Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 783 / 2021    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 783/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου με την επωνυμία "..." και στα ελληνικά "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διευθυντή του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρκιανό - Δανιόλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ..., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ευαγγελία Παρίση, 2) εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...., που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Καραμήτσιο, η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2013 αγωγή της ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου, την από 3-2-2014 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, την από 2-8-2013 ανακοίνωση δίκης της ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου και την από 12-9-2014 ανακοίνωση δίκης της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1943/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2018 του Εφετείου Πειραιώς, όπως αυτή διορθώθηκε με την 580/2018 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 187/2018 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 580/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των πρώτης και τρίτης αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζομένη μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. 10494Γ'/24-6-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Β. Χ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την επ' αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (8-2-2021) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 3, 80, 82, 83 και 556 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή. Πρέπει, όμως, ο τελευταίος, εφόσον μεταξύ αυτού και του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος δημιουργείται, κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ, περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 368/2019), να καλείται σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. αλλά και κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά τον ορισμό της οποίας οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως. (ΑΠ 1288/2019, ΑΠ 1347/2018, ΑΠ 2091/2009). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση θεωρείται και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και, συγκεκριμένα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 736/2019, ΑΠ 514/2019, ΑΠ 471/2016). Υπό τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, δηλαδή εφόσον επικαλείται και δικαιολογεί ειδικό έννομο συμφέρον κατά την πιο πάνω έννοια, ο νικήσας διάδικος μπορεί να ασκήσει αναίρεση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του αντιδίκου του (επικουρική αναίρεση ή αναίρεση υπό αίρεση) (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 533/2017). Περαιτέρω, με το ν. 1638/1986 κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών του έτους 1971 "Περί ίδρυσης διεθνούς κεφαλαίου για την αποζημίωση ζημιών ρύπανσης από πετρελαιοειδή", όπως αυτή τροποποιήθηκε με τα Πρωτόκολλα των ετών 1976 και 1992, που ενσωματώθηκαν στο εθνικό δίκαιο με το π.δ. 270/1995. Με την ως άνω Διεθνή Σύμβαση, η οποία, όπως τροποποιήθηκε, καλείται πλέον "Σύμβαση Κεφαλαίου 1992", δημιουργήθηκε και οργανώθηκε σε νομικό πρόσωπο το Κεφάλαιο από εισφορές που προβλέπονται σ' αυτή (ΟλΑΠ 23/2006). Σκοπός του εν λόγω Οργανισμού είναι α) να παρέχει αποζημίωση για ζημίες ρύπανσης στην έκταση που η παρεχόμενη από τη Σύμβαση Ευθύνης 1992 προστασία είναι ανεπαρκής και β) να συμβάλει στην πραγματοποίηση των συναφών σκοπών των προβλεπόμενων στην ως άνω Σύμβαση (άρθρο 2 της Σύμβασης Κεφαλαίου 1992). Στο άρθρο 4 της "Σύμβασης Κεφαλαίου 1992" ορίζεται ότι: "Ι. Για να επιτελέσει πλήρως το σκοπό του το κεφάλαιο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 (α) θα καταβάλλει αποζημίωση σε κάθε πρόσωπο, που έπαθε ζημιές από ρύπανση, αν το πρόσωπο αυτό δεν μπόρεσε να επιτύχει πλήρη και επαρκή αποζημίωση για τις ζημιές, σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης Ευθύνης, α. γιατί δεν προκύπτει καμία ευθύνη για ζημίες κατά τη Σύμβαση Ευθύνης, β. γιατί ο υπεύθυνος για τις ζημιές πλοιοκτήτης, σύμφωνα με τη Σύμβαση Ευθύνης δεν είναι οικονομικά σε θέση να εκπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις του, καθώς επίσης και κάθε οικονομική ασφάλεια, που μπορεί να προβλέπεται από το άρθρο VII της ανωτέρω σύμβασης, δεν καλύπτει ή είναι ανεπαρκής να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις για αποζημίωση των ζημιών. Ο πλοιοκτήτης θεωρείται, ότι δεν μπορεί να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις και η οικονομική ασφάλεια χαρακτηρίζεται ανεπαρκής, αν το πρόσωπο που ζημιώθηκε δεν πέτυχε να ικανοποιηθεί πλήρως με το ποσό αποζημίωσης που προβλέπεται από τη Σύμβαση Ευθύνης μετά τη λήψη κάθε λογικού μέτρου σύμφωνα με τη δικαστική προστασία που διατέθηκε προς αυτόν, γ. επειδή η ζημιά υπερβαίνει την ευθύνη του πλοιοκτήτη, που προβλέπεται από τη Σύμβαση Ευθύνης, όπως περιορίζεται στο άρθρο V παρ. 1 αυτής, ή από τους όρους κάθε άλλης Δ. Σύμβασης που ισχύει ή είναι ανοικτή για υπογραφή, κύρωση ή προσχώρηση, κατά την ημερομηνία κατάρτισης αυτής της σύμβασης....". Επίσης, στο άρθρο 7 παρ. 6 της ίδιας ως άνω "Σύμβασης Κεφαλαίου 1992" ορίζονται τα εξής: "Χωρίς να θίγονται οι διατάξεις της παρ. 4, σε περίπτωση που θα εγερθεί αγωγή αποζημίωσης για ζημίες ρύπανσης, σύμφωνα με τη Σύμβαση Ευθύνης εναντίον του πλοιοκτήτη ή του εγγυητή του ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους, κάθε μέρος δικαιούται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους εκείνου να ανακοινώνει τη διαδικασία αυτή στο κεφάλαιο. Όταν ανακοίνωση αυτού του τύπου, γίνει σύμφωνα με τις διατυπώσεις που απαιτούνται από το δικαστήριο που ανέλαβε την υπόθεση σύμφωνα με τη νομοθεσία, εμπρόθεσμα και κατά τρόπο ώστε το κεφάλαιο να μπορέσει να παρέμβει νομότυπα σαν διάδικος στη διαδικασία, κάθε δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί από το δικαστήριο θα είναι υποχρεωτική και για το κεφάλαιο, με το πνεύμα ότι τα πραγματικά γεγονότα και διαπιστώσεις της απόφασης δεν μπορούν να αμφισβητηθούν από το κεφάλαιο ακόμη και αν αυτό δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία, από τη στιγμή που η απόφαση θα χαρακτηριστεί τελεσίδικη και εκτελεστή στο κράτος που εκδόθηκε". Σύμφωνα δε με το άρθρο 9 παρ. 1 της "Σύμβασης Κεφαλαίου 1992", "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5, το κεφάλαιο θα αποκτά με υποκατάσταση τα δικαιώματα τα οποία μπορεί να απολαμβάνει το πρόσωπο που αποζημιώθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο από τον πλοιοκτήτη ή τον εγγυητή του σύμφωνα με τη Σύμβαση Ευθύνης, για κάθε ποσό αποζημίωσης ζημιάς ρύπανσης που καταβλήθηκε από το κεφάλαιο, σύμφωνα με τις διατάζεις του άρθρου 4, παρ. 1", ενώ κατά το άρθρο 30 του π.δ. 666/1982, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το π.δ. 494/1989 "Στις δίκες αναφορικά με αγωγές αποζημίωσης κατά του πλοιοκτήτη ή του εγγυητή του, σύμφωνα με το άρθρο ΙΧ της Σύμβασης Ευθύνης 1969, για ζημίες από ρύπανση ή λήψη προληπτικών μέτρων στο Ελλαδικό έδαφος, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων.... έχει ικανότητα να είναι διάδικος και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με δικό του όνομα, το "Διεθνές Κεφάλαιο αποζημίωσης ζημιών ρύπανσης από πετρέλαιο" που προβλέπεται από τη Διεθνή Σύμβαση Βρυξελλών 1971 που κυρώθηκε με τον Νόμο 1638/1986, εκπροσωπούμενο από τον Διευθυντή του. Για την προσεπίκληση ή ανακοίνωση δίκης και την παρέμβαση του Διεθνούς Κεφαλαίου στις δίκες αυτές εφαρμόζονται οι διατάζεις του Κώδικα. Πολιτικής Δικονομίας". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με το άρθρο V παρ. 5 και 6 της "Σύμβασης Ευθύνης 1992" προκύπτει ότι το ως άνω Διεθνές Κεφάλαιο έχει έννομο συμφέρον να παρεμβαίνει σε κάθε εκκρεμή διαφορά που αφορά απαίτηση αποζημίωσης λόγω θαλάσσιας ρύπανσης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της "Σύμβασης Ευθύνης 1992" και της "Σύμβασης Κεφαλαίου 1992" και, επίσης, ότι σε περίπτωση που καταβάλει αποζημίωση για ζημίες ρύπανσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διεθνών συμβάσεων, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του αποζημιωθέντος κατά του πλοιοκτήτη και του ασφαλιστή του. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 187/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 580/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), κατάληξη της ακόλουθης, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, διαδικαστικής διαδρομής: Η (ενάγουσα) εταιρεία με την επωνυμία "...." (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), με την από 1-8-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...." (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και κατά της (τελούσας ήδη υπό εκκαθάριση) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...." (πρώτης αναιρεσίβλητης), ισχυριζόμενη α) ότι στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της, συνισταμένης στην παροχή υπηρεσιών προστασίας του θαλάσσιου, χερσαίου και παράκτιου περιβάλλοντος, ανέλαβε στις 5-3-2012, δυνάμει συμβάσεως που κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη ναυτική εταιρεία, το έργο της απορρύπανσης και καθαρισμού της θάλασσας και των ακτών στην περιοχή του κόλπου της ..., που επλήγησαν από τη διαρροή πετρελαιοειδών μετά το ναυάγιο του δεξαμενόπλοιου αυτής "...", το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, και β) ότι εκτέλεσε, πράγματι, κατά τον προσήκοντα τρόπο το ανωτέρω έργο, το οποίο παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη στις 28-4-2013, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, καθεμιά εις ολόκληρον, την αμοιβή της, ανερχόμενη στο ποσό των 15.853.962,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1943/2015 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ενώ απέρριψε την ασκηθείσα από το ... (ήδη αναιρεσείον) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις απ' όλους τους διαδίκους, κατά τη συζήτηση των οποίων ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς το ... (αναιρεσείον) άσκησε τις από 12-10-2016 και 12-1-2017 αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της ενάγουσας και κατά των δύο εναγομένων, αντίστοιχα, επικαλούμενο ότι μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης κατέβαλε, δυνάμει του από 11-10-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην ενάγουσα το ποσό των 12.000.000 ευρώ, μέχρι του οποίου αυτή εκχώρησε στο ίδιο την ένδικη απαίτησή της. Το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 187/2018 απόφασή του, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των δύο εναγομένων, ενώ δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και τις αυτοτελείς παρεμβάσεις του ..., και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες εταιρίες να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον καθεμιά, το ποσό των 15.853.962,30 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις. Οι εν λόγω παρεμβάσεις του ήδη αναιρεσείοντος ... έχουν, πράγματι, χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, διότι, εφόσον αυτό κατέστη, με την εκχώρηση μέρους της ένδικης απαίτησης, ειδικός διάδοχος της υπερής οι παρεμβάσεις ενάγουσας (τρίτης αναιρεσίβλητης) κατά τη διάρκεια της δίκης, η ισχύς της αποφάσεως επί της κύριας δίκης εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού (προσθέτως παρεμβαίνοντος - αναιρεσείοντος) προς τις εναγόμενες, αφού το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των ειδικών διαδόχων που απέκτησαν το επίδικο πράγμα κατά την διάρκεια της δίκης (άρθρα 225 και 325 ΚΠολΔ). Έτσι, μεταξύ της κυρίας διαδίκου ενάγουσας (τρίτης αναιρεσίβλητης) και του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνοντος (αναιρεσείοντος) δημιουργήθηκε σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (ΑΠ 1564/2017). Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παραδεκτά ασκείται από το ως άνω αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάν ... κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) και κατά της πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Αντιθέτως, η αίτηση απαραδέκτως απευθύνεται και κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας (ενάγουσας), υπέρ της οποίας το ήδη αναιρεσείον είχε ασκήσει την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και αναγκαίας έτσι ομοδίκου του, ενώ δεν έπρεπε να στραφεί και κατ' αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Πλην, όμως το γεγονός αυτό εκτιμάται ως κλήση της ενάγουσας στην προκείμενη δίκη (ΑΠ 808/2018, ΑΠ.475/2016), στην οποία, άλλωστε, αυτή παραστάθηκε νομότυπα και κατέθεσε και προτάσεις, χωρίς όμως να περιλάβει αίτημα καταβολής δικαστικών εξόδων. Εξάλλου, το αναιρεσείον, εκτός από την άσκηση της από 11-4-2019 αντίθετης αίτησης αναίρεσης από την πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, επικαλείται για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός του ως νικήσαντος διαδίκου προς άσκηση της υπό κρίση αίτησης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και το γεγονός ότι από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία υποχρέωση του πλοιοκτήτη, κατά τη Διεθνή Σύμβαση 1992, προς οικονομική εξασφάλιση της αστικής ευθύνης λόγω ρύπανσης πλοίου μεταφέροντος φορτίο εμμένοντος πετρελαίου και, συνακόλουθα, δυνατότητα ευθείας εναγωγής του ασφαλιστή από το ζημιωθέντα τρίτο, υφίσταται σε περίπτωση που το πλοίο μεταφέρει πράγματι φορτίο άνω 2.000 τόνων, ενώ σε περίπτωση μεταφοράς φορτίου μικρότερου των 2.000 τόνων, όπως στην ένδικη περίπτωση κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η σχετική υποχρέωση του πλοιοκτήτη προβλέπεται από το άρθρο ένατο του ν. 314/1976, δημιουργείται βλαπτικό δεδικασμένο σε βάρος του, αφού μειώνει την έκταση αυτού και επί πλέον το Διεθνές Κεφάλαιο μόνον με βάση τη Διεθνή Σύμβαση Ευθύνης 1992 υποκαθίσταται στα δικαιώματα της ενάγουσας, στην οποία κατά τα ανωτέρω κατέβαλε μέρος της απαίτησής της, έναντι της πλοιοκτήτριας εταιρείας και του ασφαλιστή της. Υπό τα δεδομένα αυτά, είναι προφανές ότι συντρέχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, ως νικήσαντος διαδίκου, για την άσκηση της προκείμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, εφόσον δε αυτή, κατά τα λοιπά, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Για την αντιμετώπιση των κινδύνων από τη ρύπανση, λόγω της μεταφοράς διά θαλάσσης του πετρελαίου, υπογράφηκε το έτος 1969 η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών ή CLC "περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου", που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 314/1976, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο του 1976 που κυρώθηκε με το π.δ. 81/1989 και το Πρωτόκολλο του 1992 που κυρώθηκε με το π.δ. 197/1985, ονομάζεται δε, μετά την κύρωση των ως άνω Πρωτοκόλλων, Διεθνής Σύμβαση του 1992 αναφορικά με την Αστική Ευθύνη για Ζημίες Ρύπανσης από Πετρέλαιο (Σύμβαση Ευθύνης 1992) (ΟλΑΠ 23/2006). Κατά τους ορισμούς του άρθρου Ι της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, "1. "Πλοίο" σημαίνει κάθε κινούμενο στη θάλασσα σκάφος καθώς και οποιουδήποτε τύπου θαλάσσιο ναυπήγημα που έχει κατασκευαστεί ή διαρρυθμιστεί για τη μεταφορά πετρελαίου χύμα ως φορτίου, με την επιφύλαξη ότι πλοίο ικανό να μεταφέρει πετρέλαιο χύμα και άλλα φορτία θεωρείται ως πλοίο μόνο όταν μεταφέρει πράγματι πετρέλαιο χύμα ως φορτίο καθώς και κατά τη διάρκεια κάθε ταξιδίου που ακολουθεί μια τέτοια μεταφορά, εκτός αν αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχουν σ` αυτό κατάλοιπα πετρελαίου χύμα από τη μεταφορά αυτή.... 5. "Πετρέλαιο" σημαίνει κάθε εμμένον ορυκτό πετρέλαιο υδρογονανθράκων, όπως το αργό πετρέλαιο, το μαζούτ, το βαρύ ντήζελ και λιπαντέλαιο, είτε μεταφέρεται επί πλοίου ως φορτίο, είτε στις δεξαμενές καυσίμων ενός τέτοιου πλοίου". Στο άρθρο

ΙΙΙ παρ 1 της Σύμβασης ορίζεται ότι "Με εξαίρεση όσων ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού, ο πλοιοκτήτης κατά το χρόνο ενός περιστατικού, ή, σε περίπτωση που το περιστατικό αποτελείται από σειρά συμβάντων, κατά το χρόνο εμφάνισης του πρώτου από αυτά, είναι υπεύθυνος για κάθε ζημία ρύπανσης που προκλήθηκε από το πλοίο ως αποτέλεσμα του περιστατικού". Σύμφωνα δε με το άρθρο V παρ. 1 και 3 "1. Ο πλοιοκτήτης δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή, ως προς κάθε ένα περιστατικό, σε ένα συνολικό ποσό υπολογιζόμενο όπως ακολουθεί: (α) 3 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες για πλοίο που δεν υπερβαίνει τις 5.000 μονάδες χωρητικότητας, (β) για πλοίο με χωρητικότητα μεγαλύτερη απ` αυτή, 420 λογιστικές μονάδες επιπλέον του ποσού που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (α) για κάθε επιπλέον μονάδα χωρητικότητας, με τον όρο πάντως ότι το συνολικό αυτό ποσό δεν θα υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τα 59,7 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες.... 3. Για να κάνει επωφελή γι` αυτόν χρήση του ευεργετήματος του περιορισμού που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού, ο πλοιοκτήτης οφείλει να δημιουργήσει κεφάλαιο αντίστοιχο με το ολικό ποσό που αντιπροσωπεύει το όριο της ευθύνης του, σε Δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή οποιουδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, στο οποίο έχει ασκηθεί αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου ΙΧ ή, αν καμία αγωγή δεν έχει ασκηθεί, σε οποιοδήποτε Δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή οποιουδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, στα οποία μπορεί να ασκηθεί αγωγή σύμφωνα με το άρθρο ΙΧ. Το κεφάλαιο μπορεί να δημιουργηθεί με την κατάθεση του ποσού ή την προσαγωγή τραπεζικής εγγύησης ή άλλης εγγύησης, αποδεκτής σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους όπου το κεφάλαιο δημιουργείται, και εφόσον κριθεί ότι είναι επαρκής από το Δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή". Εξάλλου, το άρθρο VII ορίζοντα τα εξής: "1. Ο πλοιοκτήτης πλοίου νηολογημένου εις Συμβαλλόμενον Κράτος και μεταφέροντος ως φορτίον άνω των 2.000 τόννων πετρελαίου εις χύμα, υποχρεούται να διατηρή εν ισχύι ασφάλισιν ή άλλην χρηματικήν ασφάλειαν ως π.χ. εγγύησιν Τραπέζης ή πιστοποίησιν εκδοθείσαν υπό διεθνούς κεφαλαίου αποζημιώσεως, δια το ποσόν, όπερ προκύπτει εξ εφαρμογής των ορίων της ευθύνης των αναγραφομένων εν άρθρω V, προς κάλυψιν της ευθύνης αυτού δια ζημίαν εκ ρυπάνσεως συμφώνως προς την παρούσαν Σύμβασιν. 2. "Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι υπάρχει σε ισχύ ασφάλιση ή άλλη χρηματική εξασφάλιση σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης αυτής, πρέπει να εκδίδεται για κάθε πλοίο, όταν η αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμενου Κράτους αποφανθεί ότι έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις της παραγράφου 1. Ως προς κάθε πλοίο νηολογημένο σε Συμβαλλόμενο Κράτος το πιστοποιητικό αυτό πρέπει να εκδίδεται ή πιστοποιείται από την αρμόδια αρχή του κράτους νηολόγησης του πλοίου, ως προς κάθε πλοίο μη νηολογημένο σε Συμβαλλόμενο Κράτος, το πιστοποιητικό αυτό μπορεί να εκδίδεται ή πιστοποιείται από την αρμόδια αρχή οποιουδήποτε Συμβαλλόμενου Κράτους". Το πιστοποιητικόν τούτο έσται του προσηρτημένου τύπου και θα περιέχη τα κάτωθι στοιχεία: (α) Ονομα του πλοίου και λιμένα νηολογήσεως. (β) Ονομα του πλοιοκτήτου και τόπον ένθα ούτος έχει την κυρίαν έδραν των εργασιών του. (γ) Είδος ασφαλείας. (δ) Ονομα και τόπον της κυρίας έδρας των εργασιών του ασφαλιστού ή άλλου προσώπου παρέχοντος χρηματικήν ασφάλειαν και, όπου τούτο ενδείκνυται, τόπον εργασιών ένθα παρεσχέθη η ασφάλισις ή χρηματική ασφάλεια. (ε) Χρόνον ισχύος του πιστοποιητικού μη υπερβαίνοντα τον χρόνον διαρκείας της ασφαλίσεως ή άλλης χρηματικής ασφαλείας. 3.... 4.... 5. Ασφάλισις ή άλλη χρηματική ασφάλεια δεν θα θεωρήται ότι έχει συμμορφωθή προς τας απαιτήσεις του παρόντος άρθρου, εάν παύση ισχύουσα δια λόγον άλλον ή την εκπνοήν της χρονικής διαρκείας της ων εν παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου ορίζεται, πριν ή παρέλθουν τρείς μήνες από της ημερομηνίας καθ` ην εδόθη προειδοποίησις λήξεώς της εις τας εν παραγράφω 4 του παρόντος άρθρου Αρχάς εκτός εάν επεστράφη το πιστοποιητικόν εις τας Αρχάς ή εξεδόθη νέον πιστοποιητικόν εντός της ρηθείσης περιόδου. Αι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν αναλόγως επί πάσης τροποποιήσεως επερχομένης εις την ασφάλειαν ή χρηματικήν ασφάλειαν, συνεπεία της οποίας η ασφάλισις ή η χρηματική ασφάλεια δεν ικανοποιούν τας απαιτήσεις του παρόντος άρθρου. 6.... 7. ... 8. Πάσα αξίωσις αποζημιώσεως δια ζημίαν εκ ρυπάνσεως δύναται να εγερθή ευθέως εναντίον του ασφαλιστού ή άλλου προσώπου παρασχόντος χρηματικήν ασφάλειαν δια την ευθύνην του πλοιοκτήτου εκ ζημίας ρυπάνσεως. Σε μια τέτοια περίπτωση ο εναγόμενος μπορεί, ακόμη και αν ο πλοιοκτήτης δεν δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του σύμφωνα με το άρθρο V παράγραφος 2, να επωφεληθεί των ορίων ευθύνης που καθορίζονται στο άρθρο V, παράγραφος 1. Δύναται εισέτι να προβάλη τας ενστάσεις (άλλας ή την της πτωχεύσεως ή θέσεως υπό εκκαθάρισιν του πλοιοκτήτου), ας θα εδικαιούτο να προβάλη αυτός ούτος ο πλοιοκτήτης. Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος δύναται να προβάλη την ένστασιν ότι η εκ ρυπάνσεως ζημία αιτίαν είχε πταίσμα αυτού τούτου του πλοιοκτήτου, αλλά δεν θα δικαιούται να προβάλη άλλην ένστασιν, ην θα ηδύνατο να προβάλη εις δίκην εγειρομένην υπό του πλοιοκτήτου κατ` αυτού. Ο εναγόμενος, εν πάση περιπτώσει, δικαιούται να προσεπικαλέση τον πλοιοκτήτην εις παρέμβασιν. 9. Οιοδήποτε ποσόν ασφαλείας ή άλλης χρηματικής εγγυήσεως, τηρούμενον συμφώνως προς την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου, θα είναι διαθέσιμον προς ικανοποίησιν αξιώσεων εκ της παρούσης Συμβάσεως. 10. Συμβαλλόμενόν τι Κράτος δεν θα επιτρέπη εις πλοίον φέρον την σημαίαν του, εφ` ου εφαρμόζεται το παρόν άρθρον, να εκτελή πράξεις εμπορικάς, αν μην έχη εκδοθή το πιστοποιητικόν περί ου η παράγραφος 2 ή 12 του παρόντος άρθρου. 11. Υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων του παρόντος άρθρου, έκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος θα μεριμνά δια της εσωτερικής του νομοθεσίας ίνα υπάρχη εν ισχύι ασφάλισις ή άλλη χρηματική ασφάλεια, εις ην έκτασιν προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, εν σχέσει προς οιονδήποτε πλοίον οπουδήποτε και αν είναι τούτο νηολογημένον, εισπλέον ή αποπλέον εκ χωρικού αυτού λιμένος, καταπλέον ή αναχωρούν εξ αγωγού πετρελαίου εντός των χωρικών αυτού υδάτων, εάν το πλοίον πράγματι μεταφέρη πλέον των 2.000 τόννων πετρελαίου ως φορτίον εις χύμα....". Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης 1992, αναφορικά με τον ορισμό του πλοίου, περιγράφονται σ' αυτή δύο τύποι "πλοίων", δηλαδή α) εκείνος που ορίζεται ως "το κινούμενο στη θάλασσα σκάφος, καθώς και οποιουδήποτε τύπου θαλάσσιο ναυπήγημα, που έχει κατασκευαστεί ή διαρρυθμιστεί για τη μεταφορά πετρελαίου χύμα ως φορτίου", και β) εκείνος που ορίζεται ως "πλοίο ικανό να μεταφέρει πετρέλαιο χύμα και άλλα φορτία θεωρείται ...", δηλαδή το πλοίο "μικτού φορτίου". Η διατυπούμενη στον ορισμό αυτό σχετική επιφύλαξη, αφορά μόνο στα πλοία μικτού φορτίου, δηλαδή σε εκείνα που είναι "ικανά να μεταφέρουν πετρέλαιο χύμα και άλλα φορτία", και όχι γενικώς σε όλα τα πλοία και, επομένως, τα πλοία της πρώτης περίπτωσης (δεξαμενόπλοια), για να χαρακτηρισθούν ως τέτοια, δεν απαιτείται ως προϋπόθεση και η μεταφορά πράγματι πετρελαίου χύμα ως φορτίου (Ολ ΑΠ 23/2006). Υιοθετείται, δηλαδή, γι' αυτά το κατασκευαστικό κριτήριο και έτσι καλύπτονται από τον ορισμό τα δεξαμενόπλοια είτε ταξιδεύουν υπό έρμα είτε δεν ταξιδεύουν, αλλά βρίσκονται σε λιμένα έμφορτα ή άφορτα. Επίσης, από τον παραπάνω ορισμό του πλοίου, σε συνδυασμό και με τον ορισμό του πετρελαίου στο άρθρο Ι παρ. 5, όπου αναφέρεται γι' αυτό "είτε μεταφέρεται επί πλοίου ως φορτίο, είτε στις δεξαμενές καυσίμων ενός τέτοιου πλοίου", συνάγεται ότι η Σύμβαση 1992 εφαρμόζεται όχι μόνον όταν μεταφέρεται πετρέλαιο χύμα ως εμπόρευμα αλλά και σε περίπτωση διαρροής πετρελαίου που μεταφέρεται ως καύσιμο από πλοίο υπό την εκτεθείσα έννοια (όχι δηλαδή από οποιοδήποτε άλλο τύπο πλοίου). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η Διεθνής Σύμβαση 1992 καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του πλοιοκτήτη για τις ζημιές που προκλήθηκαν από ρύπανση της θάλασσας λόγω διαφυγής ή διαρροής πετρελαίου από το πλοίο του, αφού για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης αυτού δεν απαιτείται πταίσμα του. Πρόκειται για ευθύνη από διακινδύνευση, δηλαδή ευθύνη που συνδέεται με την ιδιαίτερα επικίνδυνη δραστηριότητα της μεταφοράς πετρελαίου με δεξαμενόπλοια. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί έκφανση της γενικής αρχής της διεθνούς νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος "ο ρυπαίνων πληρώνει", σύμφωνα με την οποία αυτός που προκάλεσε τη θαλάσσια ρύπανση οφείλει αποζημίωση για τις ζημιές που προήλθαν από αυτή. Η καθιερούμενη ως άνω ευθύνη του πλοιοκτήτη είναι, εκτός από αντικειμενική, και αποκλειστική, καθόσον οι σχετικές αξιώσεις αποζημίωσης μπορούν να ασκηθούν μόνον κατ' αυτού με αποκλεισμό της παράλληλης εφαρμογής, μαζί με τις διατάξεις της Σύμβασης 1992, και άλλων διατάξεων (άρθρο

ΙΙΙ παρ. 4). Ωστόσο η εν λόγω ρύθμιση, προϊόν συμβιβασμού αντίθετων συμφερόντων, συνδυάζει την αυστηρότητα ως προς τη θεμελίωση της ευθύνης με έναν ποσοτικό περιορισμό αυτής, με κριτήριο τη χωρητικότητα του πλοίου που προβλέπεται στο άρθρο V. Ως αντιστάθμισμα, δηλαδή, της ιδιαίτερα αυστηρής αντικειμενικής ευθύνης από διακινδύνευση που αποδίδεται στον πλοιοκτήτη, η Σύμβαση Ευθύνης 1992 δίνει σ' αυτόν τη δυνατότητα να περιορίσει την ευθύνη του μέχρι ένα συγκεκριμένο ποσό, ανάλογα με τη χωρητικότητα του πλοίου. Η δυνατότητα αυτή του πλοιοκτήτη αποκλείεται μόνον σε περίπτωση που το ζημιογόνο γεγονός προήλθε από δικό του δόλο ή βαριά αμέλεια, σύμφωνα με το άρθρο V παρ. 2, οπότε και ευθύνεται απεριόριστα. Προϋπόθεση, όμως, για τη δυνατότητα χρήσης της ευνοϊκής διάταξης για τον περιορισμό της ευθύνης του αποτελεί η δημιουργία κεφαλαίου που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό που αντιπροσωπεύει την ευθύνη του, όπως προκύπτει μετά τον περιορισμό της. Ωστόσο, τα περιστατικά ρύπανσης είναι, συνήθως, αποτέλεσμα ατυχημάτων, κατά τα οποία επέρχεται ολική απώλεια του πλοίου ή υφίσταται αυτό σοβαρές ζημιές που μειώνουν σημαντικά την αξία του, με αποτέλεσμα αυτή, ιδίως όταν το πλοίο ανήκει σε μονοβάπορες εταιρείες, να είναι ανεπαρκής για την κάλυψη των υποχρεώσεων του πλοιοκτήτη. Ενόψει αυτού, η Διεθνής Σύμβαση 1992, με σκοπό την εξασφάλιση της αποζημίωσης των ζημιωθέντων από τη ρύπανση, θέσπισε υποχρέωση του πλοιοκτήτη για ασφάλιση της αστικής του ευθύνης, σχετικά με τις ζημίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, μέχρι το ποσό που αντιστοιχεί στο προβλεπόμενο από το άρθρο V όριο ευθύνης. Μάλιστα, για να είναι πιο αποτελεσματική η ασφαλιστική κάλυψη θεσπίστηκε, με το άρθρο V
ΙΙ παρ. 8, δικαίωμα ευθείας εναγωγής των ζημιωθέντων τρίτων κατά του ασφαλιστή. Η ευθεία αυτή αξίωση του τρίτου θεμελιώνεται στην παραπάνω διάταξη, προϋπόθεση, όμως, για τη γένεση του δικαιώματος αυτού αποτελεί η ασφαλιστική σύμβαση, με την έννοια ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του ασφαλιστή χωρίς να υπάρχει σύμβαση ασφάλισης. Μετά τη σύναψη, όμως, της σύμβασης, η νομική θέση του τρίτου αυτονομείται, που σημαίνει ότι δεν επηρεάζεται από ελαττώματα που θίγουν την ύπαρξη ή το κύρος της ασφαλιστικής σύμβασης. Η ευθεία αξίωση του τρίτου θωρακίζεται με την απαγόρευση προβολής κατ' αυτού ενστάσεων που απορρέουν από την ασφαλιστική σχέση, αφού με την πιο πάνω διάταξη αποκλείεται, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, η προβολή κατά του τρίτου των ενστάσεων εκείνων που ο ασφαλιστής θα εδικαιούτο να προβάλει σε δίκη εγειρόμενη από τον πλοιοκτήτη κατ' αυτού. Η ισχύς της παρεχόμενης ασφάλισης δεν μπορεί να παύσει, παρά μόνο λόγω λήξης της χρονικής διάρκειας και αφού παρέλθουν τρεις μήνες από τη σχετική ειδοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές. Η ένσταση της λήξης ή λύσης της ασφάλισης δεν μπορεί να προταθεί κατά του τρίτου ζημιωθέντος, αν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις της Διεθνούς Σύμβασης. Παράλληλα, για την αποτελεσματικότητα της ασφαλιστικής κάλυψης, προβλέφθηκε, σε επίπεδο προληπτικού ελέγχου, και η έκδοση βεβαιωτικού πιστοποιητικού. Κάθε συμβαλλόμενο κράτος υποχρεούται να εκδίδει για τα νηολογημένα σε αυτό πλοία πιστοποιητικό, που να βεβαιώνει ότι υπάρχει σε ισχύ ασφάλιση ή άλλη χρηματική εξασφάλιση με το ελάχιστο περιεχόμενο που ορίζει η Διεθνής Σύμβαση. Οφείλει δε να απαγορεύει στα πλοία που φέρουν τη σημαία του να διενεργούν εμπορικές πράξεις, χωρίς προηγουμένως να έχουν εφοδιασθεί με το εν λόγω πιστοποιητικό. Κατά κανόνα, χορηγείται από τις ασφαλιστικές εταιρείες η λεγόμενη "Μπλέ κάρτα", με την οποία βεβαιώνουν την κάλυψη του ασφαλισμένου ιδιοκτήτη για την προβλεπόμενη στη σύμβαση ζημία και με βάση το έγγραφο αυτό τα συμβαλλόμενα κράτη εκδίδουν το προαναφερόμενο πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται πάντα πάνω στο πλοίο. Με την υπ' αριθμ. 3232.10/4/96 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β/111/23-2-1996), που εκδόθηκε σύμφωνα με τα άρθρα VII και XII (δις) του π.δ. 197/1996, καθορίστηκε κοινός τύπος πιστοποιητικού ασφάλισης ή άλλης χρηματικής εξασφάλισης αναφορικά με την αστική ευθύνη για ζημιές ρύπανσης από πετρέλαιο, βάσει της Διεθνούς Σύμβασης 1992. Κατά συνέπεια, η έκδοση από τις αρμόδιες αρχές συμβαλλόμενου κράτους του προβλεπόμενου από τη Διεθνή Σύμβαση ως άνω πιστοποιητικού, με βάση την ως άνω σχετική βεβαίωση του ασφαλιστή, χωρίς να τίθεται σ' αυτή οποιοσδήποτε άλλος όρος ή προϋπόθεση, σημαίνει ότι υφίσταται σε ισχύ ασφάλιση με τις προϋποθέσεις της Διεθνούς Σύμβασης 1992 και, συνακόλουθα, όπως επιβάλλεται για την ασφάλεια των συναλλαγών, ότι η ασφαλιστική αυτή σύμβαση καταρτίστηκε στο πλαίσιο της υποχρεωτικής, κατά το άρθρο VΙΙ παρ. 1, ασφάλισης της αστικής ευθύνης του πλοιοκτήτη, που επιτρέπει, όπως ήδη εκτέθηκε, την ευθεία εναγωγή του ασφαλιστή από το ζημιωθέντα τρίτο. Περαιτέρω, κατόπιν διαπραγματεύσεων και συγκερασμού αντίθετων συμφερόντων και προκειμένου να μην επιβαρυνθούν με την υποχρεωτική ασφάλιση και τα φορτηγά πλοία ξηρού χύδην φορτίου, που περιστασιακά μετέφεραν τότε μικρές ποσότητες πετρελαίου, τέθηκε με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου VΙΙ παρ. 1 ένα ποσοτικό όριο για την υποχρεωτική ασφάλιση, μόνον γι' αυτή βέβαια και όχι για την εφαρμογή των διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης. Ειδικότερα, ορίστηκε ότι "Ο πλοιοκτήτης πλοίου νηολογημένου εις Συμβαλλόμενον Κράτος και μεταφέροντος ως φορτίον άνω των 2.000 τόννων πετρελαίου εις χύμα, υποχρεούται να διατηρή εν ισχύι ασφάλισιν ή άλλην χρηματικήν ασφάλειαν..., δια το ποσόν, όπερ προκύπτει εξ εφαρμογής των ορίων της ευθύνης των αναγραφομένων εν άρθρω V, προς κάλυψιν της ευθύνης αυτού δια ζημίαν εκ ρυπάνσεως συμφώνως προς την παρούσαν Σύμβασιν". Από το περιεχόμενο αυτό της ανωτέρω διάταξης, σε συνδυασμό με το σκοπό που αυτή υπηρετεί, δηλαδή την αύξηση της προστασίας του ζημιωθέντος από τη ρύπανση, προκύπτει ότι η υποχρέωση των πλοιοκτητών για ασφάλιση της αστικής ευθύνης τους για ζημίες από ρύπανση αφορά κάθε δεξαμενόπλοιο του οποίου η μεταφορική ικανότητα υπερβαίνει τους 2.000 τόνους πετρελαίου χύμα, αφού, όπως εκτέθηκε, ο ορισμός του "πλοίου", κατά τη Διεθνή Σύμβαση 1992, καλύπτει όλα τα δεξαμενόπλοια, που είναι ικανά να μεταφέρουν φορτίου πετρελαίου χύμα, ανεξάρτητα από την πραγματική μεταφορά και, συνεπώς, και η λήψη της συγκεκριμένης οικονομικής εξασφάλισης σχετίζεται με την ικανότητα του πλοίου να μεταφέρει ποσότητα εμμένοντος πετρελαίου άνω των 2.000 τόνων. Σε αντίθετη περίπτωση, θα παρέμενε ανασφάλιστος ο κίνδυνος ρύπανσης, λόγω διαρροής καυσίμων που εμπεριέχουν εμμένον πετρέλαιο, από δεξαμενόπλοια που πλέουν υπό έρμα (πλοίο κενό φορτίου), καίτοι αυτά θεωρούνται ως "πλοία", κατά τη Διεθνή Σύμβαση. Πέραν αυτού, το ως άνω κριτήριο της μεταφορικής ικανότητας του δεξαμενόπλοιου συνιστά, οπωσδήποτε, ένα σταθερό μέγεθος σε σύγκριση με το ρευστό και ασταθές μέγεθος του πράγματι μεταφερόμενου κατά τη στιγμή της ρύπανσης φορτίου. Άλλωστε, σταθερό κριτήριο, ήτοι αυτό της χωρητικότητας του πλοίου, χρησιμοποιεί ο διεθνής νομοθέτης και για τον περιορισμό της ευθύνης του πλοιοκτήτη στο προβλεπόμενο στο άρθρο V ποσό, το οποίο είναι ίσο με αυτό της απαιτούμενης ασφαλιστικής κάλυψης. Επίσης, ο χρόνος ισχύος του εκδιδόμενου από κάθε συμβαλλόμενο κράτος για τα νηολογημένα σε αυτό πιστοποιητικού, που συνδέεται με τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, βρίσκει αληθές νόημα και συνάδει με την ασφάλεια των συναλλαγών, όταν προσδιορίζεται με κριτήρια σταθερά, όπως είναι η μεταφορική ικανότητα του πλοίου, και όχι περιστασιακά και ασταθή, όπως είναι η μεταφερόμενη πράγματι ποσότητα πετρελαίου κατά τη στιγμή της ρύπανσης. Είναι προφανές ότι η έκδοση από τις αρμόδιες αρχές και η ισχύς του πιστοποιητικού ασφάλισης για ορισμένη χρονική διάρκεια εξαρτάται από την ύπαρξη της πρεβλεπόμενης σύμβασης ασφάλισης της αστικής ευθύνης και όχι από την πραγματική μεταφορά φορτίου εμμένοντος πετρελαίου άνω των 2.000 τόνων. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τον επιδιωκόμενο από τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης σκοπό, αφού, παρά την αντικειμενική ευθύνη του πλοιοκτήτη, θα υποχρέωνε τον ζημιωθέντα από τη ρύπανση τρίτο να αποδείξει το πραγματικό φορτίο τη στιγμή της ρύπανσης, με προφανή τον κίνδυνο σε οριακές περιπτώσεις. Ενισχυτική της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης αποτελεί και η αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 7 του ν. 3393/2005, με τον οποίο κυρώθηκε η διεθνής σύμβαση για την αστική ευθύνη για ζημία ρύπανσης από πετρέλαιο κίνησης του 2001, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται η ασφάλιση της αστικής ευθύνης με βάση τη χωρητικότητα του πλοίου. Συγκεκριμένα ορίζεται με τη διάταξη αυτή "Ο εγγεγραμμένος στο νηολόγιο κύριος πλοίου, το οποίο έχει ολική χωρητικότητα μεγαλύτερη από 1000 κοχ και έχει νηολογηθεί σε Κράτος Μέρος, θα υποχρεούται να διατηρεί ασφάλιση ή άλλη χρηματική ασφάλεια, όπως εγγύηση τράπεζας ή συναφούς χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, για την κάλυψη της ευθύνης του εγγεγραμμένου στο νηολόγιο κυρίου για ζημία από ρύπανση που ανέρχεται σε ποσό ισοδύναμο....". Περαιτέρω, ενόψει της επιβαλλόμενης ως άνω υποχρέωσης των συμβαλλόμενων κρατών, τα οποία οφείλουν να απαγορεύουν στα πλοία που φέρουν τη σημαία τους να διενεργούν εμπορικές πράξεις, αν δεν έχουν εφοδιασθεί με το εν λόγω πιστοποιητικό, και προκειμένου να αποφευχθεί η νόθευση των όρων του ανταγωνισμού, καθιερώνεται υποχρέωση αυτών (άρθρο VΙΙ παρ. 11) να επεκτείνουν με διατάξεις εθνικού δικαίου την υποχρέωση ασφάλισης σε κάθε πλοίο, ανεξαρτήτως σημαίας, που εισπλέει ή εκπλέει από εθνικό λιμένα ή καταπλέει στα χωρικά τους ύδατα και μεταφέρει πράγματι φορτίο πετρελαίου χύμα άνω των 2.000 τόνων, στo πλαίσιο δε αυτό κάθε συμβαλλόμενο κράτος αναγνωρίζει τα πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί από άλλα συμβαλλόμενα κράτη, έστω και αν αφορούν μη νηολογημένα σε αυτά πλοία. Η πιο πάνω διαδικαστικού χαρακτήρα διάταξη (παράγραφος 11 του άρθρου VΙΙ) σχετικά με τον έλεγχο των αναφερόμενων σ' αυτή πλοίων, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά σε πράγματι μεταφερόμενη ποσότητα πετρελαίου άνω των 2.000 τόνων, ενισχύει την εκτεθείσα ως άνω ερμηνεία, ότι δηλαδή η διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, στην οποία, αντιθέτως, δεν γίνεται λόγος για πράγματι μεταφερόμενη ποσότητα, επιβάλλει την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη των πλοίων με αποκλειστικό κριτήριο τη μεταφορική ικανότητα αυτών, αφού από την αντιπαραβολή των δύο διατάξεων προκύπτει σαφής νομοθετική βούληση για διαφορετική αντιμετώπιση των δύο περιπτώσεων ως προς το κριτήριο της επιβολής υποχρεωτικής ασφάλισης. Και τούτο, διότι, η επιβαλλόμενη στα συμβαλλόμενα κράτη υποχρέωση ελέγχου γίνεται "υπό την επιφύλαξη των διατάξεων" του ίδιου άρθρου, που ορίζουν, όσον αφορά τα νηολογημένα σε συμβαλλόμενο κράτος πλοία, την υποχρέωση του πλοιοκτήτη προς ασφάλιση με επιλογή του σταθερού κριτηρίου της μεταφορικής ικανότητας του πλοίου, την έκταση της ασφάλισης, την έκδοση πιστοποιητικού κλπ, και, συνεπώς, ο έλεγχος της ανωτέρω διάταξης αναφέρεται στην υποχρέωση ασφάλισης των λοιπών, μη νηολογημένων σε συμβαλλόμενο κράτος, πλοίων ("εν σχέσει προς οιοδήποτε πλοίον και οπουδήποτε και αν είναι τούτο νηολογημένον"), για τα οποία, κατ' αρχάς, δεν υφίσταται μεν υποχρέωση ασφάλισης της αστικής ευθύνης, αφού δεν υπάγονται στη Διεθνή Σύμβαση 1992, πλην, όμως, επιβάλλεται η ασφάλισή τους, ως ασφαλιστική δικλείδα προς αποτροπή νόθευσης των όρων του ανταγωνισμού, με διάταξη εθνικού δικαίου και με επιλογή του κριτηρίου της πράγματι μεταφερόμενης ποσότητας, δηλαδή εφόσον πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταφέρουν αυτά ποσότητα πετρελαίου άνω των 2.000 τόνων. Με άλλα λόγια, στα πλοία που είναι νηολογημένα στα συμβαλλόμενα κράτη επιβάλλεται, με βάση τη Διεθνή Σύμβαση 1992, η υποχρεωτική ασφάλισή τους με βάση το κριτήριο της μεταφορικής ικανότητας αυτών, ενώ στα πλοία που δεν είναι νηολογημένα σε συμβαλλόμενο κράτος επιβάλλεται, ελλείψει αντίστοιχης υποχρέωσης αυτών, η ασφάλισή τους, με βάση διάταξη εθνικού δικαίου, εφόσον πράγματι μεταφέρουν φορτίο πετρελαίου χύμα πάνω από 2.000 τόνους. Έτσι, τυπικά, η ασφάλιση είναι υποχρεωτική μόνο για πλοία νηολογημένα σε κράτη της ανωτέρω Διεθνούς Σύμβασης, ωστόσο, καθίσταται υποχρεωτική και για άλλα πλοία, όπου και αν είναι αυτά νηολογημένα, εάν αυτά πρόκειται να δραστηριοποιηθούν σε κράτη που είναι μέλη της Διεθνούς Σύμβασης. Σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, σε περίπτωση πρόκλησης ρύπανσης από δεξαμενόπλοιο, νηολογημένο σε συμβαλλόμενο κράτος, με δυνατότητα μεταφοράς φορτίου εμμένοντος πετρελαίου άνω των 2.000 τόνων, ο πλοιοκτήτης του οποίου έχει υποχρεωτικά ασφαλίσει την αστική του ευθύνη λόγω ρύπανσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου VΙΙ παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης 1992, και έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν σχετικής βεβαίωσης του ασφαλιστή, το προβλεπόμενο πιστοποιητικό που βεβαιώνει την εν λόγω ασφάλιση, οι ζημιωθέντες τρίτοι έχουν κατά του τελευταίου ευθεία αξίωση προς αποζημίωση. Είναι προφανές ότι με τις προναφερόμενες ρυθμίσεις της κυρωθείσας με το ν. 314/1976 Διεθνούς Σύμβασης 1992, έμεινε εκτός υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης η ρύπανση, που προκαλείται από έμφορτα δεξαμενόπλοια με ικανότητα μεταφοράς ποσότητας εμμένοντος πετρελαίου χύμα μέχρι και 2.000 τόνους, αλλά και από πλοία και πλωτά ναυπηγήματα που παραμένουν ακίνητα (χωρίς να εκτελούν μεταφορά φορτίου) και χρησιμοποιούνται κατά κανόνα ως μόνιμες δεξαμενές, τα οποία συνήθως ανήκουν σε εταιρείες που δεν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα που απαιτούνται για να συμβάλλουν στην καταπολέμηση της ρύπανσης, καίτοι οι προκαλούμενες από αυτή ζημιές είναι εξ ίσου σημαντικές, με αποτέλεσμα την μεγάλη οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου. Το νομοθετικό αυτό κενό καλύφθηκε με το άρθρο 11 παρ. 7 του ν. 2881/2001, με το οποίο προστέθηκε στο ν. 314/1976 "Άρθρο ένατο", υπό τον τίτλο "Υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης για ζημιές ρύπανσης από πετρέλαιο από πλοία ή πλωτά ναυπηγήματα που δεν υπάγονται στις παραπάνω διατάξεις", στο οποίο ορίστηκαν τα εξής: "1. Ο πλοιοκτήτης ελληνικού ή ξένου πλοίου και πλωτού ναυπηγήματος, το οποίο καταπλέει ή αποπλέει από ελληνικό λιμένα ή όρμο ή θαλάσσιο τερματικό σταθμό, και μεταφέρει φορτίο πετρελαίου χύμα ποσότητας μέχρι και 2.000 τόννους ή βρίσκεται μόνιμα ή προσωρινά αγκυροβολημένο ή προσορμισμένο εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων (χωρίς να εκτελεί μεταφορά) και οι δεξαμενές φορτίου του χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση ή επεξεργασία πετρελαίου χύμα ανεξαρτήτως ποσότητας, υποχρεούται να διατηρεί σε ισχύ ασφάλιση ή άλλη χρηματική ασφάλεια ποσού ίσου τουλάχιστον με το όριο της ευθύνης του, που προκύπτει ως γινόμενο των κόρων ολικής χωρητικότητας του πλοίου ή του πλωτού ναυπηγήματος επί 600 μονάδες του Ειδικού Τραβηκτικού Δικαιώματος, όπως αυτό ορίζεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, προς κάλυψη της αστικής ευθύνης του για ζημία από ρύπανση εντός της ελληνικής επικράτειας και να είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό. Στον όρο "πετρέλαιο", που αναφέρεται στο άρθρο αυτό, περιλαμβάνονται και τα πετρελαιοειδή κατάλοιπα ή τα μίγματά τους με νερό. 2. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου αυτού, καθώς και οι εκτελεστικές διατάξεις που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότησή του. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας καθορίζεται ο τύπος του παραπάνω πιστοποιητικού και ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου". Με βάση την νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2432.07/02/2001 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β/337/28-3-2001), όπως αυτή διορθώθηκε με αναγραφή του ορθού άρθρου 11 παρ. 7 του ν. 2881/2001 αντί του εσφαλμένου 9 παρ. 7 (ΦΕΚ Β/476/25-4-2001), με την οποία καθορίστηκε ο τύπος του εν λόγω πιστοποιητικού ασφάλισης ή άλλης οικονομικής εξασφάλισης για τις περιπτώσεις που δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 314/1976 και εμπίπτουν στις διατάξεις του ως άνω ν. 2881/2001. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι στο ν. 314/1976, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 2881/2001, προβλέπεται αφενός μεν υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης του πλοιοκτήτη με βάση τη Διεθνή Σύμβαση 1992, η οποία, ειδικότερα, αφορά τα νηολογημένα σε συμβαλλόμενο κράτος πλοία με ικανότητα μεταφοράς ποσότητας πετρελαίου χύμα άνω των 2.000 τόνων, αφετέρου δε υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης, με βάση το εθνικό δίκαιο, για πλοία, ανεξαρτήτως σημαίας, που μεταφέρουν ποσότητα εμμένοντος πετρελαίου ίσου ή μικρότερου των 2.000 τόνων. Πρόκειται, δηλαδή, για δύο ειδικές, αλλά διακριτές, περιπτώσεις αντικειμενικής αστικής ευθύνης, για τις οποίες αντιστοιχούν ξεχωριστά υποδείγματα πιστοποιητικών και διαφορετικά ανώτατα ποσοτικά όρια ευθύνης και υποχρεωτικής ασφάλισης αυτής, με αποτέλεσμα η συμβατική ευθύνη του ασφαλιστή να εξαρτάται από τις διατάξεις, βάσει των οποίων ο πλοιοκτήτης ασφάλισε την αστική του ευθύνη λόγω ρύπανσης προκληθείσας από το πλοίο του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή είναι ανομιμοποίητη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 921/2007, ΑΠ 2102/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 25/2008), διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 260/2020, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα (τρίτη αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε με την αγωγή της, α) ότι παρέχει υπηρεσίες προστασίας του θαλάσσιου, χερσαίου και παράκτιου περιβάλλοντος και στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής η πρώτη εναγόμενη ναυτική εταιρία με την επωνυμία "Β. Μ. ΝΕ" (δεύτερη αναιρεσίβλητη) της ανέθεσε στις 5-3-2012 το έργο της απορρυπάνσεως και καθαρισμού της θάλασσας και των ακτών στην περιοχή του κόλπου της ... που επλήγησαν από τη διαρροή πετρελαιοειδών, μετά το ναυάγιο του υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιου αυτής "...", Αρ. Νηολογίου Πειραιώς ..., κοχ. 1441,04 κκχ. 978,70, νεκρού βάρους 2.519 τόνων, το οποίο χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά πετρελαίου χύμα, με μεταφορική ικανότητα 3.262 κυβικών μέτρων πετρελαίου χύμα, που αντιστοιχούν σε 3.233 μετρικούς τόνους βαρέων πετρελαιοειδών (heavy fuel oil), β) ότι κατά το χρόνο της βύθισής του το ανωτέρω πλοίο μετέφερε 1.498,998 τόνους τύπου μαζούτ Νο.3 (HFO 380 cst), 299,025 τόνους πετρελαίου τύπου μαζούτ Νο.1 (HFO 180 cst) και 274,580 κυβικά μέτρα (που αντιστοιχούν σε 236,139 τόνους) καυσίμου πετρελαίου ναυτιλίας (marine gas oil), γ) ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη) είχε ασφαλίσει το ανωτέρω πλοίο της πρώτης εναγομένης για την κάλυψη της αστικής ευθύνης της για ζημία λόγω ρύπανσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου VII της Διεθνούς Σύμβασης 1992, και είχε εκδώσει σχετικά το από 23 Σεπτεμβρίου 2011 πιστοποιητικό (επονομαζόμενο στην ναυτιλιακή πρακτική "blue card") το οποίο απευθυνόταν προς το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά (Τμήμα Προστασίας Θαλασσίου Περιβάλλοντος), με το οποίο βεβαίωνε ότι για το ένδικο πλοίο υπήρχε σε ισχύ για το χρονικό διάστημα από 22 Σεπτεμβρίου 2011 έως 22 Σεπτεμβρίου 2012 ασφάλιση, η οποία πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου VII της Σύμβασης Ευθύνης 1992, με βάση δε το εν λόγω πιστοποιητικό το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά (ως αρμόδια αρχή της Ελλάδας που είναι το κράτος νηολογήσεως του δεξαμενόπλοιου ...) εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο VII παρ. 2 της Σύμβασης Ευθύνης 1992, το από 7 Οκτωβρίου 2011 Πιστοποιητικό Ασφάλισης ή Άλλης Οικονομικής Εξασφάλισης σε σχέση με την Αστική Ευθύνη για Ζημία Ρύπανσης από Πετρέλαιο, με το οποίο πιστοποιούσε ότι για το χρονικό διάστημα από 22 Σεπτεμβρίου 2011 έως 22 Σεπτεμβρίου 2012 υπήρχε εν ισχύ για το επίδικο πλοίο συμβόλαιο ασφάλισης που ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου VII της Σύμβασης 1992, δ) ότι η ίδια (ενάγουσα) ανέλαβε, πράγματι, το έργο περιορισμού της προκληθείσας ρύπανσης, απάντλησης πετρελαιοειδών από το βυθισθέν πλοίο καθώς και καθαρισμού των πληγεισών θαλάσσιων περιοχών και ακτών από την ημέρα που σημειώθηκε το ναυάγιο, στις 5-3-2012, και αφού το εκτέλεσε κατά το προσήκοντα τρόπο, παρέδωσε αυτό στην πρώτη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη), στις 28-4-2013, απομακρύνοντας το προσωπικό της και τα μέσα που είχε διαθέσει προς τούτο μετά από σχετική εντολή τόσο της εργοδότριας, πρώτης εναγόμενης, όσο και του εποπτεύοντος καθ' όλο το άνω διάστημα τις εργασίες της, αρμόδιου Λιμεναρχείου ... και ε) ότι η πρώτη εναγόμενη πλοιοκτήτρια εταιρία αρνείται να της καταβάλει την αμοιβή της, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 15.853.962,30 ευρώ, διαμορφωθείσα στο ύψος αυτό με βάση τις εργασίες που παρείχε κατά την εκτέλεση του ένδικου έργου, το προσωπικό και τα μέσα που διέθεσε και με βάση τον τιμοκατάλογο της, που είναι γνωστός στην αγορά αλλά και η πρώτη εναγομένη είχε αποδεχτεί, κατόπιν της γνωστοποιήσεώς του σ' αυτήν. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, η ενάγουσα (τρίτη αναιρεσίβλητη) ζήτησε να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες εταιρίες να της καταβάλλουν, εις ολόκληρον καθεμιά, την συμφωνηθείσα και εύλογη αμοιβή της, με το νόμιμο τόκο των επιμέρους ποσών στο οποίο αυτή αναλύεται, από την ημέρα που οι εναγόμενες οχλήθηκαν για την καταβολή καθενός εξ αυτών (των επιμέρους ποσών). Αμυνόμενη η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη) κατά της αγωγής προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς της, καθόσον είχε ασφαλίσει την αστική ευθύνη της πρώτης εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρείας λόγω ρύπανσης με βάση τη Διεθνή Σύμβαση 1992, που αφορά τις περιπτώσεις εκείνες όπου το πλοίο πράγματι μεταφέρει εμμένον πετρέλαιο άνω των 2.000 τόνων, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση το ένδικο πλοίο μετέφερε την ώρα του ατυχήματος φορτίο εμμένοντος πετρελαίου μικρότερο των 2.000 τόνων και, συνεπώς, η πλοιοκτήτρια εταιρεία δεν ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί ασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο VΙΙ της Σύμβασης Ευθύνης 1992, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 8 του ανωτέρω άρθρου, που προβλέπει την ευθεία εναγωγή του ασφαλιστή από τον ζημιωθέντα εξ αιτίας της ρύπανσης τρίτο. Τον ανωτέρω ισχυρισμό, ο οποίος απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως μη νόμιμος με την αιτιολογία ότι η μεταφερόμενη ποσότητα πετρελαίου δεν αποτελεί προϋπόθεση της ευθύνης του ασφαλιστή κατά τη Διεθνή Σύμβαση 1992, επανέφερε η δεύτερη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη), με λόγο έφεσης, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε αυτόν, επίσης, ως μη νόμιμο με την εξής αιτιολογία, με την οποία συμπλήρωσε αυτήν του πρωτοδικείου: "Από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων (ενν. του ν. 314/1976 και της Διεθνούς Σύμβασης 1992) προκύπτει σαφώς ότι η Σύμβαση καθορίζει την υποχρεωτική ασφάλιση πλοίου που μεταφέρει ως φορτίο ποσότητα εμμένοντος πετρελαίου άνω των 2.000 τόνων και επομένως η δυνατότητα ευθείας εναγωγής του ασφαλιστή του πλοίου από τρίτον που διατηρεί αξίωση αποζημίωσης λόγω ρύπανσης προκληθείσα από το μεταφερόμενο φορτίο, υφίσταται όταν το τελευταίο είναι άνω των 2000 τόνων. Στην περίπτωση δε κατά την οποία το μεταφερόμενο φορτίο από ελληνικό ή ξένο πλοίο σε ελληνικό λιμάνι, όρμο ή τερματικό σταθμό, είναι μικρότερο ή ίσο των 2.000 τόνων, τότε και πάλι υφίσταται υποχρέωση του πλοιοκτήτη να ασφαλίσει το πλοίο του, σύμφωνα με το άνω αναφερόμενο άρθρο ένατο του ν. 314/1976, ενώ θεμελιώνεται και η δυνατότητα του τρίτου να ενάγει ευθέως τον ασφαλιστή, αφού κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου αυτού, (του κυρωτικού ν. 314/76 της Διεθνούς Σύμβασης 1992), καθώς και οι εκτελεστικές διατάξεις που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότησή του", δηλαδή και το άρθρο VΙΙ του νόμου, στην παράγραφο 8 του οποίου προβλέπεται η ως άνω δυνατότητα ευθείας εναγωγής του ασφαλιστή του φορτίου... Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο τον σχετικό ισχυρισμό της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας περί ελλείψεως ευθύνης της να αποζημιώσει με βάση τη Σύμβαση, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα..... (αφού) σύμφωνα με το ένατο άρθρο του ν. 314/1976, η εν λόγω ασφάλιση είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωτική, ανεξαρτήτως μεταφερόμενου φορτίου". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από τη δεύτερη εναγομένη ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτής, ορθώς μεν κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, δεχόμενο ότι η ενάγουσα (τρίτη αναιρεσίβλητη) έχει ευθεία, από την καταρτισθείσα μεταξύ των δύο εναγομένων σύμβαση ασφαλίσεως, αξίωση κατά της δεύτερης εναγομένης (πρώτης αναιρεσίβλητης), η αιτιολογία όμως με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και απορρίφθηκε ο αρνητικός ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσίβλητης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησεώς της είναι εσφαλμένη. Τούτο, διότι η υποχρέωση της πλοιοκτήτριας προς ασφάλιση του ένδικου πλοίου δεν στηριζόταν στο άρθρο ένατο του ν. 314/1976, όπως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχεται, αλλά στηριζόταν, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, στις προσήκουσες ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου VII της Διεθνούς Σύμβασης 1992, τις προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων πληρούσαν τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και, ειδικότερα, ότι το ένδικο δεξαμενόπλοιο είχε ικανότητα μεταφοράς πετρελαίου χύμα άνω των 2.000 τόνων, ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία είχε ασφαλίσει αυτό στη δεύτερη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, για την κάλυψη της αστικής ευθύνης της για ζημία από ρύπανση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Διεθνή Σύμβαση 1992, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε εκδώσει βεβαίωση ("blue card") για την ύπαρξη σε ισχύ σύμβασης ασφαλίσεως που πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου VII της άνω Σύμβασης Ευθύνης 1992 και ότι με βάση αυτή το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο VII παρ. 2, πιστοποιητικό ασφαλίσεως το οποίο βεβαίωνε ότι, για το χρονικό διάστημα από 22-9-2011 έως 22-9-2012 υπήρχε σε ισχύ για το πλοίο της εναγόμενης πλοιοκτήτριας εταιρίας συμβόλαιο ασφαλίσεως που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ίδιου ως άνω άρθρου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014). Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ.ΑΠ 30/1998, ΑΠ 272/2019, ΑΠ 911/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως παράγεται δεδικασμένο ότι, ως προς την ένδικη μεταφορά, η πλοιοκτήτρια εταιρεία είχε υποχρέωση ασφάλισης της αστικής ευθύνης της λόγω ρύπανσης του ένδικου πλοίου και η ενάγουσα δικαίωμα ευθείας εναγωγής όχι με βάση τη Διεθνή Σύμβαση αλλά με βάση το άρθρο ένατο του ν. 314/1976. Το δεδικασμένο αυτό είναι καταφανώς δυσμενές για το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, το οποίο με την αίτηση αναιρέσεως επιδιώκει την ανατροπή του, αφού αυτό μόνον με βάση τη Διεθνή Σύμβαση Ευθύνης 1992 υποκαθίσταται στα δικαιώματα της ενάγουσας, στην οποία κατά τα ανωτέρω κατέβαλε μέρος της απαίτησής της έναντι της πλοιοκτήτριας εταιρείας και του ασφαλιστή της. Κατόπιν αυτού, η κρινόμενη αίτηση, καθό μέρος στρέφεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, παρέλκει δε κατόπιν αυτού η έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στο αναιρεσείον του καταβληθέντος από αυτό για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2020 αίτηση του Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 187/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (όπως διορθώθηκε με την 580/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου) ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.

Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την πιο πάνω απόφαση μόνο ως προς την αιτιολογία που επισημαίνεται στο σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στο αναιρεσείον.
Επιβάλλει στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή