Αριθμός 1336/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "….Α.Ε.", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "….. Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Δ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κοκοτό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/11/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4129/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/6/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 17-6-2020 (3832/450/30-6-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 4129/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξεως και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε. Η απαγορευτική ρήτρα της ανωτέρω διατάξεως προϋποθέτει για την εφαρμογή της ανταγωνιστική συμπεριφορά, αντικειμένη στα χρηστά ήθη και ανταγωνιστικό σκοπό, με την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ., ενώ δεν απαιτεί και επιδίωξη βλάβης του ανταγωνιστή. Η ανταγωνιστική συμπεριφορά συνδέεται με επιχειρήσεις του ίδιου ή συγγενικού κλάδου, με εναλλάξιμα προϊόντα ή υπηρεσίες και με ταυτότητα κύκλου αποδεκτών ή πελατών, ενώ, κάθε ανταγωνιστικά πρόσφορη επιχειρηματική πράξη θεωρείται ότι ενέχει και ανταγωνιστική πρόθεση εκείνου που την επιχειρεί, δηλαδή, ότι γίνεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης του στην αγορά. Η εν λόγω ανταγωνιστική πράξη καθίσταται αθέμιτη ή παράνομη, όταν αντίκειται στα χρηστά ήθη. Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν, κατ` αρχήν, οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας, με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες, η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά. Ωστόσο, η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά, οφείλει να διαμορφώνεται, με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων, που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία. Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ` επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 97/2016, Α.Π. 1519/2014, Α.Π. 1223/2014, Α.Π. 571/2011, Α.Π. 55/2003, Α.Π. 1346/2000).
Κατά το άρθρο 13 του ν. 146/1914 "όστις κατά τα συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τινός, εμπορικής επωνυμίας, ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως, ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέση σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα, άτινα έτερος μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθή υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως. Υποχρεούται δε προς τούτοις απέναντι του ζημιωθέντος εις ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας, εάν εγνώριζεν ή ώφειλε να γνωρίζη ότι δια της κατραχρήσεως ταύτης ηδύνατο να προκληθή σύγχυσις. Προς το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα εξομοιούνται και εκείνα εν γένει εκ των σημείων καταστήματος ή επιχειρήσεως τινός, τα οποία θεωρούνται εις σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως ιδιαίτερα διακριτικά αυτών. Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός...". Τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης, προστατεύονται από τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει, όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανό να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σε ένα, όχι εντελώς ασήμαντο, μέρος των πελατών, αναφορικά με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση είτε με την ταυτότητα της επιχείρησης είτε με την ύπαρξη σχέσεως συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Ο διασχηματισμός, κατά την έννοια της διάταξης του εδαφ. δ του άρθρου 13, περιλαμβάνει τα εξωτερικά στοιχεία διαμορφώσεως, κυρίως το χρώμα ή συνδυασμούς χρωμάτων, τη συσκευασία, τα περικαλύμματα του εμπορεύματος και κάθε διακριτικό, το οποίο έχει επικρατήσει στις συναλλαγές ως γνώρισμα του εμπορεύματος, είναι δε ικανό να διακρίνει τούτο από άλλα όμοια ή ομοειδή εμπορεύματα άλλης προελεύσεως. Ωστόσο, τα διακριτικά γνωρίσματα θα πρέπει να έχουν διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους. Ο βαθμός της διακριτικής δυνάμεως προσδιορίζει και την έκταση της προστασίας, γι' αυτό συνηθισμένα ονόματα, συνηθισμένα σχήματα και υλικά δεν μπορούν αυτοτελώς να προστατευθούν ως διακριτικά γνωρίσματα ή σήματα, λόγω ελλείψεως διακριτικής δυνάμεως, εκτός αν από το συνδυασμό περισσότερων στοιχείων αποκτήσουν διακριτική δύναμη (Α.Π. 1123/2002, Α.Π. 1780/1999, Α.Π. 241/1991, Α.Π. 1410/1990). Δεδομένου ότι ο διασχηματισμός επιτελεί διακριτική λειτουργία του εμπορεύματος δεν μπορεί να ταυτίζεται με αυτό τούτο το εμπόρευμα. Έτσι, διαμορφωτικά στοιχεία του εμπορεύματος που δεν επελέγησαν αυθαίρετα, αλλά είναι τεχνικώς απαραίτητα για την κατασκευή ή την εκπλήρωση του σκοπού χρήσεως ή χρησιμότητας του εμπορεύματος δεν προστατεύονται ως διασχηματισμός, έστω και αν οι σχετικοί κύκλοι συνδυάζουν προς τη διαμόρφωση αυτή του εμπορεύματος την προέλευσή του από ορισμένη επιχείρηση. Αντιθέτως, αν τα στοιχεία της εξωτερικής διαμόρφωσης επελέγησαν αυθαίρετα, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα στοιχεία αυτά επιβοηθούν, συγχρόνως, το σκοπό χρήσεως ή χρησιμότητας του, τότε παρέχεται η κατ' άρθρο 13 παρ. 4 προστασία. Εξάλλου, η αισθητική διαμόρφωση του εμπορεύματος, δηλαδή, η επιλογή των εξωτερικών γνωρισμάτων αισθητικής φύσεως, η οποία γίνεται αυθαιρέτως, χωρίς να εξυπηρετείται συγκεκριμένος σκοπός, εφόσον επιτελεί διακριτική λειτουργία, απολαύει, κατά κανόνα, προστασίας ως διασχηματισμός. Περαιτέρω, κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει, όταν, λόγω της ομοιότητας ή του παρεμφερούς των εξωτερικών διαμορφωτικών στοιχείων δύο εμπορευμάτων, πιθανολογείται ότι είναι δυνατό να δημιουργηθεί παραπλάνηση του κοινού, ως προς την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών από μια ορισμένη επιχείρηση, ως προς την ταυτότητα των φορέων της επιχείρησης ή της επιχείρησης, ως οικονομικής οντότητας ή ως προς την ύπαρξη οικονομικής συνεργασίας ή οργανωτικής σχέσης μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Τέλος, ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται, όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές, ενώ δεν απαιτείται η επέλευσή του, αλλά αρκεί δυνατότητα να επέλθει, ούτε χρειάζεται να συντρέχει κίνδυνος παραπλάνησης της πλειονότητας των καταναλωτών, αλλά, αρκεί να υπάρχει η δυνατότητα για ένα όχι εντελώς ασήμαντο τμήμα από αυτούς, δηλαδή, αρκεί η παραπλάνηση να έχει έκταση εμπορικά αξιόλογη ή αισθητή (Α.Π. 344/2013, Α.Π. 1477/2011, Α.Π. 1803/2007, Α.Π. 1388/2004, Α.Π. 1123/2002).
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 4/2018, Ολ. Α.Π. 6/2017, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 349/2014, Α.Π. 382/2013). Ο υπό του ενάγοντος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής του, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν δεσμεύει το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή, πραγματικών περιστατικών, έστω και με διαφορετική από εκείνη, στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού αυτή συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα. Η ως άνω κρίση του δικαστηρίου ελέγχεται αναιρετικά, όταν αυτό αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος ή αρκέστηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή, συντρέχει νομική αοριστία της αγωγής, που καθιδρύει την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ο αριθμός του νόμου και το άρθρο του, β) το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή, στην έννομη συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε (Α.Π. 233/2009, Α.Π. 1003/2008).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος. Στο πλαίσιο αυτό, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή, η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 1399/2019, Α.Π. 143/2018, Α.Π. 496/2016).
Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, εκτός των άλλων, τα περιστατικά αποτυπώνονται ανεπαρκώς (ανεπαρκής αιτιολογία), αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, εφόσον, δηλαδή, υπάρχει αδυναμία να ελεγχθεί αναιρετικώς η ακολουθία της δικανικής κρίσης περί εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ.Α.Π. 9/2013 Ολ.Α.Π. 24/1992, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 29/2020, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 253/2013, Α.Π. 343/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, εσφαλμένως, απέρριψε ως αόριστη την αγωγή της, με την οποία υποστήριξε ότι η σ' αυτήν περιγραφόμενη συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων αντιβαίνει και στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914, για το λόγο ότι δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, τα οποία να στηρίζουν τις επιπρόσθετες περιστάσεις και τις ειδικές συνθήκες τέλεσης αντίθετων στα χρηστά ήθη πράξεων, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής της και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ότι, εντεύθεν, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1, άλλως, σε αυτήν από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 22-11-2016 (506873/2605/23-11-2016) αγωγής, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, κεφάλαιο αυτής εκτίθενται τα εξής: "Στις αρχές του 2016 υπέπεσε στην αντίληψή μας ότι τέθηκαν σε κυκλοφορία στην αγορά και δη ακόμα και στην Αθήνα, μπισκότα παρόμοια με τα γνωστά μπισκότα ….., υπό το εμπορικό όνομα ..., τα οποία παρασκευάζει και διαθέτει η 1η εναγομένη. Διαμαρτυρηθήκαμε εγγράφως στην 1η εναγομένη με την από 28.01.2016 επιστολή... Η επιστολή μας δεν απαντήθηκε ποτέ. Τα μπισκότα ... προσεγγίζουν αθέμιτα και απομιμούνται τα μεγάλης φήμης μπισκότα ... ως προς όλα τα βασικά τους πρωτότυπα και ιδιότυπα χαρακτηριστικά και δη ως προς το σχήμα, τις διαστάσεις και τα ανάγλυφα σχέδια του μπισκότου, αλλά και ως προς το σχήμα, τις διαστάσεις και το διαφανές της συσκευασίας τους, το διαφανές πλαστικό κυτίο, στο οποία είναι τοποθετημένα, τη διαφανή ζελατίνη που περιβάλλει το κυτίο, τον τρόπο τοποθέτησης των μπισκότων, ενώ ακόμα και αυτό τούτο το όνομα ... ομοιάζει σε βαθμό κινδύνου συγχύσεως και προσβάλλει τη φήμη του δικού μας εμπορικού σήματος ..., αναγράφεται δε στη συσκευασία με γραμματοσειρά και καλλιγραφικά στοιχεία ουσιωδώς όμοια με τη δική μας γραμματοσειρά και καλλιγραφικά στοιχεία με τα οποία αναγράφεται στη δική μας συσκευασία το σήμα μας ...... Η προσέγγιση όλων των πιο πάνω πρωτότυπων και ιδιότυπων στοιχείων της συσκευασίας και των μπισκότων ... γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και ιδίως με σκοπό το νέο αυτό προϊόν να επωφεληθεί άκοπα, αδάπανα και αντίθετα με τα χρηστά ήθη από την αναγνωρισιμότητα του ήδη γνωστού και καθιερωμένου προϊόντος μας ... και έτσι να καταστεί και αυτό ευχερώς αναγνωρίσιμο από το καταναλωτικό κοινό, χωρίς να υποβληθεί σε υψηλές δαπάνες διαφήμισης επί σειρά ετών όπως το προϊόν μας .... Ο σκοπός αυτός εκπληρώνεται κατ' αποτέλεσμα και πράγματι τα μπισκότα ... επωφελούνται σε βάρος των μπισκότων ......". Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δη του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό λόγο χωρίο αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε: "...ότι η αγωγή είναι αόριστη ως προς την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στην διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 βάση της, καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε πέραν της αντιγραφής των διακριτικών γνωρισμάτων της και του σήματος των προϊόντων της από την εναγομένη, κατά τρόπο σαφή και ορισμένα στοιχεία, τα οποία να καταδεικνύουν τον τρόπο και τη μέθοδο προσβολής των διακριτικών αυτών γνωρισμάτων και να μπορούν να θεμελιώσουν τις επιπρόσθετες περιστάσεις και τις ειδικές συνθήκες τέλεσης αθέμιτων και αντίθετων στα χρηστά ήθη πράξεων, καθόσον η προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας δεν είναι per se αθέμιτη πράξη και για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της εναγομένης κατά την εν λόγω διάταξη απαιτείται οι πράξεις αυτής να έγιναν με πρόθεση ανταγωνισμού της ευρισκόμενης σε ανταγωνιστική θέση ενάγουσας, να είναι αντικειμενικά ικανές να επιφέρουν το αποτέλεσμα αυτό και να προσκρούουν στα χρηστά ήθη..., στοιχεία όμως που δεν εκτίθενται με τη δέουσα επάρκεια και σαφήνεια στην αγωγή...", απέρριψε κατ' ουσία το συναφή λόγο έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την ίδια κρίση της εκκαλούμενης απόφασης. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσιβλήτων προσέγγιση των πρωτότυπων στοιχείων της συσκευασίας και του προϊόντος της, τα στοιχεία που συνοδεύουν την επιλήψιμη συμπεριφορά της (εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης) και τις ειδικές συνθήκες τέλεσης εκ μέρους της αθέμιτων και αντίθετων στα χρηστά ήθη ανταγωνιστικών πράξεων, που βάλλουν, όχι μόνον κατ' αυτής (ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας) αλλά και αυτών τούτων των καταναλωτών, ορθώς δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και απέρριψε τον οικείο λόγο έφεσης.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα εταιρία συστάθηκε το έτος 1922 και δραστηριοποιείται στο χώρο παραγωγής τροφίμων, με ιδιαίτερη έμφαση και επιτυχία στην παραγωγή μεγάλης και αναγνωρίσιμης στο κοινό ποικιλίας μπισκότων. Από το έτος 1930 παράγει και εμπορεύεται τα μπισκότα με την ονομασία ..., τα οποία διατίθενται προς πώληση στο ευρύ καταναλωτικό κοινό από πολυκαταστήματα (supermarkets), καταστήματα ψιλικών ειδών, περίπτερα, κυλικεία κλπ. Η ενάγουσα κυκλοφορεί τα παραπάνω μπισκότα σε διάφορες συσκευασίες, μικρές ή μεγάλες, διαφανείς ή μη, σε διάφορες γεύσεις, με επικάλυψη ή μη σοκολάτας, με γεύση κλασική, ολικής άλεσης ή με γεύση κακάο και σοκολάτα. Η πλέον διαχρονική συσκευασία των μπισκότων ..., για την οποία επιδιώκει η ενάγουσα προστασία με την κρινόμενη αγωγή της, συνίσταται σε μία διάφανη κατά το μεγαλύτερο μέρος πλαστική συσκευασία από ζελατίνη, σε σχήμα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, με διαστάσεις 190 χιλ. (μήκος) χ 69 χιλ (πλάτος) χ 40 χιλ (ύψος), περιέχουσα 50 μπισκότα, διατεταγμένα σε δύο επάλληλες καθ' ύψος σειρές των 25 μπισκότων η καθεμία, είναι δε αυτά τοποθετημένα εντός ενός πλαστικού, διαφανούς και ανοιχτού στο πάνω μέρος παραλληλόγραμμου κυτίου. Στη συσκευασία αυτή υπάρχει συνδυασμός λεκτικών και εικαστικών απεικονίσεων. Συγκεκριμένα στην επάνω επιφάνεια της συσκευασίας και στη μέση της απεικονίζεται γυναικείο κεφάλι άσπρου χρώματος με πλούσια κόμη που κοιτάζει προς τα δεξιά μέσα σε σκούρο μπλε φόντο, η οποία περιβάλλεται από ωοειδή-οβάλ διακοσμητική, δαντελωτή γραμμή σε κόκκινο χρώμα, που με τη σειρά της περιβάλλεται από λευκό φόντο, οβάλ και δαντελωτό. Εκατέρωθεν δε του εν λόγω πλαισίου υπάρχουν ελικοειδείς παραστάσεις μπλε χρώματος σε λευκό περίγραμμα. Κάτω από την παράσταση αυτή αναγράφονται με κόκκινα καλλιγραφικά γράμματα, σε ιδιαίτερη γραμματοσειρά που έχει ελαφρά κλίση προς τα δεξιά και μέσα σε λευκό περίγραμμα οι λέξεις '…..'. Επάνω και αριστερά στη συσκευασία αναγράφεται με λευκά κεφαλαία στοιχεία σε κόκκινο φόντο το όνομα '...'. Πάνω και κάτω από τη λέξη αυτή υπάρχουν μια οριζόνται λευκή παράλληλη γραμμή, παραπλεύρως δε του ονόματος αυτού το κεφαλαίο γράμμα 'Π', σε λευκό χρώμα, το οποίο περιβάλλεται από λευκή κυκλική γραμμή, στην κεφαλή της οποίας υπάρχει απεικόνιση που παρουσιάζει τέσσερις ανθρώπινες φιγούρες σε λευκό περίγραμμα. Στο δεξί σκέλος του Π και στη βάση του αναγράφεται με λευκά ψηφία το έτος 1922, χρόνος έναρξης της λειτουργίας της επιχείρησης στην Ελλάδα. Στο άνω δεξί μέρος της συσκευασίας αναγράφονται με κεφαλαίους χαρακτήρες σε τρεις σειρές 'ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΜΟΝΑ ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ' και συγκεκριμένα στην πρώτη σειρά με λευκούς χαρακτήρες σε μπλε φόντο κυματοειδούς σχήματος 'ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΜΟΝΑ', στη δεύτερη σειρά με κόκκινους χαρακτήρες σε κίτρινο φόντο κυματοειδούς σχήματος 'ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ'. Κάτω δεξιά υπάρχει αναπαράσταση σπόρων δημητριακών σε τρεις δεσμίδες που σχηματίζουν οξείες γωνίες μεταξύ τους μέσα σε πορτοκαλί κυκλικό φόντο που περιβάλλεται από κυκλική κόκκινη γραμμή που έχει αντίθετη φορά από την κίνηση των δεικτών του ρολογιού και καταλήγει στο πάνω μέρος της σε αιχμή τόξου. Μέσα στο κυκλικό αυτό πλαίσιο αναγράφεται με πεζά γράμματα 'καθημερινή ισορροπημένη διατροφή' σε τρεις οριζόντιες επάλληλες σειρές και δη στο επάνω μέρος η λήξη 'καθημερινή' με κόκκινα γράμματα, στο μέσον η λέξη 'ισορροπημένη' με μπλε γράμματα επίσης. Οι τρεις αυτές λέξεις είναι σε κίτρινο φόντο, σχήματος ορθογωνίου παραλληλογράμμου. Τέλος, στο άνω αριστερό τμήμα της επιφάνειας της συσκευασίας αναγράφεται με λευκά κεφαλαία στοιχεία με κόκκινο φόντο η λέξη '….'. Πάνω και κάτω από τη λέξη αυτή υπάρχουν από μια οριζόντια λευκή παράλληλη γραμμή. Αριστερά της λέξης '…..' υπάρχει το κεφαλαίο γράμμα Π σε άσπρο χρώμα. Το γράμμα Π περιβάλλεται από λευκή κυκλική γραμμή, στην κεφαλή της οποίας υπάρχει σχέδιο με τέσσερις ανθρώπινες φιγούρες σε λευκό περίγραμμα. Στο δεξί σκέλος του Π και στη βάση του αναγράφεται με λευκά ψηφία το έτος 1922. Στο άνω δεξί τμήμα της πλάγιας επιφάνειας της συσκευασίας αναγράφονται με κεφαλαία στοιχεία σε δύο οριζόντιες επάλληλες σειρές οι λέξεις 'ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΜΟΝΑ' και στην κάτω σειρά αναγράφεται με κόκκινα γράμματα η λέξη ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ σε κίτρινα φόντο κυματοειδούς σχήματος. Στο κέντρο της πλάγιας επιφάνειας της συσκευασίας αναγράφονται οι λέξεις ΜΠΙΣΚΟΤΑ (με κεφαλαία γράμματα) ... με πεζά καλλιγραφικά γράμματα ιδιαίτερης γραμματοσειράς με ελαφρά κλίση προς τα δεξιά. Τα γράμματα είναι στις δύο λέξεις κόκκινα και περιγράφονται από άσπρο περίγραμμα. Στην άλλη πλάγια επιφάνεια της συσκευασίας αντί για τις ελληνικές λέξεις ... υπάρχουν οι αγγλικές λέξεις "BISCUITS Miranda" με κόκκινα γράμματα που περιβάλλονται από άσπρο περίγραμμα, ενώ με λευκά κεφαλαία στοιχεία στο άνω αριστερό τμήμα της άλλης πλάγιας επιφάνειας αναγράφεται αντί για την ελληνική λέξη ... η λέξη … με όμοια όπως και η αντίστοιχη λέξη ... στην έτερη πλάγια επιφάνεια εικαστικά στοιχεία. Οι διαστάσεις του κάθε μπισκότου είναι 67 χιλ (μήκος) χ 25 χιλ (ύψος), ενώ κάθε μπισκότο φέρει στην πάνω επιφάνειά του ένα ανάγλυφο σχέδιο, που αποτελείται από παραστάσεις λουλουδιών και στο κέντρο της εμπρόσθιας επιφάνειάς του αναγράφεται με κεφαλαία στοιχεία η λέξη '...'. Επίσης, η ενάγουσα εταιρία είναι δικαιούχος του υπ' αριθμ. 89390 εθνικού λεκτικού σήματος, με ημερομηνία κατάθεσης 27.11.1984 και λήξη ισχύος, κατόπιν ανανεώσεων, στις 27.11.2024, το οποίο συνίσταται στις λεκτικές ενδείξεις '... - ...' και '….., προς διάκριση προϊόντων των κλάσεων 29 και 30 (μπισκότα, φρυγανιές, σοκολάτες, καραμέλες, γλυκίσματα, αρτοσκευάσματα, άλευρα, δημητριακά, παγωτά, γαριδάκια). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη εταιρείας, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος, συστάθηκε το έτος 2003 και δραστηριοποιείται στην παραγωγή μπισκότων, διατηρώντας στην πόλη των Τρικάλων μία μονάδα παραγωγής μπισκότων. Στις αρχές του έτους 2016, η πρώτη εναγομένη παρήγαγε και διέθεσε στην ελληνική αγορά ένα προϊόν μπισκότων με την ονομασία '...'. Το προϊόν αυτό κυκλοφορεί σε μια διάφανη κατά ένα μέρος της πλαστική συσκευασία από ζελατίνη, σε σχήμα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, διαστάσεων 190 χιλ, (μήκος) χ 69 χιλ. (πλάτος) χ 40 χιλ (ύψος), περιέχουσα 45 μπισκότα, τοποθετημένα σε δύο επάλληλες καθ' ύψος σειρές, είναι δε αυτά τοποθετημένα εντός ενός πλαστικού, διαφανούς και ανοικτού στο πάνω μέρος παραλληλόγραμμου κυτίου. Το κάθε μπισκότο έχει σχήμα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, διαστάσεις 69 χιλ. (μήκος) χ 25 χιλ. (πλάτος) χ 4 χιλ. (ύψος) και στην πάνω επιφάνεια ανάγλυφα γεωμετρικά σχήματα, ενώ στις δύο μικρές πλευρές του παραστάσεις πετάλων λουλουδιών. Η ενάγουσα εταιρεία, διαπιστώνοντας την κυκλοφορία στην αγορά από την πρώτη εναγομένη των ως άνω μπισκότων, διαμαρτυρήθηκε με την από 28.1.2016 επιστολή της προς την τελευταία, ισχυριζόμενη... ότι η εναγομένη με την κυκλοφορία του προϊόντος 'μπισκότα ...' προσέβαλε τα δικαιώματά της επί των διακριτικών γνωρισμάτων του προϊόντος της 'μπισκότα ... ...' και συγκεκριμένα, του διασχηματισμού της συσκευασίας (ορθογώνια παραλληλεπίπεδη με τις ως άνω διαστάσεις, περιλαμβάνουσα πλαστικές διαφανές κυτίο, ανοιχτό στο επάνω μέρος του, εντός του οποίου είναι διατεταγμένα μπισκότα σε δύο επάλληλες καθ' ύψος σειρές, διαφανής ζελατίνη που περιβάλλει το κυτίο), του διασχηματισμού των μπισκότων (ορθογώνια παραλληλόγραμμα με τις ως άνω διαστάσεις), του ανάγλυφου σχεδίου τους με τις αναπαραστάσεις λουλουδιών, της καλλιγραφικής γραφής του ονόματος ..., τα οποία λόγω της μακράς χρήσης τους και της διακριτικής τους δύναμης, εγγενούς και επίκτητης με την πάροδο των χρόνων, έχουν καθιερωθεί στην αγορά ως διακριτικά γνωρίσματα του επίδικου προϊόντος. Ερευνητέο καθίσταται, επομένως, κατ' αρχήν το ζήτημα κατά πόσο τα παραπάνω στοιχεία του επίδικου προϊόντος της ενάγουσας, αυτοτελώς το καθένα ή όλα μαζί έχουν καταστεί διακριτικά γνωρίσματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 ν. 146/1914 και άξια προστασίας. Όσον αφορά το μέγεθος, το σχήμα και τις διαστάσεις της συσκευασίας, στην οποία περιλαμβάνεται το πλαστικό ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, ανοιχτό στο πάνω μέρος του κυτίο, όπου τοποθετούνται παρατεταγμένα καθ' ύψος τα μπισκότα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχουν από μόνα τους την απαιτούμενη διακριτική δύναμη, ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν ως γνωρίσματα προέλευσης των προϊόντων από μια ορισμένη επιχείρηση. Και τούτο διότι τα στοιχεία αυτά της συσκευασίας αποτελούν μια τεχνική λειτουργία που συνίσταται στην εκπλήρωση του σκοπού προστασίας και ορθής παράταξης των μπισκότων και ακολούθως της ευχερούς χρήσης των μπισκότων από τον καταναλωτή. Τα στοιχεία αυτά, επομένως, δεν ενέχουν πρωτότυπο και ιδιαίτερο στοιχεία, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προσδίδει στην κρινόμενη συσκευασία έναν έστω ελάχιστο βαθμό διακριτικής δύναμης, ώστε να μπορούν να λειτουργούν ως διακριτικό γνώρισμα προέλευσης του προϊόντος από μια επιχείρηση. Τούτο, άλλωστε, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρεία κυκλοφορεί το προϊόν ... και σε άλλες συσκευασίες, με διαφορετικό σχήμα και διαστάσεις, αδιαφανείς, χωρίς πλαστικό κυτίο, ανάλογα με τις ανάγκες που επιδιώκει να εξυπηρετήσει κάθε φορά... Σημειωτέον ότι η ενάγουσα εταιρία στην αγωγή της δεν περιλαμβάνει... ως μέρος του ένδικου διασχηματισμού του προϊόντος της τις έγχρωμες απεικονίσεις στη συσκευασία της, οι οποίες περιέχουν στο μεγαλύτερο μέρος τους το κόκκινο χρώμα, σε συνδυασμό με το άσπρο... με την απεικόνιση στο κέντρο αυτής κεφαλής μιας γυναίκας σε φόντο μπλε και την αναγραφή των λέξεων Μπισκότα ..., με καλλιγραφικά μικρά γράμματα και στο πάνω μέρος της συσκευασίας τη λέξη ..., με κεφαλαία γράμματα. Τούτο ενέχει ιδιαίτερη σημασία, διότι ο χρωματικός συνδυασμός καθώς και η επιλογή της παραπάνω αναπαράστασης και των λοιπών απεικονίσεων πάνω στη συσκευασία, θα διαφοροποιούσε την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, καθώς τούτη θα μπορούσε να ενέχει σε ένα σημαντικό βαθμό διακριτική δύναμη, η οποία με τη σειρά της ήταν δυνατόν να λειτουργήσει ως διακριτικό στοιχείο της προέλευσης των προϊόντων από την επιχείρηση της ενάγουσας... Εν τούτοις η ζητούμενη προστασία εκ μέρους της ενάγουσας περιορίζεται όσον αφορά την συσκευασία στα παραπάνω στοιχεία του σχήματος, των διαστάσεων του διαφανούς κυτίου, του τρόπου παρατάξεων των μπισκότων εντός αυτού και της διαφανούς ζελατίνης που περιβάλλει το διαφανές πλαστικό κυτίο, τα οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι αποτελούν διακριτικά γνωρίσματα του προϊόντος της όλα μαζί από κοινού, αλλά και το καθένα αυτοτελώς, χωρίς αναφορά στις ανωτέρω χρωματικές απεικονίσεις και παραστάσεις. Περαιτέρω, όσον αφορά το σχήμα, τις διαστάσεις και το ανάγλυφο σχέδιο των ένδικων μπισκότων επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το καθένα από αυτά μόνο του ή και όλα μαζί μπορούν να επιτελέσουν οποιαδήποτε διακριτική λειτουργία των προϊόντων από την επιχείρηση της ενάγουσας. Τούτο δε διότι καταρχήν το σχήμα και οι διαστάσεις του προϊόντος ταυτίζονται με το ίδιο το εμπόρευμα, αποτελώντας διαμορφωτικά της τεχνικής ολοκλήρωσης αυτού στοιχεία, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι πολλά τέτοια μπισκότα κυκλοφορούν στην ελληνική και ξένη αγορά με ορθογώνιο σχήμα, με παρόμοιες διαστάσεις σε σχέση με τα μπισκότα ... με μικρότερες ή μεγαλύτερες αποκλίσεις, καθόσον το σχήμα αυτό είναι το πλέον χρηστικό για τον καταναλωτή και πρακτικό σχήμα μπισκότου αυτής της κατηγορίας μακρόστενων μπισκότων τα οποία συνοδεύουν ζεστά ροφήματα (λχ. Αλλατίνη βουτηχτά κλασικά, ΑΒ Βασιλόπουλος γλυκά μπισκότα, εταιρεία με την επωνυμία 365, M&S TEA FINGER BISCUITS, Lotus Biscoff, Highland Shortbread Finger by Sainsburry's, τα οποία κυκλοφορούν στην ελληνική και ξένη αγορά). Σε κάθε περίπτωση, το ορθογώνιο σχήμα του μπισκότου... δεν ενέχει έναν ελάχιστο βαθμό διακριτικής δύναμης, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει ως διακριτικό γνώρισμα προέλευσης του προϊόντος από μια επιχείρηση, καθώς ταυτίζονται με το ίδιο το προϊόν, αποτελώντας διαμορφωτικό αυτού στοιχείο. Περαιτέρω, το ορθογώνιο σχήμα και οι διαστάσεις του μπισκότου της ενάγουσας... ουδόλως διακρίνονται τούτα από κάποιο στοιχείο πρωτοτυπίας, ενόψει του ότι στην ελληνική και ξένη αγορά... κυκλοφορεί πλήθος μπισκότων με παρόμοιο σχήμα και μέγεθος, το οποίο κατεξοχήν εξυπηρετεί τον προορισμό του συγκεκριμένου προϊόντος, το οποίο συνοδεύει ζεστά ροφήματα. Σε κάθε περίπτωση, το ορθογώνιο παραλληλόγραμμο σχήμα ενός μπισκότου δεν ενέχει ούτε έναν ελάχιστο βαθμό διακριτικής δύναμης, που θα μπορούσε να το καταστήσει διακριτικό προέλευσης του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση. Από μόνο το γεγονός ότι τα μπισκότα ... είναι ιδιαιτέρως αναγνωρίσιμα στο καταναλωτικό κοινό και χαίρουν θετικής εκτίμησης λόγω της άριστης ποιότητάς τους και ισορροπημένης γεύσης τους, δεν αρκεί για να αχθεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι το ορθογώνιο σχήμα του προϊόντος σε συνδυασμό και με την διάσταση αυτού αποτελεί διακριτικό γνώρισμα της προέλευσής του. Περαιτέρω, όσον αφορά την ανάγλυφη αναπαράσταση των μπισκότων της ενάγουσας επισημαίνεται ότι είναι συνηθισμένο και κοινότυπο να υπάρχουν ανάγλυφες απεικονίσεις που περιέχουν πέταλα λουλουδιών σε μπισκότα αυτού του είδους, προοριζόμενα να χρησιμοποιηθούν ως βουτήματα σε ζεστά ροφήματα. Επιπλέον, το ανάγλυφο σχέδιο που αποτυπώνεται σε κάθε μπισκότο του προϊόντος της ενάγουσας και συνίσταται σε αναπαράσταση λουλουδιών και στο κέντρο της λέξης ..., ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ενέχει κάποιο βαθμό διακριτικής δύναμης, επειδή ακριβώς τα μπισκότα της ενάγουσας διατίθενται στην αγορά εντός συσκευασίας διαφανούς μεν, διατεταγμένα ωστόσο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην έχει οπτική επαφή και μην μπορεί να διακρίνει ο καταναλωτής το ανάγλυφο σχέδιο που βρίσκεται στην επάνω επιφάνεια του μπισκότου, ώστε τούτο να μπορεί να επιτελέσει διακριτικό της προέλευσής τους στοιχείο κατά την επιλογή τους από τον καταναλωτή... δεν αποδείχθηκε ότι η ανάγλυφη παράσταση στα μπισκότα ... της εναγομένης ομοιάζει με την ανάγλυφη παράσταση στα μπισκότα ... της ενάγουσας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορεί να προκληθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος σύγχυσης σχετικά με την προέλευση του προϊόντος ... από την επιχείρηση της ενάγουσας. Ειδικότερα, η πάνω πλευρά των δύο μπισκότων είναι εντελώς διαφορετική μεταξύ τους, στο μεν ... αναγράφεται η λέξη ... πάνω σε κάθε μπισκότο και υπάρχουν κάποια ανάγλυφα στοιχεία, όπου κυρίαρχα σχεδιαστικά χαρακτηριστικά είναι η αναπαράσταση από πέταλα λουλουδιών στα άκρα του μπισκότου και η διάταξη σχεδιαστικών παραστάσεων σε τρεις επάλληλες σειρές στο κεντρικό τμήμα..., ενώ στο μπισκότο '…..' της εναγομένης κυριαρχούν ανάγλυφα στοιχεία που αποτελούν γεωμετρικά σχήματα με σχεδιαστικά μοτίβα εντελώς διαφορετικά σε σχέση με το Μπισκότο ..., στις μικρές άκρες του υπάρχει αναπαράσταση από πέταλα λουλουδιών που δεν έχει όμως καμία ομοιότητα με την παράσταση που υπάρχει στο ... και δε γίνεται καμία απολύτως αναφορά σε ονομασία μπισκότου. Διαφορετική είναι και η βάση των δύο μπισκότων, καθώς η βάση του μπισκότου ….. είναι επίπεδη, ενώ η βάση του μπισκότου ... της ... είναι ανάγλυφη. Η συνολική εξάλλου οπτική εντύπωση που προκαλείται από τα δύο εξεταζόμενα προϊόντα σε σχέση με την ανάγλυφη παράσταση που υπάρχει σε καθένα από αυτά είναι εντελώς διαφορετική και δεν προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή σε σχέση με την προέλευση του προϊόντος της εναγομένης από την επιχείρηση της ενάγουσας... Ωστόσο... τα διακριτικά γνωρίσματα θα πρέπει να έχουν διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους, ενώ ο βαθμός της διακριτικής δυνάμεως ενός γνωρίσματος προσδιορίζει και την έκταση προστασίας, γι' αυτό συνηθισμένα ονόματα, συνηθισμένα σχήματα και υλικά δεν μπορούν αυτοτελώς να προστατευθούν ως διακριτικά γνωρίσματα ή σήματα, λόγω ελλείψεως διακριτικής δυνάμεως, εκτός αν από το συνδυασμό περισσοτέρων στοιχείων αποκτήσουν διακριτική δύναμη.
Εν προκειμένω,... δεν αποδείχθηκε ότι έστω και από το συνδυασμό των παραπάνω στοιχείων που ζητείται να προστατευθούν ως διακριτικά γνωρίσματα, τα οποία αποτελούν συνηθισμένα σχήματα, διαστάσεις, υλικά, κρίθηκε δε ότι επιτελούν κατά περίπτωση (τα στοιχεία της συσκευασίας) μια τεχνική λειτουργία... ή αποτελούν διαμορφωτικά στοιχεία του εμπορεύματος (σχήμα, διαστάσεις μπισκότου), απέκτησαν τούτο διακριτική δύναμη, λόγω της επικράτησής τους στις συναλλαγές με βάση την αντίληψη του καταναλωτικού κοινού που στα συνηθισμένα αυτά στοιχεία, έστω και συνδυαζόμενα μεταξύ τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει προσδώσει τον απαιτούμενο για την κατάφαση της σχετικής προστασίας των διακριτικών γνωρισμάτων ελάχιστο βαθμό διακριτικής δύναμης τούτων...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία η ένδικη αγωγή έχει: α) γίνει εν μέρει δεκτή και δη κατά το μέρος αυτής, που στηρίζεται στην προσβολή του σήματος-διακριτικού γνωρίσματος της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, που συνίσταται στη λεκτική ένδειξη '...'. Και, β) απορριφθεί κατά το μέρος της που στηρίζεται στην προσβολή του διασχηματισμού και της μορφής της συσκευασίας, καθώς και του διασχηματισμού και του ανάγλυφου σχεδίου των επίμαχων μπισκότων "...". Συγκεκριμένα, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, το οποίο, με αναλυτική, εμπεριστατωμένη και σαφή αιτιολογία, χωρίς αντιφατικές κρίσεις ή ενδοιαστικές παραδοχές, διέλαβε, ειδικότερα, ότι : α) Το μέγεθος, το σχήμα και οι διαστάσεις της συσκευασίας των επίδικων προϊόντων της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας (μπισκότα ...) καθώς και ο τρόπος παρατάξεώς τους εντός αυτής -χωρίς να περιλαμβάνονται οι έγχρωμες απεικονίσεις, οι αναπαραστάσεις και οι αναγεγραμμένες λέξεις επ' αυτής (συσκευασίας)- και συγκεκριμένα, το πλαστικό ορθογώνιο παραλληλόγραμμο κυτίο, ανοιχτό στο επάνω μέρος του, εντός του οποίου τοποθετούνται καθ' ύψος πενήντα (50) μπισκότα, διατεταγμένα σε δύο επάλληλες καθ' ύψος σειρές, καθώς και η περιβάλλουσα το ως άνω κυτίο διαφανής ζελατίνη, επιτελούν μια τεχνική λειτουργία, που σκοπεί στην εκπλήρωση της προστασίας, της ορθής παράταξης και της ευχερούς χρήσης του συγκεκριμένου προϊόντος από τον καταναλωτή, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν ενέχουν οποιοδήποτε πρωτότυπο ή ιδιαίτερο στοιχείο, το οποίο να προσδίδει στη συσκευασία αυτή, έστω και κατ' ελάχιστο βαθμό, διακριτική δύναμη, ώστε να λειτουργήσουν ως γνωρίσματα προέλευσης των εν λόγω προϊόντων από τη συγκεκριμένη επιχείρηση. β) Το σχήμα και οι διαστάσεις των συγκεκριμένων προϊόντων της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας (μπισκότα ...) δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν, το καθένα από μόνο του ή όλα μαζί, ότι επιτελούν διακριτική λειτουργία, καθόσον χαρακτηρίζουν αυτό τούτο το προϊόν, ενώ, παρόμοιο σχήμα (ορθογώνιο), με τις αυτές περίπου διαστάσεις φέρουν τέτοια προϊόντα (μπισκότα) και άλλων εταιρειών (ελληνικών ή αλλοδαπών), που διακινούνται στην εγχώρια αγορά. γ) Οι ανάγλυφες παραστάσεις του προϊόντος της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης (μπισκότου ...) δεν ομοιάζουν με αυτές των μπισκότων ..., με συνέπεια να μην προκαλείται σύγχυση στο μέσο καταναλωτή σε σχέση με την προέλευση του ως άνω προϊόντος της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, από την επιχείρηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 146/1914, με ορθή υπαγωγή σ' αυτές των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν. Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι, πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος (ως προς το πρώτο σκέλος του) από τον αριθμό 1 και τρίτος από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους η αναιρεσείουσα, αποδίδουσα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως (άρθρο 13 του ν. 146/1914), υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι. Επισημαίνεται ότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνονται στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 13 εδαφ. δ' του ν. 146/1914 τυγχάνουν απαράδεκτες, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν αναφέρονται παντάπασι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα από την προσβαλλόμενη απόφαση διδάγματα της κοινής πείρας.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-6-2020 (3832/450/30-6-2020) αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…… Α.Ε." για αναίρεση της 4129/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ