Αριθμός 2/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Π., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1386/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2984/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23-12-2021 και με αριθ. κατ. 10167/1262/23-12- 2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ, 2984/24-6-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 9-12-2019 και με αριθ. κατ. 108062/8529/9-12-2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 1386/28-6-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της ασκηθείσας ενώπιον του από 8-7-2016 και με αριθ. κατ. 39546/1242/8-7-2016 αγωγής.
Με την εν λόγω αγωγή ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", ήδη εναγομένη, στην οποία απασχολήθηκε έως τις 30-6-2010, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, καθόν χρόνο αυτός ασκούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού. Ότι, αν και με τη σύμβαση εργασίας είχε συμφωνηθεί ότι, σε αντάλλαγμα για την εργασία του έως τις 31-3 κάθε έτους, η εναγομένη θα του κατέβαλλε, μέσω της μισθοδοσίας, ένα μικτό ετήσιο χρηματικό ποσό (bonus), η τελευταία αποφάσισε να μην του καταβάλει τούτο για το έτος 2009, αν και το κατέβαλε σε όλους τους συναδέλφους του, πλην του Γ. Κ.. Ότι η απόφαση αυτή της εναγομένης είναι παράνομη, λόγω παράβασης της σύμβασης, άλλως και επικουρικά λόγω παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Ζήτησε δε, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 35.246 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1-4-2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 1386/2019 απόφαση απέρριψε την αγωγή: α) κατά την επικουρική βάση της ως αόριστη και β) κατά την κύρια βάση της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, άσκησε την, ως άνω, από 9-12-2019 έφεση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 288 ΑΚ απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη. Σύμφωνα με αυτήν, ο εργοδότης, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς κάποιον εργαζόμενο, οφείλει να μην αποκλείει από αυτήν άλλους εργαζομένους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Κατ' εφαρμογή της αρχής αυτής, της ίσης μεταχείρισης, στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος δεν έχει αξίωση για να λάβει την οικειοθελή παροχή, διότι από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες χορηγείται, ούτε επιχειρηματική συνήθεια ούτε σιωπηρή δέσμευση είναι δυνατόν να συναχθεί, διατηρεί τη δυνατότητα να τη διεκδικήσει με την επίκληση ότι αυτή καταβάλλεται σε άλλους εργαζόμενους της ίδιας επιχείρησης, που εργάζονται κάτω από τις ίδιες με αυτόν συνθήκες (ΑΠ 648/2020). Για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο μισθωτός διώκει μισθολογική ή άλλη υπηρεσιακή παροχή, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να εκθέτει σ' αυτήν: α) την οικειοθελή παροχή, στην οποία προέβη ο εργοδότης σε άλλους μισθωτούς, β) τα ονοματεπώνυμα αυτών, γ) το είδος της εργασίας που παρέχουν αυτοί και τις συνθήκες, υπό τις οποίες την παρέχουν, δ) τα προσόντα αυτών και ε) τα προσόντα του ενάγοντος, το είδος της εργασίας του και τις συνθήκες υπό τις οποίες την παρέχει, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ο εργοδότης, προσφέροντας οικειοθελώς μισθολογικές ή άλλες υπηρεσιακές παροχές προς ορισμένους μισθωτούς του και εξαιρώντας από αυτές τον ενάγοντα παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης (ΑΠ 896/2021, ΑΠ 1364/2019). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί δε παράβαση, που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτήν, ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 966/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής, που θεμελιώνεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, ως αόριστη, αφού σε αυτήν εκτίθενται με επάρκεια όλα τα αναγκαία στοιχεία και ειδικότερα: α) τα ονοματεπώνυμα και η εργασία των συγκρινόμενων συναδέλφων του, β) η ιδιότητα κάθε διευθυντικού στελέχους, που, όπως και ο ίδιος, αναφέρεται σε προϊστάμενο στο εξωτερικό, γ) η υπαγωγή όλων στο ίδιο σύστημα bonus ως διευθυντικών στελεχών, δ) η λειτουργία του συστήματος bonus χωρίς κατάργηση ή ανάκληση από την εναγομένη, ε) η καταβολή των αναλογούντων ποσών στον καθένα από τους προτεινόμενους προς σύγκριση, στ) η μη καταβολή του αναλογούντος ποσού στον ίδιο χωρίς σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο.
Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού αυτού λόγου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής που θεμελιώνεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, διέλαβε, κατά λέξη, τις ακόλουθες παραδοχές: "στην αγωγή, με το περιεχόμενο που εκτέθηκε στην αρχή, όσον αφορά την επικουρική της βάση, που στηρίζεται στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, προκύπτει ότι δεν γίνεται αναφορά των αναγκαίων στοιχείων για το ορισμένο αυτής, διότι παρότι γίνεται ενδεικτική αναφορά των εργαζομένων στους οποίους χορηγήθηκε το bonus για το έτος 2009 και συγκεκριμένα: α) στον Διευθυντή Ανάπτυξης, Α. Μ., ο οποίος έλαβε ως bonus για το έτος 2009 το ποσό των 22.618 ευρώ, β) στον Διευθυντή ιατρικού τμήματος, Ε. Φ., ο οποίος έλαβε ως bonus για το έτος 2009 το ποσό των 28.134 ευρώ, γ) στη Διευθύντρια Επικοινωνίας , Ε. Ψ., η οποία έλαβε ως bonus για το έτος 2009 το ποσό των 27.484 ευρώ, δ) στον Διευθυντή του τμήματος θεραπευτικών προϊόντων, Γ. Π., ο οποίος έλαβε ως bonus για το έτος 2009 το ποσό των 27.479 ευρώ και ε) στη Διευθύντρια ρυθμιστικών θεμάτων, ..., η οποία έλαβε ως bonus για το έτος 2009 το ποσό των 19.062 ευρώ, ωστόσο δεν γίνεται αναφορά αν αυτοί είχαν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με τον ενάγοντα, ούτε το είδος της εργασίας και υπό ποιες εργασιακές συνθήκες χορηγήθηκε το εν λόγω bonus στους προαναφερόμενους, ούτε αν συνέτρεχαν οι ίδιες εργασιακές συνθήκες στο πρόσωπο του ενάγοντος, ώστε να μπορεί να κριθεί από το δικαστήριο εάν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Επομένως η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση με το προαναφερθέν περιεχόμενο είναι αόριστη και κατ' ακολουθίαν απορριπτέα ως απαράδεκτη..." Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε, απορρίπτοντας την αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής, που θεμελιώνεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα απαιτούμενα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, στοιχεία και συγκεκριμένα το είδος της εργασίας, οι συνθήκες παροχής αυτής, καθώς και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αφενός μεν του ενάγοντος, αφετέρου δε των προτεινομένων προς σύγκριση συναδέλφων του. Κατά τα εκτιθέμενα δε στην αγωγή, οι τελευταίοι είναι στελέχη διαφορετικών διευθύνσεων της εναγομένης με προφανές διαφορετικό αντικείμενο απασχόλησης (Διευθυντή Ανάπτυξης, Διευθυντή ιατρικού τμήματος, Διευθύντριας Επικοινωνίας, Διευθυντή Τμήματος θεραπευτικών προϊόντων και Διευθύντριας ρυθμιστικών θεμάτων) και δεν μπορούν να συναχθούν σαφώς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα εκάστου, η εργασία που παρέχει και οι συνθήκες παροχής αυτής, ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση και ακολούθως η κρίση αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή όχι η, ως άνω αρχή. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή. Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της. Η, ως άνω, εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας". Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα από το αν παρατείνεται για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια, ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής. Διαφορετική έννοια και λειτουργία ως προς την "επιφύλαξη ελευθεριότητας" έχει η διατύπωση της "ρήτρας ανακλήσεως" κατά την έναρξη χορήγησης της οικειοθελούς παροχής (ΑΚ 185, 186). Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα ανάκλησης δεν εμποδίζει τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας και, κατ' επέκταση, σιωπηρής συμβατικής δέσμευσης του εργοδότη και αντίστοιχης αξίωσης του εργαζόμενου για την καταβολή της παροχής, όταν αυτή χορηγείται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο εργοδότης, όμως, έχει την ευχέρεια να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, ασκώντας με μονομερή, απευθυντέα δήλωσή του το δικαίωμα ανάκλησης. Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται στο ότι στην πρώτη ("επιφύλαξη ελευθεριότητας") δεν γεννιέται αξίωση του εργαζόμενου για να λάβει την παροχή, ενώ στη δεύτερη (ρήτρα ανάκλησης) γεννιέται τέτοια αξίωση, η οποίο απόλλυται για το μέλλον μετά την άσκηση του δικαιώματος ανάκλησης (ΑΠ 286/2022, ΑΠ 395/2020, ΑΠ 1174/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 491/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγος έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 836/2019). Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη, είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφερθεί παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, τούτο δε πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 76/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι, με το δεχθεί ότι το συμφωνηθέν bonus, ακόμη και αν καταβαλλόταν τακτικά και αδιάλειπτα αποτελούσε οικειοθελή παροχή, για την οποία η εναγομένη είχε επιφυλάξει το δικαίωμα ανάκλησής της και ότι δεν υπήρχε συμβατική δέσμευση αυτής για τη συνέχιση καταβολής του και με το να απορρίψει την αγωγή: α) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, χωρίς αιτιολογία, (αριθμοί 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) τις διατάξεις των άρθρων 648, 645, 653, 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 ν. 2190/1920, 5 παρ. 1, 3198/1955 και 1 της με αριθ. 95/1949 διεθνούς σύμβασης περί προστασίας του ημερομισθίου, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, καθόσον η εν λόγω παροχή, καταβαλλόμενη τακτικά και αδιάλειπτα για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα, η εναγομένη δε, υποχρεούτο στην καταβολή της για το έτος 2009, αφού, αφενός μεν δεν την είχε ανακαλέσει, για το έτος αυτό, αφετέρου δε αναγνώρισε συμβατικά ότι του οφείλει την αναλογούσα στο έτος αυτό παροχή, ποσού 35.246 ευρώ, β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του (αριθμός 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ότι η εναγομένη είχε αναγνωρίσει συμβατικά την ύπαρξη της οφειλής της για το έτος 2009 και ότι δεν ανακάλεσε την εν λόγω παροχή (bonus).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε, κατά λέξη, τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: "Ο ενάγων-εκκαλών προσλήφθηκε την 17-12-2004 από την εταιρία με την επωνυμία "... δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως Γενικός Διευθυντής αυτής. Η ανωτέρω εργοδότρια εταιρία, στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Μ., μετατράπηκε στην εναγομένη - εφεσίβλητη εταιρία, με αποτέλεσμα η εργασιακή σχέση του ενάγοντος - εκκαλούντος να συνεχιστεί από αυτήν. Σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος-εκκαλούντος θα ανέρχονταν στο ποσό των 8.215 ευρώ, υπόκειται σε όλες τις νόμιμες κρατήσεις, εισφορές και τέλη και θα καταβάλλεται μετά την παροχή εργασίας, στο τέλος κάθε μήνα, ενώ στον όρο 5 της συμβάσεως ορίστηκε ότι "Ο μισθωτός αναγνωρίζει ανεπιφύλακτα ότι εκτός από την αμοιβή του όρου 2, κάθε άλλη παροχή, ακόμα και αν αυτή επαναλαμβάνεται τακτικά και μακροχρόνια, είναι οικειοθελής και ο εργοδότης μπορεί οποτεδήποτε να την τροποποιεί, να τη μεταβάλει ή να την ανακαλεί μονομερώς. Οποιαδήποτε άλλη παροχή σε είδος ή σε χρήμα, όπως ποσοστά, προμήθειες, bonus, διάθεση αυτοκινήτου ή χρήση του δικού του για υπηρεσιακές ανάγκες, ακόμη και για την προσωπική εξυπηρέτηση του μισθωτού, οδοιπορικά ή έξοδα παραστάσεως, παροχές και αποζημιώσεις σε περίπτωση χρήσεως αυτοκινήτου για εργασίες της εταιρίας, δαπάνες εκπαιδεύσεως ή μετεκπαιδεύσεως και γενικά οτιδήποτε παρέχεται πέρα από την αμοιβή του όρου 2, συνιστά, ανάλογα με την περίπτωση, είτε λειτουργική δαπάνη της εταιρίας που γίνεται για το συμφέρον της και συγκεκριμένα για την καλύτερη διεξαγωγή των εργασιών της, είτε παροχή από ελευθεριότητα της εταιρίας, για την οποία διατηρεί ρητή επιφύλαξη να την καταργεί μονομερώς, να την μεταβάλει ή να την τροποποιεί οποτεδήποτε. Οι παροχές αυτές είναι ελεύθερα ανακλητές, δεν αποτελούν αντάλλαγμα εργασίας και δεν προσαυξάνουν τις αποδοχές του μισθωτού". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη - εφεσίβλητη, εκτός από τις προαναφερόμενες μηνιαίες αποδοχές, που κατέβαλε στον ενάγοντα-εκκαλούντα, του κατέβαλε επίσης μέχρι την 31-3- 2003 κάθε έτους (δήλη ημέρα) ένα μικτό ετήσιο χρηματικό ποσό (bonus), το ύψος του οποίου καθοριζόταν, κατόπιν αξιολόγησης αυτού και με βάση την επίτευξη των στόχων εκ μέρους του. Η ως άνω παροχή, για την οποία η εναγομένη - εφεσίβλητη στον προαναφερόμενο υπ' αριθ. 5 όρο της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος - εκκαλούντος ρητά επιφυλάχθηκε ότι είναι οικειοθελής και μπορεί οποτεδήποτε να την τροποποιεί, να την μεταβάλει ή να την ανακαλεί μονομερώς, αποτελεί, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη της παρούσας οικειοθελή παροχή και όχι συμβατική υποχρέωση της εναγομένης-εφεσίβλητης-εργοδότριας από την οποία απορρέει δέσμευση καταβολής της. Σημειωτέον ότι το δικαίωμα ανάκλησης οποιασδήποτε πρόσθετης παροχής πέραν του μηνιαίου μισθού, αναφέρεται και στο ΕΤΗΣΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΙΜ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ (ΜΠΟΝΟΥΣ) ΤΗΣ ... και ειδικότερα στον όρο ..., όπου αναφέρεται ότι "Η ανωτέρω διοίκηση της Εταιρίας θα επιβλέπει την εφαρμογή του Προγράμματος και των παρόντων Κατευθυντήριων Γραμμών. Εάν οποτεδήποτε, η συνέχιση του Προγράμματος ή οποιασδήποτε διάταξης αυτού καταστεί ακατάλληλη ή μη ενδεδειγμένη, το Πρόγραμμα ή οι διατάξεις αυτού θα αναθεωρούνται, τροποποιούνται, αναστέλλονται ή αποσύρονται. Η Εταιρία διατηρεί το δικαίωμα να ερμηνεύει το πρόγραμμα κατά την αποκλειστική της κρίση". Πρέπει να επισημανθεί δε ότι η ανωτέρω παροχή (bonus) και αν ακόμη καταβάλλονταν τακτικά και αδιάλειπτα επί μακρό χρονικό διάστημα, διατηρούσε το χαρακτήρα της ως οικειοθελής παροχή, εφόσον η εναγομένη-εφεσίβλητη-εργοδότρια έχει επιφυλάξει σ' αυτήν το δικαίωμα για ανάκλησή του, όπως εν προκειμένω συνέβη, οπότε από την ούτω δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση της εναγομένης- εφεσίβλητης-εργοδότριας για τη συνέχιση καταβολής της εν λόγω παροχής. Κατόπιν τούτων, εφόσον στην από 17-12-2004 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος-εκκαλούντος ρητά είχε ορισθεί και αυτός είχε αποδεχθεί, ότι οποιαδήποτε επιπλέον παροχή της εναγομένης-εφεσίβλητης γίνεται από ελευθεριότητα, ενώ παράλληλα η τελευταία είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης της ως άνω πρόσθετης παροχής, δεν υπήρχε νόμιμη υποχρέωσή της για συνέχιση της καταβολής της παροχής αυτής, ούτε μπορούσε να ιδρυθεί αντίστοιχο δικαίωμα του ενάγοντος προς διεκδίκηση της συνέχισης της καταβολής της παροχής αυτής.
Συνεπώς, η ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της οφειλής εκ μέρους της εναγομένης- εφεσίβλητης προς τον ενάγοντα-εκκαλούντα του bonus, ποσού 35.246 ευρώ είναι απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως ο πρώτος λόγος της ένδικης εφέσεως, με τον οποίο εκφράζεται το σχετικό παράπονο του ενάγοντος-εκκαλούντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Εν προκειμένω ο, ως άνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες, ως άνω, ουσιαστικές παραδοχές, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, έκρινε με πλήρη και σαφή αιτιολογία ότι η εναγομένη, με τη σύμβαση εργασίας που κατήρτισε με τον ενάγοντα όρισε και ο τελευταίος αποδέχθηκε ότι το επίδικο bonus θα του το χορηγούσε με επιφύλαξη ελευθεριότητας, δηλαδή με το δικαίωμα να το διακόψει μονομερώς οποτεδήποτε και ότι, ως εκ τούτου, ακόμη και αν καταβαλλόταν συνεχώς και επί μακρό χρονικό διάστημα, διατηρούσε το χαρακτήρα του ως οικειοθελής παροχή και δεν μπορούσε να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία, ούτε κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση της εναγομένης για τη συνέχιση καταβολής του, περαιτέρω δε, δεν υπήρχε νόμιμη υποχρέωση της τελευταίας για τη συνέχιση καταβολής του, ούτε μπορούσε να θεμελιωθεί αντίστοιχο δικαίωμα του ενάγοντος. Ο ειδικότερος δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις επειδή δεν δέχθηκε ότι η εναγομένη, με νεότερη σύμβαση, αναγνώρισε ότι του οφείλει το αναλογούν στο έτος 2009 ποσό, που ζητεί με την αγωγή και έτσι δεσμεύθηκε να του το καταβάλει, απαραδέκτως προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, διότι η αγωγή δεν έχει ως βάση τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ούτε, εξάλλου, επικαλείται ο αναιρεσείων ότι πρόβαλε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με σχετικό λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Τέτοια δε βάση (θεμελιούμενη στη σύμβαση αναγνώρισης χρέους) δεν δύναται να θεμελιωθεί στον επικαλούμενο με την αγωγή ισχυρισμό ότι η εναγομένη είχε ανακοινώσει στον ενάγοντα και έτσι ομολόγησε ότι το αναλογούν για το έτος 2009 bonus ανέρχεται στο αιτούμενο ποσό των 35.246 ευρώ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις, ως άνω, διατάξεις, διότι η εναγομένη υποχρεούτο στην παροχή του bonus για το έτος 2009, αφού δεν την είχε ανακαλέσει, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η εναγομένη χορήγησε την επίδικη παροχή με την επιφύλαξη ελευθεριότητας, δικαιούμενη να τη διακόψει οποτεδήποτε και ότι έτσι δεν γεννήθηκε αξίωση του ενάγοντος για τη συνέχιση καταβολής της, ώστε, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, να τίθεται ζήτημα απώλειας της αξίωσης αυτής για το μέλλον με την ανάκληση αυτής από την εναγομένη. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού, παρότι η ένδικη υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται για την πληρότητα του λόγου αυτού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ότι οι σχετικοί, ως άνω, ισχυρισμοί προβλήθηκαν παραδεκτά με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατόπιν των παραπάνω, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 23-12-2021 και με αριθ. κατ.10167/1262/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 2984/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ