Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 225 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 225/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στα Ιωάννινα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. Των εικαζομένων ιδιοκτητών - καθ' ων η από 8-4-2013 (αριθ. καταθ. 142/2015) αίτηση: 1) ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δήμος ...", που εδρεύει στο Μέτσοβο Ιωαννίνων και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ.ιδ. 1, 2, 3, 7, 8, 8Α, 8Β, 10, 10Α, 10Β, 10Γ, 11, 11Α, 17, 18, 19Α, 20, 20Β, 26Α, 26Β), 2) α. Μ. χας Ι. Δ., το γένος Χ. και Σ. Σ., κατοίκου ... Αττικής, … και 10. Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 21Α), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2013 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 380/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με τις ασκηθείσες διά των προτάσεών τους ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 71/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδάφ. α' του Ν. 2882/2001, σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στην δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, η οποία ισχύει εν προκειμένω, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ. 1 Ν. 4714/2020, ΦΕΚ Α 148/31.7.2020, και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αιτήσεις αναιρέσεως. Ειδικότερα: "Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου, το γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και το γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα. Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι' αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων". Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο ’ρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νομίμως, ο ’ρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 749/2024, Α.Π. 530/2023, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4, εδάφ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρον 575 εδάφ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων, που θα συζητηθούν, κατά την δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά την μετ' αναβολήν συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στην δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως. Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολήν δικάσιμο (Ολ. Α.Π. 41/2005, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 530/2023, Α.Π. 59/2023, Α.Π. 48/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, από 3-7-2024 έκθεση τοιχοκολλήσεως της Μαριάννας Νίκου, υπαλλήλου του Αρείου Πάγου, περί τοιχοκολλήσεως στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου επικυρωμένου αντιγράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, από 9-7-2024 έκθεση τοιχοκολλήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως στον πίνακα ανακοινώσεων του Δήμου ... Νομού Ιωαννίνων και από 9-7-2024 έκθεση τοιχοκολλήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως στον πίνακα ανακοινώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, επικυρωμένα αντίγραφα της ένδικης, από 10-10-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 46/12-10-2018) αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 71/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), την 27-1-2023, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 και την συνημμένη σε αυτήν, υπ' αριθμ. πρωτ. 142/27-6-2024, βεβαίωση του Γραμματέα της έδρας του Δ' Πολιτικού Τμήματος Αθανασίου Λιάπη, περί αναβολής της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-10-2024) και με αριθμό πινακίου 7, τοιχοκολλήθηκαν στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου, του Δήμου ... Νομού Ιωαννίνων και του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, ενώ η σχετική ειδοποίηση αναρτήθηκε: α) στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων), την 12-7-2024, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 12-7-2024 βεβαίωση και β) στον ιστότοπο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών την 11-7-2024, όπως προκύπτει από την έκθεση βεβαιώσεως αναρτήσεως της Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Υποστηρίξεως Πληροφορικής και Ηλεκτρονικών Συστημάτων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση παραστάσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όλοι οι αναιρεσίβλητοι, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., πριν από εξήντα (60) ημέρες από την δικάσιμο, όπως, άλλωστε, όρισε και η πράξη προσδιορισμού δικασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως παρά την δικονομική απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ. 4 εδάφιο τελευταίο του Ν. 2882/2001.
Η κρινόμενη, από 10-10-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 46/12-10-2018), αίτηση κατά της υπ' αριθμ. 71/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, η οποία έγινε στις 30-3-2018, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώραν επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Σε εκτέλεση του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, το οποίο οφείλει να λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα πρόσφορα για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, εκδόθηκε ο Ν. 998/1979 (Α' 289) "Περί προστασίας δασών - δασικών εκτάσεων", ο οποίος κατέστρωσε λεπτομερές σύστημα προστασίας των δασών και δασικών εκτάσεων, των οποίων οριοθέτησε την έννοια, καθόρισε δε προσωρινώς και την διαδικασία χαρακτηρισμού των εκτάσεων ως δασικών ή μη, ελλείψει Δασολογίου, η σύνταξη του οποίου προϋποθέτει την προηγούμενη κατάρτιση εγκύρων δασικών χαρτών. Στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ως άνω Ν. 998/1979, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 5 του άρθρου 32 του Ν. 4280/2014 "Περιβαλλοντική αναβάθμιση και ιδιωτική πολεοδόμηση - Βιώσιμη ανάπτυξη οικισμών - Ρυθμίσεις δασικής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις", ορίζονται, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της αξίας δασών και δασικών εκτάσεων, τα εξής: "1. Σε κάθε περίπτωση που είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί η αξία δάσους, δασικής έκτασης ή των εκτάσεων των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος για οποιαδήποτε αιτία, ο προσδιορισμός αυτός ενεργείται με βάση τη θέση τους, τις παραγωγικές, προστατευτικές, υδρονομικές, αισθητικές και λοιπές λειτουργίες τους, λαμβανομένης υπ' όψιν, προκειμένου περί δάσους ή δασικής έκτασης, της, κατά νόμο, αδυναμίας χρησιμοποιήσεώς τους για οικιστικούς σκοπούς ή άλλη εκμετάλλευση ξένη προς τον προορισμό τους. Για τον εν λόγω προσδιορισμό δεν δύναται να ληφθούν υπ' όψιν συγκριτικά στοιχεία αναφερόμενα σε γειτονικές οικοπεδικές εκτάσεις ή έτερα στοιχεία εμφανίζοντα το δάσος ή τη δασική έκταση ή τις εκτάσεις των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος, ως έχοντα οικοπεδική αξία". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975: "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο εδάφιο γ' του οποίου, περαιτέρω, ορίζεται ότι ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπ' όψιν, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται, κυρίως, από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά τον χρόνο της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου. Ως πρόσοδος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η προερχόμενη από την φύση και την δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ως εκ του είδους, της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με την συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται. Εξάλλου, στο άρθρο 117 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασών ή δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, επιτρέπεται μόνο υπέρ του Δημοσίου σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 17, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, διατηρείται πάντως η μορφή τους αμετάβλητη ως δασική". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, που ανήκουν και σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, υπάγονται ως φυσικά αγαθά και ανεξάρτητα από την ειδικότερη ονομασία τους ή την θέση τους σε σχέση με οικιστικές περιοχές, σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς, για να διατηρηθεί η μορφή και η κατά τον προορισμό τους χρήση με σκοπό την διαφύλαξη της οικολογικής ισορροπίας (Ολ. ΣτΕ 667/2021, Ολ. ΣτΕ 666/2021). Ενόψει των ανωτέρω ρυθμίσεων, όταν αιτία για τον προσδιορισμό της αξίας δάσους ή δασικής εκτάσεως είναι η αναγκαστική απαλλοτρίωση, όπως προβλέπεται από την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 117 του Συντάγματος του 1975, οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας δασών - δασικών εκτάσεων" και 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), είναι από κοινού εφαρμοστέες, ως διατάξεις ουσιαστικές, οι οποίες περιέχουν γενικά κριτήρια προσδιορισμού της αποζημιώσεως, η πρώτη, όμως, ως ειδική και η δεύτερη ως γενική διάταξη, εις τρόπον ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να προσδιορίζει ελευθέρως την, κατά το Σύνταγμα, πλήρη αποζημίωση, λαμβανομένου, όμως, υπ' όψιν ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της Χώρας που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, υπάγονται, ως φυσικά αγαθά και οικοσυστήματα, σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς με σκοπό την διατήρηση της κατά προορισμόν χρήσεώς τους και την διαφύλαξη της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας. Έτσι, οι ανωτέρω διατάξεις, σε κάθε περίπτωση εφαρμογής τους, δεν είναι δυνατόν να περιορίζουν την δυνατότητα του Δικαστή να προσδιορίσει ελεύθερα την πλήρη, κατά το Σύνταγμα, αποζημίωση. Επομένως, ο υπολογισμός της αξίας απαλλοτριωθείσης δασικής εκτάσεως θα γίνει με βάση τα οριζόμενα, από την ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας δασών - δασικών εκτάσεων", κριτήρια της θέσεως, των παραγωγικών, προστατευτικών, υδρονομικών, αισθητικών και λοιπών λειτουργιών τους, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι υπάρχει περιορισμός προς πλήρη οικονομική εκμετάλλευση, διότι δεν μπορεί αυτή ούτε να καλλιεργηθεί, ούτε να οικοδομηθεί και, γενικώς, να αλλάξει μορφή, ακριβώς λόγω της ειδικής προστασίας των δασικών εκτάσεων, οι οποίες, ως φυσικό κεφάλαιο και κατ' εξοχήν περιβαλλοντικό αγαθό, τελούν σε προστατευτικό καθεστώς, δηλαδή είναι μικρότερης αξίας από τα υπόλοιπα ακίνητα, που προορίζονται για καλλιέργεια και οικοδομική χρήση. Ειδικότερα δε, καθόσον αφορά τον τρόπο προσδιορισμού της τιμής μονάδος αποζημιώσεως δασικών εκτάσεων, με αυτοφυή φυτικά επικείμενα, οι ιδιοκτήτες των οποίων δεν έχουν υποβληθεί σε δαπάνες για την καλλιέργεια και εκμετάλλευσή τους και η μόνη εξ αυτών ωφέλεια προέρχεται εκ της παραγωγικής λειτουργίας τους εκ της ξυλεύσεως αυτών, πάντα μετά από άδεια της αρμόδιας Δασικής Αρχής (άρθρο 50 του Π.Δ/τος 19-11-1928 σε συνδυασμό με τα άρθρα 62 και 141 του Ν.Δ/τος 86/1969 "Δασικός κώδικας") ή εκ δικαιωμάτων βοσκής (άρθρ. 6 του Ν. 4351/2015), η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως καθορίζεται ενιαίως ανά τετραγωνικό μέτρο για το έδαφος και τα επ' αυτού αυτοφυή φυτικά επικείμενα (σχετ. Ολ. Α.Π. 2/2022, Α.Π. 1434/2022). Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 3/2020). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Έτι περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/1999).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο για τις απαλλοτριωθείσες εκτάσεις καθόρισε την ίδια τιμή και για τα ακίνητα που προορίζονται για αγροτική χρήση και για τις δασικές εκτάσεις, χωρίς να λάβει υπ' όψιν τα ισχύοντα ειδικά κριτήρια καθορισμού των τελευταίων και έτσι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 6 και 45 του Ν. 998/1979 και 13 του Ν. 2882/2001, ενώ με τον δεύτερο λόγο πλήττει την προσβαλλόμενη με την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, διότι στις μη δασικές εκτάσεις δεν προσδιορίζεται, σε ποιες εξ αυτών η κατά προορισμό χρήση τους είναι αυτή της αγροτικής ή της κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης, καθώς και ποιες από τις εν λόγω εκτάσεις είναι αρδευόμενες ή μη.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ιδιοκτησιών (αγροτικών και δασικών εκτάσεων) των καθών η αίτηση - ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίες απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς για λόγους δημοσίας ωφελείας, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την με αριθ. 1105528/7944/Δ0010/4-1-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, η οποία δημοσιεύτηκε στο με αρ. 12 Δ719-1-2007 Φ.Ε.Κ., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, στο Α/Κ ..., τμήμα Ανθοχώρι έως ανισόπεδο κόμβο ... από χ.θ. 4 + 650,00 - χ.θ. 10 + 800,00 έκταση συνολικού εμβαδού 25.416 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου ..., Νομού Ιωαννίνων και απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από 22-5-2006 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Μελετών έργων οδοποιίας Περιφέρειας Ηπείρου του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, τα οποία έχει συντάξει η "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε." και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., καθώς και στον από 10-10-2016 διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα που εγκρίθηκε με την 8323/18-5-2017 εγκριτική απόφαση και το συνοδεύον αυτόν κτηματολογικό διάγραμμα, τα οποία έχει συντάξει για την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ" ο μελετητής μηχανικός Πέτρος Τσουμάνης και έχει θεωρήσει, στις 18-5-2017, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών Γεώργιος Ντελής. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού. Επί της εκτάσεως αυτής προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας οι καθ' ων στρέφεται η παρούσα αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρεμβαίνοντες και ανταιτούντες. Σύμφωνα με την από 5-6-2013 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, η οποία, διόρθωσε την από 21-1-2008 έκθεση της ίδιας επιτροπής, αφού έλαβε υπόψη της το υπ' αριθ. 8452/22-2-2013 έγγραφο - γνωμοδότηση του Δασαρχείου Ιωαννίνων, που αναφέρεται στην υπ' αριθ. 91/20-1-2003 πράξη χαρακτηρισμού, ως δασικών, ορισμένων εκτάσεων της απαλλοτρίωσης, η αξία εδάφους και επικειμένων που απαλλοτριώθηκαν καθορίσθηκε ως εξής: 1) Για τις ιδιοκτησίες με αριθμούς 1, 2, 3, 10Γ, 11, 11Α, 17, 18, 19Α, 26Α, 26Β, 27, 28Ι, 28Β, 29Ι, 29α, 32, 20Β σε 0,78 ευρώ ανά τ.μ., 2) για τις ιδιοκτησίες με αριθμό 7 και 33 σε μηδέν (0), 3) για την ιδιοκτησία με αριθμό 20 σε 58.239,48 ευρώ ήτοι σε 6,60 ευρώ ανά τ.μ., 4) για την ιδιοκτησία με αριθμό 30 σε 3.116,10 ευρώ ήτοι σε 8,86 ευρώ ανά τ.μ., 5) για την ιδιοκτησία με αριθμό 31 σε 179,71 ευρώ ήτοι σε 1,12 ανά τ.μ., 6) για την ιδιοκτησία με αριθμό 6 σε 2.776,73 ευρώ ήτοι σε 1,00 ευρώ ανά τ.μ., 7) για την ιδιοκτησία με αριθμό 8 σε 270,66 ευρώ ήτοι σε 0,78 ευρώ ανά τ.μ., 8) για την ιδιοκτησία με αριθμό 8Α σε 1.339,36 ευρώ ήτοι σε 0,81 ευρώ ανά τ.μ.,9) για την ιδιοκτησία με αριθμό 8Β σε μηδέν (0) ευρώ, 10) για την ιδιοκτησία με αριθμό 9Α σε 3.771,85 ευρώ ήτοι σε 1,39 ευρώ ανά τ.μ., 11) για την ιδιοκτησία με αριθμό 9Γ σε 2.263,95 ευρώ ήτοι σε 1,24 ευρώ ανά τ.μ., 12) για την ιδιοκτησία με αριθμό 9Δ σε 1.964, 03 ευρώ ήτοι σε 1,00 ευρώ ανά τ.μ., 13) για την ιδιοκτησία με αριθμό 10 σε 556,14 ευρώ ήτοι σε 0,78 ευρώ ανά τ.μ., 14) για την ιδιοκτησία με αριθμό 9Ε σε 263,38 ευρώ ήτοι σε 1,00 ευρώ ανά τ.μ., 15) για την ιδιοκτησία με αριθμό 9Η σε 1.897,38 ευρώ ήτοι σε 1,00 ευρώ ανά τ.μ., 16) για την ιδιοκτησία με αριθμό 9Θ σε 1.182,50 ευρώ ήτοι σε 1,00 ευρώ ανά τ.μ., 17) για την ιδιοκτησία με αριθμό 10Α σε μηδέν (0) ευρώ, 18) για την ιδιοκτησία με αριθμό 10Β σε 1.081,86 ευρώ ήτοι σε 0,78 ευρώ ανά τ.μ., 19) για την ιδιοκτησία με αριθμό 20Α σε 5.104,10 ευρώ ήτοι σε 1,00 ευρώ ανά τ.μ., 20) για την ιδιοκτησία με αριθμό 21Α σε 1.659,26 ευρώ ήτοι σε 1,00 ευρώ ανά τ.μ. και 21) για την ιδιοκτησία με αριθμό 26 σε 2.091,74 ευρώ ήτοι σε 0,96 ευρώ ανά τ.μ...Στις τιμές αυτές ζητεί και το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης με την κρινόμενη αίτησή του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, μετά από αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και μετά από ανταιτήσεις των καθ' ων και παρεμβάσεις τρίτων, οι οποίες συζητήθηκαν στις 16-5-2012, με την 380/2012 απόφασή του καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενό τους ως εξής: Α) Για τη γη: 1) Για τις ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ 1, 2, 3, 7, 8, 8Α, 8Β, 10, 10Α, 10Β, 10Γ, 11, 11Α, 17, 18, 1 9α, 26α, 26Β, 20Β, 20, 20Α, 9Γ, 9Δ, 90, 20Α, 26, 28, 29, 30, 31, 32, 33 και 27, 9η, 9ε, 6 και 21 σε 15 ευρώ ανά τ.μ., 2) για την ιδιοκτησία με αριθμό 28Ι σε 1.048,13 ευρώ, 3) για την ιδιοκτησία με αριθμό 28β σε 226,83 ευρώ, 4) για την ιδιοκτησία με αριθμό 29Ι σε 832,05 ευρώ και 5) για την ιδιοκτησία με αριθμό 29α σε 58,05 ευρώ...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ιδιοκτησίες που απαλλοτριώνονται βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... εκτός σχεδίου πόλης και εκτός ζώνης και αποτελούν αγροτικές χέρσες εκτάσεις και συγκεκριμένα ξηρικούς αγρούς. Βρίσκονται σε απόσταση από 600 έως 1500 μέτρα από το όριο του οικισμού, πλην της ιδιοκτησίας με αριθμό 28 που απέχει λιγότερο από 500 μέτρα από το όριο αυτού, σε περιοχή που δεν εμφανίζει εμπορική δραστηριότητα ή οικιστική ή άλλου είδους ανάπτυξη. Η αρτιότητα των απαλλοτριούμενων ακινήτων, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, είναι εκείνη που ισχύει για τα εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης οικισμού ακίνητα. Από τις απαλλοτριωθείσες εκτάσεις οι ιδιοκτησίες με αριθμό 8, 8Α, 9Α και 20 έχουν πρόσοψη σε εθνική ή επαρχιακή οδό, ενώ όλες έχουν υψομετρική διαφορά με τον κατασκευασθέντα δρόμο λόγω του επικλινούς του εδάφους. Οι ανταιτούντες ισχυρίζονται ότι τα απαλλοτριούμενα έχουν οικοπεδική αξία και ζητούν για την με αριθμό ιδιοκτησία 21Α να καθορισθεί η τιμή μονάδος αποζημίωσης σε 100 ευρώ ανά τ.μ. για δε τις λοιπές ιδιοκτησίες σε 30 ευρώ ανά τ.μ., ωστόσο, δεν προσκομίζεται κανένα αξιόπιστο συγκριτικό στοιχείο προς ενίσχυση του ισχυρισμού των ανταιτούντων περί οικοπεδικής αξιοποίησης των ακινήτων. Όπως δε προαναφέρθηκε, η κατά προορισμό χρήση όλων των ανωτέρω απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι αποκλειστικά αυτή της αγροτικής και κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης καθώς είναι χέρσα, δεν υπάρχουν σ' αυτά βιοτεχνικές ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις, μόνον δύο σταυλικές εγκαταστάσεις και διάφορα δένδρα, ορισμένα δε απ' αυτά φέρουν περιφράξεις όπως αυτά εξειδικεύονται κατ' είδος, έκταση, εμβαδόν και υφιστάμενα σε καθένα επικείμενα, στον ανωτέρω κτηματολογικό πίνακα και το μόνο τους προτέρημα είναι η γειτνίασή τους με το Μέτσοβο η όλη περιοχή του οποίου, λόγω του φυσικού κάλλους του, έχει γνωρίσει μεγάλη τουριστική ανάπτυξη και έχουν δημιουργηθεί σ' αυτό ξενοδοχειακές μονάδες και τουριστικές εν γένει εγκαταστάσεις. Αντίθετα το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι τα περισσότερα από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα ή μέρος αυτών αποτελούν δασικές εκτάσεις, σύμφωνα με την 91/2003 πράξη χαρακτηρισμού η οποία κατέστη τελεσίδικη και για το λόγο δεν είναι δεκτικά εκμετάλλευσης είτε αγροτικής είτε οικοπεδικής, με συνέπεια η αξία τους να είναι πολύ μικρή έως μηδενική. Ο ισχυρισμός αυτός του αιτούντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς τα τμήματα των δασικών εκτάσεων, που περιλαμβάνονται στην απαλλοτριούμενη έκταση, έχουν την ίδια αξία με τα ακίνητα που προορίζονται για αγροτική χρήση, χωρίς, επίσης, από το γεγονός αυτό να αναιρείται το δικαίωμα αποζημίωσης των καθ' ων - ανταιτούντων και για τα εν λόγω εδαφικά τμήματα, δεδομένου ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις δεν χάνουν τον χαρακτηρισμό τους ως ιδιωτικά. Εξάλλου ο μάρτυρας του αιτούντος πολιτικός μηχανικός που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων κατά τη δίκη για τον προσωρινό προσδιορισμό της τιμής μονάδος Π. Τ., κατέθεσε, εκτός των άλλων, ότι η αξία τους αποτιμάται στο ένα (1) ευρώ και έως τρία (3) ευρώ ανά τ.μ. για τις πλησιέστερες στον οικισμό ... ιδιοκτησίες. Από την άλλη πλευρά οι μάρτυρες των καθ' ων που εξετάσθηκαν στο ίδιο δικαστήριο, Κ. Τ. πρώην δήμαρχος ... και Ι. Ρ. πολιτικός μηχανικός προσδιόρισαν, ο μεν πρώτος την αξία των ακινήτων του πρώτου των καθ' ων (Δήμου ...) σε 20 ευρώ ανά τ.μ., ο δε δεύτερος της ιδιοκτησίας με αριθμό σε 2 ευρώ ανά τ.μ., ενώ οι λοιποί μάρτυρες των καθ' ων, χωρίς, να προκύπτει ότι αυτοί έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως πλέον απαιτείται προκειμένου να λαμβάνονται υπ' όψη μαρτυρίες για την αξία ακινήτων άνω των 6.000 ευρώ, βάσει του άρθρου 19 παρ. 9 εδ ε' του Ν 2882/2001, όπως το πέμπτο ως άνω εδάφιο προσετέθη με το άρθρο 130 παρ. 5 Ν 4070/2012, δεν κατέθεσαν κάτι σχετικά με την αξία των ακινήτων. Επίσης οι παριστάμενοι διάδικοι και οι ανταιτούντες προσκομίζουν και τα ακόλουθα συγκριτικά στοιχεία: 1) την 143/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων με την οποία καθορίσθηκε, στα πλαίσια προηγούμενης απαλλοτρίωσης, για τμήμα της ιδιοκτησίας με αριθμό 20 του πρώτου των καθ' ων - ανταιτούντα και για τμήμα ακινήτου με αριθμό 28 του δωδέκατου των καθ' ων, η οριστική τιμή μονάδος σε 15 ευρώ ανά τ.μ., με κρίσιμο χρόνο υπολογισμού την 2-12-2009, 2) την 101/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καθορίσθηκε για ακίνητα (αγροτεμάχια) στην περιοχή Δεματιού του Δήμου Ανατολικού Ζαγορίου, περιοχή που βρίσκεται κοντά στην επίδικη, οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης από 15 έως 18 ευρώ ανά τ.μ. και για χέρσους αγρούς σε 13 ευρώ ανά τ.μ. με κρίσιμο χρόνο την 19-2-2014, 3) την 238/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καθορίσθηκε για ακίνητα (αγροτεμάχια) που βρίσκονται στην περιοχή Γότιστας και Δεματιού οριστική τιμή από 15 έως 22 ευρώ ανά τ.μ. Οι λοιπές προσκομιζόμενες αποφάσεις και συγκεκριμένα οι 259/2014, 15/2010, 264/2010, 32/2006, 251/2002, 381/2002, 98/2000, 214/1999 του Εφετείου Ιωαννίνων, ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων είτε αφορούν περιοχές που βρίσκονται πολύ μακράν των επιδίκων, όπως Περιστέρι, Χρυσοβίτσα, Δροσοχώρι, Μάζια, Κρυόβρυση Δήμου Περάματος, είτε απέχει σημαντικά ο κρίσιμος χρόνος βάσει του οποίου έκριναν οι αποφάσεις αυτές (2006, 2003, 2000, 1999), από τον κρίσιμο χρόνο που λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς δεν κρίνονται πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και από τα υπόλοιπα μη ειδικώς μνημονευόμενα, ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορότητά τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, που είναι αυτός της 1-11-2017 δηλαδή της συζήτησης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της αίτησης και ανταιτήσεων, δεδομένου ότι η συζήτηση αυτή διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης που έλαβε στις 16-5-2012, η πραγματική αξία των εδαφικών εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν και των επικειμένων τους, αν ληφθούν υπόψη και οι υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτών λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης των έργων για τα οποία αυτές έγιναν, και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξιά τους ..., ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης". Κρίνοντας έτσι, το δικάσαν Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον καθόρισε την ίδια τιμή, των 15 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, τόσον για τις εκτάσεις που προορίζονται για αγροτική χρήση, όσον και για τις απαλλοτριωθείσες δασικές εκτάσεις, αν και για τις τελευταίες, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, λόγω του δασικού τους χαρακτήρα, προβλέπονται διαφορετικά κριτήρια υπολογισμού της αξίας τους. Εν τούτοις, το Εφετείο δεν προέβη στην οφειλόμενη, από τις προδιαληφθείσες διατάξεις, διάκριση και στην χρήση των σχετικών από αυτές κριτηρίων, αλλά καθόρισε ενιαία τιμή για όλα τα επίδικα ακίνητα. Επιπροσθέτως, δεν διέκρινε, ως προς τις μη δασικές εκτάσεις, σε ποιες εξ αυτών η κατά προορισμόν χρήση τους είναι αυτή της αγροτικής ή της κτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως, καθώς και ποιες από τις εκτάσεις αυτές είναι αρδευόμενες ή μη, παρότι οι παράγοντες αυτοί επιδρούν στην αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, όπως βασίμως παραπονείται το αναιρεσείον. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 6 και 45 του Ν. 998/1979 και 13 του Ν. 2882/2001, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς ουσιώδες ζήτημα για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας στα απαλλοτριούμενα ακίνητα.
Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και του έκτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των πρώτου και δεύτερου αναιρετικών λόγων, που έγιναν δεκτοί.
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10.4.2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του Ν. 4070/2012), "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά, σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης και ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας από την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Με την προαναφερθείσα τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μειώσεως της αξίας του ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο Ν.Δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος, που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικώς τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 210/2019, Α.Π. 96/2015). Από την διάταξη αυτή, του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, καθίσταται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει, υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 12/2011, Ολ. Α.Π. 31/2005, Α.Π. 1323/2024, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1550/2023, Α.Π. 1056/2023). Μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνιστά η ανέφικτη κατά προορισμόν εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση, είναι δε δυνατόν να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή, ως υπόλοιπο αγρού, απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη. Αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του αιτήματος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλισιν και ότι το τμήμα αυτού, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλισιν ή είναι μεν άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο (Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 171/2020, A.Π. 210/2019, Α.Π. 205/2017). Εξάλλου, στο Π.Δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρο 1 αυτού, ορίζεται ότι "Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ/γμα, ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1. α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.μ. και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα..., β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 π.δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα)..., γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17-10-1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ), ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα, ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ... γ) ’ρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων η διανοίξεως ... οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β...". Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ., δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου, 2) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ., πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ώστε: α) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-11-1962 θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ., εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δομήσεως, β) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964, για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1.200 τ.μ., με τους λοιπούς ως άνω όρους δομήσεως, γ) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978, αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δομήσεως. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 5 του ίδιου άρθρου (1 του Π.Δ. της 24/31-5-1985), οι αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου ορίζονται σε 15 μ. τουλάχιστον, κατά παρέκκλισιν δε οι πλάγιες ή οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων ή οικοδομήσιμων γηπέδων της περ. (Β) υποπερ. (αα) ορίζονται σε 2,5 μ., υπό την προϋπόθεση ότι τα μήκη προσώπου ή βάθους του γηπέδου είναι μικρότερη των 20 μ. για το πρόσωπο ή των 35 μ. για το βάθος. Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 β' του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169/Α/98) ορίζεται ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους, σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο 60 μ. από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο αυτής και για κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ή μέσα στα όρια οικισμών, κάτω των 2.000 κατοίκων, οριοθετημένων σύμφωνα με το από 24.04.1985 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) όπως ισχύει στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μ. από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μ. από το όριο αυτής. Κριτήριο, συνεπώς, για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτριώσεως και για την εξ αυτής κρίση περί της απομειώσεως της αξίας αυτού, αποτελεί, προεχόντως, ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος, με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 553/2021).
Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 8/2017).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένως έκρινε ως ορισμένο το αίτημα των καθών η αίτηση - ήδη αναιρεσιβλήτων Α. Μ. και Ιδρύματος "ΕΓΝΑΤΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ" για τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο έβδομος και το δωδέκατο αναιρεσίβλητοι, ο Α. Μ. και το κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ", αντιστοίχως, με τις από 24-10-2017 προτάσεις - ανταίτησή τους, όσον αφορά στο αίτημα ιδιαιτέρας αποζημιώσεως του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 των εναπομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών τους προσδιορίζουν στο δικόγραφό τους την αρχική επιφάνεια αυτών, την εναπομείνασα επιφάνειά τους μετά την απαλλοτρίωση, την ιδιότητα των ιδιοκτησιών τους ως οικοπεδικών εκτάσεων, την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα αυτών πριν από την απαλλοτρίωση, την απώλεια και την αιτία της απώλειας της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας της εναπομείνασας εκτάσεως μετά την απαλλοτρίωση, καθώς και την συνεπαγόμενη μείωση της αξίας αυτής, με προσδιορισμό του ποσοστού της εν λόγω μειώσεως, στο οποίο ποσοστό ζητούν να ορισθεί η ιδιαίτερη αποζημίωση. Με τον πέμπτο, λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα του καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων. Σχετικώς εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο στήριξε την ιδιαίτερη αποζημίωση για τις ιδιοκτησίες των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων στην παραδοχή ότι τα εναπομένοντα, λόγω της κηρυχθείσας απαλλοτριώσεως, καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, χωρίς αιτιολόγηση αυτής της κρίσεως, δηλ. χωρίς να παρατίθενται στοιχεία προς θεμελίωση αυτής της νομικού χαρακτήρα κρίσεως, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 έως 3 και 4 του Ν. 2882/2001 και παρ. 1 έως 5 του Π.Δ. 24/31-5-1985.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της (καθορισμός ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των αναφερόμενων ακινήτων), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την απαλλοτρίωση της με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 20Α ιδιοκτησίας, η οποία φέρεται ότι ανήκει στον έβδομο εκ των καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντα Α. Μ., απαλλοτριώθηκε έκταση 5.515 τμ. Το ακίνητο αυτό είχε αρχικό εμβαδόν 7.049,54 τμ και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, λόγω του ότι η έκτασή του υπερέβαινε το απαιτούμενο για την ανοικοδόμησή του εμβαδόν των 4.000 τμ., καθώς ήταν δυνατή η ανέγερση σ' αυτό κατοικίας 260 τ.μ. ή βιομηχανικού κτιρίου 6.344 τ.μ. που προορίζεται για γεωργοκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Με την απαλλοτρίωση της ανωτέρω έκτασης απέμεινε τμήμα 1.534,54 τμ, το οποίο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, αφού η έκτασή του υπολείπεται του ελάχιστου εμβαδού αρτιότητας και οικοδομησιμότητας των 4.000 τ.μ. (βλ. την από 15-3-2011 τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονος Π. Μ.). Επομένως μειώθηκε η αξία του, αφού αχρηστεύεται έστω και η δευτερεύουσα χρήση του (οικοδομική), σε ποσοστό 80% (βλ. την από 5-6-2013 έκθεση προεκτίμησης (διορθωτική) της αρμόδιας εκτιμητικής επιτροπής, η οποία προτείνει μείωση της αξίας σε ποσοστό 100%, υπό τον όρο επαλήθευσης του αρχικού εμβαδού σε 7.049,54 τ.μ. με την προσκόμιση του σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας και να περιέλθει αυτή στο Ελληνικό Δημόσιο). Επίσης από την απαλλοτρίωση της με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 29 ιδιοκτησίας, η οποία φέρεται ότι ανήκει στο δωδέκατο εκ των καθ' ων η αίτηση - ανταιτούν ίδρυμα απαλλοτριώθηκε έκταση 1.874 τ.μ. και 54 τμ. Το ακίνητο αυτό είχε αρχικό εμβαδόν 3.093 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, λόγω του ότι βρισκόταν σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων από τα όρια του οικισμού ... και ήταν δυνατή η ανέγερση σ' αυτό κατοικίας 200 τ.μ. ή επαγγελματικού κτιρίου 600 τ.μ. ή ξενοδοχείου 618 τ.μ. Με την απαλλοτρίωση της ανωτέρω έκτασης απέμεινε τμήμα 1.265,30 τμ, το οποίο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, εφόσον υπολείπεται του κατά παρέκκλιση ελάχιστου εμβαδού αρτιότητας και οικοδομησιμότητας που είναι 2.000 τ.μ. (βλ. την από 15-3-2011 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα Δ. Α.). Επομένως μειώθηκε η αξία του, αφού αχρηστεύεται έστω και η δευτερεύουσα χρήση του (οικοδομική), σε ποσοστό 80%. Εξάλλου από την απαλλοτρίωση της με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 28 ιδιοκτησίας, η οποία φέρεται ότι ανήκει στο δωδέκατο εκ των καθ' ων η αίτηση - ανταιτούν ίδρυμα απαλλοτριώθηκε αρχικά με την ΚΥΑ1045788/4331/0010/15-6-2004 τμήμα 501 τ.μ. και στη συνέχεια με την ένδικη απαλλοτρίωση τμήματα έκτασης 451 τ.μ., 2.443 τ.μ. και 875 τμ. Το ακίνητο αυτό είχε αρχικό εμβαδόν 7.520,49 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, λόγω του ότι η έκτασή του υπερέβαινε το απαιτούμενο για την ανοικοδόμησή του εμβαδόν των 4.000 τμ. και ήταν δυνατή η ανέγερση σ' αυτό κατοικίας 270 τ.μ. ή επαγγελματικού κτιρίου 600 τ.μ. ή ξενοδοχείου 1.504 τ.μ. Με την απαλλοτρίωση της ανωτέρω έκτασης απέμεινε τμήμα 3.250 τμ, το οποίο είναι μεν άρτιο και οικοδομήσιμο, εφόσον βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων από τα όρια του οικισμού ..., όμως, λόγω της απώλειας της μισής περίπου έκτασής του, η αξία του έχει μειωθεί, καθώς έχει μειωθεί το ποσοστό κάλυψης αυτού και συγκεκριμένα μπορεί να ανεγερθεί κατοικία 200 τ.μ., ή ξενοδοχείου 650 τ.μ., δηλαδή πολύ μικρότερης επιφάνειας από πριν την απαλλοτρίωση (βλ. την από 15-3-2011 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα Δ. Α.). Επομένως μειώθηκε η αξία του, αφού απομειώνεται έστω και η δευτερεύουσα χρήση του (οικοδομική), σε ποσοστό 50%. Με την από 5-6-2013 έκθεση προεκτίμησης (διορθωτική) της αρμόδιας εκτιμητικής επιτροπής, προτείνεται μείωση της αξίας της ιδιοκτησίας με αριθμό 28 σε 20% και της ιδιοκτησίας με αριθμό 29 σε ποσοστό 50%, με τον περαιτέρω συλλογισμό ότι, εάν συνενωθούν τα δύο ακίνητα το εμβαδόν του ενιαίου ακινήτου ανέρχεται σε 4.415,49 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και έτσι προτείνεται μείωση της αξίας σε ποσοστό 30%". Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο, αφού δέχτηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμες τις συνεκδικασθείσες αιτήσεις και ανταιτήσεις, καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω μειώσεως αξίας των εναπομεινάντων, μετά την απαλλοτρίωση, εδαφικών τμημάτων των παραπάνω ακινήτων, στα προαναφερόμενα για το καθένα ποσοστά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αναφορικώς με το κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά στον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα κάθε μιας από τις ανωτέρω ιδιοκτησίες, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την συνδρομή των όρων εφαρμογής της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, που εφαρμόσθηκε, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της και, ειδικότερα, για το αν τα εναπομείναντα τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών υπέστησαν σημαντική ζημία μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση εδαφικών τμημάτων από τις αρχικές ιδιοκτησίες, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον πέμπτο των λόγων αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, πλην των χαρακτηριστικών καθενός των ακινήτων και του εμβαδού τους, εκτίθενται: α) τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων και οι θεσπισμένες δυνατότητες χρήσεως των εν λόγω ακινήτων και β) οι διαστάσεις των ακινήτων πριν και μετά τη απαλλοτρίωση καθώς και η απόσταση από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού, ενώ οι λοιπές, επί μέρους, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν απαραδέκτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση για τα πραγματικά περιστατικά του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, ο με το παραπάνω περιεχόμενο πέμπτος των λόγων αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή, κατά παραδοχήν ως βασίμου του πρώτου λόγου της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότησιν του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 (Α.Π. 1941/2024), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 71/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή