Αριθμός 1256/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ θυγ. Ζ, συζύγου Ψ, κατοίκου νέας ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χατζησταυράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπάρα καθώς ανακάλεσε την από 2-2-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1465/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5797/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 13-4-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ελένης Σπίτσα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές, που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καθένας από τους συζύγους, ανεξάρτητα από το αν προκάλεσε τη διάσταση ή όχι, έχει δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο, όταν η διάσταση διήρκεσε επί μία συναπτή τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από της αγωγής, και ειδικότερα, από τον χρόνο συζητήσεως αυτής, κατά τον οποίο κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος. Από την ίδια διάταξη, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, τεκμαίρεται αμαχήτως ο κλονισμός και το Δικαστήριο χωρεί, μετά και τη διαπίστωση της προθέσεως για διάσταση, στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η φυσική και ψυχική απομάκρυνση μεταξύ των συζύγων, με την πρόθεση τουλάχιστον του ενός εξ αυτών να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Τη συμπλήρωση του χρόνου δεν εμποδίζουν οι μικρές διακοπές της διαστάσεως, που γίνονται προς επίτευξη της αποκαταστάσεως των σχέσεων των συζύγων, παρά το ότι στην περίπτωση αυτή ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβιώσεως. Κατά μείζονα λόγο δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ άλλων λόγων (π.χ. κοινωνικών ή χάριν των τέκνων και για την με αυτά επικοινωνία) που δεν αναιρούν τη σταθερή πρόθεση διασπάσεως του συζυγικού δεσμού, όπως τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης από μέρους του απομακρυνθέντος από αυτήν συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα διαμένοντα με αυτήν τέκνα. Εξάλλου, η διάσταση συνοδεύεται, συνήθως, και από τη διακοπή του να κατοικούν ή να διαμένουν οι σύζυγοι στην ίδια οικία. Ωστόσο, είναι νοητή αυτή (διάσταση), έστω και αν συνεχίζουν εκείνοι να κατοικούν ή να διαμένουν στην ίδια οικία, σε διαφορετικούς βέβαια χώρους της (συνοίκηση υπό ευρεία έννοια), οπότε φαινομενικά μεν προκύπτει έγγαμη συμβίωση, στην ουσία όμως έχει διακοπεί η συμβίωση αυτή (ΟλΑΠ 20/1990). Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της. καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα εξής :"Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 15.01.1983 και από το γάμο τους αυτό δεν απέκτησαν τέκνα. Η συμβίωση τους δεν υπήρξε αρμονική, με την πάροδο δε του χρόνου άρχισε να επέρχεται μεταξύ τους αποξένωση, σωματική και πνευματική. Από το έτος 1989 υπηρετούσαν ως υπάλληλοι στο υποκατάστημα του Ι.Κ.Α. ... και από το έτος 1992 κατοικούσαν σε ιδιόκτητη οικία στο ..... Η ζωή τους στην εν λόγω οικία, ιδιαίτερα από του έτους 1999, ήταν απλώς τυπική συνοίκηση, χωρίς ύπαρξη σωματικής και ψυχικής επαφής και χωρίς τη βούληση, τουλάχιστον από την πλευρά του ενάγοντος, να υπάρχει κοινωνία βίου, παρόλο που εξακολουθούσαν να παρεμένουν στον ίδιο χώρο, σε διαφορετικά βέβαια δωμάτια, ο καθένας. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι από του μηνός Μαΐου 2001 αμφότεροι οι σύζυγοι μετατέθηκαν στην ...και συνοικούσαν, τυπικά, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς να έχουν μεταξύ τους σωματική και ψυχική επαφή, σε ιδιόκτητη οικία του ενάγοντος συζύγου στην ..., από την οποία απεχώρησε οριστικά και διέκοψε τη συνοίκηση ο ενάγων τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002, αφήνοντας και σχετική επιστολή του στην εναγομένη, με την οποία εξέφραζε τη βούληση του να μη υπάρχει πλέον μεταξύ τους ούτε η τυπική συνοίκηση, μολονότι η εναγομένη προσπάθησε μονομερώς, ιδίως και με την παροχή εγγύησης από αυτή, κατά μήνα Οκτώβριο 2001, για τη λήψη δανείου από τον σύζυγό της προς απόκτηση της οικίας στην .... Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, δέχεται το Εφετείο ότι από του έτους 1999 μέχρι και την πρώτη συζήτηση της αγωγής (06.12.2004), ήτοι επί χρονικό διάστημα τετραετίας και πλέον, με τη βούληση του ενάγοντος να μη έχει κοινωνία εγγάμου βίου με την εναγομένη σύζυγο του, υπήρξε διάσταση των διαδίκων συζύγων, αρχικώς μεν και μέχρι τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002 λόγω σωματικής και ψυχικής αποξένωσης, έκτοτε δε και με τη διακοπή της τυπικής συνοίκησης αυτών και την αποχώρηση του ενάγοντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε την αγωγή και απάγγειλε τη λύση του μεταξύ τους γάμου, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης (ΑΚ 1439 παρ.3).Έτσι που έκρινε, το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προ τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφάρμοσε και, επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚπολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 453, 524 παρ.1 ΚπολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα τους, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος που αυτά προσκομίστηκαν (προτάσεις) και το περιεχόμενο τους, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτά είναι κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού πού ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη "18 σχετικά έγγραφα μου από τα οποία αποδεικνύεται ο ακριβής χρόνος διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης... την 2.2.2002.... Επίσης δεν έλαβε υπόψη το από 18.3.2001 έντυπο της Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος από το οποίο αποδεικνύεται ότι κατά τη χρονολογία αυτή συμβιούσαμε και συνοικούσαμε στο ..... δεν έλαβε υπόψη την αντικειμενική και αμερόληπτη ένορκη μαρτυρική κατάθεση της Φ από την οποία αποδεικνύεται ότι η έγγαμη συμβίωση διασπάστηκε την 2.2.2002". Ο λόγος αυτός, ως προς μεν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "18 σχετικά έγγραφα", είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα τους, ποια είναι τα έγγραφα αυτά, ούτε καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος που αυτά προσκομίστηκαν στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, ως προς δε την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το άνω έγγραφο της Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος και την άνω κατάθεση της μάρτυρα Φ, είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, κατά τις οποίες οι διάδικοι σύζυγοι συνοικούσαν μέχρι το μήνα Μάϊο 2001 στο ..., ο δε ενάγων αποχώρησε από τη συζυγική οικία στην ... τον μήνα Φεβρουάριο 2002, αναμφίβολα προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και το άνω έγγραφο της Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος, καθώς και την κατάθεση της προαναφερόμενης μάρτυρος. Η περιεχόμενη τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη επιστολή του ενάγοντος προς την εναγομένη την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του η τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 αρ.3 ΚΠολΔ, κατά το οποίο δεν μπορεί να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης από πράξεις του ίδιου του αναιρεσείοντος ή των προσώπων που ενεργούν στο όνομα του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.12.2007 αίτηση της Χ θυγ. Ζ συζ. Ψ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5779/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Mαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ