Αριθμός 814/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Α. Γ. του Β., 2) Α. Α. του Σ., 3) Γ. Α. χήρα Μ. Δ., 4) Γ. Ε. χήρα Γ. Α., 5) Γ. Β. του Χ., που απεβίωσε την ... όπως από αυτό προκύπτει από την Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ..., με στοιχεία .... Στη δίκη υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του α) Γ. Α. του Β., θυγατέρα του εκλιπόντα, β) Γ. Α. του Β., θυγατέρα του εκλιπόντα, 6) Γ. Ν. του Γ., που απεβίωσε την ..., όπως αυτό προκύπτει από την Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ..., με στοιχεία .... Στη δίκη υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του, α) Κ. Μ. χα Γ. Ν., β) Γ. Γ. του Ν., υιός του εκλιπόντα, γ) Γ. Α. του Ν., υιός του εκλιπόντα, 7) Γ. Α. χήρα Β. Π., 8) Γ. Ι. του Δ., 9) Γ. Χ. του Π., 10) Δ. Γ. του Δ., 11) Δ. Α. του Γ., που απεβίωσε την .... Στην δίκη υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του α) Δ. Χ. χα Δ. Α., β) Δ. Ε., θυγατέρα του εκλιπόντα, 12) Ε. Α. του Α., 13)Ε. Β. του Χ., 14) Ε. Ε. του Κ.,15) Ζ. Κ. του Κ., 16) Ζ. Δ. του Κ., 17) Ζ. Ζ. του Α., που απεβίωσε την ..., όπως αυτό προκύπτει από το Απόσπασμα Ληξιαρχικής πράξης θανάτου, του Ληξιαρχείου ..., με στοιχεία .... Στην θέση του υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του α) Ζ. Α., χα Ζ. Ζ., β) Ζ. ’. του Ζ., γ) Ζ. Α. του Ζ., 18) Ζ. Ν. του Ε., 19) Ζ. Β. του Γ., 20) Ζ. Θ. του Γ., 21) Ζ. Ν. του Α., 22) Ζ. Α. του Α., 23) Θ. Γ. του Δ., 24) Θ. Φ. του Θ., 25) Ι. Χ. του Ν., χήρα Β. Ι., 26) Ι. Α. του Κ., 27) Κ. Κ. του Ρ., 28)Κ. Π. του Β., 29) Κ. Δ. του Β., 30) Κ. ’. του Θ., 31)Κ. Κ. του Χ., 32) Κ. Α. του Α., 33)Κ. Δ. του Κ.,34) Κ. Α. του Ν., 35) Κ. Δ. του Σ., 36) Κ. Ε. του Ι., 37) Κ. Β. χήρα Κ. Ν., 38) Κ. Ε. χήρα Κ. Δ.,39) Κ. Ε. του Κ., 40) Κ. Δ. του Γ., 41) Κ. Χ. του Μ., 42)Κ. Ε. χήρα Κ. Δ., 43) Κ. Κ. του Κ., 44) Κ. Κ. του Α.,45) Κ. Κ. του Ν., 46) Κ. Κ. του Π., 47) Λ. Θ. του Δ., 48) Λ. Δ. του Γ., 49)Μ. Α. του Α., 50) Μ. Ε. του Α., 51) Μ. Γ. του Α., 52) Μ. Ζ. του Ι., 53) Μ. Θ. του Ε., 54) Μ. Θ. του Α., 55) Μ. Α., που απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Μ. Χ. του Δ., που απεβίωσε την ..., όπως αυτό προκύπτει από την Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ..., με στοιχεία .... Στην δίκη υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του: α) Τ. Χ. χα Μ. Α., β) Μ. Σ. του Χ., θυγατέρα του εκλιπόντα, γ) Μ. Α. του Χ., θυγατέρα του εκλιπόντα, 56) Μ. Π. του Γ., 57) Μ. Σ. του Δ., 58) Μ. Ι. του Κ., 59) Μ. Ι. του Β., 60) Μ. Σ. του Α., 61) Μ. Ι. του Α., 62) Μ. Β. του Γ., 63)Ν. Φ. του Γ., 64) Ν. Ο. του Β., 65) Ν. Γ. του Χ., 66) Ν. Δ. του Β., 67) Ν. Ι. του Κ., 68)Ν. Χ. του Ι., 69) Ο. Χ. χήρα Ο. Α., 70) Π. Β. του Θ., 71)Π. Ν. του Δ., 72) Π. Α. του Ν., που απεβίωσε την ... , όπως προκύπτει από την Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ..., με στοιχεία .... Στην δίκη υπεισέρχεται η κληρονόμος του Π. Α. χα Π. Α., 73)Π. Σ. του Α., 74) Π. Σ. του Κ., που απεβίωσε την ..., όπως αυτό προκύπτει από την Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Λάρισας, με στοιχεία .... Στην δίκη υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του: α) Π. Θ. ή Θ., χα Σ. Π., το γένος Κ., β) Π. Κ. του Σ., υιός του εκλιπόντα, 75) Π. Ι. του Γ., 76) Π. Ν. του Κ., 77) Π. Χ. του Κ., 78) Π. Α. χήρα Π. Κ./νου, 79) Π. Λ. του Θ., 80)Π. Α. του Γ., 81)Π. Μ. - ’. χήρα Β. Α.,82)Ρ. Α. του Α.,83) Ρ. Σ. χήρα Ρ. Κ./νου, 84) Ρ. Ε. του Δ., 85)Σ. ’. χήρα Δ. Γ., 86)Σ. Φ. του Δ., 87) Σ. Τ. του Ι., 88) Σ. Δ. του Σ., 89) Σ. Θ. του Ι., 90) Σ. Ι. του Χ., 91) Σ. Φ. του Α.., 92) Τ. Ν. του Α., 93) Τ. Σ. του Κ., 94)Τ. Π. του Δ.,95) Τ. Β. του Κ., 96)Φ. Θ. του Α.,97) Φ. Π. του Χ., 98) Φ. Σ. του Δ., 99) Χ. Γ. του Α.., 100) Χ. Χ. του Ι.,101) Χ. Ζ. του Η., 102) Χ. Α. του Ν., 103)Χ. Ε. του Α. και 104) Χ. Μ. του Ν., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο με α/α 21ος, 62ος, 69η, 91η, 94ος δεν παραστάθηκαν. Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κρίτσανου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις καθώς και ότι ο με α/α 8ος αναιρεσείων, παραιτείται του δικογράφου της από 29-7-2021 αίτησης αναίρεσης. Οι με α/α 1ος, 3ος και 57ος παραστάθηκαν και δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καζάκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης ... (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λ. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρου Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 95/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 30/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 498 παρ.1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ πλέον ισχύει από 22-12-2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201/22-12-2017) - προκύπτουν τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο, που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε με τον τύπο που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως. Αν τη συζήτηση έχει επισπεύσει, εγκύρως ο διάδικος που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο, που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση [κλήση], εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους. Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ ολ. 7/2019, ΑΠ 221/2019, 499/2018, 1374/2017). Επιπλέον, στον ’ρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται, με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικά για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίδεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, εφ' όσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται πως δεν παρίσταται, δηλαδή θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει τη συζήτηση και, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευσή του, η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν απαράδεκτη. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται (ΑΠ ολ. 39/2005, ΑΠ 18/2020, 1603/2017, 1374/2017, 1312/2017, 526/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η κρινόμενη από 29-7-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 30/2021 αποφάσεως του δικάζοντος ως εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου ... εισάγεται για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη του Προέδρου του Β1' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), με επίσπευση των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επέδωσαν στην αναιρεσίβλητο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση για συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο της 18- 10-2022 (βλεπ. υπ'αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας). Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, οι 21ος, 62ος, 69η 91η και 94° των αναιρεσειόντων, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος ... Κωνσταντίνος Κρίτσανος, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα και από τους απολιπόμενους ως άνω αναρεσείοντες, για την επίσπευση της συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή με ιδιωτικό έγγραφο που να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτού από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή και κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κλήτευση των παραπάνω αναιρειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αναιρέσεως κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, ενόψει του ότι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, ενώ πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω η υπόθεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα εφαρμόζονται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α, 73, 159 αρ. 2, 160 παρ. 1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ και 34, 35, 1710 ΑΚ προκύπτει ότι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και επομένως να είναι διάδικος, η οποία παύει με τον θάνατο αυτού, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά πάσα στάση της δίκης, οπότε, αίτηση αναιρέσεως, που έχει ασκηθεί στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου ως αναιρεσείοντος, πάσχει ακυρότητα λόγω έλλειψης της προαναφερόμενης διαδικαστικής προϋπόθεσης και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, εκ τούτου δε αποκλείεται στην περίπτωση αυτή η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 286, 287 και 290 ΚΠολΔ περί βιαίας διακοπής και επαναλήψεως της δίκης, αφού οι εν λόγω διατάξεις προϋποθέτουν νομίμως αρξαμένη εκκρεμή δίκη (ΑΠ 681/2022, 234/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο από τη σειρά του οικείου πινακίου, δηλώθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και νομίμως διορισθέντα αντίκλητο, Δημήτριο Κρίτσανο, του Δικηγορικού Συλλόγου ..., ότι οι 5ος, 6ος, 11ος, 17ος, 55ος, 72ος και 74ος των αναιρεσειόντων απεβίωσαν και κληρονομήθηκαν εξ' αδιαθέτου από τους παρακάτω κληρονόμους τους, οι οποίοι γνωστοποιούν το θάνατο τους και δηλώνουν ότι συνεχίζουν υπό την ιδιότητά τους τη δίκη. Ειδικότερα δηλώθηκε ότι οι, α) 5ος αναιρεσείων, Β. Γ. του Χ., απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τους, α1) Α. Γ. του Β. και α2) Α. Γ. του Β., τέκνα του, β) 6ος, Ν. Γ., απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε από τους εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του, β1) Μ. Κ. χήρα Ν. Γ., β2) Γ. Γ. του Ν. και β3) Α. Γ. του Ν., σύζυγο και τέκνα του, γ) 11ος, Α. Δ. του Γ., απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τους γ1) Χ. χήρα Α. Δ. και γ2) Ε. Δ., σύζυγο τέκνο του, δ) 17ος, Ζ. Ζ. του Α., απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ'αδιαθέτου από τους δ1) Α. χήρα Ζ. Ζ., δ2) ’. Ζ. του Ζ. και δ3) Α. Ζ. του Ζ., σύζυγο και τέκνα του, ε) 55ος, Α. Μ., απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Χρήστο Μικιρτζή του Δημητρίου, ο οποίος επίσης απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τους, ε1)Χ. Τ. χα Α. Μ., ε2) Σ. Μ. του Χ. και ε3) Α. Μ., του Χ., στ) 72ος, Α. Π. του Ν., απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από την Α. χα Α. Π., σύζυγο του και ζ) 74ος Σ. Π. του Κ., ο οποίος απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε από τους εξ' αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, ζ1) Θ. Π., χήρα Α. Π., και ζ2) Κ. Π. του Σ., σύζυγο και τέκνο αυτού. Ωστόσο όμως, από τους παραπάνω αναιρεσείοντες, μόνο οι 6ος, 17ος, 72ος και 74ος απεβίωσαν μετά την άσκηση (στις 29-7-2021) της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, των οποίων μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς και εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι τους είναι οι ανωτέρω αναφερόμενοι, όπως εξάλλου δεν αμφισβητείται και επιπλέον αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου και πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών και δη, α) του 6ου Ν. Γ., από τη με στοιχεία ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου ..., από την οποία βεβαιώνεται ότι απεβίωσε στις ... και το ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., β) του 17ου' Ζ. Ζ., από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου ..., από την οποία αποδεικνύεται ότι απεβίωσε στις ..., γ) του 72ου, Α. Π. του Ν., από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου με στοιχεία ... του Ληξίαρχου του Δήμου ..., από την οποία αποδεικνύεται ότι απεβίωσε στις ... και το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... και δ) 74ου, Σ. Π. του Κ., από τη με στοιχεία ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου ..., από την οποία βεβαιώνεται ότι απεβίωσε στις ... και το υπ'αριθμ. σχετικά το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ...), οι οποίοι νομίμως ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους δήλωσαν διά του πληρεξουσίου ως άνω δικηγόρου τους, στον οποίο παρείχαν τη σχετική πληρεξουσιότητα, την λόγω του θανάτου εκείνων βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της. Όσον αφορά όμως τους 5°, 11° και 55° των αναιρεσειόντων, αυτοί απεβίωσαν πριν από την άσκηση (στις 29-7-2021) της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και δη στις ... ο 5ος, στις ... ο 11ος και στις ... ο 55ος, όπως εξάλλου δεν αμφισβητείται. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πάσχει ακυρότητα ως προς αυτούς και ως εκ τούτου οι δηλώσεις των προαναφερόμενων ως άνω κληρονόμων τους ότι επαναλαμβάνουν την βιαίως διακοπείσα δίκη στερούνται εννόμων συνεπειών. Επομένως ως προς αυτούς η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔικ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔικ), γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αναδρομικά, την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, ενώ αρκεί η γενική προς τούτο πληρεξουσιότητα του προβαίνοντος στη δήλωση αυτή δικηγόρου, αφού ειδική πληρεξουσιότητα απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει το άρθρο 98 εδαφ. β' ΚΠολΔ (ΑΠ 175/2021, 82/2020, 742/2017, 649/2016). Στην προκειμένη περίπτωση ο όγδοος (8ος) των αναιρεσειόντων, Ι. Γ. του Δ., με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του δικηγόρου του Δημητρίου Κρίτσανου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο ως άνω δικηγόρος, είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης για λογαριασμό του παραπάνω αναιρεσείοντος και να δηλώσει ότι παραιτείται από του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από τον τελευταίο παροχή πληρεξουσιότητας προς αυτόν (τον εν λόγω δικηγόρο), με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή με ιδιωτικό έγγραφο που να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτού από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή. Επομένως, η παραίτηση από του δικογράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον ως άνω 8° αναιρεσείοντα, πρέπει, ως μη νομοτύπως ασκηθείσα, να θεωρηθεί ως μη γενομένη και να ερευνηθεί στη συνέχεια κατά το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ αν ο εν λόγω απολιπόμενος αναιρεσείων είναι ο επισπεύδων τη συζήτηση και σε διαφορετική περίπτωση αν έχει νόμιμα κλητευθεί. Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και την αναφερόμενη πιο πάνω υπ'αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως έγινε με επιμέλεια και του όγδοου των αναιρεσειόντων, ο οποίος ομού με τους λοιπούς αναφερόμενους ως άνω αναιρεσείοντες επέδωσε στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση για συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο της 18-10-2022. Ωστόσο δεν προκύπτει ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα για την επίσπευση της συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως και από τον ως άνω απολιπόμενο αναιρεσείοντα. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κλήτευση του παραπάνω αναιρεσείοντος, προκειμένου αυτός να παραστεί κατά την εκδίκαση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο απολιπόμενος 8ος αναιρεσείων δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και ως προς αυτόν, ενόψει του ότι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση και ως προς αυτόν.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ" (ΦΕΚ Α' 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου". Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α* 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. " Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις... προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967... επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ ΑΛ 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου". Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (Ολ ΑΠ 10/1998, ΑΠ 998/20178, 227/2016, 1621/2011). Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 5/2022, 20/2006, 10/1998, 33-34/1997, ΑΠ 1235/2020, 1631/2017, 892/2017). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α" 191) ορίζεται ότι: "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων ..., ... και ... και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται., εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως. Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητος των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι" ΔΓ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δ' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον". Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης ... (...), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την 184/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την 856/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... και με την 17943/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β' 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 31 παρ 4 αυτού ορίζει τα ακόλουθα: α) Σε κάθε εργαζόμενο που αποχωρεί από την επιχείρηση και έχει συμπληρώσει 15 τουλάχιστον χρόνια πραγματικής υπηρεσίας στη ..., ΔΕΥΑ, ΟΥΗΛ και ΔΕΦΑΛ χορηγείται, από την ημέρα της αποχώρησης του και για 15 χρόνια, βοήθημα κάθε μήνα ίσο με το 1/10 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών που ελάμβανε την ημέρα που αποχώρησε, β) Σε περίπτωση λύσης της εργασιακής σχέσης λόγω θανάτου ή αναπηρίας του εργαζομένου το ειδικό βοήθημα καταβάλλεται χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει συμπληρωθεί το όριο της δεκαπενταετίας, γ) Σε περίπτωση θανάτου των προσώπων, που αναφέρονται στην α και β περίπτωση, το βοήθημα αυτό χορηγείται στη σύζυγο ή το σύζυγο εκτός αν έχει τελέσει άλλο γάμο. Στα νόμιμα ή νομιμοποιημένα ανήλικα παιδιά του μέχρι την ενηλικίωση τους ή εφόσον σπουδάζουν ή υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία μέχρι τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας τους. Στα ενήλικα παιδιά που είναι ανίκανα για εργασία εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας εφόρου ζωής. Το παραπάνω βοήθημα δεν αποτελεί μισθό ή σύνταξη και αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις αποδοχές που καταβάλλονται κάθε φορά στο προσωπικό, που υπηρετεί στη με την ίδια ειδικότητα.
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού, είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια (ΑΠ 1493/2018, 591/2015). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000Χ15%) ευρώ. Συνέπεια αυτών είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση μεγαλύτερη από τα ως άνω όρια των 15.000 και 2.250 ευρώ να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (ΑΠ 1235/2020, 350/2019, 1493/2018, 892/2017, 1631/201, 892/2017). Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης. Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας των μισθωτών (ΑΠ 2/1992). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον ν.3001/2002 (πρώην άρθρο 119), αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του να μην εξαιρεί από αυτή κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ Ολ 348/1985, ΑΠ 1263/2005). Έτσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας-πρακτικής της εκμετάλλευσης όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Αλλά η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό και εφόσον σ' αυτή προβαίνει ο εργοδότης ανεπιφύλακτα, ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίζει να χορηγεί την παροχή αυτή η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης. Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής-επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά το ίδιο τρόπο. Κατά συνέπεια η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Έτσι, αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτή έναν ή περισσότερους εργαζομένους τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Στην περίπτωση αυτή αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση (άρθρ. 361 ΑΚ). Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση (ΑΠ 1263/2005). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές. Δηλαδή, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Επιπλέον, ο εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 (αντιστ. άρθρο 559 αριθμ. 8) ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, 328/2008). "Πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης αποτελεί και η ένσταση περί υπάρξεως δεδικασμένου για την ένδικη έννομη σχέση μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 27.12.2018 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 455/28.12.2018) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, επικαλούμενοι, ότι είχαν προσληφθεί στην επιχείρηση της εναγομένης με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τις αναφερόμενες για τον καθένα ημερομηνίες, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους ως τακτικό προσωπικό στις αναφερόμενες για τον καθένα οργανικές θέσεις που προβλέπονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ) της εναγομένης μέχρι την αναφερόμενη για έκαστο εξ αυτών ημερομηνία, οπότε και αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης, έχοντας συμπληρώσει όλοι τουλάχιστον 15 έτη πραγματικής υπηρεσίας και ότι τυγχάνουν δικαιούχοι του βοηθήματος του άρθρου 31 παρ.4 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ.) της εναγομένης, το οποίο χορηγούταν αδιαλείπτως στους συνταξιούχους της μέχρι και το μήνα Απρίλιο του έτους 2012, ζήτησαν, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει τα αναλυτικώς αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο για έκαστο εξ αυτών ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε απαίτηση κατέστη απαιτητή, κυρίως από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 του ισχύοντος Ο.Ε.Υ και επικουρικώς, λόγω στοιχειοθέτησης επιχειρησιακής συνήθειας ως προς την καταβολή του επίδικου βοηθήματος από την εναγομένη και επιπλέον με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 95/2019 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας η εναγομένη με την από 2-7-2019 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 30/2021 απόφαση, από την παραδεκτή επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι το Εφετείο, κάνοντας αναφορά στις διατάξεις που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι οι 1ος, 2η, 3η, 5ος, 6ος, 7η, 9ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15η, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20ος, 21ος, 22ος, 23ος, 24η, 25η, 26ος, 27ος, 29ος, 31η, 33ος, 34ος, 36ος, 37η, 39ος, 40ος, 41ος, 43η, 44ος, 46ος, 47ος, 48ος, 49ος, 50ος, 51ος, 52ος, 53ος, 54ος, 56ος, 57ος, 58ος, 59ος, 6ος, 61ος, 62ος, 63η, 64η, 66ο, 67ος, 68ος, 69η, 70η, 71ος, 72ος, 73ος, 74ος, 75ος, 76ος, 77ος, 79ος, 80ος, 81ος, 82ος, 83ος, 84η, 87η, 88ος, 89ος, 90ος, 91η, 92ος, 93ος, 94ος, 95ος, 96ος, 97ος, 98η, 99ος, 102ος, 103ος και 104ος των εναγόντων-εφεσιβλήτων, καθώς και οι Α. Γ., αποβιώσας σύζυγος της 4ης ενάγουσας, Δ. Κ., αποβιώσας σύζυγος της 38ης ενάγουσας, Δ. Κ., αποβιώσας σύζυγος της 42ης ενάγουσας, Κ. χα Δ. Μ., αποβιώσασα μητέρα των 55α-β εναγόντων και Κ. Π. του Ν., αποβιώσας σύζυγος της 78ης ενάγουσας και ήδη αναιρεσείοντες, ήγειραν ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την προγενέστερη από 25.11.2013 αγωγή τους, με την οποία, επικαλούμενοι ότι τυγχάνουν δικαιούχοι του βοηθήματος του άρθρου 31 παρ.4 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης, το οποίο χορηγούταν στους συνταξιούχους της αδιαλείπτως έως και το μήνα Απρίλιο του έτους 2012, οπότε διεκόπη η χορήγησή του, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ως άνω βοήθημα του άρθρου 31 παρ. 4 του ΟΕΥ για χρονικό διάστημα είκοσι μηνών (Μάϊος 2012- Δεκέμβριος 2013) και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών την εν λόγω παροχή και μετά τη συζήτηση της αγωγής και μέχρι τη συμπλήρωση δέκα πέντε (15) ετών από την αποχώρηση εκάστου από την εναγομένη. Ότι επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 328/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το δεύτερο αίτημα και κατά τα λοιπά έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το αιτούμενο παρ' αυτού ποσό για την ένδικη παροχή. Ότι ακολούθως, η εκκαλούσα-εναγομένη άσκησε έφεση κατά της παραπάνω αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 98/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία κρίθηκε ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 του ΟΕΥ της εναγομένης παροχή έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα, καθόσον αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του και ως εκ τούτου εμπίπτει στην έννοια της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 και υπόκειται στον επιβαλλόμενο με την ως άνω διάταξη περιορισμό ως προς το ύψος της, ανερχόμενη κατ' ανώτατο όριο στο ποσό των 2.250 ευρώ. Ότι στη συνέχεια Α) απορρίφθηκε η έφεση ως προς τους 21ο και 88° των εναγόντων, διότι κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου ως προς αυτούς, καθώς δεν επιδίκασε ποσό μεγαλύτερο του ανωτάτου ορίου των 2.250 ευρώ, επικυρωθείσας της αποφάσεως αυτού, με την οποία επιδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στον 21° εφεσίβλητο Ν. Ζ. του Α. το ποσό των 1.489 ευρώ και στον 88° εφεσίβλητο Δ. Σ. του Σ. το ποσό των 1.994 ευρώ, Β.) έγινε δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς των εφεσιβλήτων- εναγόντων, καθώς και ως προς τους Α. Γ. (σύζυγο της 4ης ενάγουσας), Δ. Κ. (σύζυγο της 38ης ενάγουσας), Δ. Κ. (σύζυγο της 42ης ενάγουσας), Κ. χα Δ. Μ. (μητέρα των 55 α-β εφεσιβλήτων-εναγόντων) και Κ. Π. του Ν. (σύζυγο της 78ης εφεσίβλητης-ενάγουσας) και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή, α) ως προς τους 1 έως 4, 8,10 έως 15, 17 έως 28, 30 έως 33, 35 έως 37, 39 έως 42, 44, 46,47, 49, 50,52, 53, 54, 56 έως 60, 62, 67, 69, 71, 73, 74, 76 έως 82, 84 έως 89, 91, 92, 94, 95, 97, 98, 100 έως 103 από τους ενάγοντες για τους εξής ειδικότερους λόγους: Κατά το χρονικό διάστημα των 26 μηνών, ήτοι από τον Μάρτιο 2010, που άρχισε να ισχύει ο τροποποιημένος ΟΕΥ της εναγομένης, που προέβλεπε την προαναφερθείσα ένδικη παροχή, και μέχρι τον Μάιο του 2012, που διεκόπη η καταβολή της παροχής αυτής, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, είχαν καταβληθεί από την εναγομένη με βάση τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 του ΟΕΥ τα παρακάτω ποσά στους ως άνω ενάγοντες, και ειδικότερα είχαν καταβληθεί στους : 1) Γ. Α., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία στις 16-8- 2000, είχε καταβληθεί το ποσό των (174,56 ευρώ μηνιαίως χ 26 μήνες =) 4.538,56 ευρώ, 2) Α. Α., η οποία αποχώρησε την 1.6.2007, το ποσό των (77,07 ευρώ μηνιαίως χ 26 μήνες =) 2.003,82 ευρώ και δεδομένου ότι εκτίθετο στην αγωγή ότι η επίδικη παροχή προβλεπόταν και στους προγενέστερους ΟΕΥ της εναγομένης και καταβαλλόταν αδιαλείπτως από το έτος 1986 και εντεύθεν η ανωτέρω ενάγουσα είχε εισπράξει ήδη και το υπόλοιπο ποσό των 246,18 ευρώ (2.250-2.003,82) που δικαιούταν, 3) Α. Γ. χήρα Δ. Μ., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία την 15.07.2009, το ποσό των (172,88 ευρώ μηνιαίως χ 26 μήνες =) 4.494,88 ευρώ, 4) Α. Γ., αποβιώσαντα σύζυγο της 4ης ενάγουσας Ε. χας Α. Γ., ο οποίος αποχώρησε την 1.09.2007, το ποσό των (194,86 ευρώ μηνιαίως χ 26 μήνες =) 5.066,36 ευρώ, 8) Α. Γ. χα Π. Β., ο οποίος αποχώρησε την 01.12.2006, το ποσό των (165,04 ευρώ μηνιαίως χ 26 μήνες =) 4.291 ευρώ, 10) Γ. Δ., ο οποίος αποχώρησε στις 17.08.2007, το ποσό των (165,97 ευρώ μηνιαίως χ 20 μήνες =) 4.315,22 ευρώ, 11) Α. Δ., ο οποίος αποχώρησε στις 17.12.2009 το ποσό των (161,93 ευρώ μηνιαίως χ 26 μήνες =) 4.210,18 ευρώ, 12) Αχιλλέα Έξαρχος, ο οποίος αποχώρησε στις 6.4.2009 το ποσό των (161,21 ευρώ μηνιαίως χ 26 μήνες =) 4.191,46 ευρώ, 13) Β. Ε., ο οποίος αποχώρησε στις 10- 2.2010 το ποσό των (204,59 ευρώ μηνιαίως χ 26 μήνες =) 5.319,34 ευρώ, 14) Ε. Ε., ο οποίος αποχώρησε στις 22.11.2010, το ποσό των (212,01 ευρώ μηνιαίως χ 17 μήνες =) 3.604,17 ευρώ, 15) Κ. Ζ., η οποία αποχώρησε στις 8-10-2002 το ποσό των (170,75 χ 26=) 4.439,5 ευρώ, 17) Ζ. Ζ., ο οποίος αποχώρησε στις 5-3-2002, το ποσό των (170,75 Χ 26 =) 4.439,5 ευρώ, 18) Ν. Ζ., ο οποίος αποχώρησε στις 14-2-2011 το ποσό των (207,85 Χ 14 = ) 2.909,9 ευρώ, 19) Β. Ζ., ο οποίος αποχώρησε στις 30-11- 2009, το ποσό των (177,14 χ 26 =) 4.605,64 ευρώ , 20) Θ. Ζ., ο οποίος αποχώρησε στις 24- 11-2009, το ποσό των (181,36 Χ 26 =) 4.715,36 ευρώ , 21) Α. Ζ., ο οποίος αποχώρησε την 1-7-2007 το ποσό των (171,24 Χ. 26 =. ) 4.452,24 ευρώ, 22) Δ. Ζ., ο οποίος αποχώρησε την 1-1-1999, το ποσό των (162,48 Χ 26 = ) 4.224,48 ευρώ, 23) Γ. Θ., ο οποίος αποχώρησε στις 7-2-2006, το ποσό των (150,11 Χ 26 = ) 3.902,86 ευρώ, 24) Φ. Θ., ο οποίος αποχώρησε την 1- 5-2010, το ποσό των (203,86 Χ. 23 =.) 4.688,78 ευρώ, 25) Χ. Ι. χήρα Β. Ι., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία την 1-4- 2007, το ποσό των (170,75 Χ 26= ) 4.439,5 ευρώ, 26) Α. Ι., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία την 1-3-2000, το ποσό των (178,38 Χ. 26=) 4.637,88 ευρώ, 27) Κ. Κ., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία στις 6-7-2005, το ποσό των (178,72 Χ 26 =) 4.646,72 ευρώ, 28) Α. Κ. χήρα Κ. Κ., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία στις 21- 6-1998, το ποσό των (199,17 Χ. 26 =.) 5.178,42 ευρώ, 30) Δ. Κ., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία την 1-1-2006 το ποσό των (303,49 Χ 26 =) 7.890,74 ευρώ, 31) Κ.Κ., η οποία αποχώρησε στις 18-6- 2010, το ποσό των (187, 00 χ 22= ) 4.114,00 ευρώ, 32) Δ. Κ., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία την 1-1- 2009, το ποσό των (176,29 Χ 26 =) 4.583,54 ευρώ, 33) Α. Κ., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία στις 2-1-2011, το ποσό των (217,39 Χ. 14=) 3.043,46 ευρώ, 35) Β. Κ. χήρα Ν. Κ., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία στις 12- 4-2001, το ποσό των (156,42 Χ 26 =) 4.066,92 ευρώ, 36) Δ. Κ., ο οποίος αποχώρησε την 1-8- 2010 το ποσό των (204,59 χ 20 =) 4091,8 ευρώ, 37) Ε. Κ., ο οποίος αποχώρησε στις 9-2-2009 το ποσό των (200,51 Χ 26 =) 5.213,26 ευρώ, 39) Χ. Κ., ο οποίος αποχώρησε στις 9-2-2011, το ποσό των (203,97 Χ. 14 =.) 2,855,58 ευρώ, 40) Δ. Κ., ο οποίος αποχώρησε στις 23-7-2002, το ποσό των (170,75 Χ 26 =) 4.439,50 ευρώ, 41) Κ. Κ., η οποία αποχώρησε την 1-7-2007, το ποσό των (172,19 Χ 26 = ) 4.476,94 ευρώ, 42) Κ. Κ., ο οποίος αποχώρησε την 1-1-2006, το ποσό των (264 Χ 26=) 6.864 ευρώ, 44) Κ. Κ., ο οποίος αποχώρησε στις 7-4-2006, το ποσό των (159,57 Χ 26 =) 4.148,82 ευρώ, 46) Θ. Λ., ο οποίος αποχώρησε στις 15-2-2003, το ποσό των (170,75 Χ 26 =) 4.439,5 ευρώ, 47) Δ. Λ., ο οποίος αποχώρησε στις 18-6-2009. το ποσό των (172,93 Χ 26=) 4.496,18 ευρώ, 49) Ε. Μ., η οποία αποχώρησε στις 18-9-2010, το ποσό των (221,96 Χ 19 =) 4.217,24 ευρώ, 50) Γ. Μ., ο οποίος αποχώρησε στις 27-7- 2009, το ποσό των (170,01 Χ 26 =) 4.420,26 ευρώ, 52) Θ. Μ., ο οποίος αποχώρησε στις 28-12-2010, το ποσό των (198,35 Χ 16 =) 3.173,6 ευρώ, 53) Θ. Μ., ο οποίος αποχώρησε την 1-1-2007, το ποσό των (176,44 Χ 26=4.587,44 ευρώ), 54) Κ. Μ. χήρα Δ. Μ., ο οποίος αποχώρησε στις 20-6-2002, το ποσό των (162,75 Χ 26 =) 4.231,5 ευρώ , 56) Σ. Μ., ο οποίος αποχώρησε την 1-9-2005 το ποσό των (180,68 Χ 26 =) 4.697,68 ευρώ, 57) Β. Μ., η οποία αποχώρησε την 1-1-1998, το ποσό των (169.11 Χ 26 =) 4.396,86 ευρώ, 58) Σ. Μ., η οποία αποχώρησε την 1-1-1998 το ποσό των (162,75 Χ 26=) 4.231,5 ευρώ, 59) Ι. Μ., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία στις 15- 2-2010, το ποσό των (198,35 Χ 26 =) 5.157,10 ευρώ, 60) Ι. Μ., ο οποίος αποχώρησε την 1-5-2000, το ποσό των 174,71 Χ 26 =) 4.542,46 ευρώ, 62) Σ. Μ., ο οποίος αποχώρησε την 1-8- 2009, το ποσό των (272,68 Χ 26 =) 7.089,68 ευρώ, 67) Ο. Ν., η οποία αποχώρησε την 1-4-2007, το ποσό των (134,40 Χ 26 =) 3,494,4 ευρώ, 69) Ι. Ν., ο οποίος αποχώρησε στις 6-8-2005, το ποσό των (170,75 Χ 26 =) 4.439,50 ευρώ, 71) Χ. Ο. , η οποία αποχώρησε την 1- 9- 2000, το ποσό των (170,75 Χ 26 =) 4.439,50 ευρώ, 73) Ν. Π., ο οποίος στις 16- 2-2006, το ποσό των (176,28 Χ 26 =) 4.583,28 ευρώ, 74) Α. Π., ο οποίος αποχώρησε στις 8-10-2006, το ποσό των (176,28 Χ 26 =) 4.583,28 ευρώ, 76) Σ. Π., ο οποίος αποχώρησε στις 16-2-2006 το ποσό των (163,35 Χ 26 =) 4.247,10 ευρώ, 77) Ι. Π., ο οποίος αποχώρησε στις 2Μ-2005, το ποσό των (176,28 Χ 26 = ) 4.583,28 ευρώ, 78) Ν. Π., ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία στις 7-3-2005, το ποσό των (166,16 Χ 26=) 4.320,16 ευρώ, 79) Χ. Π., ο οποίος αποχώρησε στις 25-7-2007 το ποσό των (174,90 χ 26 =) 4.547,4 ευρώ, 80) Κ. Π., ο οποίος αποχώρησε στις 12-3-2007, το ποσό των (172,30 Χ 26 =) 4.479,80 ευρώ, 81) Λ. Π., ο οποίος αποχώρησε την 1- 6-2007, το ποσό των (176,28 Χ 26 =) 4.583,28 ευρώ, 82) Α. Π., ο οποίος αποχώρησε στις 18-9-2005, το ποσό των (170,75 Χ 26 =) 4.439,5 ευρώ, 84) Α. Ρ., η οποία αποχώρησε στις 3-11-2010 το ποσό των (202,91 Χ 17 =) 3.449,47 ευρώ, 85) Σ. Ρ., χήρα Κ. Ρ., ο οποίος αποχώρησε στις 23-7-2007, το ποσό των (161,12 Χ26 = ) 4.189,12 ευρώ, 86) Ε. Ρ., η οποία αποχώρησε την 1-6- 2007, το ποσό των (139,81 Χ 26=) 3.635,06 ευρώ, 87) Κ. Σ., ο οποίος αποχώρησε την 11-3-2008 το ποσό των (166,16 Χ 26 =) 4.320,16 ευρώ, 88) Τ. Σ., η οποία αποχώρησε από την υπηρεσία στις 7-10-2008, το ποσό των (180,68 χ 26 =) 4.697,68 ευρώ, 89) Α. Σ., ο οποίος αποχώρησε στις 7-10-2008, το ποσό των (217,10 Χ 26 =) 5.644,60 ευρώ, 91) Ι. Σ., ο οποίος αποχώρησε την 1-9- 2006, το ποσό των (170,75 Χ 26 =) 4.439,50 ευρώ, 92) Φ. Σ., η οποία αποχώρησε την 1-10-2000, το ποσό των (177,85 χ 26 =) 4.624,10 ευρώ, 94) Τ. Σ., ο οποίος αποχώρησε την 1-8-2001, το ποσό των (161,34 Χ 26 =) 4.194,84 ευρώ, 95) Π. Τ., ο οποίος αποχώρησε την 1-6-2002, το ποσό των (170,75 χ 26 =) 4.439,50 ευρώ 97) Γ. Τ., ο οποίος αποχώρησε στις 17-8-1998, το ποσό των (172,19χ26) 4.476,94 ευρώ, 98) Π. Φ., ο οποίος αποχώρησε την 1-4-2009, το ποσό των (168,36 Χ 26 =) 4.377,36 ευρώ, 100) Γ. Χ. , ο οποίος αποχώρησε στις 8-2-2011, το ποσό των (201,96 χ 14 =) 2.827, 44 ευρώ, 101) Α. Χ., ο οποίος αποχώρησε στις 13-2-2007, το ποσό των (170,75 χ 26 =) 4.439,5 ευρώ, 102) Ε. Χ. χήρα Χ. Α., ο οποίος αποχώρησε την 1-1-1999, το ποσό των (154.91 Χ 26 =) 4.027,66 ευρώ, 103 ) Ε. Χ., ο οποίος αποχώρησε την 1-9- 2006, το ποσό των (176,28 Χ 26 =) 4.583,28 ευρώ. £1 ως προς τους 6°, 9°, 36°, 49°, 62°, 63η, 66°, 68°, 95°, 96°, 98η, 104° των εφεσιβλήτων-εναγόντων, που αποχώρησαν από την υπηρεσία της εναγομένης μετά τη διακοπή της χορήγησης της επίδικης παροχής από την εναγομένη, ήτοι μετά το μήνα Μάιο του έτους 2012, καθ' ο μέρος το αιτούμενο παρ' εκάστου εξ αυτών ποσό υπερέβαινε το όριο των 2.250 ευρώ. και yX ως προς τους 5°, 16°, 40°, 52°, 56°, 61°, 70η, 73°, 81η, 89° και 92° των εφεσιβλήτων-εναγόντων, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία της εναγομένης πριν το μήνα Μάιο του έτους 2012, είχαν όμως εισπράξει ποσά μικρότερα των 2.250 ευρώ, καθ' ο μέρος το αιτούμενο παρ' εκάστου εξ αυτών ποσό υπερέβαινε το όριο των 2.250 ευρώ, ενώ κρίθηκε νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, καθ' ο μέρος το αιτούμενο παρ' εκάστου εκ των 5ου, 6ου, 9ου, 16ου, 36ου, 4θου, 49ου, 52ου, 56ου, 61ου, 62ου, 63ης, 66ου, 68ου, 70ης, 73ου, 81ης, 89ου, 92ου, 95ου, 96ου, 98ης και 104ου των εφεσίβλητων ποσό δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο των 2.250 ευρώ και έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς αυτούς και η εκκαλούσα υποχρεώθηκε να καταβάλει: στον 5° εφεσίβλητο Β. Γ. το ποσό των 33,03 ευρώ για το μήνα Μάιο του έτους 2012, καθώς αυτός είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 2.216,97 ευρώ (2.250-2.216,97), στον 6° εφεσίβλητο Ν. Γ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 9° εφεσίβλητο Χ. Γ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 16° εφεσίβλητο Δ. Ζ. το ποσό των 2.048,59 ευρώ (2.250-201,41), καθώς αυτός είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 201,41 ευρώ, στον 36° εφεσίβλητο Ε. Κ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 40° εφεσίβλητο Δ. Κ. του Γ. το ποσό των 588,56 ευρώ (2.250-1.661,44) καθώς αυτός είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 1.661,44 ευρώ, στον 49° εφεσίβλητο Α. Μ. του Α. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 52° εφεσίβλητο Ζ. Μ. το ποσό των 1.562,61 ευρώ (2.250-687,39), καθώς αυτός είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 687,39 ευρώ, στον 56° εφεσίβλητο Π. Μ. του Γ.. το ποσό των 105,93 ευρώ (2.250-2.144,07), καθώς αυτός είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 2.144,07 ευρώ, στον 61 ο° εφεσίβλητο Ι. Μ., το ποσό των 1.457,24 ευρώ (2.250- 792,76), καθώς αυτός είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 792,76 ευρώ, στον 62° εφεσίβλητο Β. Μ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στην 63η εφεσίβλητη Φ. Ν. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 66° εφεσίβλητο Δ. Ν. το ποσό των 2.250, στον 68° εφεσίβλητο Χ. Ν. το ποσό των 2.250 ευρώ, στην 70η εφεσίβλητη Β. Π. το ποσό των 2.058,54 ευρώ (2.250-191,76), καθώς αυτή είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 191,76 ευρώ, στον 73° εφεσίβλητο Σ. Π. το ποσό των 1.429,16 ευρώ (2.250- 820,84), καθώς αυτός είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 820,84 ευρώ, στην 81η εφεσίβλητη Μ. - ’. Π., χήρα Α. Β. το ποσό των 227 ευρώ (2.250-2.023), καθώς αυτή είχε λάβει μέχρι και το Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 2.023 ευρώ, στον 89° εφεσίβλητο Θωμά Σουλτούκη το ποσό των 557,54 ευρώ (2.250-1692,42), καθώς αυτός είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 1.692,46 ευρώ, στον 92° εφεσίβλητο Ν. Τ. το ποσό των 2.108,63 ευρώ (2.250-237,37), καθώς αυτός είχε λάβει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 το ποσό των 237,37 ευρώ, στον 95° εφεσίβλητο Β. Τ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 96° εφεσίβλητο Θ. Φ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στην 98η εφεσίβλητη Σ. Φ. το ποσό των 2.250 ευρώ και στον 104° εφεσίβλητο Μ. Χ. το ποσό των 2.250 ευρώ. Ότι, μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως οι ενάγοντες της αγωγής εκείνης άσκησαν αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής, μετά δε την έκδοση της υπ' αριθμ. 372/2019 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η εκ μέρους των εκεί εναγόντων ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 98/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η τελευταία κατέστη αμετάκλητη. Ότι από την ως άνω δικαστική απόφαση απορρέει δεσμευτικό μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων δεδικασμένο, που καλύπτει το ζήτημα της χορήγησης της παροχής του άρθρου 31 παρ. 4 του ΟΕΥ της εναγομένης, καθώς κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση από 27.12.2018 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 455/28.12.2018) αγωγής είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμ. 98/09.02.2017 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το εν λόγω δε δεδικασμένο ισχύει και κατά εκείνων που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων μετά το τέλος της δίκης, κατ' άρθρο 325 αριθμ. 2 ΚΠολΔ και εν προκειμένω κατά των 4ης, 38ης, 42ης, 55 α-β και 78ης των νυν εφεσίβλητων, υπό την ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων (συζύγων και τέκνων) των αποβιωσάντων εργαζομένων της εκκαλούσας.- Ακολούθως έκρινε ότι η ένδικη ως άνω αγωγή είναι : Α) απαράδεκτη ως προς τους 1ο, 2η, 3η, 4η, 5ο, 6ο, 7η, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24η, 25η, 26ο, 27ο, 29ο, 31η, 33ο, 34ο, 36ο, 37η, 38η , 39ο, 40ο, 41ο, 42η 43η, 44ο, 46ο, 47ο, 48ο, 49ο, 50ο, 51ο, 52ο, 53ο, 54ο, 56ο, 57ο, 58ος, 59ο, 60ο, 61ο, 62ο, 63η, 64η, 66ο, 67ο, 68ο, 69η, 70η, 71ο, 72ο, 73ο, 74ο, 75ο, 76ο, 77ο, 78η, 79ο, 80ο, 81ο, 82ο, 83ο, 84η, 87η, 88ο, 89ος, 90ο, 91η, 92ο, 93ο, 94ο, 95ο, 96ο, 97ο, 98η, 99ο, 102ο, 103ο και 104ο των εναγόντων λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από την ως άνω υπ' αριθμ. 98/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Β) μη νόμιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της, καθόσον η επίδικη, προβλεπόμενη στο άρθρο 31 παρ. 4 της εναγομένης κοινωφελούς επιχείρησης, παροχή εμπίπτει στην έννοια της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 και κατά συνέπεια υπόκειται στον επιβαλλόμενο με τη διάταξη αυτή περιορισμό ως προς το ύφος της, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια, ως προς τον 32° ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, διότι με βάση τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, από την έναρξη ισχύος του τροποποιημένου ΟΕΥ της εναγομένης, το μήνα Μάρτιο του έτους 2010 έως και το μήνα Απρίλιο του έτους 2012, κατά τον οποίο καταβλήθηκε για τελευταία φορά η επίδικη παροχή από την εναγομένη και δη για χρονικό διάστημα 26 μηνών, ο 32ος ενάγων Α. Κ., ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη με την ειδικότητα του εργάτη - τεχνίτη υδραυλικού στις 18.09.1972 και συνταξιοδοτήθηκε την 1-7-2000, λαμβάνοντας κατά το χρόνο συνταξιοδότησής του μηνιαίες αποδοχές ποσού 1.762,80 ευρώ, είχε λάβει από την εναγομένη ως παροχή του άρθρου 31 παρ. 4 το ποσό των 4.583,28 ευρώ (176,28 ευρώ μηνιαίως χ 26 μήνες), καθώς και ως προς τους 8°, 21°, 28°, 30η, 35°, 45η, 65°, 85η, 86η, 88°, 100° και 101° των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων, οι οποίοι αποχώρησαν κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο μετά τη διακοπή της επίδικης παροχής από την εναγομένη το Μάιο του έτους 2012, καθ' ο σκέλος το αιτούμενο παρ' εκάστου ποσό υπερβαίνει το όριο των 2.250 ευρώ. Ακολούθως, αφού δέχθηκε την ως άνω έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την υπ'αριθμ. 95/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου και αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, α) απέρριψε αυτή ως προς τους 1ο, 2η, 3η, 4η, 5°, 6° , 7η, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14°, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο, 22ο, 23ο, 24η, 25η, 26ο, 27ο, 29ο, 31η, 32°, 33ο, 34ο, 36ο, 37η, 38η , 39ο, 40ο, 41ο, 42η 43η, 44ο, 46ο, 47ο, 48ο, 49ο, 50ο, 51ο, 52ο, 53ο, 54ο, 56ο, 57ο, 58ος, 59ο, 60ο, 61ο, 62ο, 63η, 64η, 66ο, 67ο, 68ο, 69η, 70η, 71ο, 72ο, 73ο, 74ο, 75ο, 76ο, 77ο, 78η, 79ο, 80ο, 81ο, 82ο, 83ο, 84η, 87η, 89ο, 90ο, 91η, 92ο, 93ο, 94ο, 95ο, 96ο, 97ο, 98η, 99ο, 102ο, 103ο και 104ο των εναγόντων, β) δέχθηκε εν μέρει αυτή ως προς τους 8ο 2r 28ο^ 30πι 35°, 45°, 65°, 85η, 86η, 88°, 100° και 101° των εναγόντων και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σ' αυτούς τα παρακάτω ποσά: στον 8° ενάγοντα Ι. Γ. του Δ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 21° ενάγοντα Ν. Ζ. του Α. το ποσό των 761 ευρώ, στον 28° ενάγοντα Π. Κ. του Β. το ποσό των 2.250 ευρώ, στην 3d ενάγουσα ’. Κ. του Θ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 35° ενάγοντα Δ. Κ. του Σ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στην 45η ενάγουσα Κ. Κ. του Ν. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 650 ενάγοντα Γ. Ν. του Χ. το ποσό των 107,75 ευρώ, στην 851 ενάγουσα ’. Σ. χα Γ.. Δ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στην 86ι ενάγουσα Φ. Σ. του Δ. το ποσό των 2.250 ευρώ, στον 88° ενάγοντα Δ. Σ. του Σ. το ποσό των 256 ευρώ, στον 1οο° ενάγοντα Χ. Χ. του Ι. το ποσό των 2.250 ευρώ και στον 101° ενάγοντα Ζ. Χ. του Η., το ποσό των 2.250 ευρώ.
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τους ανωτέρω αναφερόμενους αναιρεσείοντες, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 4 του ισχύοντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ) της εναγομένης, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 17.943/29,12.2009 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας "Περί Τροποποίησης του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑ Λάρισας" (ΦΕΚ Β 190/25.02.2010) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, καθώς και των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 α.ν. 173/1967, 1 παρ. 1 ν.δ. 618/1970, όπως και των άρθρων 30 ν. 4024/2011 και 34 ν.4354/2015. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ενόψει της φύσης της αναιρεσίβλητης, ως δημόσιας κοινωφελούς επιχείρησης, η προβλεπόμενη από το άρθρο 31 παρ.4 του ισχύοντος Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της επίδικη παροχή, εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 και υπόκειται στον επιβαλλόμενο με τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 αυτού περιορισμό ως προς το ύψος της, ήτοι δε μπορεί να υπερβεί το ποσό των 2.250 ευρώ. Οι προβλέψεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας δεν υπερισχύουν των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων, με τις οποίες θεσπίσθηκε το ανωτέρω όριο, οι οποίες καταλαμβάνουν τις ένδικες παροχές στους εργαζομένους της Δ.Ε.Υ.Α.Λ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει του ότι, α) η Δ.Ε.Υ.Α. ... αποτελεί δημοτική επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, η οποία, ανεξαρτήτως του νομικού ενδύματος ως Ν.Π.Ι.Δ. και του χαρακτηρισμού της ως επιχείρησης ειδικού σκοπού (άρθρο 252 παρ. 4 του ν.3463/2006), έχει κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και τελεί σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από το Δήμο ..., στον οποίο ανήκει και υπάγεται (Ολομ. ΑΠ 5/2022) και β) η επίμαχη οικονομική παροχή που επιγράφεται στο άρθρο 31 παρ.4 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΛ ως "Εφάπαξ Αποζημίωση Τακτικού Προσωπικού", καταβαλλόμενη "ως πρόσθετη αποζημίωση" κατά την αποχώρηση των εργαζομένων από την επιχείρηση εξαιτίας αυτής, εμπίπτει στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 και επομένως υπόκειται στον επιβαλλόμενο με αυτή περιορισμό ως προς το ύψος της κατά τα εκτεθέντα παραπάνω. Και τούτο διότι, η εν λόγω παροχή, ενόψει του ότι χορηγείται σε όλους τους απολυόμενους, και με οποιονδήποτε τρόπο αποχωρούντες υπαλλήλους, εφόσον βέβαια έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 15ετή παραμονή στην επιχείρηση, κατά τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις του Ο.Ε.Υ Δ.Ε.Υ.Α ... έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα καθόσον αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του. Συνακόλουθα, η παροχή αυτή, ενόψει και του τρόπου και του χρόνου καταβολής αυτής δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, συνδεόμενο με την παροχή της εργασίας. Επομένως αφού αυτή συνιστά πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση πέραν εκείνης του ν. 2120/1920 και υπόκειται στο τιθέμενο με τα άρθρα 2 παρ.2 και 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό, τα αιτούμενα ποσά της αγωγής, κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 2.250 ευρώ, που θέτει η ως άνω διάταξη (15.000 ευρώ Χ 15%=2.250 ευρώ) δεν είναι νόμιμα (ΑΠ 1493/2018). Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ομοίως αβάσιμες είναι και οι επιπλέον επικαλούμενες με τον ίδιο λόγο αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 30 ν. 4024/2011 και 34 ν.4354/2015 (με την οποία τελευταία καταργήθηκε η περ. 12 της υπ. Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012), αφού οι εν λόγω διατάξεις αφορούν τη μισθολογική και βαθμολογική κατάσταση των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας και όχι αποζημίωση οφειλόμενη βάσει οικείων διατάξεων μετά τη λήξη της συμβάσεως εργασίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1235/2020). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 (αντίστ. αριθμ. 8 αρθρ. 559) ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δέχθηκε δεδικασμένο, ως προς τους αναφερόμενους ως άνω των αναιρεσειόντων, που προέκυψε από την υπ' αριθμ. 98/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 372/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία (υπ'αριθμ. 98/2017 απόφαση), αφού έκανε δεκτή την από 2-7-2019 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. απόφαση 95/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... και αφού κράτησε την ένδικη αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, απέρριψε αυτή, χωρίς η εναγομένη-αναιρεσίβλητη να έχει προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο την ένσταση δεδικασμένου, αφού πρότεινε αυτή με την προσθήκη των προτάσεων της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το δεδικασμένο που προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, το δε Εφετείο που έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή, δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 1351/2010, 1054/2005). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου είχε προτείνει η εκκαλούσα αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, με την ειδικότερη αναφορά ότι "η προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. 372/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε αμετάκλητα, μεταξύ των ίδιων διαδίκων αλλά για προγενέστερο χρονικό διάστημα ότι η επίδικη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.4 του ΟΕΥ της εκκαλούσας -εναγομένης κοινωφελούς επιχείρησης παροχή, εμπίπτει στην έννοια της πρόσθετης αποζημίωσης ...." και είχε προσκομίσει στο Εφετείο την απόφαση αυτή.
Τέλος, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ως δικαστήριο δευτέρου βαθμού επί αποφάσεως ειρηνοδικείου, δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω υπ'αριθμ. 98/2017 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., για το ζήτημα της χορήγησης της παροχής του άρθρου 31 παρ. 4 του ΟΕΥ της εναγομένης, είναι απαράδεκτος, αφού τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων. Ούτε άλλωστε μπορεί να εκτιμηθεί ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (αντίστοιχος του αριθμού 1 του άρθρου 559), όπως αβάσιμα επιχειρείται, αφού τέτοιος λόγος ιδρύεται μόνο όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικών διατάξεων, όπως είναι οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας δεδικασμένου κατά τα άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου τους, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ΑΠ 366/2019, 1559/2017, 1320/2010).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους παραπάνω αναιρεσείοντες (πλην των 8ου, 21ου, 62ου, 69ης, 91ης και 94ου) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες αυτοί λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), χωρίς τον περιορισμό του αρθ. 22 ν. 3693/1957 δεδομένου ότι οι ΔΕΥΑ δεν αποτελούν ΟΤΑ αλλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου τα οποία λειτουργούν με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διαθέτουν ίδια έσοδα και δική τους αυτόνομη ταμειακή υπηρεσία και το δικό τους ταμειακό συμφέρον δεν ταυτίζεται με αυτό του Δημοσίου ή των ΟΤΑ (ΑΠ 1013/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29-7-2021 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 192/2021) αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ως προς τους 8°, 21°, 62°, 69η 91η και 94° των αναιρεσειόντων.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, πλην των 8ου, 21ου, 62ου, 69ης 91ης και 94ου των αναιρεσειόντων, να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητο το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ