Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 127 / 2022    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 127/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος ανακάλεσε την από 23/9/2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικολακόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2196/2016 μη οριστική και 2060/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/1/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπος παρασταθείς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 31.1.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2060/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (Ειδική διαδικασία διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 29.11.2012 και με αριθ. καταθ. 7652/3.12.2012 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας με αριθ. 280/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη. Η έφεση συζητήθηκε στις 25.2.2014, αντιμωλία των διαδίκων, πλην, όμως συνεπεία της υποβληθείσας από 28.2.2014 κοινής δήλωσης των διαδίκων για τη μη έκδοση αποφάσεως λόγω επιτευχθέντος εξώδικου συμβιβασμού, η συζήτηση της έφεσης και των πρόσθετων λόγων ματαιώθηκε. Ακολούθως, με την από 14.2.2015 κλήση του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2197/2016 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να εμφανιστούν αυτοπροσώπως στο ακροατήριο του δικαστηρίου αμφότεροι οι διάδικοι, για την υποβολή ερωτήσεων και παροχή διασαφήσεων επί των αναφερομένων στην απόφαση ζητημάτων. Με την από 9.11.2016 κλήση του εφεσίβλητου - ενάγοντος, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η παραπάνω έφεση. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ι) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση ιι) εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και κρατήθηκε υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ιιι) απορρίφθηκε η αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2.-Κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΚΠολΔ ο συμβιβασμός που καταρτίστηκε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, φέρει το χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κατά τα άρθρα 871 και 872 ΑΚ. Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ). Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ’ ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι’ αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 578/1980). Εξ άλλου από τη βούληση των συμβαλλομένων μερών εξαρτάται εάν ο εξώδικος συμβιβασμός έχει αναγνωριστικό (μέρους της απαίτησης) ή δημιουργικό χαρακτήρα, αν δηλαδή τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν τη διατήρηση της παλαιάς ενοχής (κατά ένα μέρος) ή την κατάργησή της και τη δημιουργία νέας (ΑΠ 990/2007, ΑΠ 931/1979). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού. Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 1527/2017, ΑΠ 669/2016). Ειδικότερα, εάν με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού αυτός έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα μέρους της απαίτησης με βάση την παλαιά έννομη σχέση για την οποία η διένεξη, το δικαστήριο της ουσίας εκδίδει απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η ως άνω απαίτηση, όπως αυτή περιορίσθηκε με τη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού (πρβλ. ΑΠ 1070/2017), ενώ εάν με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού αυτός έχει δημιουργικό χαρακτήρα κατάργησης της παλαιάς έννομης σχέσης για την οποία η διένεξη και δημιουργίας νέας, η αγωγή ερειδόμενη στην παλαιά έννομη σχέση, απορρίπτεται. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γεννήσεως ή ασκήσεως ή την κατάλυση του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτοχρόνως δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής για το συγκεκριμένο λόγο, το οποίο όμως μπορεί και να καλύπτεται από το γενικό αίτημα του ενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής (Ολ.Α.Π. 472/1983, Α.Π. 1357/2010, 355/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1414/2017, ΑΠ 1692/2017, ΑΠ 1266/2011). Τέλος, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης.
3.-Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, διότι όπως κατά λέξη αναφέρει "Ο προβληθείς από τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο ισχυρισμός περί δήθεν κατάρτισης εξώδικου συμβιβασμού θα έπρεπε να έχει απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος καθόσον στο σχετικό χωρίο του δικογράφου των προτάσεών του (όπως προπαρατέθηκε) δε διαλάμβανε αίτημα για έκδοση απόφασης, σύμφωνα με τον υποτιθέμενο εξώδικο συμβιβασμό. Παραβιάστηκαν ως εκ τούτου, οι διατάξεις του άρθρου 871 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 παρ. 1 και 293 παρ. 2 ΚΠολΔ". Από τις προτάσεις του εναγομένου - εκκαλούντος, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει ότι ο εναγόμενος αναφέρει όλα τα πραγματικά περιστατικά της ένστασής του περί εξωδίκου συμβιβασμού και καταλήγει: "Ως εκ τούτου λόγω απόσβεσης της οφειλής εκ της ιστορικής βάσης της αγωγής του εφεσιβλήτου ζητώ να γίνει δεκτή η έφεσή μου και να απορριφθεί η αγωγή του" και στο τέλος στη σελ. 37 των προτάσεων "Συνεπεία όλων των ανωτέρω θεωρώ πως η υπό κρίση έφεσή μου θα πρέπει να γίνει δεκτή και να απορριφθεί η επαναφερθείσα αγωγή του αντιδίκου κατά εμένα, ιδίως μετά τη σύναψη του από 27.2.2014 συμβιβασμού, βάσει του οποίου ο αντίδικος μείωσε τις απαιτήσεις του ...". Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού ρητώς υποβάλλεται αίτημα απορρίψεως της αγωγής για το συγκεκριμένο λόγο, με την επίκληση απόσβεσης της οφειλής στο σύνολό της, που ήταν το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, περίπτωση που κατά νόμο συντρέχει, οσάκις με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού καταργείται η παλαιά έννομη σχέση για την οποία υπήρξε η διένεξη και δημιουργείται νέα (εξώδικος συμβιβασμός με δημιουργικό χαρακτήρα).
4.-Με το Β’ σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καταλήξει, χωρίς καμιά αιτιολογία, στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν συνήφθη μεταξύ αυτού και των εναγομένων εξώδικος συμβιβασμός, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν ή όχι το πραγματικό αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον έλεγχο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ένδικη από 29-11-2012 (αρ.κατ. 7652/3-12-2012) έφεση κατά της εκκαλούμενης με αριθμό 280/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο της 25-2-2014. Ακολούθως, την 28-2-2014 οι διάδικοι με την από 28-2-2014 κοινή έγγραφη δήλωσή τους, που φέρει την υπογραφή και του ενάγοντος-εφεσίβλητου, αιτήθηκαν από το Δικαστήριο να απέχει από την έκδοση απόφασης επί της ένδικης έφεσης, επειδή την 27-2-2014 επιτεύχθηκε μεταξύ τους εξώδικος συμβιβασμός που αφορούσε, μεταξύ άλλων, και την ένδικη διαφορά τους. Έτσι το παρόν Δικαστήριο, συγκροτούμενο από την Εφέτη, Αλεξάνδρα Παπαπέτρου, δεχόμενο το ανωτέρω αίτημα, ματαίωσε την 5-1-2015, τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά τη συζήτησή της, για την ως άνω αιτία, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική σημείωση της ανωτέρω Δικαστού επί του εσωφύλλου της δικογραφίας που τηρεί η Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου. Ειδικότερα στο εσώφυλλο αναγράφεται: "Κατόπιν της απευθυνόμενης αρμοδίως προς τη Δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5° Τμήμα), δικάσιμος 25-2-2014, αρ. πιν. 45+46, από 28-2-2014 εγγράφου δηλώσεως των διαδίκων μερών, υπογραφόμενων απ' αυτούς και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, περί μη εκδόσεως αποφάσεως λόγω επιτευχθέντος εξωδίκως συμβιβασμού-ματαιώνεται μετά τη συζήτηση, η συζήτηση των από 29-11-2012 δύο εφέσεων απευθυνόμενων κατά των υπ' αριθμ. 280/2012 και 280/2012 (προφανώς από παραδρομή αναγράφεται ως αριθμός της δεύτερης εκκαλούμενης απόφασης πάλι ο αριθμός "280/2012", ενώ πρόκειται για την 282/2012 απόφαση) αποφάσεων Μον. Πρωτ. Αθηνών". Ακολουθεί ημερομηνία: 5-1-2015, υπογραφή Αλεξάνδρα Παπαπέτρου - Εφέτης. Μάλιστα στο φύλλο της δικογραφίας είναι συραμμένο το από 28-2- 2014 προαναφερόμενο έγγραφο με τον τίτλο "ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΜΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ", στο τέλος του οποίου αναγράφεται: "Γίνεται δεκτή η από 28-2-2014 κοινή δήλωση για μη έκδοση απόφασης", 5-1-2015 (ημερομηνία), υπογραφή Αλεξάνδρα Παπαπέτρου -Εφέτης. Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, από 27.2.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη στην προκείμενη ειδική διαδικασία, παρόλο που δεν πληροί τους όρους του νόμου διότι είναι ανυπόγραφο (άρθρα 671 παρ. 1 εδ.α και 681 του Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι μια ημέρα πριν την κατάθεση της προαναφερόμενης από 28.2.2014 κοινής έγγραφης δήλωσης των διαδίκων για μη έκδοση απόφασης επί της ένδικης διαφοράς, καταρτίστηκε, μεταξύ αυτών συμφωνία συμβιβαστικού χαρακτήρα, δυνάμει της οποίας ειδικότερα: α) ο εναγόμενος και νυν εκκαλών αναγνώρισε ότι οφείλει στον ενάγοντα και νυν εφεσίβλητο (για αμοιβές του τελευταίου από την εκ μέρους του παροχή νομικών υπηρεσιών προς τον πρώτο κατά το παρελθόν) το συνολικό ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, β) ο εναγόμενος και νυν εκκαλών (μετά την κατά τα ανωτέρω συμφωνία ως προς το ύψος της οφειλής), υποσχέθηκε να εξοφλήσει την ως άνω αμοιβή, πλέον του αναλογούντος σε αυτήν ΦΠΑ (23%), ήτοι συνολικό ποσό 49.200 ευρώ, τμηματικά ως εξής: σε οκτώ δόσεις των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, καταβλητέων την τελευταία ημέρα των οκτώ επόμενων μηνών (η πρώτη την 31η Μαρτίου 2014, η δεύτερη την 30η Απριλίου 2014 κοκ, με τελευταία την 31η Οκτωβρίου 2014) και σε μια ένατη δόση ποσού εννέα χιλιάδων διακοσίων (9.200) ευρώ, που αναλογεί στον ΦΠΑ της ως άνω αμοιβής, καταβλητέας την 30η Νοεμβρίου 2014, γ) ρητώς συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε των ως άνω δόσεων, θα καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες οι επόμενες και θα δικαιούται ο ενάγων και νυν εφεσίβλητος να στραφεί δικαστικά εναντίον του πρώτου προς είσπραξη του ανεξόφλητου μέρους της αμοιβής του και στην περίπτωση αυτή όλα τα τυχόν έξοδα (πέραν των δικαστικών δαπανημάτων) θα βάρυναν τον ως άνω εναγόμενο και νυν εκκαλούντα, δ) το νόμιμο παραστατικό (απόδειξη παροχής υπηρεσιών) θα εκδοθεί με την εξόφληση και της τελευταίας των ως άνω δόσεων και οι μέχρι τότε καταβολές θεωρούνται ως προκαταβολές της συνολικώς οφειλόμενης αμοιβής και ε) κατόπιν των ανωτέρω οι συμβαλλόμενοι (ο πρώτος εναγόμενος και ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό της δεύτερης εναγόμενης και της τρίτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας) συμφώνησαν ότι θα καταθέσουν ενώπιον του 5ου τμήματος του Εφετείου Αθηνών, όπου συζητήθηκαν εφέσεις κατά των με αριθμ. 280/2012 (εκκαλούμενη) και 282/2012 (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω) αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δηλώσεις με τις οποίες θα δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν την έκδοση αποφάσεων. Η προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων, αποτελούσε σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει με σαφήνεια ότι συνέπεσαν απολύτως οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στο να δημιουργήσουν καινούργια σχέση καταργώντας την άνω παλαιά, που αποτελούσε αντικείμενο της ένδικης αγωγής (δικηγορική αμοιβή από σύμβαση εργολαβίας δίκης), αφού δηλαδή με τη συμφωνία αυτήν οι συμβαλλόμενοι διάδικοι εκδήλωσαν την πρόθεση τους να διαλύσουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις τους τη φιλονικία και την αβεβαιότητά τους, αναφορικά με τη γένεση, τη βασιμότητα και το ύψος της απαιτήσεως του εφεσίβλητου δικηγόρου από τη συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή του στην ένδικη υπόθεση, καθώς και στην υπόθεση που αφορούσε η με αριθμό 282/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω). Μάλιστα η ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων δεν τελούσε υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης καταβολής των ποσών των πιο πάνω συμφωνηθεισών δόσεων, αντιθέτως συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, ότι σε περίπτωση καθυστέρησης κάποιας εκ των δόσεων, θα καθίσταντο απαιτητές και ληξιπρόθεσμες όλες οι επόμενες και έτσι ο ενάγων θα δικαιούτο να στραφεί δικαστικώς εναντίον του πρώτου εναγόμενου προς είσπραξη όλου του ανεξόφλητου μέρους της αμοιβής του. Για το λόγο αυτό εξάλλου, την επομένη της καταρτίσεως της ως άνω σύμβασης εξωδίκου συμβιβασμού, ήτοι την 28-2-2014, υποβλήθηκε προς την ανωτέρω Δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε συζητήσει την από 29-11- 2012 (αρ.κατ. 7652/2012) έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, η κοινή έγγραφη δήλωση των διαδίκων, η οποία υπογράφετο τόσο από τους ίδιους, όσο και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, περί μη εκδόσεως αποφάσεως λόγω επιτευχθέντος εξωδίκως συμβιβασμού, λόγω της οποίας (κοινής δήλωσης) ματαιώθηκε (μετά τη συζήτηση), η συζήτηση της ένδικης έφεσης. Επομένως, ο προαναφερόμενος προταθείς παραδεκτά οψιγενής ισχυρισμός των εκκαλούντων-εναγόμενων περί επιτεύξεως εξωδίκου συμβιβασμού στην μεταξύ τους ένδικη διαφορά, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη. Όλα δε τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται από τις εξηγήσεις που παρείχαν οι διάδικοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο α) δέχθηκε στην ουσία την έφεση β) εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού κράτησε την υπόθεση, γ) απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή, κατόπιν αποδοχής της ένστασης του εξώδικου συμβιβασμού. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 871 ΑΚ και 293 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία και ορθώς υπήχθησαν στο νόμο, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κατάρτισης σύμβασης συμβιβασμού και, συνακόλουθα, παραδοχής της ένστασης του αναιρεσίβλητου, αφού: α) υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων αναφορικά με τη γένεση, τη βασιμότητα και το ύψος της απαιτήσεως του ενάγοντος - εφεσίβλητου δικηγόρου από τη συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή του, β) έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις ως προς το εριζόμενο αυτό ζήτημα, καθόσον ο μεν αναιρεσείων παραιτήθηκε από μέρος της δικηγορικής του αμοιβής, ο δε αναιρεσίβλητος αφενός μεν παραιτήθηκε από την έφεσή του κατά της ως άνω οριστικής απόφασης, αφετέρου δε προέβη σε αναγνώριση μέρους της αξιώσεως του ενάγοντος για καταβολή της δικηγορικής του αμοιβής και γ) μία ημέρα πριν την κατάθεση της κοινής έγγραφης δήλωσης των διαδίκων για τη μη έκδοση απόφασης (27.2.2014) καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ των μερών έχουσα το προαναφερθέν περιεχόμενο, αφού ως προς τούτο συνέπεσαν απολύτως οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων με πρόθεση διάλυσης της φιλονικίας και της αβεβαιότητας ως προς τις απαιτήσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, ο πρώτος από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι ευθέως και με ανεπαρκείς αιτιολογίες παρά το νόμο δέχθηκε ως έγκυρη την κατάρτιση σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, είναι αβάσιμος. Τέλος, κατά το μέρος που υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας και με την αναφορά πραγματικών επιχειρημάτων πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
5.-Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται " Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 εδ. α του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 681 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης πριν την 1.1.2016, κατ' άρθρο 20 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, στις διαφορές από παροχή εργασίας λαμβάνονται υπόψη, χωρίς άλλη προϋπόθεση και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως ανυπόγραφα ή άκυρα έγγραφα, Ειδικότερα, η έλλειψη υπογραφής δεν καθιστά ανυπόστατο το έγγραφο (ΑΠ 1251/2019, ΑΠ 1149/2017, ΑΠ 120/2016, ΑΠ 311/2019). Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 871 του ΑΚ σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού είναι κατά κανόνα άτυπη (πλην εάν αφορά σύσταση, μετάθεση ή κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο ή σύμβαση ισόβιας προσόδου) και μπορεί να καταρτισθεί εγγράφως ή προφορικώς, ή να είναι ρητή ή σιωπηρά (ΑΠ 467/1996). Τέλος, η υπεύθυνη δήλωση κατ' άρθρο 8 ν. 1599/1986 ή η βεβαίωση (μαρτυρία) τρίτου, η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο (ανυπόστατο) αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.ΑΠ 8/1987, ΑΠ 1925/2020).
6.-Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι α) παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη της το από 27.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο εν τούτοις δεν έφερε υπογραφές των συμβαλλομένων και συνεπώς ήταν ανυπόστατο ως αποδεικτικό μέσο (Α σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης) και β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο την από 28.9.2017 δήλωση του (τρίτου) δικηγόρου Αντώνη Δ. Μανώλα, την οποία αυτός είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και προσκομίσει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Β' σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης), προς απόδειξη του πιο πάνω ουσιώδους ισχυρισμού του ότι ουδέποτε συνήφθη σύμβαση συμβιβασμού. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του, διότι α) ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων το από 27.2.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, παρά την έλλειψη υπογραφών σε αυτό, καθότι κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας, λαμβάνονται υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και κατά συνέπεια και ανυπόγραφα έγγραφα και β) το δεύτερο από τα ανωτέρω έγγραφα (δήλωση τρίτου), δεν μπορούσε να το λάβει υπόψη του το δικαστήριο, διότι πρόκειται για μαρτυρία (δήλωση) τρίτου προσώπου, που δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην ένδικη υπόθεση, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει στον οικείο αναιρετικό λόγο και συνεπώς συνιστά ανεπίτρεπτο (ανυπόστατο) αποδεικτικό μέσο. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 στοιχ. α και γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του (και ως προς τα δύο σκέλη του).
7.-Με τον επικουρικά προβαλλόμενο τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, έκρινε εσφαλμένα ότι η βούληση των συμβαλλομένων μερών με την κατάρτιση του συμφωνητικού συμβιβασμού, ήταν να δημιουργήσουν καινούργια σχέση καταργώντας την παλιά, η οποία αποτελούσε αντικείμενο της ένδικης αγωγής (δικηγορική αμοιβή από σύμβαση εργολαβίας δίκης) και απέρριψε την αγωγή, ενώ έπρεπε να εκδώσει απόφαση αποδεχόμενο εν μέρει την αγωγή, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού, παραβιάζοντας έτσι ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στο κεφάλαιο 4 της παρούσης κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων, αποτελούσε σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει με σαφήνεια ότι συνέπεσαν απολύτως οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στο να δημιουργήσουν καινούργια σχέση καταργώντας την άνω παλαιά, που αποτελούσε αντικείμενο της ένδικης αγωγής (δικηγορική αμοιβή από σύμβαση εργολαβίας δίκης), αφού δηλαδή με τη συμφωνία αυτήν οι συμβαλλόμενοι διάδικοι εκδήλωσαν την πρόθεση τους να διαλύσουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις τους τη φιλονικία και την αβεβαιότητά τους, αναφορικά με τη γένεση, τη βασιμότητα και το ύψος της απαιτήσεως του εφεσίβλητου δικηγόρου από τη συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή του στην ένδικη υπόθεση, καθώς και στην υπόθεση που αφορούσε η με αριθμό 282/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω). Μάλιστα η ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων δεν τελούσε υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης καταβολής των ποσών των πιο πάνω συμφωνηθεισών δόσεων, αντιθέτως συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, ότι σε περίπτωση καθυστέρησης κάποιας εκ των δόσεων, θα καθίσταντο απαιτητές και ληξιπρόθεσμες όλες οι επόμενες και έτσι ο ενάγων θα δικαιούτο να στραφεί δικαστικώς εναντίον του εναγόμενου προς είσπραξη όλου του ανεξόφλητου μέρους της αμοιβής του. Για το λόγο αυτό εξάλλου, την επομένη της καταρτίσεως της ως άνω σύμβασης εξωδίκου συμβιβασμού, ήτοι την 28-2-2014, υποβλήθηκε προς την ανωτέρω Δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε συζητήσει την από 29-11-2012 (αρ.κατ. 7652/2012) έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, η κοινή έγγραφη δήλωση των διαδίκων, η οποία υπογράφετο τόσο από τους ίδιους, όσο και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, περί μη εκδόσεως αποφάσεως λόγω επιτευχθέντος εξωδίκως συμβιβασμού, λόγω της οποίας (κοινής δήλωσης) ματαιώθηκε μετά τη συζήτηση, η συζήτηση της ένδικης έφεσης. Επομένως, ο προαναναφερόμενος προταθείς παραδεκτά οψιγενής ισχυρισμός του εκκαλούντος-εναγομένου περί επιτεύξεως εξωδίκου συμβιβασμού στην μεταξύ τους ένδικη διαφορά, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη. Όλα δε τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται από τις εξηγήσεις που παρείχαν οι διάδικοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η κρινόμενη έφεση του εναγόμενου -εκκαλούντος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί κατ' ουσίαν (άρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, κατόπιν αποδοχής της ένστασης του εξώδικου συμβιβασμού". Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 871 ΑΚ, καθόσον με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία και ορθώς υπήχθηκαν στο νόμο, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κατάρτισης σύμβασης συμβιβασμού και, συνακόλουθα, παραδοχής της ένστασης του εναγομένου περί εξωδίκου συμβιβασμού, επισημαίνεται δε ότι ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και δεν δέχθηκε εν μέρει αυτήν σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού, αφού έκρινε ανελέγκτως ότι βούληση των συμβαλλομένων ήταν με τη σύναψη του εξώδικου συμβιβασμού να δημιουργήσουν νέα ενοχή, καταργώντας την παλιά. Κατά συνέπεια, ο τρίτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
8.-Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31.1.2019 και με αριθμό κατ. 3843/2019 (Ειδ. Αρ. Κατ. 331/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2060/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή