Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 509 / 2015    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 509/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Χ. Τ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα -Γεώργιο Ζάννο.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Χρήστο Τζήμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2110/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 5827/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών λόγω αρμοδιότητας και 6335/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί αναιρεσείων με την από 27-4-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 του ν. 2121/1993 "Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα" συνάγεται ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από την πνευματική ιδιοκτησία, εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 § 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο. Η "πρωτοτυπία", η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από το νόμο είναι, κατά τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας, που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση, ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μία ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο "δημιουργικού ύφους" έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα, εκφράζοντας ταυτόχρονα και κάτι από την μοναδικότητα της προσωπικότητας του δημιουργού. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 § 1 του παραπάνω νόμου απαριθμούνται εκτενώς, ενδεικτικά, τα πνευματικά δημιουργήματα που, εφόσον είναι πρωτότυπα, θεωρούνται έργα και είναι αντικείμενα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η δε φωτογραφία αποτελεί πνευματικό έργο σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του ν. 2121/93 στο άρθρο 2. Σκόπιμα δε στο άρθρο αυτό χρησιμοποιείται ο όρος "φωτογραφίες" και όχι, "φωτογραφικά έργα", γιατί πρόθεση του νομοθέτη ήταν η προστασία κάθε φωτογραφίας. Επίσης ο νόμος 2121/93 (άρθρο 2) είναι σύμφωνος με το άρθρο 6 της Οδηγίας 93/98 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη αυτή δέχεται μεν την προϋπόθεση της "δημιουργίας", αλλά επιβάλλει ως μοναδικό κριτήριο της πρωτοτυπίας να είναι η φωτογραφία "προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού της", δηλαδή ουσιαστικά να μην είναι αντιγραφή, αποκλείοντας κάθε άλλο αυστηρότερο κριτήριο. Ο δικαιούχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας έχει (α) το αποκλειστικό δικαίωμα οικονομικής εκμετάλλευσης του έργου του, στο οποίο περιλαμβάνεται, κυρίως, η αναπαραγωγή του έργου και η παρουσίασή του στο κοινό (περιουσιακό δικαίωμα) και (β) το αποκλειστικό δικαίωμα προστασίας του προσωπικού του δεσμού με το έργο, το οποίο συνίσταται στην εξουσία του δημιουργού να αποφασίζει για τον τρόπο, χρόνο και τόπο δημοσίευσης του έργου και στην εξουσία να απαιτεί και υποχρεώνει κάθε τρίτο που χρησιμοποιεί το έργο του (ακόμα και αν έχει δώσει άδεια για τη χρήση αυτή) να αναγράφει το όνομά του ως δικαιούχου των πνευματικών δικαιωμάτων επί του έργου (ηθικό δικαίωμα). Αναπαραγωγή ενός πνευματικού έργου, είναι η ενσωμάτωση του πνευματικού έργου σε σταθερά αντίτυπα καθ' οιονδήποτε τρόπο η οποία το καθιστά προσιτό στις αισθήσεις (βιβλίο, περιοδικό, φιλμ, βάση δεδομένων κ. ά.). Ειδικά, στο περιεχόμενο του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η εξουσία δημοσίευσης του έργου και η εξουσία αναγνώρισης της πατρότητας. Ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 65 § 1 του ν. 2121/1993 περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, είναι σαφές ότι ο δικαιούχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δικαιούται σε κάθε περίπτωση προσβολής να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματός του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Με την προσβολή δε, θα πρέπει να θίγεται το αντικείμενο του προστατευομένου δικαιώματος, δηλαδή το πρωτότυπο "έργο", όπως αυτό εκφράζεται με "ορισμένη μορφή" (άρθρο 2 § 1). Ως προσβολή θεωρείται κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες (ηθικές και περιουσιακές), εφ' όσον η πράξη αυτή γίνεται χωρίς την άδεια του υποκειμένου της πνευματικής ιδιοκτησίας και δεν συντρέχουν λόγοι άρσης του παρανόμου (συναίνεση του δημιουργού, συμβατικός περιορισμός και- θεωρητικώς - άμυνα). Το εύρος του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος κρίνεται με βάση τα άρθρα 3, 4 και 6 του ν. 2121/1993. Σημειώνεται ότι η απαρίθμηση των εξουσιών στα άρθρα 3 και 4 του ανωτέρω νόμου είναι ενδεικτική. Η προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας υπάρχει στο ίδιο ακριβώς πεδίο, στο οποίο κινείται η αποκλειστική εκμετάλλευση του έργου, η κλασσική πάντως μορφή προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά και των συγγενικών δικαιωμάτων, είναι η επανάληψη ξένου έργου, είτε πρόκειται για πιστή αναπαραγωγή του, είτε για αναπαραγωγή του με αποκλίσεις και τροποποιήσεις (διασκευή). Η προσβολή απολύτου και αποκλειστικού δικαιώματος συνιστά πράξη παράνομη και, εφ' όσον γίνεται υπαιτίως, συνιστά αδικοπραξία, διότι συνιστά αφ' εαυτής εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου. Δηλαδή, το γεγονός της επέμβασης δημιουργεί την παράνομη πράξη, κατά το άρθρο 914 ΑΚ και κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 65 του ως άνω νόμου 2121/1993. Ειδικότερα, το τελευταίο άρθρο 65 αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 914 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται μόνον όπου η ειδική διάταξη αφήνει κενά και στο βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη η ανάλογη εφαρμογή με το νομοθετικό πνεύμα που διέπει τις διατάξεις του ν. 2121/1993. Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού, δικαίωμα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης υπέρ του δημιουργού ή του δικαιούχου του συγγενικού δικαιώματος γεννάται μόνον επί υπαιτίου προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων άλλου. Η υπαιτιότητα του υπόχρεου, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, κατά την οποία απαιτείται δόλος ή αμέλεια αυτού, δεν απαιτείται μόνο στην περίπτωση που ο δημιουργός ή ο δικαιούχος του συγγενικού δικαιώματος αξιώνει, είτε την καταβολή του ποσού κατά το οποίο ο υπόχρεος έγινε πλουσιότερος από την εκμετάλλευση του έργου ή του αντικειμένου συγγενικού δικαιώματος, χωρίς άδεια του δημιουργού ή του δικαιούχου, είτε την καταβολή του κέρδους, που ο υπόχρεος αποκόμισε από την εκμετάλλευση αυτή. Σε περίπτωση προσβολής με αντιγραφή, διασκευή ή προσαρμογή του έργου, ο δικαιούχος υποχρεούται να επικαλεσθεί και να αποδείξει το γεγονός ότι είναι φορέας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (ενεργητική νομιμοποίηση), την ταυτότητα ή ουσιαστική ομοιότητα μεταξύ των έργων (πρωτοτύπου και προσβάλλοντος) και την πράξη προσβολής των ηθικών ή περιουσιακών εξουσιών και, εφόσον ζητεί αποζημίωση, την υπαιτιότητα και το μέγεθος της ζημίας. Τέλος, επειδή η επέμβαση στο δικαίωμα είναι κατ' αρχήν πράξη παράνομη, ο δικαιούχος δεν οφείλει να αποδείξει το γεγονός ότι η προσβολή έγινε χωρίς την άδεια του ή ότι συντρέχει άλλος λόγος άρσης του παρανόμου. Η ίδια, δηλαδή, η φύση του απόλυτου δικαιώματος καθιερώνει ένα οιονεί μαχητό τεκμήριο ότι κάθε πράξη προσβολής του γίνεται χωρίς τη συναίνεση ή άδεια του δικαιούχου και, συνεπώς, είναι παράνομη και εκείνος, ο οποίος αρνείται τη συνδρομή της προσβολής, οφείλει να το αποδείξει. Τεκμαίρεται, επομένως, η παρανομία της επέμβασης στο απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα και ο εναγόμενος προσβολέας, που αρνείται τη συνδρομή της προσβολής, θα πρέπει να ισχυριστεί, κατ' ένσταση, και να αποδείξει τα γεγονότα, που αποκλείουν τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής. Περαιτέρω, το άρθρο 10 του ως άνω νόμου καθιερώνει μαχητό τεκμήριο υπέρ του δημιουργού, κατά το οποίο, από το εξωτερικό γεγονός ότι το όνομα του αναφέρεται ή έχει επιτεθεί επάνω στο έργο, συνάγεται, ότι συντρέχουν όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν την ιδιότητα του δημιουργού, στο πρόσωπο, το όνομα του οποίου αναγράφεται στο έργο. Επομένως, από το τεκμήριο αυτό καλύπτεται η υλική πράξη της δημιουργίας, με έννομη συνέπεια την πρωτογενή κτήση πνευματικής ιδιοκτησίας (ΑΠ 1493/2009). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 23-9-2010 ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου εκτίθενται σ' αυτό τα εξής ουσιώδη, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: Ο ενάγων είναι συγγραφέας: α) Του έργου με τίτλο "Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής Μουσικής 1453-1820 Συμβολή στην έρευνα του Νέου Ελληνισμού", που εκδόθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, κατά το έτος 1980, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα (λεπτομερώς περιγραφόμενα) επίδικα έγχρωμα φωτογραφικά δείγματα με αριθμούς 86, 96 και 106 που απεικονίζουν μουσικές νότες και συνοδεύονται από επεξηγηματικά κείμενα (λεζάντες) και β) του έργου με τίτλο "Η Εκκλησιαστική Μουσική του Ελληνισμού μετά την Άλωση (1453-1820) Σχεδιάγραμμα Ιστορίας" (Αθήνα 1999), που συνιστά αυτόνομο χρηστικό εγχειρίδιο από το ως άνω βιβλίο, εμπλουτισμένο με πολλά νέα έγχρωμα φωτογραφικά δείγματα και μικρές βιβλιογραφικές συμπληρώσεις, μεταξύ των οποίων και η επίδικη (στη σελίδα 178) έγχρωμη σχεδιογραφική παράσταση των οκτώ (8) ήχων, αποκαλούμενη "Κανόνιο των οκτώ ήχων" με το επεξηγηματικό κείμενο (λεζάντα) που τη συνοδεύει. Ότι τα ως άνω έργα, προϊόν μακροχρόνιας εντατικής έρευνας και μελέτης, στα οποία παρουσιάζεται, μέσω ενός μεγάλου αριθμού μουσικών χειρογράφων (4.500 περίπου από τα οποία επιλέχθηκαν 108), η εκκλησιαστική μουσική δραστηριότητα της περιόδου 1453-1820 και οι μεγάλοι μουσικοί της περιόδου αυτής, αποτελούν (κατά τον ενάγοντα) στο σύνολό τους πρωτότυπα πνευματικά δημιουργήματά του, ενώ και οι επίδικες απεικονίσεις- συνιστούν (κατά τους ισχυρισμούς του) "προϊόν πρωτότυπης και μοναδικής στο είδος τους προσωπικής επεξεργασίας, επιλογής και πρόκρισης που οφείλονται στις ειδικές επιστημονικές γνώσεις του και σε άλλες συγκεκριμένες ιδιότητές του" Ότι ο εναγόμενος, ο οποίος ασκεί εμπορική δραστηριότητα, μέσω ατομικής επιχείρησης με το διακριτικό γνώρισμα- επωνυμία "Κέντρο Παραδοσιακών Μουσικών Εκδόσεων", στους ειδικότερα αναφερόμενους ψηφιακούς δίσκους, που έχει θέσει σε κυκλοφορία, χρησιμοποιεί ως διακριτικό γνώρισμα το έγχρωμο φωτογραφικό δείγμα της σελίδας 178 του δεύτερου ως ανωτέρω συγγραφικού έργου του ενάγοντος, δηλαδή "Το Κανόνιο των οκτώ ήχων", χρησιμοποιώντας αυτό ως διακριτικό γνώρισμα τόσο των εμπορευμάτων, όσο και εν γένει της εμπορικής δραστηριότητας του, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου και χωρίς επιπλέον οποιασδήποτε αναφορά στην πηγή της προέλευσής του, προσβάλλοντάς, κατ' αυτόν τον τρόπο, το δικαίωμά του σε αυτό, ως προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας του, ενέργεια που έχει προσλάβει χαρακτήρα παράνομο και υπαίτιο. Ότι, επιπλέον, ειδικότερα στον ψηφιακό δίσκο με αριθμό 13, ο εναγόμενος έχει συμπεριλάβει ενημερωτικό τεύχος, στο οποίο έχει τοποθετήσει παρανόμως, ήτοι χωρίς την προηγούμενη άδεια ή συναίνεση του ενάγοντος-πνευματικού δημιουργού αυτών, και χωρίς καμία απολύτως αναφορά ως προς την πηγή προέλευσής τους, τα αναφερόμενα έγχρωμα φωτογραφικά δείγματα με τους αριθμούς 86, 96, 106 και Μέρους Δ του επίτομου έργου "Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής Μουσικής 1453-1820, Συμβολή στην έρευνα του Νέου Ελληνισμού" και μάλιστα συνοδευόμενα από τα επεξηγηματικά κείμενα (λεζάντες) του πρωτότυπου έργου του ενάγοντος. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, α) να αναγνωρισθεί το περιουσιακό και ηθικό δικαίωμά του στα ανωτέρω έγχρωμα φωτογραφικά δείγματα με τους αριθμούς 86, 96 και 106 του έργου "Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής Μουσικής 1453-1820, Συμβολή στην Έρευνα ίου Νέου Ελληνισμού", καθώς και στις λεζάντες που τα συνοδεύουν, β) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος με την αντιγραφή του "Κανονίου των οκτώ ήχων" οε όλα ανεξαιρέτως τα CD που εκδίδει, στο έντυπο υλικό του, αλλά και στην ιστοσελίδα του, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια τα εν γένει δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά και την προσωπικότητά του σε σχέση με το επίτομο σύγγραμμα "Η Εκκλησιαστική Μουσική του Ελληνισμού μετά την Άλωση (1453-1820), Σχεδίασμα Ιστορίας" (Αθήνα 1999) και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, αυτό, περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα, κατ' άρθρο 216 του ίδιου Κώδικα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική του εκτίμηση, δεδομένου ότι εκτίθενται με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που πληρούν το πραγματικό των άρθρων 2 παρ.1 και 65 § 1 του ν. 2121/1993 περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας σε συνδυασμό με τα άρθρα 57, 914 και 932 ΑΚ Ειδικότερα, αναφέρονται (στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής), ότι οι επίδικες απεικονίσεις, φωτογραφικά δείγματα, που εμπεριέχονται στα ανωτέρω συγγράμματα, καθώς και τα επεξηγηματικά κείμενα (λεζάντες) που τα συνοδεύουν, αποτελούν πνευματικό δημιούργημα (με μορφή προσιτή στις αισθήσεις), του ενάγοντος, που χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, δεδομένου ότι είναι προϊόν πρωτότυπης και μοναδικής στο είδος τους προσωπικής επεξεργασίας, επιλογής και πρόκρισης που οφείλονται στις ειδικές επιστημονικές γνώσεις του και σε άλλες συγκεκριμένες ιδιότητες αυτού και επιπλέον γίνεται αναφορά του τρόπου προσβολής των πνευματικών δικαιωμάτων του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου, ο οποίος και ενήργησε υπαιτίως. Δεν απαιτείτο δε για την νομική πληρότητα της αγωγής η λεπτομερής παράθεση όλων των στοιχείων που φανερώνουν την πρωτοτυπία του επίδικου έργου, καθώς και εκείνων που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του εναγομένου και δικαιολογούν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος, η συγκεκριμενοποίηση των οποίων (στοιχείων αυτών), άλλωστε, είναι επιτρεπτή με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία. Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή και συνεπώς, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτίαση ότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς την απορριπτική, του περί αοριστίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, κρίση, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη ή αόριστη. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου περί προστασίας από την προσβολή των πνευματικών δικαιωμάτων του και καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων φιλόλογος, αρχαιολόγος, Δρ Παν/μίου Αθηνών αλλά και νόμιμος εκπρόσωπος της κατά την πρωτοβάθμια δίκη δεύτερης ενάγουσας, αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με σκοπό την επιστημονική έρευνα σχετικά με τις κατακτήσεις και τη δράση του Ελληνισμού, με έμφαση στη μουσική, τη φιλολογία, την ιστορία των τεχνών και την εκπαίδευση, είναι συγγραφέας του έργου που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1980 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος "Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής Μουσικής 1453-1820, Συμβολή στην Έρευνα του Νέου Ελληνισμού". Το ως άνω έργο παρουσιάζει, μέσω ενός μεγάλου αριθμού μουσικών χειρογράφων (4.500 περίπου από τα οποία επιλέχθηκαν 108) την εκκλησιαστική μουσική δραστηριότητα της περιόδου 1453-1820 και τους μεγάλους μουσικούς της περιόδου αυτής, αποτελώντας ουσιαστικά μια πρώτη ιστορική και επιστημονική (προϊόν εντατικής έρευνας και μελέτης, "έργο ζωής" κατά τον μάρτυρα) προσέγγιση της μουσικής των αιώνων αυτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον πρόλογο του ως άνω προσκομιζόμενου με επίκληση συγγράμματος αναφέρεται ότι από τον ενάγοντα "χρειάστηκαν δέκα χρόνια εργασίας για την έρευνα και τον εντοπισμό του υλικού που υπάρχει για την επιλογή και τη φωτογράφηση των πιο αντιπροσωπευτικών δειγμάτων ..., για την περιγραφή και το σχολιασμό του υλικού ...". Το Δ' μέρος του έργου αυτού περιλαμβάνει και φωτογραφικά δείγματα, στα οποία απεικονίζονται νότες και ειδικότερα: α) Η υπ' αριθμ. 86 απεικόνιση (στην αριστερή πλευρά του βιβλίου) που συνοδεύεται από τη λεζάντα: "Ζάκυνθος, Γριτσάνη αρ.ΐφ. 173ν και 73r. Φυσικές διαστ. 30X21 εκ. Γραφέας Πέτρος Πελοποννήσιος [;] Έτος γραφής [γύρω στο 1770], β) Η υπ' αριθμ. 96 απεικόνιση (στη δεξιά πλευρά του βιβλίου), που συνοδεύεται από τη λεζάντα: "Αθήνα, Εθν. Βιβλ.ΜΠΤ αρ χφ 263,222ω-23, Ανθολογία Νέας Παπαδικής, Γραφέας ο Χουρμούζιος. Έτος 1972] και γ) Η υπ' αριθμ. 106 απεικόνιση (στην αριστερή και στη δεξιά πλευρά του βιβλίου) που συνοδεύεται από τη λεζάντα: "Αθήνα, Εθν. Βιβλ. ΜΠΤ 710,φ334 r-35.Κρατηματάριο. Η μεταγραφή Χουρμουζίου Γραφέας Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ. Έτος 1817". Οι ως άνω απεικονίσεις μαζί με τις συνοδευτικές λεζάντες αποτελούν πρωτότυπο και μοναδικό προϊόν της επεξεργασίας και της μελέτης που πραγματοποίησε ο ενάγων βάσει της εξειδίκευσης, των επιστημονικών του γνώσεων και της προσωπικότητας του. Ο πρώτος ενάγων είναι επίσης συγγραφέας του έργου, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1999 από την προαναφερθείσα δεύτερη ενάγουσα με τίτλο "Η Εκκλησιαστική Μουσική του Ελληνισμού μετά την Άλωση (1453-1820) Σχεδίασμα της Ιστορίας" και το οποίο στην ουσία αποτελεί ένα αυτόνομο χρηστικό εγχειρίδιο του πρώτου ως άνω έργου, εμπλουτισμένου με νέα έγχρωμα φωτογραφικά δείγματα και με μικρές συμπληρώσεις στη βιβλιογραφία. Σ' αυτά συγκαταλέγεται και μια σχεδιογραφική παράσταση των οκτώ ήχων (σελ. 178) που ονομάζεται "Κανόνιο των οκτώ ήχων" και συνοδεύεται από τη λεζάντα "36. Το Κανόνιο των οκτώ ήχων. Από χφ του τέλους του 18ου αι. Ανθολογία της Παπαδικής". Ο εναγόμενος διατηρεί ατομική επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "Κέντρο Παραδοσιακών Μουσικών Εκδόσεων" με αντικείμενο, μεταξύ άλλων "τη συλλογή, διάσωση και προβολή της Μουσικής μας- κυρίως της βυζαντινής- στην παραδοσιακή της μορφή, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη δημοσιοποίηση του έργου- εκτελεστικού και συγγραφικού- παλαιών διδασκάλων". Στην ιστοσελίδα του (www.music-art.gr) ο εναγόμενος αναφέρει ως σκοπό της επιχείρησης του την "έρευνα, συλλογή και καταγραφή του οπτικού, ηχητικού και έντυπου αρχειακού υλικού και τη διάσωση και προβολή της Μουσικής μας (Βυζαντινής, Δημοτικής, Αστικής, Λαϊκής Ρεμπέτικης, παραδοσιακών Μ. Ασίας, Κων/πολης κ.α.) στην αυθεντική της μορφή, όπως αυτή προβάλλεται μέσα από τη δημοσιοποίηση του έργου παλαιών και νεότερων διδασκάλων, σε συνεργασία με κορυφαίους ερευνητές, λαογράφους, μουσικούς, καθώς και με ιδρύματα, πολιτιστικούς συλλόγους και φορείς". Κατά την άσκηση της πιο πάνω επαγγελματικής του δραστηριότητας εξέδωσε συλλογή δεκατριών ψηφιακών δίσκων (cd) στους οποίους ως υλικούς φορείς και στις εξωτερικές συσκευασίες τους (εξώφυλλα και σε κάθε συνοδευτικό έντυπο) έχει αποτυπώσει αυτούσιο και χωρίς καμία παραλλαγή από το προαναφερθέν βιβλίο του πρώτου ενάγοντος με τον τίτλο "Η εκκλησιαστική Μουσική του Ελληνισμού μετά την Άλωση (1453-1820), Σχεδίασμα Ιστορίας", το έγχρωμο φωτογραφικό δείγμα της σελ. 178 του βιβλίου με την ονομασία "Κανόνιο των οκτώ ήχων", με τον ίδιο χρωματισμό και επί πλέον χρησιμοποίησε αυτό ως διακριτικό, γνώρισμα τόσο των εμπορευμάτων του, όσον και της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, ακόμη και στην ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο. Το ως άνω Κανόνιο είχε εντοπίσει ο πρώτος ενάγων σε ελληνικό μοναστήρι (Αγ. Ιωάννης Θεολόγος, Θεσ/κη) και το είχε φωτογραφίσει στη συνέχεια, ύστερα από παράδοση του συνολικού χειρογράφου από το ως άνω μοναστήρι, παρουσία του μάρτυρος του, στο πλαίσιο επιστημονικής έρευνας που προσήκει στην επιστημονική του ιδιότητα προσκομίζοντας το σχετικό slide ως προς τις διαστάσεις του και τον χρωματισμό του στο δικαστήριο, αποκτώντας το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επ' αυτού. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι υπάρχουν και άλλα "κανόνια των οκτώ ήχων" στη βυζαντινή μουσική με τις προσκομιζόμενες φωτογραφικές τους απεικονίσεις δεν αναιρούν το πιο πάνω, επί πλέον δε δεν αποδεικνύεται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο ότι αυτός το απέκτησε σε φωτοαντίγραφο ως συλλέκτης, αφού και ο ίδιος ο μαρτυράς του δεν καταθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τον τρόπο απόκτησης του απ' αυτόν. Η πιο πάνω ενέργεια του εναγομένου ως προς τη χρήση του έγινε δίχως την προηγούμενη άδεια και συναίνεση του πρώτου ενάγοντος και χωρίς καμία αναφορά στην πηγή προέλευσης της ως άνω φωτογραφικής απεικόνισης, παρά το ότι τούτο ενδεικνυόταν λόγω και της κατ' αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας του. Εξ άλλου, από την επισκόπηση της συσκευασίας του υπ' αριθμ. 13 ψηφιακού δίσκου με τίτλο "Αρχείο ζωντανών ηχογραφήσεων Θ. Σ. Άρχων Πρωτοψάλτης της ΜΧΕ", ενυπάρχει ενημερωτικό τεύχος στο οποίο έχουν ενσωματωθεί τα έγχρωμα φωτογραφικά δείγματα με τους αριθμούς 86, 96 mij 106 του Δ μέρους του έργου συνοδευόμενα μάλιστα από τις λεζάντες αυτολεξεί του πρωτότυπου έργου του ενάγοντος πνευματικού δημιουργού αυτών, δίχως την προηγούμενη άδεια και συναίνεση του και χωρίς καμιά αναφορά ως προς την πηγή προέλευσης τους. Οι ως άνω φωτογραφικές απεικονίσεις που περιέχονται στα πιο πάνω συγγράμματα και τα επεξηγηματικά κείμενα που τα συνοδεύουν αποτελούν προσωπική πνευματική συμβολή του πρώτου ενάγοντος με έντονη ατομική ιδιομορφία, επιλέγοντας τα μέσα από πολυάριθμα χειρόγραφα, και δημιουργικό ύφος ως προς το χρωματισμό τους, τα περιθώρια, την απόσταση από το προς φωτογράφηση αντικείμενο, που τα διακρίνουν με τις αισθήσεις από άλλες παρεμφερείς απεικονίσεις, με συνέπεια ο πρώτος ενάγων να είναι ο αρχικός; δικαιούχος και να απολαμβάνει της έννομης προστασίας του ηθικού και περιουσιακού δικαιώματος επί αυτών με την έννοια ότι δικαιούται να απαιτεί την αναγραφή του ονόματος του στον υλικό φορέα του πνευματικού του έργου και να επιτρέπει ή απαγορεύει την κυκλοφορία του. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι προέβη στη φωτοτύπηση των ως άνω χειρογράφων από την Εθνική Βιβλιοθήκη στην οποία είχε κάρτα εισόδου, όπως θα μπορούσε να πράξει και οποιοσδήποτε άλλος, αποδεικνύεται ως ουσία αβάσιμος διότι, όπως απορρέει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον πρώτο ενάγοντα έγγραφα των' αρμοδίων υπαλλήλων της τελευταίας, το σχετικό τμήμα χειρογράφων δεν επιτρέπει τη φωτοτύπηση οιασδήποτε μορφής και για οποιοδήποτε λόγο των χειρογράφων και δεν διατίθεται έγχρωμο φωτοτυπικό μηχάνημα, επιπρόσθετα δε δεν υπάρχει σχετικό αίτημα μέχρι το έτος 2008 από τον εναγόμενο, λαμβανομένου επί πλέον υπόψη και του ότι από την πληθώρα των υπαρχόντων χειρογράφων επιλέχθησαν μόνον τα πιο πάνω από τον τελευταίο και δίχως έρευνα. Από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την οποίαν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία πρέπει να καθοριστεί για κάθε μία από τις προαναφερθείσες παράνομες πράξεις του (χειρόγραφα και Κανόνιο) σε επτά χιλιάδες (7000) ευρώ, και συνολικά δέκα τεσσάρων (14000) ευρώ, ποσό που κρίνεται δίκαιο και εύλογο εν όψει των συνθηκών τέλεσης της πράξης, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου, της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 και 65 του ν. 2121/1993, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και, κυρίως, εκείνης του άρθρου 2 παρ.2, όπως η έννοια αυτού, αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν, όπως παρακάτω αναλυτικότερα εκτίθεται, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου (2 παρ.2), εφόσον, το επίδικο έργο αποτελεί πνευματικό δημιούργημα, με μορφή προσιτή στις αισθήσεις, που απορρέει από την προσωπικότητα του ενάγοντος και χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 2121/1993 δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, (και) διότι φωτογράφος των επίδικων απεικονίσεων είναι τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα ο Ρ. Π., στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι δεν υπάρχει σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής των ως άνω άρθρων 2 παρ.2 και 65 του ν. 2121/1993, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό αυτών, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα, ότι οι ως άνω φωτογραφικές απεικονίσεις, που περιέχονται στα πιο πάνω συγγράμματα και τα επεξηγηματικά κείμενα (λεζάντες) που τα συνοδεύουν, αποτελούν προσωπική πνευματική συμβολή του ενάγοντος, με έντονη ατομική ιδιομορφία, επιλέγοντάς τα μέσα από πολυάριθμα χειρόγραφα, και δημιουργικό ύφος ως προς το χρωματισμό τους, τα περιθώρια, την απόσταση από το προς φωτογράφηση αντικείμενο, που τα διακρίνουν με τις αισθήσεις από άλλες παρεμφερείς απεικονίσεις, με συνέπεια ο ενάγων να είναι ο αρχικός; δικαιούχος και να απολαμβάνει της έννομης προστασίας του ηθικού και περιουσιακού δικαιώματος επί αυτών, με την έννοια ότι δικαιούται να απαιτεί την αναγραφή του ονόματος του στον υλικό φορέα του πνευματικού του έργου και να επιτρέπει ή απαγορεύει την κυκλοφορία του. Επομένως, είναι αβάσιμοι ο έκτος λόγος από τον αριθ.1 και ο τέταρτος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο προβάλλει και αιτιάσεις αναφορικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα. Οι αιτιάσεις αυτές είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη πιο πάνω νομική σκέψη, απαράδεκτες.
Από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που κάποιος διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως είναι και η δικαστική ομολογία, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία, κατά το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Ωστόσο, για να είναι παραδεκτός λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη παρά το νόμο ομολογίας, πρέπει να έχει γίνει επίκλησή της από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να γίνεται μνεία αυτής της επίκλησης στο αναιρετήριο. Περαιτέρω, ο ως άνω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται, αν ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου δεν έχει εξετασθεί από το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο, από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τις εξής δικαστικές ομολογίες του ενάγοντος: α) Την περιεχομένη στην ένδικη αγωγή (ομολογία του), ότι η χρήση της απεικόνισης του Κανονίου των οχτώ ήχων και η ενσωμάτωσή της στο βιβλίο του έχει παραχωρηθεί νομίμως, με παράγωγο τρόπο από τους νομίμους κατόχους του, αποκλειστικώς και μόνον για μη κερδοσκοπικούς σκοπούς και για να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς και μόνο στο συγκεκριμένο βιβλίο ως πρωτότυπης και μοναδικής πνευματικής δημιουργίας στο σύνολό της." και β) την περιεχομένη στις προτάσεις του που υπέβαλε στο Εφετείο (ομολογία), ότι τις επίδικες απεικονίσεις, τις δημιούργησε ο φωτογράφος Ρ. Π.. Ο λόγος αυτός, αναφορικά με την πρώτη ομολογία είναι, προεχόντως, αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων την επικαλέστηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 524 ΚΠολΔ), η επίκληση δε της ομολογίας αυτής με το δικόγραφο της έφεσης, (όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), δεν αρκεί, αφού αυτό, κατά το άρθρο 520 ΚΠολΔ, περιέχει τους λόγους αυτής. Περαιτέρω, αναφορικά με την δεύτερη ομολογία ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο περιεχόμενος στην έφεση του αναιρεσείοντος ισχυρισμός για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσιβλήτου για την άσκηση της ένδικης αγωγής, ελλείψει πνευματικού δικαιώματος επί των φωτογραφιών των χειρογράφων, που προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο, προς απόδειξη του οποίου και έγινε η επίκληση της ως άνω ομολογίας, δεν εξετάσθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο πιο πάνω, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, (αναφορικά με την ως άνω δεύτερη ομολογία), είναι, αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 23-9-2013 προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, που υπέβαλε στο Εφετείο, αυτός δεν ομολόγησε ότι οι επίδικες απεικονίσεις είναι "προσωπικό πνευματικό δημιούργημα τέχνης" του εν λόγω φωτογράφου, αλλά, προς αντίκρουση του πιο πάνω προβληθέντος ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω φωτογράφος (Ρ. Π.) και οι άλλοι φωτογράφοι που χρησιμοποιήθηκαν (για τις ανάγκες της συγγραφής των ανωτέρω έργων) και αναφέρονται στα συγγράμματά του, ενεργούσαν κατά τη λήψη των φωτογραφιών όχι με προσωπικά κριτήρια ή πρωτοβουλία αλλά ως "απλά εκτελεστικά όργανα" για μια εργασία που έγινε κατ'ανάθεση από αυτόν, ο οποίος και καθόριζε τα κριτήρια και τον τρόπο επιλογής και παρουσίασης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, που προσδίδουν την ιδιότητα του πνευματικού δημιουργού του επίδικου έργου τέχνης. Ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως άνω λόγο ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του, εκτός από τις πιο πάνω ομολογίες, και το αναφερόμενο έγγραφο-Βιβλίο με τίτλο"Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής Μουσικής 1453-1820 Συμβολή στην Έρευνα του Νέου Ελληνισμού", που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του στον πρώτο βαθμό ο αναιρεσίβλητος, το οποίο (έγγραφο) και αυτός επικαλέστηκε με λόγο της έφεσής του για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο τελευταίος δεν είναι ο φωτογράφος- δημιουργός των τριών επίδικων απεικονίσεων. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται αν το εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε και στο δεύτερο βαθμό και ότι έγινε επίκλησή του (τόσο από τον αναιρεσίβλητο όσο και από τον αναιρεσείοντα) με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Πέραν τούτου, ο λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος (για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος), προς απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, δεν εξετάσθηκε από το δικαστήριο της ουσίας Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος προβάλλεται με διατύπωση επικουρικότητας σε σχέση με τον αμέσως προηγούμενο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν απέδωσε στις πιο πάνω "δικαστικές ομολογίες" την αποδεικτική δύναμη που ορίζει ο νόμος. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ομολογίες του αντιδίκου του.
Με τον από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε υπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, ούτε εξάλλου και το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του. Επομένως, ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι δεν έχει καθόλου μείζονα σκέψη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί ποιοι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου εφαρμόστηκαν και αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, είναι απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τις πιο πάνω αναφερόμενες πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του κατά τα ανωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού. Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του διευκρινιστικά της αγωγής περιστατικά που βεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις παρόλο που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της (ΑΠ 621/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχθηκε "Το ως άνω Κανόνιο είχε εντοπίσει ο ενάγων οε ελληνικό μοναστήρι (Αγ. Ιωάννης Θεολόγος Θεσ/κη) και το είχε φωτογραφίσει στη συνέχεια, ύστερα από παράδοση του συνολικού χειρογράφου από το ως άνω μοναστήρι στο πλαίσιο επιστημονικής έρευνας που προσήκει στην επιστημονική του ιδιότητα προσκομίζοντας το σχετικό slide ως προς τις διαστάσεις του και τον χρωματισμό του στο δικαστήριο, αποκτώντας το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επ' αυτού ... Οι ως άνω φωτογραφικές απεικονίσεις που περιέχονται στα πιο πάνω συγγράμματα και τα επεξηγηματικά κείμενα που τα συνοδεύουν αποτελούν προσωπική πνευματική συμβολή του ενάγοντος με έντονη ατομική ιδιομορφία, επιλέγοντας τα μέσα από πολυάριθμα χειρόγραφα, και δημιουργικό ύφος ως προς το χρωματισμό τους, τα περιθώρια, απόσταση από το προς φωτογράφηση αντικείμενο, που τα διακρίνουν με τις αισθήσεις από άλλες παρεμφερείς απεικονίσεις με συνέπεια ο ενάγων να είναι ο αρχικός δικαιούχος και να απολαμβάνει της έννομης προστασίας του ηθικού και περιουσιακού δικαιώματος επί αυτών με την έννοια ότι δικαιούται να απαιτεί την αναγραφή του ονόματος του στον υλικό φορέα του πνευματικού του έργου και να επιτρέπει ή απαγορεύει την κυκλοφορία του", ενώ ο αναιρεσίβλητος όχι μόνον δεν ισχυρίσθηκε στην αγωγή του ότι είναι ο φωτογράφος των απεικονίσεων, ούτε αναφέρει στην αγωγή του στοιχεία σχετικά με τον χρωματισμό, τα περιθώρια την απόσταση φωτογράφησης και άλλα στοιχεία που να θεμελιώνουν την πρωτοτυπία της φωτογράφησης αλλά -ειδικά ως προς το Κανόνιο-ι σχυρίσθηκε- συνομολόγησε ότι απέκτησε το σχετικό δικαίωμα με παράγωγο τρόπο". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (επιπλέον και διαφορετικών από τα περιεχόμενα στην ένδικη αγωγή) δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά διευκρινιστικά της αγωγής στοιχεία, τα οποία δεν συνιστούν μεταβολή της βάσης της και προέκυψαν, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, από τις αποδείξεις. Επιπλέον, ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο, κατά το ίδιο μέρος, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντα από τον ενάγοντα ισχυρισμό αναφορικά με την παράγωγη κτήση της απεικόνισης του Κανονίου των οχτώ ήχων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται για μη λήψη πραγμάτων που πρότεινε ο αντίδικος του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Εξάλλου, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27 Απριλίου 2014 αίτηση του Χ. Τ. για αναίρεση της 6335/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή