Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 430 / 2019    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 430/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την διαχειρίστριά της Ι. Α. και 2) Ι. Α. του Φ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν αμφότερες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαχρονόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστριά της Ε. Π. του Χ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5251/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4686/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-10-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ….95 Β/9-01-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών Ε. Δ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νομοτύπως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στην Ε. Π., ως εκκαθαρίστρια της τελούσης σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναιρεσίβλητης εταιρείας. Επομένως, εφ' όσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 3 § 6 του Ν.Δ. 400/1970 (περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως): "Τριάντα ημέρες μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της, εκτός από αυτές των ασφαλίσεων ζωής, εφόσον μέσα στην πιο πάνω προθεσμία δεν έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Εμπορίου τυχόν αίτηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου. Τα καταβληθέντα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται. Τυχόν καταβληθείσες νόμιμες προμήθειες επιστρέφονται ή αναζητούνται από τον εκκαθαριστή". Επίσης, κατά το άρθρο 38 § 3 του Π.Δ. 237/1986 (Κωδικοποίηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως οχημάτων) "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης στον κλάδο ασφάλισης της αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, σύμφωνα προς τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να ακυρώσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχει εκδώσει, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 11, και να επιστρέψει στους ασφαλισμένους τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα αυτών των ασφαλιστηρίων, αφαιρώντας από αυτά ποσοστό 25%". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας έχει ανακληθεί η άδεια, εφ' όσον δεν προηγήθηκε έγκριση του Υπουργού Εμπορίου αιτήσεως άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου εντός του μηνός, τότε είναι υπεύθυνη να επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα στους ασφαλισθέντες πελάτες της, εφ' όσον αυτά εισπράχθηκαν από τον ασφαλιστικό της πράκτορα και αποδόθηκαν από αυτόν στην εταιρία. Εάν όμως δεν έχουν αποδοθεί και εξακολουθούν να παρακρατούνται από τον πράκτορα, τότε έχει αγωγική αξίωση κατ' αυτού για την απόδοση τους, ώστε να μπορέσει να ικανοποιήσει τους ασφαλισθέντες πελάτες της, που έχουν αντίστοιχη αξίωση εναντίον της, ανεξάρτητα εάν αυτοί έχουν επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της. Η τυχόν επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από τον ίδιο τον πράκτορα στους ασφαλισθέντες, δεν αποκλείει το έννομο συμφέρον αυτής να επιδιώξει την ικανοποίησή της σχετικής αξιώσεως από τον ασφαλιστικό πράκτορα, εντεύθεν και την ενεργητική της νομιμοποίηση προς άσκηση αγωγής, αλλά αποτελεί πραγματικό γεγονός που, εφ' όσον αποδειχθεί, οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής της εταιρείας κατά του πράκτορα ή στην απόρριψη της αγωγής των ασφαλισθέντων εναντίον της( ΑΠ 339/2015). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 50 παρ. 13 του ν. 1569/ 1985 και ορίζει ότι "από την ημερομηνία, που ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόμου το Επικουρικό Κεφάλαιο (Ε.Κ.) υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκινητικά οχήματα", σαφώς προκύπτει ότι το Ε.Κ. σε περίπτωση πτωχεύσεως, ανακλήσεως άδειας κ.λπ. της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, οφείλει να καταβάλει στο ζημιωθέν πρόσωπο, ό,τι όφειλε να καταβάλει σ` αυτό η πτωχεύσασα κ.λπ. ασφαλιστική επιχείρηση, μόνο από τη σύμβαση ασφαλίσεως και όχι από άλλο νόμιμο λόγο. Τούτο ευθύνεται μόνο για την, από το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 489/1976 έναντι του ζημιωθέντος προσώπου, ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία πηγάζει από την ασφαλιστική σύμβαση(ΑΠ 1682/2017). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ.1 εδ α` ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν ορθώς εφάρμοσε το Νόμο. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο και με τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του δευτέρου λόγου τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες ότι το Εφετείο, έσφαλε κατά την κρίση του, εφ' όσον: 1) εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του Κωδικοποιημένου με το Π.Δ. 237/1986 νόμου 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" ενόψει του ότι εφ' όσον έχει καταργηθεί με τη μεταγενέστερη διαφορετική ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 6 Ν.Δ. 400/1970. Ότι η τελευταία αυτή διάταξη, ως ίσχυε κατά τους κρίσιμους χρόνους (ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, και της συζητήσεως της αγωγής και της έφεσης) υπερισχύει αυτής του άρθρου 38 παρ. 3 του Κωδικοποιημένου με το Π.Δ. 237/1986 νόμου 489/1976 και, κατ' εφαρμογή της το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο, ως εκ του νόμου εκδοχέας, είναι ο φορέας της ένδικης αξιώσεως. Επιπλέον, ότι η αναιρεσιβαλλομένη έπρεπε να δεχθεί ότι εφαρμοστέα είναι και η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 50 παρ. 13 του ν. 1569/1985 και ίσχυε κατά τους κρίσιμους χρόνους της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της εταιρείας, 2) περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης και δη: α) ως προς στο ζήτημα της εισπράξεως των ασφαλίστρων και της υποχρεώσεως των αναιρεσειουσών για απόδοση στην αναιρεσίβλητη, β) δεν αιτιολογείται επαρκώς η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι η πρώτη των αναιρεσειουσών εισέπραξε τα ασφάλιστρα, δεν αναφέρεται πότε η ανωτέρω παρέλαβε τα ασφαλιστήρια και ποια ήταν η έναρξή τους, ώστε να προσδιορισθεί η δίμηνη προθεσμία προς επιστροφή των ασφαλιστηρίων προς ακύρωση, που δέχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί με την ένδικη σύμβαση, ώστε να λογίζονται εισπραχθέντα, ενώ δεν μνημονεύει ούτε πότε, ούτε πώς απέστειλε η αναιρεσίβλητη τα εκκαθαριστικά σημειώματα ανείσπρακτων ασφαλίστρων της περιόδου 02/10/2006 - 31/01/2007, ούτε αν και πότε τα παρέλαβε, γ) και, ως προς την υποχρέωσή προς απόδοση ποσού των 911,96 Ευρώ ως εισπραχθείσες προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, δεν αναφέρει ποιο ήταν το ποσό των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, ποιο το ποσοστό της προμήθειας και ποια ασφαλιστήρια αφορούν τα εν λόγω μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως, τα ακόλουθα: "...Την 13-4-2005 καταρτίστηκε στην …, μεταξύ της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη εφεσίβλητης και της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης εκκαλούσας της οποίας η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη εκκαλούσα τυγχάνει ομόρρυθμος εταίρος, η της αυτής ημεροχρονολογίας σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέθεσε στην πρώτη εναγομένη, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής (προμήθειας), να διαμεσολαβεί για την κατάρτιση και διαχείριση ασφαλιστικών συμβάσεων σε όλους τους κλάδους ασφάλισης, που αποτελούσαν το αντικείμενο δραστηριότητάς της στην Ελλάδα . Η προμήθεια της πρώτης εναγομένης ως αντάλλαγμα για τις παρεχόμενες στην ενάγουσα υπηρεσίες, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων, καθορίσθηκε με την άνω σύμβαση κατά κλάδο ασφάλισης. Ακολούθως, η ενάγουσα με τον όρο 10 της σύμβασης, ανέθεσε στην πρώτη εναγομένη την είσπραξη των ασφαλίστρων από τους ασφαλισμένους της, για λογαριασμό της. Με την σύμβαση ορίστηκε επίσης ότι τα εισπραττόμενα από την πρώτη εναγομένη ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ότι η τελευταία ευθύνεται ως θεματοφύλακας (όρος 12). Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση στην απόδοση των ασφαλίστρων πέραν του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο επισυναπτόμενο παράρτημα 2 της από 13-4-2005 σύμβασης, δηλαδή πέραν του πρώτου 20ημέρου του μήνα εκκαθάρισης, καθιστά την οφειλή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή (όρος 12). Περαιτέρω με τον όρο 10 ορίσθηκε ότι αν παρέλθουν τριάντα ημέρες από την ημερομηνία έναρξης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή άλλου ασφαλιστηρίου εγγράφου και αυτό παραμένει ανεξόφλητο, η πρώτη εναγομένη είναι υποχρεωμένη να το επιστρέφει στην ενάγουσα εταιρεία προς ακύρωση εντός δύο μηνών , συνοδευόμενο από τα σχετικά έγγραφα με επιστολή που θα βεβαιώνονται οι λόγοι της μη είσπραξης και ότι δεν έχει αναγγελθεί η ζημία, και ότι σε κάθε περίπτωση αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής των ασφαλιστηρίων εγγράφων από την εναγομένη και αυτά δεν εξοφληθούν ή δεν επιστραφούν στην Εταιρεία προς ακύρωση τα ασφάλιστρα αυτών λογίζονται εισπραχθέντα και η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να τα αποδώσει άμεσα, εφόσον δε κοινοποιηθεί όχληση για την απόδοση ασφαλίστρων, οι απαιτήσεις της Εταιρείας θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται από την ημέρα επιδόσεως ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. Σε περίπτωση όπου η ακύρωση ασφαλιστηρίων εγγράφων οφείλεται σε λόγους οι οποίοι συνδέονται με την εκ μέρους της πρώτης εναγομένης παραβίαση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση, η τελευταία χρεώνεται με κάθε πρόσθετη επιβάρυνση της ασφαλιστικής σύμβασης που ακυρώνεται (όρος 10). Επίσης σύμφωνα με τον όρο 13 της σύμβασης οι προμήθειες θα επιστρέφονται στην Εταιρεία σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο επιστρέφονται ασφάλιστρα στον ασφαλισμένο. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω σύμβαση λειτούργησε μέχρι την 31.1.2007, οπότε με την υπ' αριθμ. Κ 3 - 1230/5.2.2007 Απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας της ενάγουσας και τέθηκε έκτοτε υπό ασφαλιστική εκκαθάριση. Με την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της ενάγουσας και την θέση αυτής υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επήλθε και το οριστικό κλείσιμο του τηρούμενου χρεωπιστωτικού λογαριασμού, το οποίο από 2-10-2006 έως 31/1/2007 εμφάνισε χρεωστικό σε βάρος της εναγομένης υπόλοιπο ύψους 9.379,91 ευρώ, όπως το ποσό αυτό διαμορφώθηκε μετά την αφαίρεση των προμηθειών και των ποσών των ασφαλίστρων των ακυρωθέντων συμβολαίων όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα ανείσπρακτων ασφαλίστρων της επίμαχης περιόδου στα οποία αναφέρεται η ημερομηνία έκδοσης, έναρξης, λήξης, ο αριθμός των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ο κίνδυνος, τα ονόματα των ασφαλισμένων, τα ασφάλιστρα καθαρά ολικά , οι προμήθειες, ο φόρος και το προκύπτον σε βάρος πρώτης εναγομένης υπόλοιπο ποσού 9.379, 91 ευρώ. Το ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 9.379, 91 ευρώ αντιστοιχεί στα εισπραχθέντα από ασφάλιστρα για λογαριασμό της ενάγουσας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα μετά την αφαίρεση της συμφωνημένης προμήθειας, τα οποία ασφάλιστρα εισέπραξε κατά τα άνω από την παραγωγή ασφαλιστικών συμβάσεων και δεν τα απέδωσε στην ενάγουσα εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, όπως είχε υποχρέωση από την μεταξύ τους σύμβαση. Τα ως άνω εκκαθαριστικά σημειώματα ανείσπρακτων ασφαλίστρων της περιόδου 2-10-2006 έως 31-10-2007 από τα οποία προέκυπτε το υπόλοιπο απέστειλε η ενάγουσα στην εναγομένη, η οποία είχε δικαίωμα (όρος 12 της συμβάσεως) να διατυπώσει εγγράφως τις αντιρρήσεις της εντός προθεσμίας 20 ημερών από την παραλαβή, αν δε η προθεσμία αυτή παρήρχετο άπρακτη, το αναφερόμενο στο λογαριασμό υπόλοιπο θεωρείτο ότι έγινε ανεπιφύλακτα αποδεκτό καθώς και η ορθότητα των εγγραφών και η σχετική απαίτηση της ενάγουσας ότι ήταν εκκαθαρισμένη. Οι πιο πάνω εγγραφές αποτελούν πλήρη απόδειξη δεδομένου ότι η πρώτη εναγομένη δεν αμφισβητεί την κατάρτιση με την μεσολάβησή της των αναφερομένων σ' αυτά συμβολαίων ούτε άλλωστε διατύπωσε αντιρρήσεις , όπως είχε δικαίωμα κατά τους όρους της σύμβασης που προαναφέρθηκαν όταν της γνωστοποιήθηκαν τα σχετικά εκκαθαριστικά σημειώματα με τις χρεοπιστώσεις, που σημαίνει ότι αποδέχθηκε την ορθότητα των εγγραφών και του εκάστοτε προκύπτοντος υπολοίπου. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν οφείλει το ποσό αυτό διότι δεν εισέπραξε τα ασφάλιστρα από κανένα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων , που αναφέρονται στην αγωγή και ότι τρεις ημέρες πριν από την ανάκληση της άδειας στις 2-2-2007 επέστρεψε όλα τα ασφαλιστήρια, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αφού δεν προσκομίζονται οι σχετικές αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτουν ότι τα παραπάνω συμβόλαια επεστράφησαν προς ακύρωση εντός της παραπάνω νόμιμης προθεσμίας στην ενάγουσα ούτε αν παρελήφθησαν από το νομίμως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την παραλαβή τους ...Το ως άνω ποσό ύψους 9.379,91 ευρώ, οι εναγόμενες μολονότι εισέπραξαν από τους ασφαλισμένους, αρνήθηκαν να το αποδώσουν στην ενάγουσα, κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, χωρίς προηγουμένως να διατυπώσουν ουδεμία διαμαρτυρία ούτε να αμφισβητήσουν την ορθότητα των εγγραφών στα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας και ειδικότερα σχετικά με την καταχώρηση των εκ μέρους του καταβολών στην στήλη των πιστώσεων του λογαριασμού και το εκάστοτε υπόλοιπο. Περαιτέρω η ενάγουσα δικαιούται και το ποσό των 911,96 ευρώ για εισπραχθείσες προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, διότι εφόσον ανακλήθηκε η άδεια της ασφαλιστικής επιχείρησης της ενάγουσας η τελευταία ήταν υποχρεωμένη να ακυρώσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια , τα οποία είχε εκδώσει και να επιστρέψει στους ασφαλισμένους της τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα αυτών των ασφαλιστικών συμβολαίων αφαιρώντας από αυτά ποσοστό 25% είτε τα ασφάλιστρα αυτά έχουν εισπραχθεί από την ασφαλιστική εταιρεία είτε παρακρατούνται ακόμη από την πρώτη εναγομένη ασφαλιστική πράκτορα, η οποία άλλωστε δεν αποδεικνύει ότι συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της ενάγουσας από την ως άνω υποχρέωσή της και ειδικότερα παραίτηση των ασφαλισμένων της από την πιο πάνω αξίωσή τους για επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων ... και συνεπώς η πρώτη εναγομένη είχε υποχρέωση να επιστρέφει στην ενάγουσα τις προμήθειες επί των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων σύμφωνα με τον όρο 13 της σύμβασης...". Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 4686/2017 απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσία την από 5-1-2016 έφεση των αναιρεσειόντων.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο μονομελές πρωτοδικείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, καθ' όσον υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου των διατάξεων των άρθρων 3 § 6 του Ν.Δ. 400/1970, 38 § 3 του Π.Δ. 237/1986, 25 παρ. 4 ν. 489/1976, 10 παρ. 1 του ν. 489/1976. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει την επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από την αναιρεσείουσα, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά στην θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειουσών. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν στην επιχειρηματολογία της ιδίας και του Δικαστηρίου, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ελέγχονται αναιρετικώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, κατά τα δεύτερο και τρίτο τμήματα αυτού, λόγοι τής αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΟλΑΠ 14/2004). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 ΕμπΝ, 461,823, 824 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 47, 64-67 ΝΔ 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, προκύπτει ότι εννοιολογικό στοιχείο του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη σχετικής συμφωνίας, ενώ επιπλέον, για να συναφθεί σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ δύο προσώπων πρέπει, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που δίνουν οι συμβαλλόμενοι στη σχέση που τους συνδέει, να υπάρχει η δυνατότητα ώστε, από τις μεταξύ τους συναλλαγές, να δύνανται να προκύψουν απαιτήσεις και οφειλές και για τα δύο μέρη, κατά τρόπον ώστε να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό, ποιο από αυτά, κατά την τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών, θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου. Επομένως, δεν δύναται να υπάρχει μια τέτοια σύμβαση, όταν, από τη φύση της, ο ένας από τους συμβαλλομένους γίνεται, μόνο πιστωτής και ποτέ οφειλέτης του άλλου, ο άλλος δε, μόνο οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, δυνάμενος απλώς να εξοφλεί τμηματικώς το χρέος του, αντίστοιχη απαλλαγή από το οποίο επιφέρει κάθε μία τμηματική καταβολή (Βλ. ΑΠ Ολ 31/1997). Σε μια τέτοια περίπτωση, ο τυχόν τηρούμενος από τον ένα συμβαλλόμενο λογαριασμός, έχει τον χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού και όχι αλληλόχρεου, υπό την έννοια του Εμπορικού Νόμου, λογαριασμού.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προβάλλεται η από το άρθρο 560 αριθ. 5 αιτίαση, ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ειδικότερα δε ότι, ενώ με την αγωγή διώκεται η καταβολή των ασφάλιστρων που αναλογούν στα συγκεκριμένα ασφαλιστήρια, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν το προκύπτον υπόλοιπο από χρεωπιστωτικό λογαριασμό.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, και ιδίως του περιεχομένου της επικουρικής βάσεως αυτής, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σε αυτή τα ακόλουθα : "...Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα η εναγόμενη μεσολάβησε στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό της ενάγουσας με τρίτους ασφαλισμένους και προέβη στην είσπραξη των αντίστοιχων ασφαλίστρων. Πλην, όμως από τη συνεργασία της πρώτης αντιδίκου με το υπό εκκαθάριση νομικό πρόσωπο από την 02-10-2006 έως τις 31-1-2007 δημιουργήθηκε χρεωστικό υπόλοιπο της πρώτης αντιδίκου προς την ενάγουσα, όπως τούτο προκύπτει από την κατάσταση ανείσπρακτων ασφαλίστρων της ιδίας χρονικής περιόδου. Προκειμένου να αποτελέσουν ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος της παρούσας αγωγής παρατίθενται αυτούσια οι καταστάσεις ανείσπρακτων ασφαλίστρων της χρονικής περιόδου από την 02-10-2006 έως τις 31-1-2007 όπου αναγράφονται οι αριθμοί των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και των πρόσθετων πράξεων, οι ημερομηνίες έκδοσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και των πρόσθετων πράξεων, οι χρόνοι έναρξης και λήξης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και πρόσθετων πράξεων, οι κλάδοι ασφάλισης, τα ονοματεπώνυμα των ασφαλισμένων - πελατών, τα ποσά των τυχόν αναλογούντων φόρων και τα ποσά των μικτών και καθαρών ασφαλίστρων των τυχόν ακυρωθέντων συμβολαίων σημειωμένα με το πρόσημο πλην (-).Η κατάσταση ανείσπρακτων ασφαλίστρων έχει ως εξής:...Με την υπ' αριθμόν Κ3-1230/5-2-2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας της εταιρείας με την επωνυμία "..." οπότε και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση. Η εκκαθαριζομένη εταιρεία έπαψε πλέον να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες και να καλύπτει κινδύνους από 5-2-2007... Τα ασφάλιστρα για τον κλάδο αστικής ευθύνης έναντι τρίτων από την κυκλοφορία οχημάτων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από τις 5-3-2007 μέχρι τον αναγραφόμενο στα ασφαλιστήρια συμβόλαια χρόνο λήξης και για τους λοιπούς κλάδους τα ασφάλιστρα του χρονικού διαστήματος από τις 5-2-2007 μέχρι τη λήξη των ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι μη δεδουλευμένα. Στο σημείο αυτό προκειμένου να αποτελέσουν ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος της παρούσας αγωγής παρατίθενται αυτούσια οι καταστάσεις που περιέχουν τους αριθμούς ασφαλιστήριων συμβολαίων και ανανεωτηρίων, τους καλυπτόμενους κινδύνους, το χρόνο έκδοσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, την έναρξη και λήξη ισχύος των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, τους αριθμούς κυκλοφορίας των αυτοκινήτων που καλύπτονταν ασφαλιστικά, τα ονοματεπώνυμα των ασφαλισμένων, τα καθαρά και μικτά ασφάλιστρα, τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα και τις επιστρεπτέες από τον ασφαλιστικό σύμβουλο προμήθειες κλπ. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα ποσοστά των προμηθειών (αμοιβών) της πρώτης αντιδίκου ανά κλάδο αναφέρονται παραπάνω. Αυτές οι καταστάσεις έχουν ως εξής:...
Συνεπώς η οφειλή της πρώτης εναγόμενης έναντι της ενάγουσας από εισπραχθείσες προμήθειες επί των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων διαμορφώθηκε στο ποσό των 911,96 ευρώ ενώ η συνολική οφειλή της από μη αποδοθέντα ασφάλιστρα και από προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων ανέρχεται σε (9.379,91+ 911,96=) 10.291,87 ευρώ..." Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τα ως άνω , κατά την έρευνα του πρώτου λόγου, αναφερόμενα.
Συνεπώς, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο τηρούμενος από την αναιρεσείουσα-ενάγουσα λογαριασμός είχε τον χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού και όχι αλληλόχρεου, υπό την έννοια του Εμπορικού Νόμου, λογαριασμού, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, ως και ότι η προσβαλλομένη έκρινε ότι το ποσό των 9.379, 91 ευρώ - το οποίο εμφανιζόταν ως χρεωστικό υπόλοιπο τηρούμενου λογαριασμού, φέροντος τον ως άνω χαρακτήρα - αντιστοιχεί στα εισπραχθέντα για λογαριασμό της ενάγουσας ασφάλιστρα, τα οποία η εναγομένη εισέπραξε από την παραγωγή ασφαλιστικών συμβάσεων και δεν τα απέδωσε, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείουσας υποστηρίζουν τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος.
Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2 και 4 του Ν 1596/1985, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 11 του Ν 2170/1993, διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν και οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι οποίοι είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες αυτών καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτορειακή σύμβαση), αντίγραφο της οποίας υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στο Υπουργείο Εμπορίου. Με βάση το άρθρο 21 του ίδιου νόμου, εκδόθηκε το ΠΔ 298/1986 (δικαιώματα και υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων και κώδικας δεοντολογίας για την άσκηση του επαγγέλματος αυτών), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται: Ασφαλιστικός πράκτορας είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο να αναλαμβάνει με σύμβαση, έναντι προμηθείας, ασφαλιστικές εργασίες σε ορισμένη περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, παρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ως αντιπρόσωπος ασφαλιστικές συμβάσεις. Σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου παρέχει στον ασφαλισμένο την απαραίτητη συνδρομή για την εκτέλεση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Επίσης, στο άρθρο 3 του ιδίου ως άνω ΠΔ ορίζεται ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων, τα ασφάλιστρα δε που εισπράττει θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ίδιος ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Στο πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε διμήνου ο πράκτορας αποδίδει προς την ασφαλιστική επιχείρηση αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα. Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί κατά το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ασφαλιστικής επιχειρήσεως θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 822 ΑΚ, σύμβαση παρακαταθήκης είναι η σύμβαση εκείνη, δυνάμει της οποίας ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για φύλαξη, με την υποχρέωση να το αποδώσει αυτούσιο, όταν του ζητηθεί. Η εν λόγω σύμβαση συνάπτεται ατύπως για κατ` είδος ορισμένα κινητά πράγματα ως και αντικαταστατά πράγματα, ενώ, συνήθως, το καθήκον φυλάξεως, που αποτελεί και τη βασική συμβατική υποχρέωση του θεματοφύλακα, επεκτείνεται και στο περιεχόμενο του κινητού πράγματος. Για την εγκυρότητα της συμβάσεως παρακαταθήκης δεν απαιτείται η ύπαρξη κυριότητας του παρακαταθέτη επί του διδόμενου για παρακαταθήκη πράγματος (ΑΠ 173/2010). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 1 ΑΚ, σε πενταετή παραγραφή υπάγονται και οι αξιώσεις των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν. Από τη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως καθίσταται σαφές ότι η περιγραφή των συγκεκριμένων απαιτήσεων, που κοινό παρονομαστή έχουν την αξίωση από καταβολή τιμήματος ή αμοιβής, αντιστοίχως, για την επαγγελματική δραστηριότητα των ως άνω επαγγελματιών και την απόδοση των δαπανών τους στα πλαίσια εξασκήσεώς της, έχει σαφώς περιοριστικό χαρακτήρα, άλλου δε είδους και μορφής απαιτήσεις των εν λόγω επαγγελματιών υπόκεινται στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2496/1997, "Αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν".
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως του αριθμού 1 του άρθρου 560, και ειδικότερα ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 του π.δ. 298/1986, των άρθρων 822 επ. ΑΚ και του 249 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς και αυτές του άρθρου 250 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, με συνέπεια να δεχθεί ότι η ένδικη αξίωση δεν έχει παραγραφεί, ενώ αυτή έχει υποπέσει σε παραγραφή, κατ' άρθρο 250 ΑΚ και 10 του ν. 2496/1997. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον , συμφώνως προς τα εκτεθέντα, κατά την έρευνα των λοιπών ως άνω λόγων αναιρέσεως, η ένδικη αξίωση δεν υπάγεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες απαιτήσεις του άρθρου 250 ΑΚ, που υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, αλλά στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, ενώ το άρθρο 10 του ν. 2496/1997 εφαρμόζεται επί αξιώσεων του ασφαλισμένου που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, εφ' όσον τείνει στην ανατροπή κατάστασεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι εναγόμενες - νυν αναιρεσείουσες, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, πρότειναν παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος, την οποία επανέφεραν και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με λόγο εφέσεως. Για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής ισχυρίσθηκαν, ειδικότερα ότι η παράλειψη ασκήσεως της αγωγής επί έξι έτη μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είχαν, πράγματι, εισπράξει τα αιτούμενα ποσά ασφαλίστρων τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι η αντίδικος τους δεν θα επιδιώξει την αξίωσή της. Με τέτοιο, όμως, περιεχόμενο η ανωτέρω ένσταση ήταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μη νόμιμη, καθ' όσον, τα ως άνω επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του ένδικου δικαιώματος (προς καταβολή εισπραχθέντων ασφαλίστρων) προφανώς αντίθετη στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη δεν παραβίασε ευθέως, με την εσφαλμένη μη εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ' αντίθετα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) ενώ δεν τίθεται ζήτημα επιβολής δικαστικής δαπάνης, εφ' όσον η αναιρεσίβλητη απολείπεται και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-10-2017 αίτηση των :1) της εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." και 2) της Ι. Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4686/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή