Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 758 / 2023    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 758/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: O. K. (Ο. Κ.), κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Διακογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. (Α.) Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Γρατσία και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/4/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7084/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1443/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/7/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30.07.2021 και με ειδικό αριθ. κατάθ. …/….2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1443/14.03.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η ένδικη αυτή αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552,553,556,558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρα 74 παρ.1 εδ. α' Ν.4690/2020,83 παρ.1 περ. α'Ν. 4790/2021 και ερμηνευτικές διατάξεις άρθρων 25 Ν.4792/2021 και 49 Ν.4963/2022). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 1234/2015). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, συνιστάται ατύπως και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων. Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομα του να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 227/2012). Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ. Ειδικότερα δε, από τις διατάξεις των άρθρων 766 εδάφιο πρώτο και 767 παράγραφος 2 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και επί αφανούς εταιρείας, προκύπτει ότι αν ο εταίρος τέτοιας εταιρείας, που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο την καταγγείλει άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας, ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων (ΑΠ 681/2010, ΑΠ 536/2002, ΑΠ 109/1997, ΑΠ 1458/1995), τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η καταγγελία επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 766). Σπουδαίο λόγο, εξάλλου, συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό, αναγόμενο ή όχι στο πρόσωπο του καταγγέλοντος, το οποίο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή για τον καταγγέλοντα την εξακολούθηση της εταιρείας έως το χρόνο λήξεως της διάρκειάς της. Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται αντικειμενικώς. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εταιρείας, που είναι αόριστη νομική έννοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 681/2010). Περαιτέρω, μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας, υπό το νομικό καθεστώς, που ίσχυε μέχρι την έναρξη, στις 11-04-2012, της ισχύος του Ν. 4072/2012, δεν απαιτείτο να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ` αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός εάν είχε συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά. Πράγματι, από το συνδυασμό των άρθρων 779 ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που η εισφορά συνίσταται στη χρήση ορισμένων πραγμάτων, αυτά αποδίδονται αυτούσια, 780 ΑΚ, που ρυθμίζει τον τρόπο εκκαθάρισης της εταιρείας αν υπάρχουν κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους και μεταξύ τους και τα της επιστροφής των εισφορών, 781 ΑΚ, περί μετατροπής του ενεργητικού σε χρήμα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, 782 ΑΚ, περί διανομής του τελικά απομένοντος υπολοίπου μεταξύ των εταίρων και 719 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της, προκύπτει, ότι ο αφανής, (εταίρος) δικαιούται να απαιτήσει την εισφορά του σε χρήμα μετά τη λύση της εταιρείας, αν αυτή υπάρχει στο ενεργητικό της είτε γιατί δεν δαπανήθηκε, για τις ανάγκες της εταιρείας, είτε γιατί καλύπτεται από το υπόλοιπο της εκκαθάρισης των σχετικών λογαριασμών (ΑΠ 393/2006, ΑΠ 116/2013, ΑΠ 1234/2015). Ωστόσο, κατά το άρθρο 291 παρ.1 εδ. β`, του ανωτέρω (νεώτερου) Ν.4072/2012, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η καταγγελία της αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα, στις 03-11-2014, ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος του, στις 11-4-2012, τη λύση της αφανούς εταιρείας, ακολουθεί πάντοτε η εκκαθάριση, την οποία διενεργεί ο εμφανής εταίρος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τις προϊσχύσασες αυτής, ανωτέρω αναφερόμενες, διατάξεις, προκύπτει ότι, εφόσον σ` αυτή προβλέπεται, μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας, που λαμβάνει χώρα μετά την ανωτέρω ημερομηνία έναρξης της ισχύος της, να ακολουθήσει, υποχρεωτικά, στάδιο εκκαθάρισης, η ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκκαθάρισης αποτελεί, πλέον, προϋπόθεση της αξίωσης του αφανούς εταίρου για απόδοση της εταιρικής του εισφοράς (ΑΠ 1381/2021,ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1192/2019). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4)πρόσφορος αιτιώδη σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με την αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ΑΚ και 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο. Ειδικότερα η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφωτίσεώς του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος ή επιχειρούντος την πράξη και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή του ωφελούμενου από την πράξη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 201/2021,ΑΠ 2149/2014, ΑΠ 715/2011, ΑΠ 652/2011,ΑΠ 342/2009). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι οι εξής: α) ανθρώπινη συμπεριφορά, περιλαμβάνουσα τόσο τις θετικές ενέργειες όσο και τις παραλείψεις, αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, όπως το εννοιολογικό τους περιεχόμενο αναφέρεται ανωτέρω, β) πρόθεση επαγωγής ζημίας, γ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της επελθούσης ζημίας. Ο δόλος (πρόθεση) αναφέρεται στην επαγωγή ζημίας, όχι στον ανήθικο ή παράνομο χαρακτήρα της πράξεως. Ο δε ζημιώσας πρέπει να γνωρίζει ότι με η συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και να αποδεχόταν την πρόκληση της ζημίας, αρκεί δηλαδή και ο ενδεχόμενος δόλος. Η αντικείμενη δε στα χρηστά ήθη συμπεριφορά είναι αντικειμενικώς παράνομη πράξη, ανεξαρτήτως του εάν αυτή επιτρέπεται από το νόμο (ΑΠ 455/2014,ΑΠ 1805/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011,ΑΠ 1648/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 8-3-2015 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της αντιδίκου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, προκύπτει ότι η ενάγουσα εκθέτει τα εξής: Ότι συνεπεία της απατηλής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία της παρέστησε ψευδώς, ότι έχει οικονομική επιφάνεια και είναι φερέγγυα παραπλανήθηκε και συνέστησε μαζί της, στις 6-11-2013, αφανή εταιρία, με σκοπό την εκμετάλλευση της ατομικής επιχείρησης (καταστήματος) εμπορίας ειδών δώρων και οικιακού εξοπλισμού, που διατηρούσε η τελευταία στην Αθήνα, και στην οποία η ίδια(ενάγουσα) εισέφερε το χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ και συμμετείχε κατά ποσοστό 20% σ' αυτήν ως αφανής εταίρος, η δε εναγομένη συμμετείχε κατά το υπόλοιπο ποσοστό 80% (στην εταιρία) ως εμφανής εταίρος. Ότι μοναδικός διαχειριστής της εταιρίας συμφωνήθηκε να είναι η εναγομένη, η οποία υποχρεούνταν από τη σύμβαση να ενημερώνει ανά τετράμηνο την ενάγουσα για την οικονομική πορεία της εταιρίας καθώς και να προβεί σε τυπική πρόσληψη αυτής, προκειμένου να μπορεί να εμφανίζεται στο κατάστημα, όποτε η ίδια το επιθυμούσε. Ότι συμφώνησαν, επίσης, ότι θα υπήρχε μία δοκιμαστική περίοδος ενός έτους, με δικαίωμα αναιτιώδους υπαναχώρησης για αμφότερες, για την περίπτωση που μία εξ αυτών δεν θα επιθυμούσε τη συνέχιση της εταιρικής σχέσης. Ότι ενώ αυτή(ενάγουσα) κατέθεσε εμπροθέσμως την εταιρική εισφορά της των 40.000 ευρώ, αντίθετα η εναγομένη ουδέποτε τήρησε τα συμφωνηθέντα περί οικονομικής ενημέρωσής της και τυπικής πρόσληψής της. Ότι, επίσης, η αλήθεια ήταν ότι η εναγομένη δεν υπήρξε φερέγγυα, αφού, όπως πληροφορήθηκε εκ των υστέρων, το Φεβρουάριο του έτους 2015, μετά την εκ μέρους της καταγγελία της ως άνω αφανούς εταιρίας, στην οποία αναγκάστηκε να προβεί στις 4.11.2014 και την επί ματαίω αναζήτηση της επιστροφής του ποσού των 40.000 ευρώ από την εναγομένη εμφανή εταίρο, ήδη από το έτος 2012 εκκρεμούσαν σε βάρος της τελευταίας (εναγομένης) διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες επιτασσόταν να καταβάλει σε τρίτους δανειστές της το συνολικό ποσό των 150.000 ευρώ. Και ότι αν αυτή(ενάγουσα) γνώριζε την ύπαρξη του χρέους αυτού και τις οικονομικές δυσκολίες, τις οποίες αντιμετώπιζε η εναγομένη δεν θα δεχόταν να υπογράψει τη συμφωνία για τη σύσταση αφανούς εταιρίας και να της καταβάλει το ποσό των 40.000 ευρώ. Ενόψει δε της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία συνιστά κατά τους ισχυρισμούς της(ενάγουσας), απάτη και κατά συνέπεια αδικοπραξία, αλλά και συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, εξαιτίας της οποίας υπέστη ζημία στην περιουσία της ισόποση των 40.000 ευρώ, ζητούσε με την αγωγή της να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό αυτό(των 40.000 ευρώ) νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας, επικουρικά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και το ποσό των 9.956 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7084/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτήν(αγωγή), ως προς την αδικοπρακτική της βάση, ως μη νόμιμη, και τα συναφή με αυτή αιτήματα καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ δέχτηκε, εν μέρει, ως νόμω και κατ' ουσίαν βάσιμη την ως άνω αγωγή ως προς την ενδοσυμβατική της θεμελίωση και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 40.000 ευρώ νομιμοτόκως από τις 7-11-2014. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι, παραπονούμενοι, με τους αντίστοιχους, κατά τη σύνοψη, λόγους τους, αφενός για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αμφότεροι, αφετέρου για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, η εκκαλούσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά το μέρος που έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή της εφεσίβλητης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Το δε Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 1443/2019 απόφασής του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: "...Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, όπως παρατέθηκε, το δικαστήριο εκτιμά, ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, τους οποίους προτείνει η ενάγουσα... δεν δύνανται να στηρίξουν νομικά την απαίτηση προς καταβολή του ποσού των 40.000 ευρώ, που κατά τα εκτιθέμενα συνιστά χρηματική εισφορά, στις διατάξεις της σύμβασης της αφανούς εταιρίας... επιπροσθέτως δε αντίστοιχη αγωγική βάση θα ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη. Και τούτο διότι πέραν του γεγονότος ότι ζητείται η μη ερειδόμενη στο νόμο επιστροφή της χρηματικής εισφοράς της ενάγουσας και όχι η προσήκουσα κατ' άρθρο 291 εδ.β' ν. 4072/2012 καταβολή της αξίας της εταιρικής της συμμετοχής, δια της επικαλούμενης στην αγωγή καταγγελίας, που έγινε στις 4-11-2014, επήλθε λύση της εταιρίας και είσοδος στο στάδιο της εκκαθάρισης αυτοδικαίως και σύμφωνα με το νόμο, με αποτέλεσμα η εκ της εταιρικής σχέσης αξίωση της ενάγουσας προς απόδοση της αξίας συμμετοχής της να μη δύναται να ασκηθεί αυτοτελώς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο κατά τη διερεύνηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής έκρινε νόμιμο το αίτημα καταβολής του ποσού των 40.000 ευρώ ως προς την ενδοσυμβατική του βάση... σύμφωνα με τα άρθρα 340,345,361,741 επ., 767 επ. ΑΚ, προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό και υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών όχι στους ορθούς κανόνες δικαίου, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα-εναγομένη με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, κατόπιν προσήκουσας εκτίμησης του περιεχομένου αυτού...
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω λόγος της έφεσης... Ακολούθως... σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ψευδείς παραστάσεις της εναγομένης περί της φερεγγυότητάς της και της ανθηρής οικονομικής της κατάστασης δημιούργησαν πλάνη στην ενάγουσα, συνεπεία της οποίας παραπείσθηκε και προέβη σε πράξη, που συνιστά δικαιοπραξία, δηλαδή συνεβλήθη με την εναγομένη κατά τη σύσταση αφανούς εταιρίας, όπου μετείχε η ίδια ως αφανής εταίρος και η εναγομένη ως εμφανής. Η πράξη, όμως, αυτή δεν συνιστά διάθεση περιουσίας, όπως θα συνέβαινε αν επρόκειτο (ενδεικτικώς) για σύμβαση δανείου. Λόγω του ότι συνεπώς η ενάγουσα εξαιτίας της πλάνης της δεν προέβη σε πράξη, που επέφερε μεταβολή της περιουσίας της, η εκ μέρους της καταβολή του ποσού των 40.000 ευρώ στην εναγομένη ως αντάλλαγμα για την απόκτηση ποσοστού 20% συμμετοχής στην εταιρία, που κατά την ενάγουσα συνιστά την περιουσιακή βλάβη και άρα τη ζημία δεν αποτελεί άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης και άρα δεν δύναται να συνδεθεί αιτιωδώς με την παράσταση αυτή. Μετά ταύτα το δικαστήριο κρίνει, ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω η ποινικά κολάσιμη και άρα παράνομη πράξη της απάτης... ως γενεσιουργός λόγος της υποχρέωσης της εναγομένης προς αποζημίωση της ενάγουσας... και συνακόλουθα δεν είναι νόμιμη η υπό κρίση αγωγή κατά το αίτημά της περί επιδίκασης αποζημίωσης υπέρ της ενάγουσας για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής της βλάβης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 και 923 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 386 ΠΚ... Η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την διαλαμβανόμενη στην παρούσα απόφαση, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, όσα δε αντίθετα επικαλείται η εκκαλούσα... με τον πρώτο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα... Η απατηλή συμπεριφορά της εναγομένης, δηλαδή οι ψευδείς παραστάσεις της, που παραπλάνησαν την ενάγουσα σχετικά με το γεγονός της οικονομικής της κατάστασης, αναμφίβολα αποτελεί συμπεριφορά, που μεμονωμένα επισκοπούμενη αντίκειται στα χρηστά ήθη, πλην, όμως, δεν είναι αυτή, που στην ένδικη υπόθεση παρουσιάζει νομικό ενδιαφέρον στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ. Νομικό ενδιαφέρον προκειμένου να κριθεί η αντίθεσή της στα χρηστά ήθη παρουσιάζει η δικαιοπραξία της σύστασης της αφανούς εταιρίας, στην οποία συνεβλήθη ως εμφανής εταίρος η εναγομένη και ως αφανής εταίρος η ενάγουσα. Η πράξη αυτή της εναγομένης, δηλαδή η σύναψη της σύμβασης της αφανούς εταιρίας με την ενάγουσα προφανώς δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, αλλά αποτελεί πράξη σύννομη κατά τις διατάξεις των άρθρων 285 επ. του ν.4072/2012. Τούτο ενισχύεται και από το περιεχόμενο και τους όρους της σύμβασης αυτής, που αναλύονται στην αγωγή και περί των οποίων η ενάγουσα ενημερώθηκε και ακολούθως υπέγραψε τη συμφωνία αναλαμβάνοντας τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Ειδικότερα (κατά τα εκτιθέμενα), η ενάγουσα εισέφερε το ποσό των 40.000 ευρώ ως αντάλλαγμα της συμμετοχής της κατά ποσοστό 20% στην εταιρία, προβλέφθηκε τυπική πρόσληψη της ενάγουσας από την εμφανή εταίρο, προκειμένου να επισκέπτεται το κατάστημα και να έχει προσωπική άποψη για την πρόοδο ή μη της επιχείρησης καθώς και δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, το οποίο και άσκησε η ενάγουσα. Τα γεγονότα που τίθενται στην αγωγή, ότι δηλαδή η εναγομένη με διάφορες προφάσεις εν τέλει δεν προσέλαβε, τυπικά, την ενάγουσα, επίσης, δεν αποτελούν παράνομη συμπεριφορά αντίθετη στην κοινωνική ηθική και τα χρηστά ήθη, παρά μόνο παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της εναγομένης. Ως εκ τούτου η επικουρική βάση της αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 919 ΑΚ δεν είναι νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε σιωπηρά τους σχετικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας δεν έσφαλε. Όσα αντίθετα, επομένως, επικαλείται η εκκαλούσα... με τον δεύτερο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ενόψει των όσων έγιναν δεκτά, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η... έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας και να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η... έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης, παρέλκει δε μετά ταύτα, να διερευνηθούν οι λοιποί λόγοι περί πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων, που διαλαμβάνονται στη δεύτερη έφεση...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε και δέχτηκε τυπικά αμφότερες τις ως άνω αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε μεν κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώ δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξάφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 7084/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της, με τις οποίες έγινε, κατά ένα μέρος, κατ' ουσίαν δεκτή η αγωγή, και, κρατώντας την υπόθεση και επαναδικάζοντας την αγωγή κατά τούτο, απέρριψε αυτήν. Η αναιρεσείουσα με τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, αντίστοιχα, αιτιάται ότι το Εφετείο, κρίνοντας, αφενός την κύρια εκ της συμβάσεως της αφανούς εταιρίας βάση της αγωγής της, και αφετέρου την συρρέουσα περί απάτης αδικοπρακτική βάση της αγωγής της, ως και την επικουρική αγωγική βάση της αδικοπραξίας, που τελέσθηκε σε βάρος της από πράξη αντικείμενη στα χρηστά ήθη, ως μη νόμιμες, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 291 του Ν. 4072/2012 και των άρθρων 147,149,914,919 και 197,198 παρ.1 του ΑΚ, καθώς την μεν διάταξη του άρθρου 291 του Ν.4072/2012 κακώς ερμήνευσε και δέχθηκε την εφαρμογή της, ενώ δεν έπρεπε να την εφαρμόσει, τις δε λοιπές διατάξεις κακώς και εσφαλμένως δεν τις εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, άλλως επειδή τις εφάρμοσε εσφαλμένα, άλλως επειδή ψευδώς τις ερμήνευσε. Οι λόγοι, όμως, αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον η μεν πρώτη ως άνω διάταξη του άρθρου 291 του Ν.4072/2012, στην προκειμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέα και ορθώς ερμηνεύτηκε και έγινε εφαρμογή της, σύμφωνα και με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη, δοθέντος ότι η καταγγελία της αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έλαβε χώρα, στις 03-11-2014, ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω Ν.4072/2012, στις 11-4-2012, οπότε τη λύση της αφανούς εταιρείας, ακολουθεί πάντοτε η εκκαθάριση, την οποία διενεργεί ο εμφανής εταίρος και πρέπει να την ακολουθήσει, υποχρεωτικά, η ολοκλήρωση δε αυτής(διαδικασίας εκκαθάρισης) αποτελεί, πλέον, προϋπόθεση της αξίωσης του αφανούς εταίρου για απόδοση της εταιρικής του εισφοράς, οι δε λοιπές επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 147,149,914,919 ΑΚ προς θεμελίωση της περί απάτης αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής, καθώς και της αντίστοιχης επικουρικής περί αδικοπραξίας ένεκα πράξεως αντικειμένης στα χρηστά ήθη, ως μη εφαρμοσθείσες, δεν ήταν πράγματι, εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού το περιεχόμενο της αγωγής, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνει την εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 147,149,914 και 919 ΑΚ, που επικαλείται η παθούσα αναιρεσείουσα, καθόσον δεν θεμελιώνεται ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος της φερόμενης ως αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης με την επικαλούμενη ζημία της αναιρεσείουσας, η οποία, όπως προεκτέθηκε, κατά τους ισχυρισμούς της, συνίσταται στο χρηματικό ποσό της εισφοράς της, που κατέβαλε για τη σύσταση της αφανούς εταιρίας μεταξύ των διαδίκων, και συνακόλουθα δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Οι επικαλούμενες, επίσης, από την αναιρεσείουσα διατάξεις των άρθρων 197 και 198 παρ.1 ΑΚ, που αναφέρονται στην ευθύνη των μερών από τις διαπραγματεύσεις, δεν ήταν, επίσης εφαρμοστέες και ορθώς δεν εφαρμόστηκαν από το Εφετείο, εφόσον η αγωγή δεν περιελάμβανε σχετική βάση για αξίωση αποζημίωσης απορρέουσα από ζημία που προξενήθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης, αλλ' ούτε τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά αρκούσαν και ήταν δυνατόν να θεμελιώσουν σχετική ευθύνη της αναιρεσίβλητης έναντι της αναιρεσείουσας, θεμελιούμενη στις ως άνω διατάξεις.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ αποτελέσματος της έφεσης έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία την οποία έχει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί να εξετάσει αυτεπάγγελτα αν η αγωγή είναι νόμιμη, ορισμένη και παραδεκτή και να την απορρίψει για τους λόγους αυτούς, ακόμη και χωρίς ειδικό παράπονο εκ μέρους του εκκαλούντος, αρκεί να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 7/2001, ΑΠ 1216/1997, ΑΠ 455/1995, ΑΠ 1183/1993). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 793/2015) και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου (ΑΠ 701/2008). Ειδικότερα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθεμένων σ` αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος, και προσδίδει στην προσβαλλομένη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον υπάγει απλά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα (ΑΠ 82/2021, ΑΠ 514/2020, ΑΠ 1040/2018, ΑΠ 1973/2007,ΑΠ 45/2006,ΑΠ 1487/2005), ούτε, επίσης, όταν, κατά νόμιμη υποχρέωσή του, κρίνει, αυτεπαγγέλτως, περί της νομικής βασιμότητας ή αβασιμότητας της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, κρίνοντας ως ορθή την απόρριψη της αγωγής της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμης, κατά τη διττή αδικοπρακτική βάση της, συμπληρώνοντας την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης, αυτεπαγγέλτως, προσθέτοντας την έλλειψη του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας, χωρίς να έχει προταθεί τέτοιος νομικός ισχυρισμός και έτσι έχει χειροτερεύσει τη θέση της ως εκκαλούσας. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από την προεκτεθείσα διάταξη, όταν το δικαστήριο, όπως, εν προκειμένω, εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο προβαίνοντας στην έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής και αποφάνθηκε περί του νόμω αβασίμου αυτής (αγωγής), με βάση το σύνολο των εκτιθεμένων σ` αυτήν πραγματικών περιστατικών, έστω και αν κατέληξε σε διαφορετικό από το προβαλλόμενο από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα νομικό συμπέρασμα. Απορριπτέος, όμως, κρίνεται, ως απαράδεκτος, και ο πρώτος, επίσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, και συγκεκριμένα επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αγνόησε ισχυρισμό της περί θεμελίωσης ευθύνης της αναιρεσίβλητης για άμεση απόδοση της εισφοράς της, απορρέουσας από το άρθρο 8.2 του από 6-11-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη, κατά την αντίστοιχη κύρια βάση της από τη σύμβαση.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.07.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1443/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή