Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 170 / 2023    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 170/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Ν. του Χ., κατοίκου ... και 2) Ε. Ν. του Χ., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μύρτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) B. N. G. και 2) G. N. του W., κατοίκων …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάρκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2013 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση 1082/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, επί της οποίας ασκήθηκε η από 11-3-2014 ανακοπή ερημοδικίας. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2116/2015, 2027/2016 μη οριστικές, 5485/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2496/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο πρώτος αναιρεσείων και οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως απαράδεκτο δε νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό, που κηρύσσεται, συνεπεία παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ. Α.Π. 12/2000, Ολ.Α.Π. 1331/1985, 1185/2021, 22/2022). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 905 παρ. 1-4 και 323 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, υπό τον όρο "απόφαση" αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, ενόψει του ότι ο χαρακτηρισμός αυτός θα κριθεί με βάση το δίκαιο της πολιτείας στην οποία ανήκει το όργανο που την εξέδωσε, πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε κρίση οργάνου της αλλοδαπής πολιτείας, το οποίο, κατά το δίκαιό της και έχοντας τη σχετική δικαιοδοσία, είναι επιφορτισμένο με την επίλυση ιδιωτικών διαφορών κατά προδιαγεγραμμένη, έστω και συνοπτική, διαδικασία, είναι δε αδιάφορος ο τύπος, τον οποίο περιβάλλεται η άνω δικαιοδοτική κρίση ή ο χαρακτηρισμός της από το δίκαιο της αλλοδαπής πολιτείας ως απόφασης, διάταξης, πράξης, κρίσης κ.λπ. Ως προς την εγκυρότητα της απόφασης, ο ημεδαπός δικαστής ερευνά αν η προσκομιζόμενη απόφαση φέρει τα εξωτερικά στοιχεία της ύπαρξης αυτής, ως δικαστικής απόφασης, δηλ. φέρεται ότι εκδόθηκε από τα όργανα της Πολιτείας, τα οποία είχαν τέτοια δικαιοδοσία και αντιστοιχεί, κατά το περιεχόμενό της, σε πράξη των ελληνικών Δικαστηρίων, όπως είναι η αναφερόμενη στο άρθρο 300 KΠολΔ, εάν φέρει τις υπογραφές των οργάνων αυτών της αλλοδαπής Πολιτείας κλπ. Είναι φανερό ότι όλα αυτά ο Δικαστής τα κρίνει βάσει του αλλοδαπού δικαίου, το οποίο ισχύει στον τόπο έκδοσης της απόφασης. Αντιθέτως, ο ημεδαπός Δικαστής δεν δύναται να εξετάσει και ενδεχόμενα να λάβει υπόψη του ελλείψεις, οι οποίες καθιστούν άκυρη την απόφαση και είναι αδιάφορο για την υπόστασή της αν φέρει ή όχι την από τους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες καθοριζόμενη μορφή, έστω και αν οι τελευταίοι αφορούν στην εσωτερική δημόσια τάξη και έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, εφόσον κατά το αλλοδαπό δίκαιο η ακυρότητα αυτή δύναται να προταθεί μόνο με την άσκηση ενδίκου μέσου ή με την έγερση αγωγής και να απαγγελθεί με δικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα παρακάτω περιστατικά: "Η 1η εναγόμενη και ήδη 1η εφεσίβλητη (Β. N.), που γεννήθηκε στις 24.03.1968, έχει αυστριακή υπηκοότητα και κατοικεί μονίμως στο ... Αυστρίας, άσκησε κατά του Γ. Ν., γεννηθέντος στις 23.05.1947, Έλληνα υπηκόου, μονίμου κατοίκου ... Ελλάδας, ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς (ΒEZIRKSGERICHT GRAZ-OST), την από 09-11-2012 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί (διαπιστωθεί) ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν πατέρας της. Επί της αίτησης αυτής, το άνω Δικαστήριο εξέδωσε, στις 27.04.2015, τη με αριθμό 227 FΑΜ 18/14i-85 απόφασή του, με την οποία, αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση της μητέρας της αιτούσας (ήδη 2ης εφεσίβλητης) ότι είχε μια σεξουαλική επαφή με τον καθ' ου κατά το κρίσιμο πριν από τη γέννηση του παιδιού χρονικό διάστημα (ανάμεσα στην 300η και την 180η ημέρα πριν από τη γέννηση του τέκνου / άρθρο 148§2 αυστριακού ΑΚ), καθώς και τη μη προσέλευση του καθ' ου για λήψη δείγματος DΝΑ, διαπίστωσε (αναγνώρισε), ότι πατέρας της αιτούσας (Β. N.) ήταν ο καθ' ου η αίτηση (Γ. Ν.). Ο τελευταίος άσκησε, πριν από την έκδοση της άνω απόφασης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της ως άνω αιτούσας Β. N. και της μητέρας της G. N., την από 09-04-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9307/2013 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν θυγατέρα του και δεν είχε καμία απολύτως συγγένεια με αυτόν. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην των εναγομένων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, η με αριθμό 1082/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της άνω, 1082/2014 απόφασης, οι εναγόμενες άσκησαν τη με αριθμό κατάθεσης 5950/17-03-2014 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 2116/12-02-2015 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας, εξαφανίσθηκε η άνω 1082/2014 απόφαση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της με αριθμό κατάθεσης 9307/2013 αγωγής και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου η ορισθείσα πραγματογνώμονας να γνωμοδοτήσει - αφού προηγουμένως γίνουν αιματολογικές εξετάσεις, με την ενδεδειγμένη ιατρική μέθοδο και ειδικότερα εκείνη του υβριδισμού DΝΑ ή κατά την προσφορότερη, ασφαλέστερη και πλέον αξιόπιστη κατά την κρίση της ιατρού-πραγματογνώμονα, επιστημονική μέθοδο - αν η πρώτη εναγόμενη, είναι ή όχι φυσικό τέκνο του ενάγοντος. Μετά τη συζήτηση της άνω ανακοπής και πριν από τη δημοσίευση (στις 12-02-2015) της εν λόγω 2116/2015 απόφασης, ο αρχικός ενάγων απεβίωσε, στις 16-01-2015, χωρίς διαθήκη. Μετά το θάνατο αυτού, τα ανίψια του α) Ν. Ν. του Χ. και β) Ε. Ν. του Χ., άσκησαν, κατά των εναγομένων (B. N. και G. N.), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11705/29-05-2015 κλήση "για επανάληψη συζήτησης και προσδιορισμό δικασίμου", που επέδωσαν στην μεν α' των καθ' ων η κλήση (Β. N. ) στις 02-06-2015 στη δε β' των καθ' ων η κλήση (G. N.) στις 31-07-2015. Με την κλήση αυτή γνωστοποίησαν στις καθ' ων α) ότι είχε αποβιώσει, στις 16-01-2015, ο θείος τους Γ. Ν. (αρχικός ενάγων), β) ότι αυτοί ήταν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος θείου τους, ως τέκνα του προαποβιώσαντος Χ. Ν. (αδελφού του θανόντος), σε ολόκληρη την περιουσία του κληρονομουμένου, την οποία δεν αποποιήθηκαν και εντεύθεν ότι είχαν έννομο συμφέρον να προβούν σε δήλωση εκούσιας επανάληψης της δίκης που είχε διανοιχθεί με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9307/2013 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος θείου τους, κατά το άρθρο 290 ΚΠολΔ, μετά από την παρέλευση της προθεσμίας προς αποποίηση του άρθρου 1850 εδ. β' ΑΚ. Και ζήτησαν, με την εν λόγω κλήση τους, να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της με αριθ. 5950/2014 ανακοπής των αντιδίκων και της υπ' αρ. 307/2013 αγωγής του κληρονομούμενου, Γ. Ν., σε βάρος των καθ' ων και να ορισθεί νέα δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής.... Να ανακληθεί η εν μέρει μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου με αριθμό 2116/2015 και να αναδικασθεί η διαφορά που εισήχθη με την υπ' αριθμ. 9307/2013 αγωγή του δικαιοπαρόχου τους. Να γίνει δεκτή η με αριθμό 9307/2013 αγωγή στο σύνολό της και να απορριφθεί η με αριθμό 5950/2013 ανακοπή ερημοδικίας των αντιδίκων τους. Βάσει των ανωτέρω, η ως άνω δίκη διακόπηκε για τον αποβιώσαντα αρχικό ενάγοντα και επαναλήφθηκε εκουσίως από τους φερόμενους ως κληρονόμους του - καθολικούς διαδόχους του, σύμφωνα με τα άρθρα 286 περίπτ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ. Οι ανωτέρω φερόμενοι ως κληρονόμοι παραστάθηκαν έκτοτε σε όλες τις δίκες που διανοίχθηκαν, συνεπεία της προαναφερόμενης με αριθμό κατάθεσης 9307/2013 αγωγής του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους, όπως παραστάθηκαν και κατά τη συζήτηση στις 02-12-2016, μετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη 5485/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την ίδια ιδιότητα των κληρονόμων του Γ. Ν. συνέχισαν και τις δίκες που είχαν διανοιχθεί στην Αυστρία, με την από 09-11-2012 αίτηση της Β. N., επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά, στις 27-04-2015 (δηλαδή μετά το θάνατο του Γ. Ν. στις 16-01-2015), η με αριθμό 227 ΡΑΜ 18/14Ϊ-85 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς Αυστρίας, που διαπίστωσε (αναγνώρισε) ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν πατέρας της αιτούσας Β. N.. Κατά της άνω απόφασης οι κληρονόμοι του Γ. Ν. (Ν. Ν. του Χ. και Ε. Ν. του Χ.) άσκησαν έφεση στο Πρωτοδικείο Πολιτικών Υποθέσεων Γκρας (LANDESGERICHT FUR ZIVILRECHTSSACHEN GRAZ), το οποίο απέρριψε την έφεση, με τη με αριθμό 2R 177/15m από 23-06-2015 απόφασή του. Στην απόφαση αυτή, που δεν φέρει τον τύπο και τη δομή των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων, φέρεται ως αντίδικος ο Δρ. Γ. Ν. που πέθανε στις 16.01.2015 και ότι τον εκπροσωπούν στη δίκη αυτή οι κληρονόμοι του (που είχαν ασκήσει την έφεση), χωρίς όμως να αναφέρονται τα στοιχεία αυτών (με όνομα και επώνυμο) στην απόφαση, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τη δικηγόρο Δρ. Κριστιάνε Λόιντ, κάτοικο Γκρατς. Κατά της άνω απόφασης (2R 177/15m από 23-06-2015), οι κληρονόμοι του Γ. Ν. (Ν. Ν. του Χ. και Ε. Ν. του Χ.) άσκησαν αίτηση αναίρεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση των αποφάσεων των προηγούμενων βαθμών δικαιοδοσίας. Το εν λόγω ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση αναίρεσης, ακύρωσε τις ως άνω αποφάσεις των προηγούμενων βαθμών και ανέπεμψε την υπόθεση "για νέα απόφαση κατόπιν συμπληρωματικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο", με τη με αριθμό 7 Οd 142/15f-2 από 16-05-2015 απόφασή του. Στην απόφαση αυτή, που επίσης δεν φέρει τον τύπο και τη δομή των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων, αναφέρεται (στο προεισαγωγικό μέρος) ως αντίδικος ο Δρ. Γ. Ν. που πέθανε στις 16.01.2015 και ότι τον εκπροσωπούν στη δίκη αυτή οι κληρονόμοι του (που είχαν ασκήσει την αναίρεση), χωρίς όμως να αναφέρονται τα στοιχεία αυτών (όνομα και επώνυμο), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τη δικηγόρο Δρ. Κριστιάνε Λόιντ, κάτοικο Γκρατς. Και οι τρεις προαναφερόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Μετά από την επανεξέταση της υπόθεσης αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή το Περιφερειακό Δικαστήριο Ανατολικού Γκρατς (BEZIRKSGERICHT GRAZ-OST), το τελευταίο εξέδωσε, στις 18.12.2015, τη με αριθμό 227 FΑΜ 18/14i-103 απόφασή του, με την οποία αναγνώρισε "ότι ο Δρ. Γ. Ν., γεννηθείς την 23.05.1947 και αποβιώσας την 16.01.2015, ήταν ο πατέρας της απούσας Μ. Ν., γεννηθείσας την 24.03.1968 στο ...". Στην απόφαση αυτή, που δεν φέρει τον τύπο και τη δομή των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων, φέρονται ως αντίδικοι της αιτούσας Μ. Ν. οι κληρονόμοι του Δρ. Γ. Ν., που γεννήθηκε την 23.05.1947 και απεβίωσε την 16.01.2015, χωρίς όμως να αναφέρονται τα στοιχεία των κληρονόμων (με όνομα και επώνυμο) στην απόφαση, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη αυτή από τη δικηγόρο Δρ. Κριστιάνε Λόιντ, κάτοικο Γκρατς. Κατά της άνω απόφασης οι κληρονόμοι του Γ. Ν. (Ν. Ν. του Χ. και Ε. Ν. του Χ.) άσκησαν έφεση στο Πρωτοδικείο Πολιτικών Υποθέσεων Γκρας (LANDESGERICHT FUR ZIVILRECHTSSACHEN GRAZ), το οποίο απέρριψε την έφεση, με τη με αριθμό 2R 17/16h από 28-01- 2016 απόφασή του. Στην απόφαση αυτή, που δεν φέρει τον τύπο και τη δομή των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων, φέρονται ως αντίδικοι της αιτούσας Μ. Ν. οι κληρονόμοι του Δρ. Γ. Ν., που γεννήθηκε την 23.05.1947 και απεβίωσε την 16.01.2015, χωρίς όμως να αναφέρονται τα στοιχεία αυτών (κληρονόμων με όνομα και επώνυμο) στην απόφαση, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη αυτή από τη δικηγόρο Δρ. Κριστιάνε Λόιντ, κάτοικο Γκρατς. Κατά της άνω απόφασης (2R 17/16h/28-01-2016), οι κληρονόμοι του Γ. Ν. (Ν. Ν. του Χ. και Ε. Ν. του Χ.) άσκησαν (έκτακτη) αίτηση αναίρεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας, το οποίο απέρριψε την αναίρεση, με την 7 Οd 40/16g από 06-04-2016 απόφασή του. Και στην απόφαση αυτή φέρονται ως αντίδικοι της Μ. Ν. οι κληρονόμοι του Δρ. Γ. Ν., που απεβίωσε την 16η Ιανουάριου 2015, χωρίς όμως να αναφέρονται τα στοιχεία των κληρονόμων (όνομα, επώνυμο) στην απόφαση, οι οποίοι δεν προκύπτει (από τα προεισαγωγικά της απόφασης) αν εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από δικηγόρο. Οι ανωτέρω τρεις αποφάσεις, ήτοι α) η 227 FΑΜ 18/14i 103/18.12.2015 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς, β) η 2R 17/16h/ 28.01.2016 απόφαση του Πρωτοδικείου Πολιτικών Υποθέσεων Γκρατς και γ) η 7 Οd 40/16g/06.04.2016 απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Αυστρίας, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατέστησαν στην Αυστρία τελεσίδικες και εκτελεστές στις 26.04.2016 (βλ. βεβαίωση περί τούτου με σχετική σφραγίδα στο μπροστινό μέρος των άνω αποφάσεων). Από όσα εκτενώς προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται, όσον αφορά τις αμέσως ανωτέρω 3 αλλοδαπές αποφάσεις, ότι, μετά το θάνατο του Γ. Ν. (αρχικού διαδίκου), οι αποφάσεις αυτές δεν εκδόθηκαν κατά ανύπαρκτου προσώπου (του άνω θανόντος), αλλά χωρίς καμία αμφιβολία εκδόθηκαν με διαδίκους, στη θέση του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου, τους φερόμενους ως κληρονόμους αυτού (καθολικούς διαδόχους του), ήτοι τον Ν. Ν. του Χ. και την Ε. Ν. του Χ., έστω και αν δεν κατονομάζονται οι τελευταίοι με τα ονοματεπώνυμά τους στις εν λόγω αποφάσεις, προφανώς διότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ρητώς από την αυστριακή πολιτική δικονομία, αλλιώς είναι ακατανόητο η έλλειψη αυτή να διέλαθε της προσοχής και των 3 ως άνω δικαστηρίων, διαφορετικών βαθμών δικαιοδοσίας. Η κρίση αυτή ενισχύεται α) από το γεγονός ότι οι άνω κληρονόμοι ήταν που εκπροσωπήθηκαν στις δύο πρώτες δίκες με την προαναφερθείσα δικηγόρο τους Κριστιάνε Λόιντ και β) από το γεγονός ότι αυτοί ήταν που άσκησαν τα δύο ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης, χωρίς μάλιστα να παραπονεθούν ούτε με την έφεσή τους για έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, όχι εναντίον τους ως διαδίκων, αλλά κατά του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου-θανόντος θείου τους, ούτε με την αναίρεσή τους για έκδοση της δευτεροβάθμιας απόφασης, όχι εναντίον τους ως διαδίκων, αλλά κατά του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου. Ενόψει των ανωτέρω, οι άνω αποφάσεις, που λήφθηκαν υπόψη ως τελεσίδικες και εκτελεστές με την εκκαλουμένη απόφαση, κρίνονται, σε συνδυασμό και με όσα εκτέθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη, ισχυρές και στην Ελλάδα και όχι ανίσχυρες, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή οι ένδικες αλλοδαπές αποφάσεις, ήτοι α) η 227 FΑΜ 18/14i 103/18.12.2015 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς, β) η 2R 17/16h/ 28.01.2016 απόφαση του Πρωτοδικείου Πολιτικών Υποθέσεων Γκρατς και γ) η 7 Οd 40/16g/06.04.2016 απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Αυστρίας, είναι ισχυρές και έγκυρες, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, αυτές φέρουν τα εξωτερικά στοιχεία της ύπαρξής τους ως δικαστικών αποφάσεων και έχουν καταστεί στην Αυστρία εκτελεστές, χωρίς να εξετάσει και να λάβει υπόψη του την έλλειψη αναφοράς των στοιχείων των αναιρεσειόντων, αναφερομένων στο εισαγωγικό μέρος αυτών απλώς ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Γ. Ν., δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει ακυρότητα των εν λόγω αποφάσεων, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, είναι αδιάφορο για την υπόστασή τους αν φέρουν ή όχι την από τους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες καθοριζόμενη μορφή, έστω και αν οι τελευταίοι αφορούν στην εσωτερική δημόσια τάξη και έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, δεδομένου ότι κατά το αλλοδαπό αυστριακό δίκαιο η ακυρότητα αυτή δύναται να προταθεί μόνο με την άσκηση ενδίκου μέσου ή με την έγερση σχετικής αγωγής και την έκδοση απόφασης από τα αυστριακά δικαστήρια. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔικ υποστηρίζεται ότι το Εφετείο έπρεπε, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου της έφεσης, να κηρύξει άκυρες τι πιο πάνω αποφάσεις, λόγω των επικαλουμένων ελλείψεων, ως προς τα στοιχεία των παραστάντων στις αντίστοιχες δίκες ενώπιον των αλλοδαπών δικαστηρίων αναιρεσειόντων, με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Γ. Ν., είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 614 παρ. 1.- Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 615 έως 622, στην οποία εφαρμόζονται και τα άρθρα 598, 600, 601, 603 και 606, δικάζονται οι διαφορές που αφορούν: α) την προσβολή της πατρότητας, β) την προσβολή της μητρότητας, γ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα, δ) την αναγνώριση της πατρότητας τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ε)..., στ)...., ζ).... Άρθρο 618.-Αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν α) την προσβολή της πατρότητας, β) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα, γ) την αναγνώριση της πατρότητας τέκνου γεννημένου χωρίς γάμου των γονέων του, δ)..., ε)..., στ)..., αποτελούν δεδικασμένο υπέρ και εναντίον όλων, εφόσον δεν υπόκεινται ούτε σε αναίρεση και αναψηλάφηση. Το δεδικασμένο δεν ισχύει για τον τρίτο που δεν έλαβε μέρος στη δίκη και που επικαλείται για τον εαυτό του σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα. Άρθρο 622.- 1. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 614 παρ. 1, αν ο πατέρας ή η μητέρα ή το τέκνο είναι Έλληνες και αν ακόμη δεν έχουν ούτε είχαν κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα. 2. Αν δεν υπάρχει κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για να εκδικάσει τις διαφορές που αναφέρονται στην παρ. 1, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του κράτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ΑΚ, οι σχέσεις πατέρα και τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειάς τους, 2. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους και 3. από το δίκαιο της ιθαγένειας του πατέρα. Η διάταξη του άρθρου 20 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1329/1983, που είναι παρόμοια με εκείνες των άρθρων 18 του ΑΚ (που ρυθμίζει τις σχέσεις γονέων και τέκνου) και 19 του ΑΚ (που ρυθμίζει τις σχέσεις μητέρας και τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του), επιβάλει ως ένα από τα συνδετικά στοιχεία την τελευταία κοινή ιθαγένεια πατέρα και τέκνου, εισάγει δε μία κλίμακα διαδοχικών (επικουρικών) συνδετικών στοιχείων (όχι διαζευκτική), με την υποχρέωση της ιεραρχικής παράθεσης αυτών. Η παράθεση αυτή είναι αναγκαστική και δεν μπορεί να παρακαμφθεί με αντίθετη συμφωνία των μερών. Το Δικαστήριο υποχρεούται να προστρέξει στο πρώτο παρατιθέμενο, συνδετικό στοιχείο και μετά τη διαπίστωση της μη συνδρομής του στο επόμενο κ.ο.κ. Επομένως το δίκαιο της ιθαγένειας του πατέρα λαμβάνεται υπόψη, μόνον αν λείπει η τελευταία κοινή ιθαγένεια και η τελευταία κοινή συνήθης διαμονή πατέρα και τέκνου. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση κατά την οποία η αναγνώριση του εκτός γάμου γεννηθέντος τέκνου έχει συντελεσθεί στην αλλοδαπή, για να κριθεί το έγκυρο αυτής έναντι της ελληνικής έννομης τάξης, θα πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 20 του ΑΚ (ΑΠ 160/1972). Επίσης, κατά το άρθρο 1479 εδ. α και β ΑΚ, το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας, το δικαίωμα δε αυτό αποσβήνεται, κατά το άρθρο 1483 παρ. 1, ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του. Κατά το άρθρο 1480 εδ. β' ΑΚ, η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα, που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση ή κατά των κληρονόμων του, ενώ κατά το άρθρο 1481 ΑΚ "Η πατρότητα τεκμαίρεται αν αποδειχθεί ότι αυτός για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι ο πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης. Το τεκμήριο δεν ισχύει αν η αγωγή ασκείται από το τέκνο μετά την ενηλικίωσή του και ο πατέρας πέθανε πριν από το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στον πρώτο βαθμό". Τέλος, με το Ν. 1702/1987 κυρώθηκε από την Ελλάδα, με ισχύ κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπέρτερη κάθε άλλης αντίθετης διάταξης, η ευρωπαϊκή σύμβαση για "το νομικό καθεστώς των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων του", που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 15-10-1975. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της εν λόγω Σύμβασης, η οποία έθεσε ομοιόμορφους κανόνες δικαίου για τον περιορισμό των διαφοροποιήσεων που υφίστανται μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών αναφορικά με το νομικό καθεστώς των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο, ορίσθηκε αντιστοίχως ότι α) Η συγγένεια με τη μητέρα κάθε τέκνου που γεννιέται χωρίς γάμο των γονέων του βασίζεται μόνο στο γεγονός της γέννησης του τέκνου, β) Η συγγένεια με τον πατέρα κάθε τέκνου που γεννιέται χωρίς γάμο των γονέων του μπορεί να πιστοποιηθεί ή να ιδρυθεί με εκούσια αναγνώριση ή με δικαστική απόφαση. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται 1) ότι επί διαφορών που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων του άρθρου 614 του Κ.Πολ.Δ, μεταξύ των οποίων είναι και οι διαφορές που αφορούν την προσβολή πατρότητας, θεσπίζεται, με το άρθρο 622 ΚΠολΔ, συντρέχουσα διεθνής δικαιοδοσία στηριζομένη και στην ιθαγένεια και 2) με τη διάταξη αυτή δεν σκοπήθηκε ο αποκλεισμός της δικαιοδοσίας των αλλοδαπών δικαστηρίων και, συνεπώς, η σχετική αγωγή του, εκτός γάμου των γονέων του γεννηθέντος, τέκνου, σε βάρος του πατέρα του, στην περίπτωση μη ύπαρξης κοινής μετά του πατρός του ιθαγένειας, μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του τυχόν αρμοδίου αλλοδαπού δικαστηρίου, με βάση την ιθαγένεια που απέκτησε από την μητέρα του με την γέννησή του, δοθέντος ότι κοινή μετά του πατρός του ιθαγένεια μπορεί να αποκτήσει το τέκνο αυτό μόνο αφού αναγνωριστεί νόμιμα από αυτόν ως δικό του τέκνο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 905 παρ. 1-4 του ΚΠολΔ, για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, απαιτείται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε διεθνείς συμβάσεις, να κηρυχθεί εκτελεστή η απόφαση αυτή, με απόφαση του αρμόδιου στην Ελλάδα μονομελούς πρωτοδικείου, αν συντρέχουν οι όροι, που ορίζονται στο άρθρο 323 αριθμ. 2 έως 5 του αυτού Κώδικα. Κατά τους όρους αυτούς, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, εφόσον: 1) αποτελεί δεδικασμένο, σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε, 2) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, 3) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε (σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, 4) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, και 5) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να έχει νομική ενέργεια απέναντι των αρμόδιων οργάνων της Ελληνικής Πολιτείας απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, δεν είναι αναγκαίο να τηρηθεί η διαδικασία κηρύξεως αυτής εκτελεστής, για την αναγνώριση του δεδικασμένου της, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, από το αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 1330/1988). Αν δε σε άλλη δίκη ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου προβάλλεται το δεδικασμένο από την απόφαση του αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, το αρμόδιο για τη δίκη αυτή ημεδαπό δικαστήριο, μπορεί να ερευνήσει και παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των όρων αναγνωρίσεως του δεδικασμένου της αποφάσεως αυτής στην Ελλάδα (ΑΠ 711/2020, 1255/2006, 1314/1994, 1330/1988). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των ως άνω άρθρων 905 παρ. 4 και 323 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν οι διεθνείς συμβάσεις, για την αναγνώριση δεδικασμένου από αλλοδαπή απόφαση που αφορά την προσωπική κατάσταση, απαιτείται, εκτός άλλων, όπως η υπόθεση θα υπαγόταν κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, όταν τα ελληνικά δικαστήρια, υπεισερχόμενα υποθετικά στη θέση του ξένου δικαστηρίου, θα είχαν δικαιοδοσία για να δικάσουν την υπόθεση σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου (ΑΠ 670/2013). Επίσης, για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, απαιτείται, εκτός των άλλων, και η απόφαση αυτή να μην είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η αλλοδαπή απόφαση. Η ύπαρξη αντίθετης απόφασης ημεδαπού δικαστηρίου αποτελεί δικονομικό λόγο που εμποδίζει την ανάπτυξη δεδικασμένου της αλλοδαπής απόφασης. Η εκκρεμής όμως αγωγή ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου δεν συνιστά εμπόδιο για την αναγνώριση αλλοδαπού δεδικασμένου. Εξάλλου, ως αρνητική προϋπόθεση απαιτείται η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου να μην είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την ελληνική δημόσια τάξη. Η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη, υπό τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 33 ΑΚ έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξης, κρίνεται όχι από την εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων διαφορετικών από τις διατάξεις του ημεδαπού ουσιαστικού δικαίου, έστω και αν οι τελευταίες αφορούν στην εσωτερική δημόσια τάξη και αποτελούν κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά από το αν και κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η λύση που έδωσε η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην ελληνική επικράτεια έννομες συνέπειες που προσκρούουν σε θεμελιώδεις αρχές που κρατούν στην Ελλάδα σε ορισμένο χρόνο και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες κοινώς παραδεδειγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις στον Ελλαδικό χώρο και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα (Ολ ΑΠ 17/2008, 6/1990, ΑΠ 108/2001). Μόνο δε το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση, που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από την απόφαση ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη (Ολ.ΑΠ 17/1999, ΑΠ 662/2020, 2154/2013). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 του KΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη". Με την εν λόγω διάταξη διασφαλίζεται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 321 επόμ. περί δεδικασμένου, το οποίο μπορεί να αφορά κύριο ή προδικαστικό ζήτημα και να δεσμεύει κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά όριά του τους διαδίκους (ΑΠ 711/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήκουν και η Ελλάδα από την 1° Ιανουάριου 1981 και η Αυστρία από την 1η Ιανουάριου 1995. Με τον 2201/2003 Κανονισμό του Συμβουλίου της Ε.Ε. "περί της διεθνούς δικαιοδοσίας αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας", επέρχεται μεταξύ των κρατών, που συνέπραξαν στην αποδοχή του, αυτεπάγγελτη υποκατάσταση του εσωτερικού τους δικαίου από τις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού, όσον αφορά τις άνω διαφορές (γαμικές και γονικής μέριμνας). Ο Κανονισμός αυτός ρητώς δεν εφαρμόζεται "στην αναγνώριση και προσβολή της πατρότητας", σύμφωνα με το Κεφάλαιο I άρθρο 1§3α του Κανονισμού αυτού. Μεταξύ της Ελλάδας και της Αυστρίας δεν υφίσταται διμερής σύμβαση ή πολυμερής σύμβαση που να προσχώρησαν δια της έγκρισής τους οι δύο αυτές χώρες, που να ρυθμίζει το νομικό καθεστώς αναγνώρισης ως εκτελεστής μιας δικαστικής απόφασης, που εκδόθηκε σε οποιαδήποτε από τις χώρες αυτές. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις §§ 21 - 23 του Αυστριακού Νόμου Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου (IPRG) of 15.6.1978 (Αυστριακή εφημερίδα της κυβερνήσεως Νο. 304/1978), η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας κατά το αυστριακό δίκαιο διέπεται από δίκαιο που διέπει την προσωπική κατάσταση του τέκνου κατά το χρόνο της γέννησης του. Ως τέτοιο ορίζεται, κατά την §9 του ιδίου αυστριακού νόμου (ΙPRG), το δίκαιο της ιθαγένειας του τέκνου. Εξάλλου, με την §148 του Αυστριακού Αστικού Κώδικα, με τον υπότιτλο: Δικαστική διαπίστωση πατρότητας, ορίζονται τα ακόλουθα: (1) Το Δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει ως πατέρα εκείνον τον άντρα του οποίου το παιδί είναι τέκνο .Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί από το παιδί κατά του άντρα ή από τον άντρα κατά του παιδιού. (2) Μετά από αίτηση του παιδιού μπορεί να διαπιστωθεί ως πατέρας εκείνος που είχε επαφή με τη μητέρα εντός όχι περισσότερων από 300 και όχι λιγότερων από 180 ημερών πριν από τη γέννηση ή με το σπέρμα του οποίου πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο αυτή τεχνητή γονιμοποίηση της μητέρας, εκτός αν αυτός αποδείξει πως δεν είναι ο πατέρας του παιδιού. Μια τέτοια διαπίστωση δεν είναι πλέον δυνατή όταν περάσουν δύο έτη μετά το θάνατο του άντρα, εκτός αν το παιδί αποδεικνύει πως δεν του είναι δυνατή η απόδειξη σύμφωνα με την παρ. 1 για λόγους που οφείλονται στον άντρα". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι τα αυστριακά δικαστήρια έχουν τη διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν για υπόθεση που αφορά αναγνώριση πατρότητας τέκνου, που φέρει αυστριακή ιθαγένεια, με πατέρα που δεν έχει την ίδια με το τέκνο ιθαγένεια. Συντρέχουσα (και όχι αποκλειστική) διεθνή δικαιοδοσία έχουν και τα ημεδαπά δικαστήρια για τις σχέσεις πατέρα και τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του (ΑΚ 1479-1483)... Η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη (Β. N.), αυστριακής ιθαγένειας, άσκησε κατά του Γ. Ν. , ελληνικής ιθαγένειας, μονίμου κατοίκου ... Ελλάδας, ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς (BEZIRKSGERCHT GRAZ-OST), την από 09-11-2012 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί (διαπιστωθεί) ότι καθ' ου η αίτηση είναι πατέρας της. Επί της αίτησης αυτής, το άνω Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 227 FΑΜ 18/14i-103 από 18.12.2015 απόφασή του (κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία αναγνώρισε "ότι ο Δρ. Γ. Ν., γεννηθείς την 23.05.1947 και αποβιώσας την 16.01.2015, ήταν ο πατέρας της αιτούσας Μ. Ν., γεννηθείσας την 24.03.1968 στο ...". Κατά της απόφασης αυτής οι ήδη εκκαλούντες άσκησαν έφεση, ως καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) του Γ. Ν., που ήδη είχε αποβιώσει την 16.01.2015, ενώπιον του Πρωτοδικείου Πολιτικών Υποθέσεων Γκρας, το οποίο (δικάζοντας ως Εφετείο) απέρριψε την έφεση, με τη με αριθμό 2R 17/16h-108 από 28-01-2016 απόφασή του (διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας). Κατά της απόφασης αυτής οι ήδη εκκαλούντες άσκησαν (έκτακτη) αίτηση αναίρεσης, ως καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) του Γ. Ν., που ήδη είχε αποβιώσει την 16.01.2015, ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αυστρίας, το οποίο απέρριψε την αναίρεση, με την 7 Οd 40/16g από 06-04-2016 απόφασή του (διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας). Οι ανωτέρω τρεις αποφάσεις κατέστησαν στην Αυστρία τελεσίδικες και εκτελεστές στις 26.06.2016 (βλ. βεβαίωση περί τούτου με σχετική σφραγίδα στο μπροστινό μέρος των άνω αποφάσεων). Κατά συνέπεια των ανωτέρω, η εν λόγω με αριθμό 227 FΑΜ 18/14i-103 από 18-12-2015 απόφαση (εκούσιας δικαιοδοσίας) του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς, με την οποία αναγνωρίστηκε "ότι ο Δρ. Γ. Ν., γεννηθείς την 23.05.1947 και αποβιώσας την 16.01.2015, ήταν ο πατέρας της αιτούσας Μ. Ν., γεννηθείσας την 24.03.1968 στο ...", κατέστη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία αμετάκλητη.... Η απόφαση αυτή (εκούσιας δικαιοδοσίας) του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς, όπως και οι άλλες δύο προαναφερόμενες αποφάσεις (του ως Εφετείου δικάσαντος Πρωτοδικείου Πολιτικών Υποθέσεων Γκρας και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστρίας), έχει στην ημεδαπή, χωρίς άλλη διαδικασία, την ισχύ που αναγνώρισε σε αυτή το δίκαιο του κράτους (Αυστρίας) του άνω δικαστηρίου που την εξέδωσε, δηλαδή την ισχύ του δεδικασμένου, σύμφωνα με το άρθρο 780 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, συντρέχουν προς τούτο οι οικείες προϋποθέσεις, διότι α) εφαρμόστηκε από το άνω αυστριακό δικαστήριο ως προς την ουσία της διαφοράς, το ουσιαστικό δίκαιο της χώρας, που κατά το ελληνικό διεθνές ιδιωτικό δίκαιο έπρεπε να εφαρμοστεί, β) εκδόθηκε από δικαστήριο που είχε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην άνω μείζονα σκέψη, διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση περί αναγνώρισης της πατρότητας της γεννηθείσας εκτός γάμου Μ. Ν. (με αυστριακή ιθαγένεια... Από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην προκειμένη υπόθεση και εκτίθενται εκτενώς στα δύο προηγούμενα κεφάλαια της παρούσας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν είναι αντίθετη προς τα ημεδαπά χρηστά ήθη ή προς την ημεδαπή δημόσια τάξη η με αριθμό 227 FΑΜ 18/14i-103 από 18-12-2015 απόφαση (εκούσιας δικαιοδοσίας) του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς (Αυστρίας), με την οποία αναγνωρίστηκε "ότι ο Δρ. Γ. Ν., γεννηθείς την 23.05.1947 και αποβιώσας την 16.01.2015, ήταν ο πατέρας της αιτούσας Μ. Ν., γεννηθείσας την 24.03.1968 στο ...", η οποία (απόφαση) κατέστη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία αμετάκλητη, καθόσον το ασκηθέν κατ' αυτής ένδικο μέσο της έφεσης απορρίφθηκε με τη με αριθμό 2R 17/16h από 28-01-2016 απόφαση (διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας) του Πρωτοδικείου Πολιτικών Υποθέσεων Γκρας (που δίκασε ως Εφετείο) και στη συνέχεια το ασκηθέν κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ένδικο μέσο της αναίρεσης απορρίφθηκε με τη με αριθμό 7 Οd 40/16g από 06-04-2016 απόφαση (διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας) του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστρίας. Άλλωστε, από τα ως άνω τρία αυστριακά δικαστήρια (των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και του Ακυρωτικού) εφαρμόστηκαν, όσον αφορά την πατρότητα της ήδη πρώτης εναγομένης, γεννηθείσας εκτός γάμου, οι προαναφερθείσες... διατάξεις του αυστριακού αστικού κώδικα, ήτοι οι διατάξεις της §148 του Αυστριακού Αστικού Κώδικα, με τις οποίες προβλέπεται ότι μετά από αίτηση του τέκνου μπορεί να διαπιστωθεί ως πατέρας εκείνος που είχε επαφή με τη μητέρα εντός όχι περισσότερων από 300 και όχι λιγότερων από 180 ημερών πριν από τη γέννηση, οι οποίες (διατάξεις) συμπορεύονται, στο θέμα αυτό, και προς την ελληνική νομοθεσία (άρθρο 1468 ΑΚ). Το γεγονός ότι κατά το αυστριακό δίκαιο προβλέπεται η άσκηση του δικαιώματος του τέκνου να αναγνωριστεί η πατρότητά του σε κάθε περίπτωση εντός αποσβεστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών μετά το θάνατο του πατέρα (§148 του Αυστριακού Α.Κ.), ενώ κατά την ελληνική νομοθεσία προβλέπεται άλλη αποσβεστική προθεσμία, ήτοι ένα έτος μετά την ενηλικίωση του τέκνου, κατά το άρθρο 1483 παρ. 1 εδ. β' του ΑΚ, δεν καθιστά την κατά το αυστριακό δίκαιο εκδοθείσα ως άνω αλλοδαπή απόφαση αναγνώρισης πατρότητας αντίθετη στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, αφού,... αν στην αλλοδαπή χώρα κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει και ότι η απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη. Με βάση τα παραπάνω, κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι η με αριθμό 227 FΑΜ 18/14i-103 από 18-12-2015 απόφαση (εκούσιας δικαιοδοσίας) του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς (Αυστρίας), με την οποία αναγνωρίστηκε αμετακλήτως "ότι ο Δρ. Γ. Ν., γεννηθείς την 23.05.1947 και αποβιώσας την 16.01.2015, ήταν ο πατέρας της αιτούσας Μ. Ν., γεννηθείσας την 24.03.1968 στο ...", παράγει δεδικασμένο και ισχύει και στην Ελλάδα, διότι δεν είναι αντίθετη με τους κρατούντες στην Ελλάδα θεμελιώδεις κανόνες και αρχές, κατά το χρόνο έκδοσης της άνω απόφασης, αλλά και κατά το χρόνο που οι ήδη εκκαλούντες προσέβαλαν την απόφαση αυτή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη ισχύουσα..., που απηχούν (οι κανόνες και αρχές) τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και τις εν γένει αντιλήψεις, που διέπουν το βιοτικό ρυθμό των πολιτών της Ελλάδας, οι οποίες συνιστούν και την έκφραση της (υπό την προεκτεθείσα έννοια) δημόσιας τάξης, ώστε συγχωρείται η αναγνώριση του δεδικασμένου αυτής, ή της ισχύος αυτής στην Ελλάδα, καθόσον η εν λόγω απόφαση κρίνεται ότι δεν θα έχει ως συνέπεια τη διαταραχή, ολική ή μερική, της ελληνικής έννομης τάξης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αντικαθιστώντας τις εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλουμένης, απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αρχικού ενάγοντος Γ. Ν. του Ν., με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγομένη-πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ήταν θυγατέρα του. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι: α) το αλλοδαπό Δικαστήριο, ήτοι το Περιφερειακό Δικαστήριο Ανατολικού Γρατς (Αυστρίας), το οποίο εξέδωσε την προαναφερόμενη 227 FAM 18/14i-103 από 18-12-2015 απόφαση, ενόψει της αυστριακής ιθαγένειας της πρώτης αναιρεσίβλητης, που απέκτησε με την γέννησή της από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη μητέρα της, είχε (συντρέχουσα με το ημεδαπό δικαστήριο) διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την ενώπιόν του ασκηθείσα αγωγή αυτών κατά του θείου των αναιρεσειόντων Γ. Ν., β) το ως άνω αλλοδαπό δικαστήριο εφάρμοσε, ως προς την ουσία της διαφοράς, το ουσιαστικό αυστριακό δίκαιο, που κατά το ελληνικό διεθνές ιδιωτικό δίκαιο έπρεπε να εφαρμοστεί, γ) η αλλοδαπή αυτή απόφαση δεν αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη από μόνο το γεγονός ότι κατά το αυστριακό δίκαιο προβλέπεται η άσκηση του δικαιώματος του τέκνου να αναγνωριστεί η πατρότητά του σε κάθε περίπτωση εντός αποσβεστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών μετά το θάνατο του πατέρα, ενώ κατά την ελληνική νομοθεσία προβλέπεται άλλη αποσβεστική προθεσμία, δηλαδή ενός έτους μετά την ενηλικίωση του τέκνου (άρθρο 1483 παρ. 1 ΑΚ), και δ) ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης δεδικασμένου από την ως άνω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321 επόμ., και ειδικότερα, αυτές των άρθρων 323 αρ. 2- 5 και 905 παρ. 1-4 του ΚΠολΔ, καθώς και του άρθρου 622 ΚΠολΔ, εξετάζοντας παρεμπιπτόντως τον προβληθέν από τις αναιρεσίβλητες δεδικασμένο από την προαναφερόμενη αλλοδαπή απόφαση, χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνώριση αυτού από το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, το γεγονός δε ότι ήταν εκκρεμής, κατά την έκδοσή της, η ένδικη αγωγή του αρχικού ενάγοντος ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου δεν συνιστούσε εμπόδιο για την αναγνώριση του εκ της ως άνω αποφάσεως του αυστριακού δικαστηρίου αλλοδαπού δεδικασμένου. Επίσης, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της προϋποθέσεις.
Συνεπώς, ο από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της κατά παράβαση του νόμου παραδοχής της ύπαρξης δεδικασμένου, λόγω της αντίθεσης αυτής στην ελληνική δημόσια τάξη, της έλλειψης δικαιοδοσίας του αλλοδαπού δικαστηρίου και μη τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 905 παρ. 4 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 11/1996). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός (πράγμα) είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως μη δυνατή η άσκηση ουσιώδους επίδρασης στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 12/2004, Ολ. ΑΠ 2/89, 1533/2018, 992/2014, 291/10). Επίσης, ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, 747/2019, 118/2017). Περαιτέρω ο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά τα ήδη προεκτεθέντα (ΑΠ 567/2009, 1586/2008). Επομένως, ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του λόγου της έφεσής τους, με τον οποίο προέβαλαν τον ισχυρισμό περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του αλλοδαπού δικαστηρίου, ο οποίος ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως από τις προεκτεθείσες παραδοχές του προκύπτει, έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε, διαλαμβάνοντας παραδοχές αντίθετες με τον προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος." Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 123/2017). Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, 114/2016, 1658/2017, 761/2020, 881/2019). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη (Β. Ν.), που γεννήθηκε στις 24.03.1968, έχει αυστριακή ιθαγένεια και κατοικεί μονίμως στο ... Αυστρίας, άσκησε κατά του Γ. Ν., γεννηθέντος την 23.05.1947 και έχοντος ελληνική ιθαγένεια, μονίμου κατοίκου ... Ελλάδας, ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς (BERZIRKSGERICHT GRAZ-OST), την από 09-11- 2012 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί (διαπιστωθεί) ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι πατέρας της. Επί της αίτησης αυτής, το άνω Δικαστήριο εξέδωσε, στις 27.04.2015, τη με αριθμό 227 FΑΜ 18/14i-85 απόφασή του, με την οποία, αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση της μητέρας της απούσας (ήδη 2ης εφεσίβλητης) ότι είχε μια σεξουαλική επαφή με τον καθ' ου κατά το κρίσιμο πριν από τη γέννηση του παιδιού χρονικό διάστημα (ανάμεσα στην 300η και την 180η ημέρα πριν από τη γέννηση του τέκνου / άρθρο 148§2 αυστριακού ΑΚ), καθώς και τη μη προσέλευση του καθ' ου, παρότι είχε κλητευθεί, για να εκθέσει τα απόψεις του και την αδικαιολόγητη μη προσέλευση αυτού για λήψη δείγματος DΝΑ, διαπίστωσε (αναγνώρισε), ότι πατέρας της αιτούσας (Β. Ν.) ήταν ο καθ' ου η αίτηση (Γ. Ν.). Ο τελευταίος άσκησε, πριν από την έκδοση της άνω απόφασης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της ως άνω αιτούσας Β. Ν. και της μητέρας της G. Ν., την από 09-04-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9307/2013 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν θυγατέρα του και δεν είχε καμία απολύτως συγγένεια μαζί του. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, ερήμην των εναγομένων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, η με αριθμό 1082/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή. Κατά της άνω 1082/2014 απόφασης, οι εναγόμενες άσκησαν τη με αριθμό κατάθεσης 5950/17-03-2014 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 2116/12-02-2015 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας, εξαφανίσθηκε η άνω 1082/2014 απόφαση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της εν λόγω με αριθμό κατάθεσης 9307/2013 αγωγής και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου η ορισθείσα πραγματογνώμονας να γνωμοδοτήσει - αφού προηγουμένως γίνουν αιματολογικές εξετάσεις, με την ενδεδειγμένη ιατρική μέθοδο και ειδικότερα εκείνη του υβριδισμού DΝΑ ή κατά την προσφορότερη, ασφαλέστερη και πλέον αξιόπιστη κατά την κρίση της ιατρού- πραγματογνώμονα, επιστημονική μέθοδο - αν η πρώτη εναγόμενη, είναι ή όχι φυσικό τέκνο του ενάγοντος. Μετά τη συζήτηση της άνω ανακοπής και πριν από τη δημοσίευση (στις 12-02-2015) της εν λόγω 2116/2015 απόφασης, ο ενάγων απεβίωσε στις 16-01-2015, χωρίς διαθήκη. Μετά το θάνατο αυτού, οι ήδη εκκαλούντες άσκησαν, κατά των εναγόμενων (Β. Ν. και G. Ν.), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11705/29-05-2015 κλήση για επανάληψη συζήτησης και προσδιορισμό δικασίμου, με την οποία γνωστοποίησαν στις καθ' ων α) ότι είχε αποβιώσει, στις 16-01-2015, ο θείος τους Γ. Ν. (αρχικός ενάγων), β) ότι αυτοί ήταν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος θείου τους, ως τέκνα του προαποβιώσαντος Χ. Ν. (αδελφού του θανόντος), σε ολόκληρη την περιουσία αυτού, την οποία δεν αποποιήθηκαν και εντεύθεν, ότι είχαν έννομο συμφέρον να προβούν σε δήλωση εκούσιας επανάληψης της δίκης που είχε διανοιχθεί με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9307/2013 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος θείου τους, κατά το άρθρο 290 ΚΠολΔ, μετά από την παρέλευση της προθεσμίας προς αποποίηση του άρθρου 1850 εδ. β' ΑΚ. Και ζήτησαν, με την εν λόγω κλήση τους, την επανάληψη της συζήτησης της με αριθ. 5950/2014 ανακοπής των αντιδίκων τους και της υπ' αρ. 9307/2013 αγωγής του κληρονομούμενου Γ. Ν. σε βάρος των καθ' ων η κλήση και να γίνει δεκτή η με αριθμό 9307/2013 αγωγή στο σύνολό της και να απορριφθεί η με αριθμό 5950/2014 ανακοπή ερημοδικίας των αντιδίκων τους. Βάσει των ανωτέρω, η ως άνω δίκη διακόπηκε για τον αποβιώσαντα αρχικό ενάγοντα και επαναλήφθηκε εκουσίως από τους φερόμενους ως κληρονόμους του - καθολικούς διαδόχους του, σύμφωνα με τα άρθρα 286 περίπτ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ. Οι ανωτέρω φερόμενοι ως κληρονόμοι παραστάθηκαν έκτοτε σε όλες τις δίκες που διανοίχθηκαν συνεπεία της προαναφερόμενης με αριθμό κατάθεσης 9307/2013 αγωγής του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους, όπως παραστάθηκαν και κατά τη συζήτηση της 02-12-2016, μετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη 5485/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του δικαιοπαρόχου τους. Με την ίδια ιδιότητα των κληρονόμων του Γ. Ν. συνέχισαν και τις δίκες που είχαν διανοιχθεί στην Αυστρία, με την από 09- 11-2012 αίτηση της Β. Ν., επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά, στις 27- 04-2015 (δηλαδή μετά το θάνατο του Γ. Ν. στις 16-01- 2015), η με αριθμό 227 FΑΜ 18/14i-85 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς Αυστρίας, που διαπίστωσε (αναγνώρισε) ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν πατέρας της αιτούσας Β. Ν.. Κατά της άνω απόφασης οι ήδη εκκαλούντες (ως κληρονόμοι του Γ. Ν.) άσκησαν έφεση στο Πρωτοδικείο Πολιτικών Υποθέσεων Γκρας, το οποίο απέρριψε την έφεση, με τη με αριθμό 2R 177/15m από 23-06-2015 απόφασή του. Κατά της άνω απόφασης (2R 177/15m από 23-06-2015), οι ήδη εκκαλούντες άσκησαν (ως κληρονόμοι του θανόντος Γ. Ν.) αίτηση αναίρεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας, το οποίο δέχθηκε αυτήν (αίτηση αναίρεσης) και ακύρωσε τις ως άνω αποφάσεις των προηγούμενων βαθμών και ανέπεμψε την υπόθεση "για νέα απόφαση κατόπιν συμπληρωματικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο", με τη με αριθμό 7 Οd 142/15f από 16-05-2015 απόφασή του. Μετά από την επανεξέταση της υπόθεσης αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή το Περιφερειακό Δικαστήριο Ανατολικού Γκρατς, εκδόθηκε, στις 18.12.2015, η με αριθμό 227 FΑΜ 18/14i-103 απόφασή του, με την οποία αναγνωρίστηκε "ότι ο Δρ. Γ. Ν., γεννηθείς την 23.05.1947 και αποβιώσας την 16.01.2015, ήταν ο πατέρας της απούσας Μ. Ν., γεννηθείσας την 24.03.1968 στο ...". Κατά της άνω απόφασης οι ήδη εκκαλούντες άσκησαν (ως κληρονόμοι του Γ. Ν.) έφεση στο Πρωτοδικείο Πολιτικών Υποθέσεων Γκρας, το οποίο απέρριψε την έφεση, με τη με αριθμό 2R 17/16h από 28-01-2016 απόφασή του. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης (2R 17/16h/28-01-2016), οι ήδη εκκαλούντες άσκησαν, ως κληρονόμοι του Γ. Ν., (έκτακτη) αίτηση αναίρεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας, το οποίο απέρριψε την αναίρεση, με την 7 Οd 40/16g από 06-04-2016 απόφασή του. Οι ανωτέρω τρεις αποφάσεις κατέστησαν στην Αυστρία τελεσίδικες και εκτελεστές στις 26.04.2016. Ο άνω Γ. Ν., που ήταν άγαμος και οι γονείς του και ο αδελφός του είχαν αποβιώσει πριν απ' αυτόν, απεβίωσε από γενικευμένη καρκινωμάτωση των πνευμόνων του στις 16.01.2015. Πριν αποβιώσει, η εξετασθείσα πρωτοδίκως ως μάρτυρας Φ. Κ. (Συμβολαιογράφος …), που ήταν γνωστή του πριν από δεκαετίες και ο αποβιώσας της είχε εμπιστευτεί, πριν από το θάνατό του, τα προσωπικά του θέματα, γνώριζε την περιουσιακή του κατάσταση και είχε συντάξει και δύο συμβόλαια αγοράς, εκ μέρους του θανόντος, δύο διαμερισμάτων στη … (ενός γωνιακού διαμερίσματος εμβαδού 55 τ.μ. του 1ου ορόφου της κείμενης στη διασταύρωση των οδών ... και ... οικοδομής και ενός γωνιακού διαμερίσματος εμβαδού 97 τ.μ. του 5ου ορόφου της κείμενης στη διασταύρωση των οδών ... και ... οικοδομής). Η ίδια, τον επισκέφθηκε στην κλινική που νοσηλευόταν και του πρότεινε, ενόψει ότι δεν είχε τέκνα, να κάνει διαθήκη, γιατί είχε την εκκρεμότητα με την κόρη του στην Αυστρία, όπως εκείνη ισχυριζόταν, αλλά αυτός δεν προχώρησε στη σύνταξη διαθήκης, παρότι γνώριζε ως ιατρός ότι έπασχε από καρκίνο των πνευμόνων του και κινδύνευε η ζωή του. Σε σχετική ερώτηση, η ως άνω μάρτυρας απάντησε ότι είχε δει στην κλινική μόνο τον Ν. Ν. (1° εκκαλούντα), από τα ανίψια του. Επίσης, η ανωτέρω μάρτυρας απάντησε, σε σχετικές ερωτήσεις, ότι ο αποβιώσας ήταν φοιτητής στην Αυστρία για ένα χρονικό διάστημα και ότι πίστευε πως δεν είχε κόρη στην Αυστρία. Παρά ταύτα, όμως, δεν παραστάθηκε στις 02.09.2013, παρότι είχε κλητευθεί νομίμως προς τούτο, στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Ανατολικού Γκρατς, για να αντικρούσει με την κατάθεσή του τους ισχυρισμούς των εναγόμενων ότι η πρώτη είναι θυγατέρα του και ότι η δεύτερη, μητέρα της, όπως κατέθεσε ενώπιον του άνω δικαστηρίου, είχε σαρκική επαφή μαζί του κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύλληψης της πρώτης, και ιδία να υποβληθεί σε τεστ DΝΑ. Αντίθετα, η αιτούσα (πρώτη εφεσίβλητη) προσκόμισε στο άνω δικαστήριο μια ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη (τεχνική έκθεση), από την οποία προέκυπτε ότι ο ήδη θανών ήταν πατέρας της, κατά ποσοστό 99,99%. Για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αυτής χρησιμοποιήθηκε ένα αποτσίγαρο του ήδη θανόντος, που φέρεται να αφαίρεσε κρυφά από το σταχτοδοχείο του ένας Έλληνας ιδιωτικός ερευνητής, ονόματι Ζ. από το …, που τον είχε επισκεφθεί στο ιατρείο του, κατά τον Οκτώβριο του 2012, και τον πληροφόρησε ότι είχε μία εκτός γάμου θυγατέρα στην Αυστρία, που περίμενε να την αναγνωρίσει ως τέκνο του. Με βάση την άνω κατάθεση της ήδη 2ης εφεσίβλητης, σε συνδυασμό και με την ως άνω ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, το Περιφερειακό Δικαστήριο του Ανατολικού Γκρατς αναγνώρισε "ότι ο Δρ. Γ. Ν., γεννηθείς την 23.05.1947 και αποβιώσας την 16.01.2015, ήταν ο πατέρας της αιτούσας Μ. Ν., γεννηθείσας την 24.03.1968 στο ...". Η δεύτερη εφεσίβλητη είχε καταθέσει σε άλλη δίκη ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε σαρκική επαφή και με έναν άλλον Έλληνα φοιτητή, τον ήδη ιατρό Λ. Π., αλλά ο τελευταίος υποβλήθηκε σε τεστ DΝΑ, που έδειξε ότι δεν ήταν πατέρας της αιτούσας-πρώτης εφεσίβλητης, οπότε η τελευταία παραιτήθηκε της σχετικής κατ' αυτού αίτησης για αναγνώριση πατρότητας, και τότε η δεύτερη εφεσίβλητη - μητέρα της απούσας ανέσυρε από τη μνήμη της το περιστατικό της σαρκικής επαφής της, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης της κόρης της, και με τον Γ. Ν.. Η 1η εναγόμενη προβληματιζόταν για πάρα πολλά χρόνια για το ποιός ήταν ο βιολογικός της πατέρας και πίεζε τη μητέρα της να θυμηθεί με ποιούς είχε σαρκική επαφή κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύλληψής της, οπότε η τελευταία μπόρεσε να θυμηθεί ότι είχε σαρκική επαφή και με τον Γ. Ν.. Αφού έμαθε ότι είχε προθεσμία, κατά τον Αυστριακό Κώδικα, να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητάς της, επιδίωξε και πέτυχε την έκδοση της προαναφερόμενης ήδη αμετάκλητης υπ' αριθμ. 227 FΑΜ 18/14i 103/18.12.2015 απόφασης του πρωτοβάθμιου Περιφερειακού Δικαστηρίου Ανατολικού Γκρατς, που κατέστη στην Αυστρία τελεσίδικη και εκτελεστή στις 26.04.2016, σύμφωνα με την αυστριακή νομοθεσία. Δεν επιδίωξε να αναγνωρίσει την πατρότητα της στα ελληνικά Δικαστήρια, που είχαν και αυτά συντρέχουσα διεθνή δικαιοδοσία να προβούν στην αναγνώριση της πατρότητά της, γιατί το δικαίωμά της αυτό είχε υποπέσει, κατά την ελληνική νομοθεσία, στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 1483 παρ.1 εδ. β' ΑΚ, ήτοι, ένα έτος από την ενηλικίωσή της, και αυτή είχε ενηλικιωθεί προ πολλών ετών, ως γεννηθείσα την 24.03.1968. Η προθεσμία αυτή απόσβεσης, κατά το ελληνικό δίκαιο, του εν λόγω δικαιώματος, δεν συνεπάγεται, από μόνη της, ότι το ως άνω ασκηθέν δικαίωμά της στην Αυστρία υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επιπλέον, τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, το καθένα χωριστά αλλά και όλα μαζί, δεν οδηγούν στην εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ. Η ως άνω, προηγηθείσα της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος της, συμπεριφορά της πρώτης εφεσίβλητης και τα ενδιάμεσα ως άνω γεγονότα που μεσολάβησαν, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στον ήδη αποβιώσαντα αρχικό ενάγοντα πατέρα της (όπως κρίθηκε αμετάκλητα με την προαναφερθείσα αλλοδαπή απόφαση), ούτε δημιούργησαν σ' αυτόν, και μάλιστα ευλόγως, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, την πεποίθηση ότι η πρώτη εφεσίβλητη και αναγνωρισθείσα κατά τα ανωτέρω ως εκτός γάμου θυγατέρα του δεν επρόκειτο να ασκήσει το ως άνω δικαίωμά της (για αναγνώριση της πατρότητας). Το γεγονός ότι η πρώτη εφεσίβλητη αδράνησε για μακρύ χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ' αυτό της απόσβεσης του οικείου δικαιώματος της κατά το αυστριακό δίκαιο, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μετέπειτα άσκηση του ως άνω δικαιώματος της. Παρεπόμενα των ανωτέρω, αφού δηλαδή το ασκηθέν ως άνω δικαίωμα της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης κρίνεται ότι δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, η ισχύς στην Ελλάδα της εν λόγω απόφασης δεν προσκρούει και στη δημόσια τάξη, καθόσον οι συνέπειες που αυτή (αλλοδαπή απόφαση) αναπτύσσει στην ελληνική επικράτεια με τη δύναμη του δεδικασμένου ή της ισχύος αυτής στην Ελλάδα, δεν προσκρούει ευθέως στις αξίες και τους κανόνες της ηθικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτειακής τάξης, που θεμελιώνουν τον κρατούντα στην Ελλάδα βιοτικό ρυθμό. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει η ως άνω ένσταση να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 2 το Συντάγματος, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως τόσο στον αρχικώς ενάγοντα όσο και στους αναιρεσείοντες, την πεποίθηση ότι αυτή δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της περί αναγνωρίσεως της πατρότητός της και δεν καθιστούν για τους αναιρεσείοντες αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, την άσκηση του δικαιώματος της ανωτέρω αναιρεσίβλητης να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητος του θείου τους Γ. Ν., με συνέπεια να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της προβληθείσας από τους αναιρεσείοντες σχετικής ένστασης. Εξάλλου, ως προς το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού, καθόσον, δεν εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή δεν διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές. Επομένως, ο τέταρτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε, ευθέως άλλως εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 191 παρ. 2, 183, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2019 αίτηση των Ν. Ν. του Χ. και Ε. Ν. του Χ., για αναίρεση της με αριθμό 2496/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή