήθηκαν με τις σχετικές υποθέσεις στα πλαίσια της άσκησης των υπηρεσιακών ή επαγγελματικών καθηκόντων τους - χωρίς τούτο να αναιρεί την ιδιότητά τους ως τρίτων, κατά την έννοια του άρθρου 362 ΠΚ ..., όπως αβάσιμα διατείνεται ο εκκαλών-εναγόμενος με το οικείο σκέλος του 4ου λόγου της υπό στοιχείο Β' έφεσής του - αλλά και πλήθους άλλων προσώπων, που πληροφορήθηκαν τα ψευδή για το πρόσωπο του ενάγοντος δυσφημιστικά γεγονότα μέσω των ΜΜΕ. Όμως, κατά το μέρος που η προσβολή συντελέστηκε με μερικότερες πράξεις του εναγομένου (αγωγές, προτάσεις, ένδικα μέσα, εγκλήσεις, υπομνήματα κ.λ.π.) μέχρι τις 14-2-2007 - και όχι μέχρι τις 14-2-2009, που εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη λόγω αντίστοιχης εσφαλμένης κρίσης αναφορικά με την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής (14-2-2014 αντί του ορθού 14-2-2012), χωρίς, ωστόσο, να προβάλλεται παράπονο με την έφεση για το συγκεκριμένο σφάλμα της εκκαλουμένης, ώστε να δύναται το παρόν Δικαστήριο να επιληφθεί αυτού στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, όπως οριοθετείται από τους λόγους της έφεσης και το αίτημά της ... η αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει παραγραφεί, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε με σχετική ένστασή του ο εναγόμενος, αφού μέχρι την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, που έλαβε χώρα στις 14-2-2012 ... παρήλθε άπρακτο το χρονικό διάστημα των πέντε ετών, που προβλέπεται στο άρθρο 937 ΑΚ, χωρίς εν τω μεταξύ να έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε πράξη αναστολής ή διακοπής της παραγραφής, που να επικαλείται ο ενάγων με σχετική αντένστασή του.... Τέλος, αποδείχθηκε ότι συνεπεία της προπεριγραφείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, που συνιστά αδικοπραξία και συνάμα πληροί τη νομοτυπική υπόσταση του ποινικού αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 57, 914, 920 ΑΚ, 363-362 ΠΚ) - κατά τρόπο ώστε να τυγχάνουν απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς, οι προβαλλόμενοι από τον εναγόμενο και παραδεκτώς επαναφερόμενοι στην έκκλητη δίκη με τα οικεία σκέλη των 3ου και 4ου λόγων της υπό στοιχείο B' έφεσης ισχυρισμοί του από το άρθρο 367 ΠΚ περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και έλλειψης σκοπού εξύβρισης - ο ενάγων υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του, στις εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής του, ως πρόσωπο και επιχειρηματίας, βιώνοντας επί μακρόν έντονη ψυχική ταλαιπωρία, ... , με επακόλουθο την αιτιώδη πρόκληση σ' αυτόν ηθικής βλάβης, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το είδος και την έκταση της προσβολής, τη βαρύτητά της, τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή τελέστηκε κατ' επανάληψη, το βαθμό της υπαιτιότητας (δόλος) του εναγομένου, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, σύμφωνα με όσα αναλυτικά έχουν αναφερθεί σε προηγούμενα σημεία της παρούσας σε σχέση με όλα τα ανωτέρω κριτήρια, κρίνεται ότι η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να καταβάλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα για το μέρος της μη παραγραφείσας αξίωσής του ανέρχεται στο ποσό των € 150.000, που κρίνεται εύλογο και δίκαιο και όχι στο μικρότερο ποσό των € 100.000, που επιδικάστηκε στον ενάγοντα με την εκκαλούμενη απόφαση, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του Β.4 λόγου της υπό στοιχείο Α' έφεσης και απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του 5ου λόγου της υπό στοιχείο Β' έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών-εναγόμενος ζητεί τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης σε μικρότερο από το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη ποσό. ...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς αντίθετους λόγους της έφεσης του αρχικώς εναγόμενου, δέχθηκε τους οικείους λόγους της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 1792/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ως προς το σχετικό με τη χρηματική ικανοποίηση κεφάλαιό της, κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή, ως προς το άνω κεφάλαιό της, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 150.000 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 914, και 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 362-363 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο αρχικώς εναγόμενος (πατέρας των αναιρεσειόντων) ισχυρίσθηκε εις βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ψευδή περιστατικά εν γνώσει της αναλήθειάς τους, προκειμένου να θιγεί η τιμή και η υπόληψη της, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου με συμπεριφορά που συνιστά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, ενώ στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει, κατά τα προεκτεθέντα, έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, αφού, κατά τις ίδιες παραδοχές, η άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου πληροί τη νομοτυπική υπόσταση του ποινικού αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τέλεσης της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 362 του ΠΚ) εκ μέρους του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, που συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό παραδοχές: α) ότι ο εναγόμενος με τα δικόγραφα και τα λοιπά ως άνω διαδικαστικά έγγραφα, που κατέθεσε ενώπιον των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών στα πλαίσια των δικών που με δική του πρωτοβουλία ανοίχθηκαν (ή/και διεξήχθησαν) κατά του ενάγοντος, ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ενάγων διαχειριζόταν πριν το θάνατο του πατέρα τους την οικογενειακή περιουσία του Ομίλου Α. και μετά το θάνατο του πατέρα τους την κληρονομιαία περιουσία με αποκλειστικό γνώμονα τον προσπορισμό στον ίδιο παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος της δικής του περιουσίας (του εναγομένου), διαπράττοντας σωρεία ποινικών αδικημάτων, κακουργηματικής κυρίως φύσης (απάτη, υπεξαίρεση, εκβίαση, πλαστογραφία κλπ.), κατά την προσπάθειά του να σφετεριστεί και το δικό του μερίδιο από την κοινωνία δικαιώματος ή την πατρική κληρονομία, κατά περίπτωση, β) ότι άπαντες οι περιεχόμενοι στα κατατεθέντα έγγραφα ενώπιον των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών χαρακτηρισμοί και κρίσεις συνδέονται αναπόσπαστα με τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, η αναλήθεια των οποίων αποδείχθηκε από τη συνδυαστική αξιολόγηση του συνόλου των προσκομισθεισών αποδείξεων και επιπλέον κρίθηκε επανειλημμένα από τα εκάστοτε επιληφθέντα της διαφοράς πολιτικά δικαστήρια και δικαστικά συμβούλια, όπως επίσης και τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, που με τις εκδοθείσες αποφάσεις, βουλεύματα και εισαγγελικές διατάξεις τους, αντίστοιχα, απέρριψαν αμετάκλητα τους ισχυρισμούς του εναγομένου σε όλες τις δικαστικές διαμάχες του με τον ενάγοντα αδερφό του, γ) ότι το ψευδές των ισχυρισμών του γνώριζε ο εναγόμενος και παρά ταύτα τους πρόβαλε επανειλημμένα με τα δικόγραφα και λοιπά διαδικαστικά έγγραφα που εκάστοτε κατέθετε στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, ακόμη και μετά την απόρριψή τους, αποδεχόμενος την προσβολή που οπωσδήποτε θα επερχόταν και πράγματι επήλθε με κάθε επιμέρους πράξη του στην προσωπικότητα του ενάγοντος, στις εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής του, αφού τον παρουσίαζε ως πρόσωπο που, χωρίς φραγμούς από την ηθική και το νόμο, ενδιαφερόταν για την απόκτηση του συνόλου της οικογενειακής περιουσίας, υφαρπάζοντας το μερίδιο του αδερφού του με κάθε τρόπο, διαπράττοντας υπεξαιρέσεις, απάτες, εκβιασμούς και άλλες παράνομες πράξεις σε βάρος του, πλήττοντας παράλληλα τη φήμη και την επαγγελματική πίστη του ενάγοντος, ως διεθνούς φήμης και εμβέλειας επιτυχημένου επιχειρηματία του ναυτιλιακού κυρίως (αλλά όχι μόνο) χώρου, και δ) ότι οι άνω ισχυρισμοί του εναγομένου είναι ψευδείς και συκοφαντικοί, περιλήφθηκαν δε στα άνω δικόγραφα και διαδικαστικά έγγραφα εν γνώσει της αναλήθειάς τους, προκειμένου να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του αναιρεσίβλητου, με συνέπεια να μην ασκούν επιρροή οι ερειδόμενοι στο άρθρο 367 ΠΚ ισχυρισμοί του εναγομένου περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και έλλειψης σκοπού εξύβρισης του ενάγοντος, καθόσον ο άδικος χαρακτήρας των άνω ισχυρισμών του εναγομένου δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και έλλειψης σκοπού εξύβρισης του ενάγοντος, αφού πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του άρθρου 363 ΠΚ. Ειδικά δε καθόσον αφορά το στοιχείο της γνώσεως του εναγομένου περί του ψευδούς των άνω ισχυρισμοί του, δέχεται η προσβαλλόμενη ότι η γνώση αυτή του εναγομένου συνάγεται και από την περιληφθείσα στο άρθρο 3 της από 2-3-2000 σύμβασης συμβιβασμού ρητή δήλωσή του ότι η διαχείριση των οικογενειακών υποθέσεων από τον ενάγοντα έγινε κατά τρόπο διασφαλιστικό ως προς τα συμφέροντα της οικογένειας Π.Α., άρα και του ιδίου.
Συνεπώς, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως αφενός μεν προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το άνω στοιχείο της γνώσεως του πατέρα τους, είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και δη των άρθρων 361, 362-363 και 367 του ΠΚ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον γίνονται δεκτοί οι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως, οι αφορώντες τη νομιμότητα της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, πρέπει να γίνουν δεκτές αυτές εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που, κατ' αποδοχή του Β.2 λόγου της έφεσης του αναιρεσίβλητου, έκρινε νόμιμη και μερικώς κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του τελευταίου, κατά την επικουρική της βάση, δηλαδή την επιδίκαση κατά κρίση αγαθού ανδρός των συμφωνηθεισών ποινικών ρητρών. Λόγω δε του ότι γίνονται εν μέρει δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να διαταχθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτούς. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, όπως όταν ο Άρειος Πάγος έκρινε δεσμευτικά για το Δικαστήριο της παραπομπής την αγωγή ως μη νόμιμη, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 233/2023, ΑΠ 148/2022, ΑΠ 407/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου είναι μη νόμιμη, κατά την άνω επικουρική της βάση, και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι` αυτό πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το άνω μέρος, να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο. Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί κατ` ουσίαν η ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τον Β.2 λόγο της, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για την απόρριψη της επικουρικής βάσεως της αγωγής του ως μη νόμιμης, και να απορριφθεί η έφεση, κατά το λόγο αυτό, δεδομένου ότι η επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε αυτός την επιδίκαση κατά κρίση αγαθού ανδρός των συμφωνηθεισών ποινικών ρητρών, ήταν μη νόμιμη, κατά τα προεκτεθέντα, και ορθώς απορρίφθηκε για το λόγο αυτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του Ν. 4871/1921, με ισχύ από 1.1.2022, το οποίο, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών δικών). Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής ο αναιρεσίβλητος καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος (ΑΠ 652/2022, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 845/2019). Επί επιδικάσεως με την προσβαλλόμενη απόφαση περισσότερων κονδυλίων, η αίτηση πρέπει, κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ, να προσδιορίζει αναλυτικά τα ποσά που καταβλήθηκαν και την αιτία του καθενός, ώστε, επί μερικής αναιρέσεως, να μπορεί να προσδιοριστεί το αποδοτέο ποσό. Τούτο δε γιατί στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται μόνο εν μέρει, η αξίωση του αναιρεσείοντος να του επιστραφεί ό,τι κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, στηρίζεται στο νόμο μόνο αναφορικώς προς τα ποσά που κατέβαλε σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως, τα οποία θα πρέπει να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη (ΑΠ 98/2023, ΑΠ 370/2023, ΑΠ 61/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες της πρώτης από 7.10.2021 αιτήσεως αναιρέσεως, με το από 20.4.2023 αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε αυθημερόν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε την ίδια ημέρα στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του αναιρεσίβλητου (βλ. την υπ' αριθ. 3511Β'/20-4-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Δ. Δ.), επικαλούνται ότι ο αντίδικος επέσπευσε εις βάρος τους, ως εκ διαθήκης κληρονόμων του πατέρα τους με το ευεργέτημα της απογραφής, προκειμένου να ικανοποιηθεί από την κληρονομιαία περιουσία, αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί για τα χρέη της κληρονομίας από το καταψηφιστικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου ..., προσδιορίζοντας το ποσοστό της ευθύνης τους ως εκ διαθήκης κληρονόμων με το ευεργέτημα της απογραφής σε ποσοστό 42,75% για τον πρώτο από αυτούς και σε ποσοστό 33,82% για τον δεύτερο από αυτούς, με βάση δε αυτά επέδωσε α) στον πρώτο από αυτούς την 30.3.2002 αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης με εντολή προς πληρωμή συνολικού ποσού (3.664.995,42 ευρώ για τις καταπτώσεις της ποινής + 184.228,78 ευρώ για τους επιδικασθέντες επί του άνω ποσού τόκους + 64.125 ευρώ για την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση + 62.615,92 ευρώ για τους επιδικασθέντες επί του άνω ποσού τόκους + 43.605 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη) 4.019.570,12 ευρώ, πέραν των εξόδων εκτέλεσης ποσού 167.131,68 ευρώ, και β) στον δεύτερο από αυτούς την 30.3.2002 αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης με εντολή προς πληρωμή συνολικού ποσού (2.899.418,60 ευρώ για τις καταπτώσεις της ποινής + 145.745,43 ευρώ για τους επιδικασθέντες επί του άνω ποσού τόκους + 50.730 ευρώ για την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση + 49.536,15 ευρώ για τους επιδικασθέντες επί του άνω ποσού τόκους + 34.496,40 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη) 3.179.926,58 ευρώ, πέραν των εξόδων εκτέλεσης ποσού 132.219,73 ευρώ. Ότι, ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθ. 324/18.4.2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή ... Χ. Μ., ο αντίδικος κατάσχεσε αναγκαστικά συγκεκριμένα κληρονομιαία ακίνητα, ορισμένα από τα οποία και δη τα λεπτομερώς περιγραφόμενα πλειστηριάστηκαν και κατακυρώθηκαν με την υπ' αριθ. 5084/9.12.2022 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης ακινήτων της συμβολαιογράφου ... Β. Λ. και ο υπερθεματιστής κατέβαλε το επιτευχθέν πλειστηρίασμα, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 7.660.050 ευρώ, από το οποίο ποσό 3.860.030 ευρώ αφορά στα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα του πρώτου από αυτούς και το υπόλοιπο των 3.800.020 ευρώ στα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα του δεύτερου από αυτούς, και η παραπάνω συμβολαιογράφος εξέδωσε την υπ' αριθ. 5.116/9.1.2023 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Ότι, στη συνέχεια, με τον υπ' αριθ. 5.122/12.1.2023 πίνακα κατάταξης δανειστών της ίδιας συμβολαιογράφου, κατόπιν αφαίρεσης ορισμένων από τα έξοδα εκτέλεσης και αναγγελθείσας απαίτησης της ΔΟΥ ... για χρέος της κληρονομίας, κατατάχθηκε ο αντίδικος για ποσό 3.718.456,36 ευρώ από τα κληρονομιαία ακίνητα του πρώτου από αυτούς και επίσης διανεμήθηκε σ' αυτόν, ώστε να λάβει οριστικά, το ποσό των 3.312.146,31 ευρώ από τα κληρονομιαία ακίνητα του δεύτερου από αυτούς. Ότι ο άνω πίνακας κατάταξης δανειστών δεν προσβλήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας και έχει ήδη καταστεί οριστικός, ακολούθως δε ο αντίδικος εισέπραξε τα άνω αναφερόμενα ποσά, σύμφωνα και με την υπ' αριθ. 5.165/17.2.2023 πράξη εξόφλησης πίνακα κατάταξης της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Ότι το προϊόν του πλειστηριάσματος των 3.718.456,36 ευρώ, που εισέπραξε ο αντίδικος από τα ακίνητα του πρώτου από αυτούς καταλογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 423 ΑΚ, α) κατά μέρος 158.003,67 ευρώ (123.507,27 ευρώ για τη λήψη απογράφου + 43.605 ευρώ για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη) στα έξοδα, β) κατά μέρος 246.844,70 ευρώ στους επιδικασθέντες τόκους, από το οποίο ποσό 184.228,78 ευρώ αφορά στους τόκους ποινών και ποσό 62.615,92 ευρώ αφορά στους τόκους της χρηματικής ικανοποίησης, και γ) το υπόλοιπο μέρος των 3.313.607, 99 ευρώ στο επιδικασθέν κεφάλαιο. Ότι, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρεθεί, επιστρεπτέο, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι το προϊόν του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση του άνω ποσού των 123.507,27 ευρώ για τη λήψη απογράφου, ήτοι το ποσό των 3.594.949,09 ευρώ, το οποίο αναλύεται α) σε έξοδα ποσού 43.605 ευρώ για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, από το οποίο ποσό 43.524,09 ευρώ αφορά στις ποινές και ποσό 80,91 ευρώ στη χρηματική ικανοποίηση, β) σε τόκους 246.844,70 ευρώ, από το οποίο ποσό 184.228,78 ευρώ αφορά στους τόκους των ποινών και ποσό 62.615,92 ευρώ στους τόκους της χρηματικής ικανοποίησης, και γ) το υπόλοιπο μέρος των 3.304.499,39 ευρώ στο επιδικασθέν κεφάλαιο, από το οποίο μέρος 3.248.636,83 ευρώ αφορά στην απαίτηση από τις ποινές και μέρος 55.862,56 ευρώ στην απαίτηση από τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ότι, όσον αφορά τον δεύτερο από αυτούς, το εισπραχθέν από τον αντίδικο ποσό των 3.312.146,31 ευρώ είναι το σύνολο της επιταγής προς πληρωμή και επομένως, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρεθεί, επιστρεπτέο, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι το προϊόν του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση του ποσού των 132.219,73 ευρώ για τα επιταχθέντα έξοδα εκτέλεσης, ήτοι το ποσό των 3.179.926,58 ευρώ, το οποίο αναλύεται α) σε έξοδα ποσού 34.432,39 ευρώ για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, από το οποίο ποσό 34.432,39 ευρώ αφορά στις ποινές και ποσό 64,01 ευρώ στη χρηματική ικανοποίηση, β) σε τόκους 195.281,58 ευρώ, από το οποίο ποσό 145.745,43 ευρώ αφορά στους τόκους των ποινών και ποσό 49.536,92 ευρώ στους τόκους της χρηματικής ικανοποίησης, και γ) το υπόλοιπο μέρος των 2.950.148,60 ευρώ στο επιδικασθέν κεφάλαιο, από το οποίο μέρος 2.899.418,60 ευρώ αφορά στην απαίτηση από τις ποινές και μέρος 50.730 ευρώ στην απαίτηση από τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με βάση τα εκτιθέμενα αυτά περιστατικά, ζητούν να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον πρώτο από αυτούς το ποσό των 3.594.949,09 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 3.179.926,58 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά τα ποσά που εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος από κάθε αναιρεσείοντα για κάθε αιτία, μετά την αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ αυτών που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση του αναιρεθέντος τμήματος (κατάπτωση ποινικών ρητρών) και σε εκτέλεση του μη αναιρεθέντος (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις. Από τα προσκομιζόμενα δε από τους αναιρεσείοντες παραπάνω έγγραφα, προαποδεικνύεται η είσπραξη από τον αναιρεσίβλητο, κατόπιν καταλογισμού σύμφωνα με το άρθρο 423 ΑΚ, των πιο πάνω ποσών που αφορούν το κεφάλαιο της κατάπτωσης ποινικών ρητρών, για το οποίο και μόνο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη προαποδεικνύεται α) ότι, καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα (Π. Α.), εισέπραξε από τον πλειστηριασμό των κληρονομιαίων ακινήτων του τελευταίου το συνολικό ποσό των (43.524,09 ευρώ που αφορά στις ποινές από τη συνολική επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη + 184.228,78 ευρώ που αφορά στους τόκους των ποινών + 3.248.636,83 ευρώ που αφορά στην απαίτηση από τις ποινές) 3.476.389,70 ευρώ, και β) ότι, καθόσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα (Γ.Α.), εισέπραξε από τον πλειστηριασμό των κληρονομιαίων ακινήτων του τελευταίου, το συνολικό ποσό των (34.432,39 ευρώ που αφορά στις ποινές από τη συνολική επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη + 145.745,43 ευρώ που αφορά στους τόκους των ποινών + 2.899.418,60 ευρώ που αφορά στην απαίτηση από τις ποινές) 3.079.596,32 ευρώ, για τα οποία, άλλωστε, αιτούμενα ποσά ουδέν το αντίθετο διατυπώνεται και από τον αναιρεσίβλητο και δη ούτε ως προς ούτε την ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης και την είσπραξη των άνω ποσών, ούτε ως προς τον άνω γενόμενο από τους αναιρεσείοντες καταλογισμό και συνεπώς ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται να επιστρέψει τα ποσά αυτά στους αναιρεσείοντες. Καθόσον όμως αφορά τα εισπραχθέντα από τον αναιρεσίβλητο ποσά που αφορούν το κεφάλαιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το αίτημα των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, αφού κατά το μέρος αυτός δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 7 Οκτωβρίου 2021 και 12 Ιανουαρίου 2022 αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και τους από 14 Ιουνίου 2022 και 14 Μαρτίου 2023 πρόσθετους λόγους της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και τους από 17 Μαρτίου 2023 πρόσθετους λόγους της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθ. 2760/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ...
Δέχεται εν μέρει και τις δύο αιτήσεις αναιρέσεως.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2760/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... και ειδικότερα μόνον κατά το μέρος που δέχθηκε τον Β.2 λόγο της από 13-3-2019 έφεσης του αναιρεσίβλητου, περί εσφαλμένης απορρίψεως από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμης της επικουρικής βάσης της από 22-1-2010 αγωγής του, αφορώσας το αγωγικό κονδύλιο της επιδίκασης κατά κρίση αγαθού ανδρός των συμφωνηθεισών ποινικών ρητρών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την από 13-3-2019 και με αριθμό εκθ. καταθ. 24684/1852/15-3-2019 έφεση του αναιρεσίβλητου, όσον αφορά τον Β.2 λόγο αυτής, περί εσφαλμένης απορρίψεως ως μη νόμιμης της επικουρικής βάσης της από 9-2-2012 αγωγής του.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες κάθε αίτησης αναιρέσεως.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση των αναιρεσειόντων της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει σε κάθε αναιρεσείοντα της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας. Και
Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή