Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 343 / 2023    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 343/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Τζιούμα, Αικατερίνη Κουτηφάρη και Κρίτωνα Μεταξόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Β., κατοίκου ... και διατηρούντος, κατή δήλωσή του, κατοικία και στο ... και 2) Α. Α. του Β., κατοίκου ... και διατηρούντος, κατά δήλωσή του, κατοικία και στο ... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Γουλιέλμο και Ευθύμιο Καυκόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4313/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2867/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Έτσι, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1353/2022, ΑΠ 1206/2019). Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων. Ανυπόστατη είναι η διαδικαστική πράξη, όταν ελλείπουν οι ουσιώδεις όροι, οι οποίοι συνιστούν, σύμφωνα με ορισμένο κανόνα δικαίου, τα συνθετικά στοιχεία συγκεκριμένης μορφής αυτής. Η έλλειψη ουσιώδους όρου του πραγματικού της διαδικαστικής πράξης, συνεπεία της οποίας είναι ανυπόστατη, μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους (έλλειψη του κατά νόμο απαιτούμενου περιεχομένου της, έλλειψη ως προς το υποκείμενό της ή ως προς συστατικό τύπο κλπ). Έτσι, η διαδικαστική πράξη μπορεί να είναι ανυπόστατη και όταν δεν έχουν τηρηθεί ορισμένες διατυπώσεις, που είναι απαραίτητες για την τελείωσή της. Εξάλλου, απαράδεκτη είναι η διαδικαστική πράξη, η οποία δεν πληροί τις κατά νόμο προϋποθέσεις για τον έλεγχο του περιεχομένου της. Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής. Θεμέλιο και κινητήριο μοχλό της δίκης αποτελεί η αγωγή. Με αυτήν ανοίγει η διαδικασία και η έννομη σχέση της δίκης. Με την αγωγή φέρεται προς διάγνωση συγκεκριμένο ιδιωτικού δικαίου δικαίωμα που έχει προσβληθεί. Ενώ, όμως, η ουσιαστικού δικαίου αξίωση στρέφεται κατά του υπόχρεου η αγωγή απευθύνεται προς την πολιτεία ως φορέα της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι η άσκηση της αγωγής είναι σύνθετη διαδικαστική πράξη και ολοκληρώνεται με την ενέργεια των επί μέρους διαδικαστικών πράξεων της κατάθεσης και της επίδοσης, οι οποίες εκτιμώνται ως μια ενότητα (ΑΠ 1974/2008, πρβλ ΑΠ 1181/2022). Από το χρόνο της κατάθεσης της αγωγής επέρχονται οι δικονομικές συνέπειές της, όπως είναι και η εκκρεμοδικία. Με την παρ. 2 του άρθρου 215 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016, θεσπίστηκε σύντομη προθεσμία επίδοσης της αγωγής, αφετηριαζόμενη από το χρόνο της κατάθεσής της, ρητά δε ορίστηκε ότι, αν η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη. Περαιτέρω, την έκδοση απόφασης επί της ουσίας, που είναι ο τελικός στόχος της δίκης, εξαρτά ο νόμος από την πλήρωση σειράς προϋποθέσεων, οι οποίες ερευνώνται από το δικαστήριο πριν από την ουσία της υπόθεσης. Οι διαδικαστικές αυτές προϋποθέσεις της δίκης αναφέρονται είτε στο δικαστήριο (π.χ. δικαιοδοσία, αρμοδιότητα) είτε στους διαδίκους (π.χ. ικανότητα δικαστικής παράστασης, ικανότητα διαδίκου) είτε στο αντικείμενο της δίκης (π.χ. εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), η έρευνα δε αυτών χωρεί όχι μόνον κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ), χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη στο νόμο, σε περίπτωση έλλειψης συνδρομής περισσότερων διαδικαστικών προϋποθέσεων, ως προς τη σειρά με την οποία θα χωρήσει η σχετική έρευνα. Κατά κανόνα, αν ελλείπει κάποια διαδικαστική προϋπόθεση, επέρχεται ως κύρωση το απαράδεκτο της αγωγής, εκτός από την έλλειψη της καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας, η οποία δεν επιφέρει το απαράδεκτο αυτής, αλλά η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο κατά το άρθρο 46 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, το πολιτικό δικαστήριο εισέρχεται στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής μόνον όταν διαπιστώσει τη συνδρομή των αναγκαίων διαδικαστικών προϋποθέσεων. Ωστόσο, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν παριστούν απλώς προϋποθέσεις για την επί της ουσίας έρευνα της επίδικης ουσιαστικής αξίωσης, αλλά σκοπεύουν, γενικότερα, να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας, κάθε δε μεμονωμένη προϋπόθεση υπηρετεί και τους δικούς της σκοπούς. Αποτελούν, δηλαδή, αφηρημένες εγγυήσεις δικαστικής προστασίας, εξασφαλίζοντας διαφάνεια, σαφήνεια και βεβαιότητα δικαίου, χωρίς να επαφίεται η διάπλαση της δίκης στην ελεύθερη κρίση του δικαστή. Ειδικότερα, η κατά τόπον αρμοδιότητα κατανέμει της αγωγές σε συγκεκριμένο καθ' ύλην δικαστήριο, η κατανομή δε αυτή υπακούει στην ανάγκη να δικασθεί η συγκεκριμένη διαφορά από το καταλληλότερο δικαστήριο, υπό συνθήκες προσιτές και με γνώμονα την ορθή και ταχεία επίλυσή της. Ενόψει αυτών, μολονότι, όπως αναφέρθηκε, δεν προβλέπεται η σειρά έρευνας των διαδικαστικών προϋποθέσεων, πρέπει κατά προτεραιότητα να εξετάζεται η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων που αφορούν το δικαστήριο, στη συνέχεια αυτών που αφορούν τους διαδίκους και ακολούθως των σχετικών με το αντικείμενο της δίκης. Το νομότυπο της άσκησης της αγωγής δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, αλλά προϋπόθεση της ίδιας της διαδικαστικής αυτής πράξης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διαδικαστικές πράξεις αποσκοπούν στην επίτευξη του σκοπού της δίκης, δηλαδή στη δημιουργία, εξέλιξη και περάτωση της δικαστικής διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, ρυθμίζονται δε από το δικονομικό δίκαιο ως προς τις προϋποθέσεις και τις έννομες συνέπειες. Επομένως, εφόσον, όπως αναφέρθηκε, η πρώτη επί μέρους διαδικαστική πράξη της άσκησης της αγωγής είναι η κατάθεση αυτής, η οποία και επιλέγεται από το νόμο ως αφετηριακό χρονικό σημείο για την επέλευση των δικονομικών συνεπειών και, ως εκ τούτου, προσδιορίζει την καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, το δικαστήριο αυτό οφείλει να εξετάσει, κατά προτεραιότητα, στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας των διαδικαστικών προϋποθέσεων, αν πράγματι έχει αρμοδιότητα, τοπική και υλική, να δικάσει την αγωγή, αφού μόνον το αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δικαστήριο μπορεί να κρίνει τη συνδρομή ή μη και των λοιπών διαδικαστικών προϋποθέσεων, καθώς και το ισχυρό ή ανίσχυρο των διαδικαστικών πράξεων υπό οποιαδήποτε μορφή του και, συνακόλουθα, το κύρος, το έγκυρο ή μη, της επίδοσης, με την οποία ολοκληρώνεται η άσκηση της αγωγής. Τούτο επιβάλλεται και από την αρχή του φυσικού δικαστή. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση, με την οποία θα αποφαίνεται ότι δεν ασκήθηκε αγωγή, δηλαδή ότι είναι ανυπόστατη, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει και να κρίνει ότι έχει αρμοδιότητα προς εκδίκασή της. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο δεν είναι καθ' ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο, αποφαίνεται για αυτό αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και προσδιορίζει το αρμόδιο Δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 46 εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του παραπέμψαντος όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο έγινε η παραπομπή, και του άρθρου 513 παρ. 1α ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ότι έφεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό και παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας, προκύπτει ότι κατά τα λοιπά η απόφαση αυτή ουδεμία άλλη δέσμευση παράγει για το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο και μόνο κρίνει αδέσμευτα για το υποστατό της αγωγής, κατ' άρθρο 215 ΚΠολΔ, και ως προς τη συνδρομή των λοιπών διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 532, 533 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η υπόθεση ενώπιον του εφετείου, στο οποίο αυτή μεταβιβάζεται με την άσκηση της έφεσης, κατά τα όρια που καθορίζονται από αυτή και τους πρόσθετους λόγους, διέρχεται τρία στάδια κατά τα οποία εξετάζονται α) το παραδεκτό της έφεσης (άρθρο 532 παρ. 1 ΚΠολΔ), β) το παραδεκτό καθενός λόγου και γ) το βάσιμο (νομικό και ουσιαστικό) των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) (AΠ 2/2006). Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 516 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση έφεσης απαιτείται ο εκκαλών να έχει έννομο συμφέρον, τούτο δε συμβαίνει κατ' αρχήν, όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση την οποία προσβάλλει, θεωρείται δε αυτός ότι έχει ηττηθεί, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις και προτάσεις του αντιδίκου του. Το έννομο συμφέρον ως γενική διαδικαστική προϋπόθεση, που κατά το άρθρο 73 του ίδιου κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, συνίσταται στη δυνατότητα να διαμορφωθεί η δικαστική κρίση προς όφελος του εκκαλούντος, η δε έλλειψή του έχει ως συνέπεια την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, ενώ η μη κήρυξη του απαραδέκτου αυτού ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 730/2019, ΑΠ 154/2019, ΑΠ 66/2018). Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της έφεσης. Οι τελευταίοι συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 1054/2021). Από την ως άνω διάταξη συνάγεται, ότι οι λόγοι της έφεσης, εκτός από σαφείς και ορισμένοι, απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 248/2020), άλλως ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος, ως προτεινόμενος άνευ εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ (ΑΠ 122/2014, ΑΠ 479/2001) Αλυσιτελείς είναι, μεταξύ άλλων, οι λόγοι έφεσης με τους οποίους πλήττονται εσφαλμένες ή πλεοναστικές αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διαδίκου με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης. Έτσι, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης για το λόγο ότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες γι' αυτόν ή μη ορθές νομικώς, καθώς και τα ζητήματα που κρίθηκαν πλεοναστικώς, και χωρίς να υπάρχει ανάγκη, καθόσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες αυτής, και το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί να την απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ.), χωρίς η απόφασή του να θεωρείται επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα ( ΑΠ 613/2022, ΑΠ 631/2021, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 416/2020). Με βάση όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, στην περίπτωση που ο εναγόμενος ζητήσει, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την απόρριψη της αγωγής ως μη ασκηθείσας, λόγω μη επίδοσης του δικογράφου σ' αυτόν εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας, αλλά το δικαστήριο, με την οριστική απόφασή του, κρίνει εαυτό αναρμόδιο κατά τόπο και παραπέμψει την αγωγή στο αρμόδιο τοπικά δικαστήριο, ο ηττηθείς, όσον αφορά το υποβληθέν ως άνω αίτημα, διάδικος, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, προβάλλοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα παρέπεμψε την αγωγή λόγω έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας. Θα πρέπει, δηλαδή, να προσβάλει την οριστική απόφαση με σχετικό λόγο έφεσης, αφού, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, το πρωτόδικο δικαστήριο ορθώς ερευνά, κατά προτεραιότητα, τη διαδικαστική προϋπόθεση της τοπικής αρμοδιότητας αυτού. Επομένως, στην ως άνω περίπτωση της παραπομπής της υπόθεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω έλλειψης τοπικής αρμοδιότητάς, στο αρμόδιο τοπικά δικαστήριο, είναι αλυσιτελής ο λόγος έφεσης του εναγόμενου, με τον οποίο αυτός προβάλλει μόνον τον ισχυρισμό περί ανυποστάτου της αγωγής, χωρίς να προσβάλει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τη διάταξη, με την οποία αυτό κηρύχθηκε τοπικά αναρμόδιο. Το Εφετείο, εξάλλου, δεν μπορεί να εξετάσει το λόγο έφεσης του εναγόμενου για το υποστατό της αγωγής, προτού κρίνει, αυτεπαγγέλτως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την κρίση του περί τοπικής αναρμοδιότητάς του και εξαφανίσει, για το λόγο αυτό, την εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 535 παρ. 2 ΚΠολΔ). Αν, παρ' όλα αυτά, το εφετείο δεχθεί την έφεση του εναγόμενου και εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να ερευνήσει, αν αυτό έσφαλε στην κρίση του ως προς την έλλειψη αρμοδιότητας αυτού, ιδρύεται ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της ασκηθείσας από τον εναγόμενο έφεσης. Δεν πρόκειται δηλαδή για παραβίαση των κανόνων της κατά τόπον αρμοδιότητας, η οποία δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 5 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα - ενάγουσα κατέθεσε στις 13-7-2016 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, τη με αριθμ. έκθ. κατ. 41493/2016 αγωγή της, μεταξύ άλλων, και κατά των εναγόμενων, Κ. Α. του Β., κατοίκου ..., οδός ... και διατηρούντος, κατά δήλωσή του, και κατοικία στο ... και 2) Α. Α. του Β., κατοίκου ... και διατηρούντος, κατά δήλωσή του, κατοικία στο ... με την οποία ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή λόγους, αίρεται σωρευτικά η νομική προσωπικότητα της (τέταρτης) εναγόμενης με την επωνυμία "...", και της (πέμπτης) εναγόμενης με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", ήδη μη διαδίκων, β) να αναγνωρισθεί ότι το (έκτο) εναγόμενο ίδρυμα με την επωνυμία "..." και το (έβδομο) εναγόμενο ίδρυμα με την επωνυμία "...", ήδη μη διάδικοι, είναι εικονικοί και μόνον κάτοχοι κομιστές στις γενικές συνελεύσεις των μετόχων της τέταρτης εναγόμενης, των 82.250 και 77.000 αντίστοιχα ανωνύμων μετοχών της τέταρτης και ότι ανήκουν αληθώς κατά νομή και κυριότητα στον δεύτερο και τρίτο των εναγόμενων, ήδη πρώτο και δεύτερο αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, γ) να αναγνωρισθεί, μεταξύ άλλων, ότι οι ήδη πρώτος και δεύτερος αναιρεσίβλητοι οφείλουν να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των απαιτήσεών αυτής κατά της πέμπτης εναγόμενης, ανερχομένων κατά κεφάλαιο στο ποσό των 22.790.929,91 ευρώ, όπως τούτο έχει επιδικασθεί με τη με αριθμ. 5250/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της πέμπτης εναγόμενης, καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...", άλλως το ποσό 22.875.324,5 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων υπερημερίας από το χρόνο που επιδικάσθηκαν με την ως άνω δικαστική απόφαση, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, και, επικουρικά και σε περίπτωση που το ανωτέρω, υπό στοιχ. β) αίτημα απορριφθεί, να αναγνωρισθεί ότι αίρεται η νομική προσωπικότητα των έκτου και έβδομου των εναγόμενων και ακολούθως να αναγνωρισθεί ότι, μεταξύ άλλων, ο πρώτος και δεύτερος αναιρεσίβλητοι οφείλουν να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των απαιτήσεών αυτής κατά της πέμπτης εναγομένης ανερχομένων κατά κεφάλαιο στο ποσό των 22.790.929,91 ευρώ, όπως τούτο έχει επιδικασθεί με την με αριθμ. 5250/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της πέμπτης εναγομένης, καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...", άλλως το ποσό 22.875.324,5 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων υπερημερίας από το χρόνο που επιδικάσθηκαν με την ως άνω δικαστική απόφαση, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής. Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 413/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, κρίνοντας ότι η διαδικαστική πράξη της έρευνας της αρμοδιότητας του δικαστηρίου προηγείται από την έρευνα οποιασδήποτε δικονομικής και ουσιαστικής ένστασης, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την, προβληθείσα κατά την εκκαλουμένη απόφαση, ένσταση των εναγόμενων, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι, περί της κατά τόπον αναρμοδιότητάς αυτού, κηρύχθηκε κατά τόπον αναρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης και παρέπεμψε την υπόθεση στο κατά τόπον αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37 παρ. 1 ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που ήταν και καθ' ύλην αρμόδιο, διαλαμβάνοντας και τις εξής πλεοναστικές αιτιολογίες: "... Απορριπτέος ... τυγχάνει και ο ισχυρισμός των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων), ότι η υπό κρίση αγωγή είναι απαράδεκτη, για το λόγο ότι η επίδοσή της σε αυτούς δεν έλαβε χώρα στην αλλοδαπή όπου και η κατοικία τους. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι ως άνω εναγόμενοι παραστάθηκαν νομίμως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, δεν στερήθηκαν ως εκ τούτου των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων, ούτε υπέστησαν οποιαδήποτε άλλη δικονομική βλάβη εξαιτίας του ότι η επίδοση δεν έλαβε χώρα στην όποια κατοικία τους στο εξωτερικό...". Οι αιτιολογίες, όμως, αυτές δεν στηρίζουν το διατακτικό της ως άνω απόφασης, διότι δεν δημιουργούν δεδικασμένο στο δικαστήριο της παραπομπής ούτε σε άλλη δίκη σε βάρος των εκκαλούντων. Οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων (αναιρεσίβλητοι) άσκησαν έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, παραπονούμενοι με το μοναδικό λόγο έφεσης, κατά το κύριο σκέλος αυτού, ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 2 και 237 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο ισχυρισμός τους περί ανυποστάτου της αγωγής, επικαλούμενοι ότι δεν έλαβε χώρα πραγματική επίδοση της αγωγής σ' αυτούς ως κατοίκων εξωτερικού, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κατάθεσή της στο παραπάνω δικαστήριο αλλά μόνο πλασματική επίδοση, και κατά το επικουρικό σκέλος αυτού ότι πράγματι επήλθε βλάβη των αναιρεσιβλήτων από τη μη πραγματική επίδοση της αγωγής σ' αυτούς. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να ερευνήσει, αυτεπαγγέλτως, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε με το να κηρυχθεί αναρμόδιο και να παραπέμψει την αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αφού έκρινε ότι η επίδοση της αγωγής δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες ως προς τους αναιρεσίβλητους, δέχθηκε την έφεσή τους, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως προς αυτούς την αγωγή, θεωρώντας αυτήν ως μη ασκηθείσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 2 και 237 ΚΠολΔ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς και αυτές των άρθρων 46, 68 σε συνδ. με 73, 513 εδ. α', 516 και 532 ΚΠολΔ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, καίτοι ήταν εφαρμοστέες, καθόσον, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερευνώντας, ορθά, κατά προτεραιότητα την τοπική αρμοδιότητα αυτού, κηρύχθηκε αναρμόδιο κατά τόπο και παρέπεμψε την αγωγή στο τοπικά αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας με πλεοναστική αιτιολογία τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων (εναγόμενων) ότι η αγωγή δεν είχε επιδοθεί σ' αυτούς και ότι, συνεπώς, ήταν ανυπόστατη, και ενώ οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι παραπονέθηκαν με το μοναδικό λόγο της έφεσής τους για τη μη απόρριψη της αγωγής ως ανυπόστατης, χωρίς να προσβάλουν την πρωτόδικη απόφαση ως προς την κρίση της περί τοπικής αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, παρ' όλα αυτά δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, κρίνοντας ότι η έρευνα της νομότυπης άσκησης της αγωγής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 2 και 237 ΚΠολΔ, προηγείται αυτής της κατά τόπον αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη ή μη τοπικής αρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη ασκηθείσα, ενώ έπρεπε, εφαρμόζοντας τις προπαρατεθείσες εφαρμοστέες δικονομικές διατάξεις, να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων, κρίνοντας αλυσιτελή το μοναδικό λόγο της έφεσής τους, κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος αυτού, αφού με αυτόν, και κατά τα δύο σκέλη του, οι αναιρεσίβλητοι προσέβαλαν την πρωτόδικη απόφαση μόνον ως προς τη μη στηρίζουσα το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης πλεοναστική αιτιολογία, με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός τους περί ανυποστάτου της αγωγής, και όχι ως προς τη διάταξή της περί παραπομπής της υπόθεσης λόγω έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η ασκηθείσα έφεση δεν μπορούσε να οδηγήσει στην εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την έφεση απαράδεκτη, υπέπεσε στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, και ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του ανωτέρω γενόμενου δεκτού ως βάσιμου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, και υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1305/2021, ΑΠ 784/2021, ΑΠ 259/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της έφεσης, πλην όμως δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης από το εφετείο, καθόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης που να πλήττει την κατά τόπον αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστήριο και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου παραπομπής.
Συνεπώς, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί ο παραπάνω λόγος έφεσης, κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος αυτού, και, συνεπώς, και η έφεση ως απαράδεκτη. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του προκατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 183, 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2867/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 19-1-2018 έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 4313/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή