Αριθμός 554/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μετά από επανασυζήτηση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γιαννόπουλου, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 14-2-2023 προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) της κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Ρουπακιώτη και Παναγιώτη Κατσαρού οι οποίοι έχουν καταθέσει τις από 27-10-2023 προτάσεις, 2) της ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής, 3) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." πρώην "..." προηγουμένως "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μιλάνο Ιταλίας και 4) της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Γαλλία με υποκατάστημα στην Ελλάδα, Αγία Παρασκευή Αττικής, οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Κατσαρού ο οποίος έχει καταθέσει τις από 27-10-2023 προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 109/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5138/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2022 αίτησή της.
Με την υπ'αριθμ.139/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλησών ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 139/2024, 936/2018, 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η από 18-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2022) αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 139/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αφού διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της εν λόγω αίτησης, η οποία είχε συζητηθεί στις 24-10-2023, μετ' αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-3-2023, ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Ερατώς Κολέση σύμφωνα με την υπ'αριθ. 129/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου. Κατά την παρούσα (επαναλαμβανόμενη) συζήτηση αμφότερα τα διάδικα μέρη εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, όπως και κατά την αρχική συζήτηση. Με την υπό κρίση αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 5138/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-6-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2014) αγωγή κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (κοινοπραξίας και τριών εταιρειών που συναποτελούν αυτήν), με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν εντόκως, εις ολόκληρον η καθεμία, ως δικηγορική αμοιβή, βάσει των σχετικών διατάξεων του Ν.Δ. 3026/1954 ελλείψει ειδικής συμφωνίας για το ύψος της αμοιβής της, το συνολικό ποσό των 1.223.108,54 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή, για σύνταξη, κατάθεση, επίδοση και λοιπά έξοδα είκοσι τεσσάρων (24) προσφυγών ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τις οποίες, όπως ισχυρίστηκε, άσκησε κατά τα έτη 2009 έως 2012, κατ' εντολή και για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, αποτελούμενης από τις δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία εντολή ανακλήθηκε αδικαιολόγητα στις 3-7-2013. Περαιτέρω, με την ως άνω αγωγή, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η ένδικη σύμβαση εντολής καταρτίστηκε προφορικά τον Σεπτέμβριο του 2009 μεταξύ αυτής και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ενεργούσε για λογαριασμό όλων των εταιρειών που συναποτελούν την κοινοπραξία, εν γνώσει και με τη συναίνεση των νομίμων εκπροσώπων τους, κατόπιν σχετικής έγγραφης συμφωνίας μεταξύ αυτών (εταιρειών), με την οποία η ... ορίστηκε ως επικεφαλής της κοινοπραξίας. Ότι οι ασκηθείσες προσφυγές στρέφονταν κατά της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία κατόπιν δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού στον οποίο ανακηρύχθηκε μειοδότρια η αναιρεσίβλητη κοινοπραξία, ανέθεσε στην τελευταία, δυνάμει του από 16-3-2007 εργολαβικού συμφωνητικού, την εκτέλεση του έργου "Σταθμοί της γραμμής 3 του μετρό, Χολαργός, Νομισματοκοπείο, Αγία Παρασκευή". Ότι η αναιρεσίβλητη κοινοπραξία συστάθηκε με την υπ' αριθ. ...2007 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. - Β., όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ...2007 πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου, μη υποβληθείσα σε διατυπώσεις δημοσιότητας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 109/2017 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε (κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής σε αναγνωριστικό) ότι οι εναγόμενες έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 1.209.494,70 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εναγόμενες με την από 11-9-2017 έφεση και τους από 11-1-2019 πρόσθετους λόγους έφεσης, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθ. 5138/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον έκρινε ότι οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις διέπονται από την με ημερομηνία 30-10-2009 σύμβαση εργολαβίας δίκης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ενεργούσε ατομικά, αλλά και για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας και των αποτελουσών αυτήν εταιρειών, σύμφωνα με την οποία (σύμβαση) η αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία δικαιούται αμοιβής μόνο σε περίπτωση επίλυσης της διαφοράς είτε κατά το στάδιο της προδικασίας είτε κατόπιν άσκησης ενδίκου μέσου, με την έκδοση δικαστικής απόφασης ή με δικαστικό ή εξώδικο συμβιβασμό ή με άλλο τρόπο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση. Στο εσωτερικό δίκαιο η κοινοπραξία αποτελεί κατά κανόνα βραχύβια ένωση φυσικών ή και νομικών προσώπων προς επιδίωξη ενός σκοπού, υπό τη συνηθέστερα δε απαντώμενη στις συναλλαγές περίπτωση προς επιδίωξη ανάθεσης ή εκτέλεσης έργου, στην οποία και εξαντλείται ο σκοπός της. Ειδικότερα, από την άποψη του διοικητικού δικαίου, η κοινοπραξία, κατά την ελληνική έννομη τάξη (άρθρα 2 παρ. 2 του Π.Δ. 186/1992 "Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων και 34 παρ. 3 του Ν. 2238/1994), αποτελεί προσωρινή ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, χωρίς νομική προσωπικότητα, για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, η οποία δεν απαιτείται να έχει κεφάλαιο και λύεται αυτοδικαίως με την ολοκλήρωση του σκοπού της, το δε συμφωνητικό σύστασής της πρέπει να κατατεθεί στην αρμόδια φορολογική αρχή (ΟλΣτΕ 606/2008, ΑΠ 192/2021). Πρόκειται, δηλαδή, για μία αυτοτελή ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, η οποία καθίσταται κατά νόμο φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά το αστικό και εμπορικό δίκαιο, όπως γινόταν δεκτό και πριν τον Ν. 4072/2012, που προχώρησε σε συγκεκριμένη πλέον ρύθμισή της, ο χαρακτήρας της καθοριζόταν από τον σκοπό της. Έτσι επρόκειτο για αστική εταιρία, διεπόμενη από τα άρθρα 741 ΑΚ, αν ο σκοπός της δεν ήταν εμπορικός (π.χ. σύστασή της απλώς για την ανάληψη έργου, όχι όμως για την κατασκευή του). Αν ο σκοπός της ήταν εμπορικός, δηλαδή η εκτέλεση αντικειμενικά εμπορικής πράξης ή πράξεων, όπως η εκτέλεση έργου ή η παροχή υπηρεσιών τρίτων προσώπων (κατά το άρθρο 2 του Β.Δ. της 2/14-5-1835 "περί αρμοδιότητος των Εμποροδικείων"), αυτή υπαγόταν αναγκαίως σε έναν από τους τύπους του κλειστού αριθμού εταιρειών του εμπορικού δικαίου. Εφόσον το καταστατικό της είχε δημοσιευθεί, αυτή υπαγόταν σε έναν από αυτούς τους τύπους, αναλόγως του περιεχομένου του, ενώ αν αυτό δεν είχε δημοσιευθεί και εμφανιζόταν προς τους τρίτους με επωνυμία που περιλάμβανε τα ονόματα ή τις επωνυμίες των μελών της, επρόκειτο περί ομόρρυθμης εταιρείας εν τοις πράγμασι, με συνέπεια να εφαρμόζεται επ' αυτής όλο το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρείας, μεταξύ δε των σχετικών διατάξεων και η εις ολόκληρον ευθύνη των αναφερόμενων στην επωνυμία της μελών (ΑΠ 192/2021, 1417/2018). Ήδη με το άρθρο 293 του Ν. 4072/2012, που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 294 αυτού, και επί υφιστάμενων εταιρειών που δεν τελούν σε εκκαθάριση ή πτώχευση, ο νομοθέτης προχώρησε σε αναλυτικότερη ρύθμιση των ζητημάτων που προκύπτουν από την όλο και συχνότερη εμφάνιση των κοινοπραξιών στις συναλλαγές, ακολουθώντας ουσιαστικά την αντιμετώπιση που είχε υιοθετηθεί από τη νομολογία. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο (293), η κοινοπραξία είναι εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία όμως αποκτά, ως ένωση προσώπων, ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα, εφόσον καταχωρηθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. ή εμφανίζεται προς τα έξω. Αν ο σκοπός της εξαντλείται απλώς στο συντονισμό της δραστηριότητας των μελών της, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αστική εταιρεία, ενώ αν ασκεί εμπορική δραστηριότητα, εφαρμόζονται ως προς αυτήν αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρεία (ΑΠ 192/2021, 1417/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1648/2024, 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1648/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1648/2024, 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1648/2024, 669/2018, 1350/2017, 798/2010). Για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτών, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1648/2024, 1022/2022, 26/2022, 960/2017).
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσείουσα νομίμως είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις κατ' έφεση προτάσεις της, επικαλείται δε και προσκομίζει ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με τις από 14-2-2023 προτάσεις της, ήτοι: α) Την από 19-9-2013 και με αριθ. πρωτ. Φ 102/7787 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης (...), Σ. Γ., προς την αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία, η οποία (επιστολή) κατά το κρίσιμο εν προκειμένω περιεχόμενό της έχει ως εξής: "Αξιότιμε κ. Κ.,.... Διαπίστωσα ότι η από 30-10-2009 σύμβασή σας με την ... Α.Ε., που αφορά σε παροχή νομικών υπηρεσιών σε ετήσια πάγια βάση, έχει ήδη από 28-2-2013 λήξει και για την κατά τα άνω συνεργασία μας σας ευχαριστώ πολύ. Διαπίστωσα επίσης ότι υπάρχει μία δεύτερη σύμβαση με ημερομηνία επίσης 30-10-2009, που αφορά σε παροχή νομικών υπηρεσιών για υποθέσεις της ... Α.Ε., στην οποία αμείβεστε με ποσοστό επιτυχίας, πλην όμως δεν έχω λάβει κάποια ενημέρωση για το είδος των υποθέσεων αυτών που τυχόν διαχειριστήκατε και δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της προηγούμενης σύμβασης σε ετήσια βάση, που έχει ήδη λήξει. Δεν κατέστη τέλος δυνατό να βρούμε καμία σύμβαση ή άλλη εντολή με την Κοινοπραξία ... κλπ. κατά της εταιρείας ..., όπως σημειώνετε. Σε περίπτωση που υπάρχει τέτοια σύμβαση που δεν γνωρίζουμε, παρακαλώ να μας την προσκομίσετε.... τις υποθέσεις της κοινοπραξίας του Μετρό χειρίζεται η Κοινοπραξία, με δεδομένο πλέον ότι σύμφωνα με νεότερο νόμο το σύνολο των διαφορών που υπάρχουν, ακόμη δηλαδή και οι εκκρεμείς, δεν θα αντιμετωπισθούν από τα δικαστήρια, αλλά θα υπαχθούν πιθανόν σε διαιτησία, οπότε παρακαλώ θερμά για την επιστροφή του συνόλου των φακέλων που έχετε.... Τις προσφυγές που αναφέρονται στην επιστολή σας, θα χειριστεί η Κοινοπραξία με τους συμβούλους της επιλογής της...". β) Τα υπ' αριθ. ... και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας προς άλλη κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχε η δεύτερη αναιρεσίβλητη (...). γ) Την υπ' αριθ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας προς άλλη κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχαν οι δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των εδώ αναιρεσιβλήτων. δ) Την υπ' αριθ. 76/2-8-2012 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας προς άλλη κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχε η δεύτερη αναιρεσίβλητη (...). ε) Το υπ' αριθ. 132/3-7-2013 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας προς άλλη κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχε η δεύτερη αναιρεσίβλητη (...). στ) Τις υπ' αριθ. ... και ... αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας προς άλλη κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχε η δεύτερη αναιρεσίβλητη (...). Από τη μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και από την αναφορά στις σελίδες 7 επ. αυτής ότι "Η δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των εναγομένων ανωνύμων εταιρειών συμμετείχαν δια των εκπροσώπων τους, ως μέλη, στην πρώτη εναγομένη κοινοπραξία με την επωνυμία "...." στο διαγωνισμό που είχε προκηρύξει η ... Α.Ε. για την εκτέλεση του έργου "ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ 3 ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ, ΧΟΛΑΡΓΟΣ, ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΚΟΠΕΙΟ, ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ" και δυνάμει της υπ' αριθ. 858(α)/22-12-2006 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ... Α.Ε. κατακυρώθηκε η ανάθεση του έργου στην ως άνω Κοινοπραξία, η προσφορά της οποίας κρίθηκε η πλέον συμφέρουσα, και συνέστησαν πλέον και τυπικά οι εναγόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 20.5 της Διακήρυξης του εν λόγω διαγωνισμού, Κοινοπραξία με την επωνυμία "..." για την εκτέλεση του ως άνω έργου. Κατά τη διάρκεια τούτου, μεταξύ των εναγομένων και της ... δημιουργήθηκαν διαφωνίες ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου, του Προεδρικού Διατ/τος, των συμβατικών τευχών και της συμβάσεως, οι οποίες δεν κατέστη δυνατόν να επιλυθούν.... Προς υπεράσπιση των εννόμων συμφερόντων τους οι εναγόμενες (πρώτη, τρίτη, τετάρτη) όρισαν με γραπτή συμφωνία (βλ. και παρ. 4 του άρθρου 5ου της υπ' αριθ. ...2007 πράξης Σύστασης Κοινοπραξίας) ως επικεφαλής (LEADER) της Κοινοπραξίας τη δεύτερη εναγόμενη (...), στην οποία ανέθεσαν και την επιμέλεια των υποθέσεών τους κατά της .... Η ως άνω εταιρεία δια των αρμοδίων εκπροσώπων της, ενεργούσα δι' εαυτήν ατομικώς αλλά και για λογαριασμό της Κοινοπραξίας και των μελών της, ανέθεσε στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν και το προηγούμενο χρονικό διάστημα, τον Οκτώβριο του 2008, την εντολή, όπως για κάθε βλαπτική πράξη ή παράλειψη των αρμοδίων οργάνων της ..., να προβαίνει, προς υποστήριξη των εννόμων συμφερόντων της Κοινοπραξίας, στη διατύπωση και σύνταξη αιτημάτων, ενστάσεων και αιτήσεων θεραπείας.... και σε περίπτωση μη ευδοκιμήσεως αυτών στη διατύπωση, σύνταξη και άσκηση προσφυγών ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (Πενταμελούς Συνθέσεως).... Ειδικότερα, (Α) με την από 30/10/2009 σύμβαση παροχής Νομικών Υπηρεσιών, που συμφωνήθηκε και υπογράφηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων τόσο της δευτέρας εναγομένης, όσο και της ενάγουσας, Σ. Γ. και Βασ. Κ. αντίστοιχα, η δευτέρα εναγομένη ... Α.Ε. ανέθεσε στην ενάγουσα, η οποία ανέλαβε, την παροχή νομικών συμβουλών για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1418/1984 περί Δημοσίων Έργων, του Π.Δ. 609/1985, ως και των διατάξεων της ισχύουσας εσωτερικής και κοινοτικής νομοθεσίας, καθώς και τη σύνταξη ενστάσεων, αιτήσεων θεραπείας, προσφυγών, αγωγών και παντός είδους δικογράφων. Η αμοιβή της ενάγουσας για την ετήσια διάρκεια της συμβάσεως, από 1/3/2009 έως 28/2/2010,.... ανερχόταν στο ποσό των 75.000 ευρώ.... Η ισχύς της συμβάσεως αυτής παρατάθηκε διαδοχικώς και με τους ίδιους όρους, τρεις φορές ακόμα, στις 3/3/2010, στις 4/4/2011 και στις 29/2/2012, λήγουσα στις 28/2/2013. (Β) Περαιτέρω, οι ίδιοι ως άνω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν και υπέγραψαν στις 30/10/2009 ετέρα Σύμβαση Παροχής Νομικών Υπηρεσιών (εργολαβία), δια της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση για τις ανακύπτουσες διαφορές μεταξύ της Εταιρείας και του Κυρίου ή του Φορέα του έργου, οι οποίες δεν θα επιλυθούν κατά το στάδιο της προδικασίας (δια της υποβολής ενστάσεων και αιτήσεων θεραπείας), να ασκήσει προς τελική επίλυση τούτων προσφυγές ή αγωγές στα αρμόδια καθ' ύλην Διοικητικά ή Πολιτικά Εφετεία, αλλά και αναιρέσεις, μέχρι επιτυχούς, έστω και μερικώς, εκβάσεως τούτων. Η αμοιβή της ενάγουσας ρητώς καθορίσθηκε σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) για τις υποθέσεις που θα επιλυθούν με οποιοδήποτε τρόπο κατά το στάδιο της προδικασίας/τεκμηρίωσης και σε ποσοστό επτά τοις εκατό (7%) για τις υποθέσεις που θα επιλυθούν μετά την άσκηση των ενδίκων μέσων, με την έκδοση δικαστικής αποφάσεως ή με την επίτευξη δικαστικού ή εξωδίκου συμβιβασμού ή με άλλο τρόπο. Σε περίπτωση δε αποτυχίας, συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να λάβει καμία αμοιβή. Οι ως άνω συμβάσεις.... δεν αφορούσαν μόνο τη δευτέρα εναγομένη, αλλά εν τοις πράγμασι αφορούσαν και την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία (αλλά και τα λοιπά μέλη αυτής), η οποία, όπως προαναφέρθηκε και συνομολογείται από την ενάγουσα και με την ίδια την αγωγή της, προς υπεράσπιση των εννόμων συμφερόντων τους όρισαν ως επικεφαλής της Κοινοπραξίας την ..., στην οποία ανέθεσαν και την επιμέλεια των υποθέσεων τους κατά της .... Συγκεκριμένα, η ενάγουσα συνομολογεί με την αγωγή της, ότι η Κοινοπραξία ανέθεσε στην ... την επιμέλεια των υποθέσεών της κατά της ..., δηλ. για το επίδικο έργο, για το οποίο η ενάγουσα ζητεί τις ένδικες αμοιβές. Στη συνέχεια δε, η ενάγουσα ισχυρίζεται αβασίμως ότι η δευτέρα εναγομένη τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 της έδωσε την εντολή να προβαίνει, προς υποστήριξη των εννόμων συμφερόντων της Κοινοπραξίας και των λοιπών εναγομένων μελών της, στη διατύπωση και σύνταξη αιτημάτων, ενστάσεων και αιτήσεων θεραπείας, στη διατύπωση, σύναξη και άσκηση προσφυγών ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, στην πραγματοποίηση των οποίων στηρίζει τα κονδύλια που ζητεί με την ένδικη αγωγή της, και ότι για την παροχή των νομικών αυτών υπηρεσιών της δεν συμφωνήθηκε το ύψος της αμοιβής. Όμως, ουδέν εκ των ανωτέρω στοιχείων του ως άνω ισχυρισμού της απέδειξε η ενάγουσα, αν και έφερε το σχετικό βάρος τούτου. Ειδικότερα, δεν απεδείχθη καμία, έστω προφορική, συμφωνία που να έχει συναφθεί μεταξύ της δευτέρας εναγομένης και της ενάγουσας τον Σεπτέμβριο του 2009 και ειδικότερα μεταξύ των νομίμων (ποίων) εκπροσώπων των ως άνω εταιρειών με αυτό το συγκεκριμένο περιεχόμενο.... Εξάλλου, σύμφωνα με τις ειδικότερες εν προκειμένω συναλλακτικές συνήθειες, αλλά και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν υπήρχε περίπτωση εταιρείες όπως οι εναγόμενες, που αναλαμβάνουν κατ' επάγγελμα την κατασκευή, τεραστίων οικονομικών μεγεθών, δημοσίων έργων, να αφήνουν χωρίς γραπτή σύμβαση το τόσο σημαντικό και οικονομικώς επαχθές τμήμα της συμφωνίας για τις παρεχόμενες σ' αυτές νομικές υπηρεσίες. Άλλωστε, το ίδιο, δηλ. γραπτή συμφωνία, έκανε και η ενάγουσα υπογράφοντας τις από 30/10/2009 δύο (2) προαναφερόμενες συμβάσεις. Πώς λοιπόν ένα μήνα πριν, όπως αβασίμως ισχυρίζεται (δηλ. τον Σεπτέμβριο του 2009), προέβη σε προφορική συμφωνία με τη δευτέρα εναγομένη, ως εκπροσωπούσα την Κοινοπραξία και τα μέλη της, για ένα τεράστιο έργο (...) και μάλιστα χωρίς να συμφωνήσουν το ύψος των αμοιβών της; Εξάλλου, η ενάγουσα με την από 27/9/2013 εξώδικη δήλωσή της, απευθυνόμενη προς τη δευτέρα εναγομένη και κοινοποιούμενη προς την Κοινοπραξία, συνομολογεί ρητώς, ότι με βάση τις παραπάνω συμβάσεις (από 30/10/2009) συνεργάσθηκε αρμονικά με τις εναγόμενες μέχρι και τον μήνα Ιούλιο του 2013 και ότι δυνάμει αυτών των συμβάσεων χειρίσθηκε, εκτός των υποθέσεων της ... (β' εναγομένης), και τις υποθέσεις των Κοινοπραξιών κατά της εταιρείας ... Α.Ε. Η κρίση αυτή, ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις αφορούσαν, σύμφωνα και με την καλόπιστη ερμηνεία τούτων κατ' άρθρο 200 Α.Κ., και τις λοιπές εναγόμενες, ενισχύεται και από τα εξής:.... (Στο σημείο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται α) στις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα της ενάγουσας και πρώην νομίμου εκπροσώπου αυτής Β.Κ. και του μάρτυρα των εναγομένων Ι. Γ., καθώς και στις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ. Σ., Χ. Π., Α. Π., Α. Α. και Θ. Μ.)....
Συνεπώς, υφίστατο μεταξύ των διαδίκων η από 30-10-2009 έγγραφη συμφωνία (η εργολαβική σύμβαση) ως προς την αμοιβή της ενάγουσας για τις αναφερόμενες στην αγωγή της προσφυγές, που άσκησε ενώπιον του (Πενταμελούς) Εφετείου Αθηνών, βάσει της οποίας και μόνο σε περίπτωση επιτυχούς, έστω και μερικώς, εκβάσεως έχει δικαίωμα απολήψεως του συμφωνηθέντος ποσοστού της και δεν έχει δικαίωμα λήψεως αμοιβής βάσει των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων δικηγορικής αμοιβής σε περίπτωση ελλείψεως συμφωνίας, του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της....", δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις διέπονταν από την με ημερομηνία 30-10-2009 σύμβαση εργολαβίας δίκης που είχε καταρτιστεί μεταξύ της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (...), έλαβε υπόψη του 1) την από 19-9-2013 και με αριθ. πρωτ. Φ 102/7787 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης (...), Σ. Γ., προς την αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία, με την οποία (επιστολή) ο τελευταίος αμφισβητεί την ύπαρξη έγγραφης σύμβασης παροχής νομικών υπηρεσιών ή εντολής μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας και αναφέρει ότι οι από 30-10-2009 δύο συμβάσεις (εργολαβίας δίκης και παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία) μεταξύ της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης (...) αφορούν τον χειρισμό υποθέσεων μόνο της τελευταίας, είχε προσκομιστεί δε η ως άνω επιστολή από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της ότι μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας είχε συναφθεί προφορικά σύμβαση εντολής, χωρίς προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής της, για τον χειρισμό υποθέσεων της τελευταίας σχετιζομένων με την εκτέλεση του αναληφθέντος από αυτήν έργου "ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ 3 ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ, ΧΟΛΑΡΓΟΣ, ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΚΟΠΕΙΟ, ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ" και 2) τα ανωτέρω υπό στοιχ. β' έως στ' αναφερόμενα έγγραφα (τιμολόγια και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία για τις αμοιβές που έλαβε, βάσει των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων, από άλλες κοινοπραξίες, στις οποίες συμμετείχε η ..., για τον χειρισμό υποθέσεών τους που αφορούσαν, επίσης, εκτέλεση αναληφθέντων από αυτές δημοσίων έργων), τα οποία είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα προς έμμεση απόδειξη του ιδίου ως άνω ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου (τελευταίου) λόγου αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5138/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ