Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 329 / 2021    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 329/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Μαρία Λεπενιώτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης Ε. (E.) Θ. (T.) του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Σπηλιάκο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5810/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία Μ. Π. του Ε., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυρίτση.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.6.2020 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 846/2020.

Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα με δήλωσή της που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-6-2020 (αρθ. 473 παρ.2 ΚΠΔ) κατά της υπ' αριθμ. 5810/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 17/3/2020 και με την οποία καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια τελεσθείσα δια παραλείψεως σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.473 παρ. 1,2,3, 474 παρ. 1,2 ΚΠοινΔ) , καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 75 του Ν.4690/2020, οι ανασταλείσες νόμιμες προθεσμίες, στο πλαίσιο λήψης προληπτικών μέτρων για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας έναντι του COVID-19, σύμφωνα με τις κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Δικαιοσύνης υπ'αρ. ΔΙα/Γ.Π.οικ. 17734/12-3-2020 (Β'833), ΔΙα/Γ.Π.οικ.21159/27- 3-2020 (ΒΊ074), Δ 1α/Γ.Π.οικ.24403/11-4-2020 (Β Ί301), ΔΙα/Γ.Π.οικ. 26804/25-4-2020 και την κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας. Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών υπ' αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.30340/15-5-2020 (Β' 1857), άσκησης όλων των προβλεπομένων από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας [ν.4620/2019] και τους ειδικούς ποινικούς νόμους ενδίκων μέσων, οιονεί ενδίκων μέσων και ενδίκων βοηθημάτων, συνεχίζουν να τρέχουν από την 1-6-2020 και για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη στο νόμο διάρκεια, προσαυξανόμενη σε κάθε περίπτωση κατά δέκα [10] επιπλέον μέρες. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ' ετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της επίδικης αξιόποινης πράξεως και δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος (Ολ. ΑΠ 4/2010). Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου. Περαιτέρω η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκληση του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Ήδη, στο άρθρο 15 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (Ν.4619/2019), που συμπορεύεται με την μέχρι τούδε νομολογία σε σχέση με το στοιχείο της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του δράστη δια παραλείψεως τελούμενου εγκλήματος, ορίζεται ότι: "1. Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου. 2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (αρθρ. 83)". Η τελευταία διάταξη, ως περιέχουσα επιεικέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, κατ" αρθρ. 2 παρ.1 ΠΚ, αφού προβλέπει, δυνητικά την επιβολή μειωμένης ποινής επί εγκλημάτων που τελούνται με παράλειψη, όπως το επίδικο, εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρ.511 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ, και στην περίπτωση αυτή. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο μόνο παρ. 1 εδ. β'και γ' της Υπουργικής Απόφασης ΥΑ/Υ4α/οικ.37804/2013 σε περιπτώσεις ασθενών που λόγω της κατάστασής τους αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν είναι δυνατόν να παρέχεται επιπλέον φροντίδα από αποκλειστικές νοσοκόμες και αποκλειστικούς νοσοκόμους οι οποίοι φέρουν εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά την ευθύνη για τις υπηρεσίες που παρέχουν στους ασθενείς του νοσοκομείου ή της ιδιωτικής κλινικής όπου παρέχουν τις υπηρεσίες τους, δεν συνδέονται με οποιαδήποτε εργασιακή σχέση με τα νοσοκομεία ή τις κλινικές και η δαπάνη της απασχόλησης αυτών βαρύνει τον ασθενή ή τον ασφαλιστικό του φορέα στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δλ του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ( ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1574/2019, ΑΠ 1645/2019 ).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΕΛ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολομ. Α.Π. 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5810/2018 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε και κατά τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεπε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψή της και συγκεκριμένα το θάνατο του άλλου. Ειδικότερα, η κατηγορούμενη απασχολείτο ως αποκλειστική νοσοκόμα στο Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων. Την 28.5.2013 εισήχθη στο άνω νοσοκομείο ο Ε. Μ., λόγω εγκεφαλικού αγγειακού επεισοδίου, με συμπτώματα δυσαρθρίας και συγχυστικής διέγερσης με παραισθήσεις. Κατόπιν συστάσεων των ιατρών για την αναγκαία επιτήρησή του όσο νοσηλευόταν, οι οικείοι του προσέλαβαν δύο αποκλειστικές νοσοκόμες. Την 31.5.2013 (τρίτη ημέρα νοσηλείας) η κατηγορούμενη, αποκλειστική νοσοκόμα, από 16.00 έως 23.00 είχε βάρδια για τη φύλαξη του ασθενούς, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση σύγχυσης και παραισθήσεων. Η κατηγορούμενη παραβιάζοντας την υποχρέωσή της εκ του νόμου και εκ της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών δυνάμει της οποίας της ανετέθη η φροντίδα επίβλεψη και παρακολούθησης του ασθενούς περί ώρα 22.00 εξήλθε του δωματίου νοσηλείας και απουσίασε επ' ολίγον διάστημα, χωρίς να ειδοποιήσει έτερον νοσηλευτή να την αντικαταστήσει κατά την απουσία της. Στο διάστημα απουσίας της ο άνω ασθενής σηκώθηκε από την κλίνη του, κατευθύνθηκε προς το παράθυρο του δωματίου και από αυτό έπεσε στο κενό, απ' τον πρώτο όροφο, με συνέπεια να τραυματισθεί θανάσιμα και ν' αποβιώσει την 1.7.2013. Ο θάνατος του ανωτέρω αιτιωδώς επήλθε συνεπεία της έλλειψης προσοχής την οποία όφειλε και κατά τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει η κατηγορούμενη, καθώς αυτή παραβίασε την ιδιαίτερη υποχρέωση προς διαρκή παρουσία, επίβλεψη και παρακολούθηση του ασθενούς, η οποία απέρρεε απ' το νόμο (ΥΑ/Υ4α/οικ. 32804/2013), άρθρο μόνο και επί της συμβάσεως που συνήψε με τους οικείους του ασθενούς. Ο θάνατος δε του ασθενούς δεν θα επερχόταν και θα είχε αποφευχθεί εάν αυτή επιμελώς εξεπλήρωνε τις άνω υποχρεώσεις της. Βάσει των άνω αποδειχθέντων περιστατικών πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την άδικη πράξη του της αποδίδεται, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας.
Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη καλά πλειοψηφία με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2β ΠΚ (ότι στην πράξη ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια) της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορούμενη ένοχη του ότι: "Στην Αθήνα, την 31/05/2013, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και κατά τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η άδικη πράξη της και δη το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη Ε. Θ., εργαζόταν ως αποκλειστική νοσοκόμα στο Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων. Την 28/05/2013 είχε εισαχθεί προς νοσηλεία στο ανωτέρω νοσοκομείο ο Ε. Μ., λόγω αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, με συμπτώματα δυσαρθρίας και συγχυτικής διέγερσης με παραισθήσεις. Ήδη κατά την πρώτη ημέρα νοσηλείας του, ήτοι την 28/05/2013, ανέλαβαν, κατόπιν συστάσεως των ιατρών, τη διαρκή επιτήρηση του ασθενούς καθ' όλη την προσδοκώμενη διάρκεια νοσηλείας του με αποκλειστικές νοσοκόμες, μεταξύ των οποίων και η κατηγορουμένη. Το απόγευμα της 31/05/2013 και περί ώρα 16:00' ξεκίνησε η απογευματινή βάρδια της κατηγορουμένης, η οποία θα ολοκληρωνόταν περί ώρα 23:00'. Ωστόσο περί ώρα 22:00', οπότε η κατηγορούμενη διέκοψε για λίγο την επιτήρηση του ασθενούς και μετέβη στην παρακείμενη τουαλέτα του νοσοκομείου, ο ασθενής, ευρισκόμενος σε κατάσταση σύγχυσης και παραισθήσεων, σηκώθηκε από την κλίνη του και πήγε μέχρι το παράθυρο του δωματίου από όπου πραγματοποίησε άλμα στο κενό, από το ύψος δηλαδή του πρώτου ορόφου. Συνεπεία της πτώσεως αυτής, ο παθών απεβίωσε την 01/07/2013. Παραβιάζοντας την εκ του νόμου (άρθρο μόνο παρ.1 ΥΑ/Υ4α/οικ. 37804/2013 όπως ισχύει) και εκ της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών που συνήφθη μεταξύ αυτής και των συγγενών του ασθενούς ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, ήτοι προς διαρκή παρουσία, επίβλεψη και φροντίδα του ανωτέρω ασθενούς, επέφερε δια της παραλείψεως της αυτής το θάνατο του Ε. Μ., αποτέλεσμα το οποίο θα είχε αποφευχθεί, αν είχε εκπληρώσει την υποχρέωση της με πληρότητα κι ευσυνειδησία". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια τελεσθείσα δια παραλείψεως, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 28, 15 ΠΚ και άρθρο μόνο παρ. 1 εδ β,γ ΥΑ Υ4α/οικ. 37804/2013, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, που να στερούν την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία κατηγορουμένης) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται, κατά νόμο, αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα . Περαιτέρω όπως διαπιστώνεται από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διαλαμβάνονται σε αυτή ο τρόπος και οι συνθήκες τελέσεως του άνω αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφού γίνεται επαρκής αναφορά των παραλείψεων, που θεμελιώνουν την αμέλεια της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας, με λεπτομερή προσδιορισμό της συμπεριφοράς της, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του προκληθέντος θανάτου του παθόντος.
Συγκεκριμένα: α) Εκτίθεται η ιδιότητα που είχε η αναιρεσείουσα και ειδικότερα ότι ως αποκλειστική νοσοκόμος είχε αναλάβει την φροντίδα του ασθενούς Ε. Μ. που νοσηλεύετο στο Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων , στην οποία (ιδιότητα), ως εκ του επαγγέλματος αυτού, ενυπάρχει η εκ μέρους της αναδοχή του κινδύνου για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή, του ως άνω ασθενούς κατά τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο επελεύσεως του θανατηφόρου αποτελέσματος, β) Διαλαμβάνεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας να επιμεληθεί για τη λήψη όλων των μέτρων προστασίας του ως άνω ασθενούς η οποία απέρρεε κατά της παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως τόσο από την ιδιότητα της ως αποκλειστικής νοσοκόμου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο μόνο παρ. 1 εδ.β'και γ' της Υπουργικής Απόφασης ΥΑ/Υ4α/οικ.37804/2013, όσο και από την σχετική σύμβαση μεταξύ αυτής και των οικείων του ασθενούς. γ) Προσδιορίζεται επαρκώς η μορφή της υπαιτιότητάς της, που περιγράφεται ως μη συνειδητή αμέλεια αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την συμπεριφορά της ήτοι τον θάνατο του Ε. Μ..
δ) Μνημονεύονται επακριβώς και με σαφήνεια οι συγκεκριμένες παραλείψεις, στις οποίες αυτή προέβη υπό την ως άνω ιδιότητά της, και ειδικότερα εκτίθεται, ότι ενώ είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση διαρκούς παρουσίας, επίβλεψης, παρακολούθησης, φροντίδας από ώρας 16.00 έως 23.00 της 31/5/2013 του ως άνω ασθενούς, ο οποίος νοσηλεύετο με συμπτώματα συγχυτικής διέγερσης και παραισθήσεις, εν τούτοις απομακρύνθηκε για μικρό χρονικό διάστημα από το δωμάτιο νοσηλείας του ασθενούς παραλείποντας να ζητήσει την αντικατάστασή της από άλλον νοσηλευτή κατά την διάρκεια της απουσίας της με απότοκη συνέπεια ο ασθενής κατά τον χρόνο αυτό να ανασηκωθεί από το κρεβάτι του να πέσει από το παράθυρο στο κενό και να τραυματισθεί θανάσιμα.
ε) Αιτιολογείται η δυνατότητα της αναιρεσείουσας ενόψει της ιδιότητας αυτής ως αποκλειστικής νοσοκόμου και των γνώσεων που αυτό συνεπάγεται να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από την διακοπή της επιβεβλημένης διαρκούς παρουσίας πλησίον του ασθενούς, στ) Αιτιολογείται πλήρως ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της ήδη αναιρεσείουσας και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος, αφού σαφώς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές σκέψεις αναφέρεται ότι στην επέλευση του θανάτου του ασθενούς οδήγησαν οι ως άνω παραλείψεις της αναιρεσείουσας καθώς και ότι αν είχαν γίνει οι επιβεβλημένες αλλά παραληφθείσες ενέργειες με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας ο θάνατος του ασθενούς δεν θα είχε επέλθει. Ενόψει τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους γίνεται επίκληση των πλημμελειών της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚοινΔ, ως και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ιδίου Κώδικα είναι αβάσιμοι. Τέλος οι περί την εκτίμηση των αποδείξεων αιτιάσεις , συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος της αναιρεσείουσας ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, πλήττεται ανεπίτρεπτα η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, ως και ανωτέρω αναφέρθηκε, στο εφαρμοστέο εν προκειμένω άρθρο 15 του νέου ΠΚ που ισχύει από 1-7-2019 (άρθρ. 460 Ν.4619/2019), ορίζεται ότι επί εγκλήματος που τελείται με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρ.83 ΠΚ). Κατά δε το άρθρο 85 παρ.1 του νέου ΠΚ, ορίζεται ότι:
"Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή".
Εν προκειμένω, όπως εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη, ως προς την ποινή συντρέχει περίπτωση εφαρμογής, αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ και 511 εδ.'τελ.του ΚΠοινΔ, της επιεικέστερης, ειδικώς ως προς τα όρια των ποινών, διάταξης του άρθρου 15 παρ.2 ΠΚ σε συνδυασμό με το αρθρ.302 παρ.1 αλλά και σε συνδυασμό με τα άρθρα 83 περ.δ' 85 παρ.1'και 84 παρ.2β' ΠΚ, ενόψει και της αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει αυτεπαγγέλτως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, ως προς τις περί επιβολής ποινής διατάξεις της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αποτελούμενο ενόψει ότι πρόκειται μόνο για το σκέλος της ποινής, από τους ίδιους δικαστές, εάν τούτο είναι δυνατό (άρθρ.522 ΚΠΔ) διαφορετικά από άλλους, ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 5810/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, και δη ως προς τις περί ποινής διατάξεις της.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μόνο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους, εάν είναι δυνατό, δικαστές, διαφορετικά από άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης της Ε. (E. ) Θ. (Τ.) που ασκήθηκε με δήλωσή της που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-6-2020 κατά της υπ' αριθμ. 5810/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή