Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 170 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 170/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Α. του Ι., κατοίκου ... και 2) Α. Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σπυράκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "CNP ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χρήστο Παρασκευόπουλο και Πελαγία Λεοντιάδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6314/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5873/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-3-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη (ΑΠ 1/2019, ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Εξάλλου, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 Ν.3587/2007, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β`), "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ.4 εδ. α`), "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β`) και "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1111/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 2257/2014). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του ΝΔ 400/1970, όπως αυτό τροποποιήθηκε υπό την ώθηση της κοινοτικής νομοθεσίας με βάση το ΠΔ 252/1996, το οποίο ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (καταργήθηκε με το άρθρο 278 παρ. 1 Ν. 4364/2016, στο οποίο και κωδικοποιήθηκε, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016), προκύπτει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δύνανται να ασκούν εν μέρει τραπεζικές-επενδυτικές εργασίες στα πλαίσια των ασφαλίσεων ζωής, καθώς μπορούν να σχηματίζουν "εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια", στα οποία οι ασφαλισμένοι συμμετέχουν αποκτώντας "μονάδες" (Unit Liked). Τα κεφάλαια αυτά συγκροτούμενα από κινητές αξίες, προθεσμιακές καταθέσεις, συνιστούν αυτοτελή, λογιστικά απλώς σύνολα στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς αυτονομία. Ειδικότερα, δυνάμει του ΝΔ 400/1370 σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Ν 2076/1992, ως ίσχυε μέχρι την αντικατάσταση του με το άρθρο 92 παρ.1 του Ν. 3601/2007, ο οποίος εν συνεχεία καταργήθηκε με το άρθρο 166 παρ. 1 του Ν. 4261/2014 (που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 107/Α/5-5-2014) και κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν.4364/2016, ως ισχύει από 1-1-2016, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να προβαίνουν σε άσκηση εργασιών παροχής εγγυήσεων στον κλάδο των ασφαλίσεων κατά ζημιών (άρθρο 13 παρ. ΙΑ περ. 15 του Ν. 4261/2014) και εργασιών, που εκτελούνται άμεσα ή έμμεσα στα πλαίσια ασφαλίσεων ζωής, για να εξασφαλίζονται παροχές στον ασφαλισμένο συνδεδεμένες με τις επενδύσεις αυτές, για να εξυπηρετούνται εργασίες κεφαλαιοποίησης και ομαδικά προγράμματα πρόνοιας και για να υλοποιείται η αναλαμβανόμενη διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών ταμείων, κεφαλαίων (άρθρο 13 ΝΔ 400/1970, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προαναφερόμενα). Ειδικά, όσον αφορά στις ασφαλίσεις ζωής, που συνδέονται με επενδύσεις, το άρθρο 13 Γ του ΝΔ 400/1970 προβαίνει σε μία διττή διάκριση. Διακρίνει, δηλαδή, μεταξύ των επενδύσεων σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και επενδύσεων σε κινητές αξίες, ομόλογα, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, που στο σύνολο τους συγκροτούν το λεγόμενο "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" της ασφαλιστικής επιχείρησης. Αυτές οι δύο διακεκριμένες περιπτώσεις είναι γνωστές στην ασφαλιστική και τραπεζική ορολογία και πρακτική ως προγράμματα ή προϊόντα ή ασφαλιστήρια ή ασφαλίσεις ζωής τύπου "UnitLiked". Χαρακτηριστικό τους είναι η εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης επένδυση των καταβαλλόμενων από τον ασφαλισμένο ασφαλίστρων, είτε σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, είτε σε σχηματιζόμενα, κατά τα ανωτέρω, από την ίδια "ιδιαίτερα", αυτοτελή περιουσιακά σύνολα. Ο ασφαλισμένος, δηλαδή, αποκτά συνήθως σταδιακά με την καταβολή των ασφαλίστρων λογιστικές μονάδες (unit), των οποίων η αξία προσδιορίζεται εκάστοτε από την αξία των αντίστοιχων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή την αξία των μονάδων (μεριδίων), στα οποία είναι διηρημένο το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, με τα οποία κεφάλαια-αμοιβαία ή μεταβλητά - είναι συνδεδεμένες (Linked) ως προς την οικονομική τους απόδοση, οι αποκτώμενες μονάδες. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 Δ (xii) και 13 Γγ παρ. Α (ια) και (ιδ) περ. ii του ΝΔ 400/1970, το "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" συγκροτείται από στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης, προσδιοριζόμενα με τρόπο ορισμένο και "ειδικό κανονισμό λειτουργίας". Συνιστά κατά κανόνα αδιάσπαστο τμήμα της εταιρικής περιουσίας, διακρινόμενο απλώς λογιστικά, τεχνικά από την λοιπή περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης. Χαρακτηρίζεται, όμως, τόσο από την ιδιαιτερότητα του τρόπου σύστασής του, της επένδυσης των καταβαλλόμενων ασφαλίστρων και του σκοπού που εξυπηρετεί, των παροχών ασφαλίσεως ζωής, όσο και από την ιδιαιτερότητα του τρόπου λειτουργίας του, αφού, υποκείμενο σε διαχειριστικούς επενδυτικούς κανόνες, είναι εξ ορισμού, κατά τα στοιχεία που το συγκροτούν, συνεχώς μεταβαλλόμενο ("μεταβλητό"). Ο σκοπός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου εγκείμενος σε μεγιστοποίηση της απόδοσής του, υποχρεώνει συνήθως την ασφαλιστική επιχείρηση σε "διαχείριση" των μετοχικών δικαιωμάτων που αποκτά στα πλαίσια του, με εντελώς διαφοροποιημένη κατεύθυνση από εκείνη ενός "σταθερού" μετόχου, επειδή αυτή αποβλέπει πρωτίστως στη βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση του κεφαλαίου και την εκμετάλλευση κερδοφόρων ευκαιριών της χρηματιστηριακής αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, οι ασφαλίσεις αυτές εμπεριέχουν υψηλό ποσοστό κινδύνου για τους ασφαλισμένους, γι` αυτό ο νόμος θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τις ασκούν και κανόνες διαφάνειας προς προστασία των ασφαλισμένων. Εξάλλου, με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, θεσπίστηκαν κανόνες για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος. Οι διατάξεις της Οδηγίας 2002/92 μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το ΠΔ 190/2006, στο άρθρο 2 του οποίου δίδονται ορισμοί των εννοιών της ασφαλιστικής επιχείρησης, της αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, καθώς και του συνδεδεμένου αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, στο άρθρο 3 προβλέπεται η εγγραφή σε ειδικό μητρώο των φυσικών και νομικών προσώπων που ασκούν πράξεις ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, στο άρθρο 4 οι απαιτούμενες κατά μορφή ασφαλιστικής διαμεσολάβησης (ασφαλιστικός σύμβουλος, ασφαλιστικός πράκτορας, μεσίτης ασφαλίσεων) προϋποθέσεις εγγραφής στο οικείο μητρώο, ενώ στα άρθρα 11 και 12 οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν οι διαμεσολαβητές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.7 του ΠΔ 190/2006 ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής νοείται κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή περισσότερων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εφόσον τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αλλά το οποίο δεν εισπράττει τα ασφάλιστρα ή τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μία από αυτές. Θεωρείται, επίσης, ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μια από αυτές, κάθε πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η οποία είναι συμπληρωματική προς την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, όταν η ασφάλιση αποτελεί συμπλήρωμα των αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης του και το οποίο δεν εισπράττει ούτε τα ασφάλιστρα, ούτε τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει εκ του νόμου πληρεξουσιότητα αντιπροσώπευσης της ασφαλιστικής εταιρείας, υπό την πλήρη ευθύνη της οποίας ενεργεί ως προστηθείς αυτής (609/2022, ΑΠ 1111/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη ημεδαπή ασφαλιστική εταιρία ζωής, η οποία συστάθηκε την 14.02.2002 με την επωνυμία "ΛΑΙΚΗ ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με σκοπό τη διενέργεια ασφαλίσεων ζωής και αντασφαλίσεων στις ασφαλίσεις ζωής και την εκχώρηση τους καθώς και αντιπροσώπευση αλλοδαπών επιχειρήσεων ασφαλίσεως ζωής στην Ελλάδα. Με την από 11.06.2007 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης εταιρίας αποφασίσθηκε η αλλαγή της επωνυμίας αυτής σε "MARFIN ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ενώ με την από 23.01.2013 όμοια απόφαση αποφασίσθηκε η αλλαγή της επωνυμίας της σε "CNP ΛΑΙΚΗ ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και, τέλος, με την από 04.07.2013 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης εταιρίας, αποφασίσθηκε η αλλαγή της επωνυμίας αυτής σε "CNP ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Από τον Οκτώβριο του έτους 2009, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" λειτουργούσε ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής για λογαριασμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία, κατά το χρόνο εκείνο, έφερε την επωνυμία "MARFlN ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για την παρουσίαση, πρόταση και παροχή προπαρασκευαστικών εργασιών προς σύναψη συμβάσεων ασφαλίσεως ζωής, διαμέσου του δικτύου των καταστημάτων της. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από την 19.10.2009 έως την 13.11.2009, διατίθετο στο κοινό από το δίκτυο των καταστημάτων της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας, μεταξύ άλλων προϊόντων, και το ασφαλιστικό πρόγραμμα ζωής συνδεδεμένο με επενδύσεις "MARFIN Εισόδημα US08", το οποίο αποτελούνταν από δύο σκέλη, ήτοι το ασφαλιστικό, κατά το οποίο ο συμβαλλόμενος ασφαλιζόταν για την περίπτωση θανάτου από ατύχημα και το επενδυτικό, το οποίο παρείχε εφάπαξ κεφάλαιο στη λήξη της ασφάλισης, ενώ η απόδοση του προϊόντος ήταν συνδεδεμένη με την απόδοση ομολόγου σταθερού επιτοκίου. Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, για τους σκοπούς του εν λόγω προγράμματος, θα συγκροτούσε Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο από την 20.11.2009 έως την 20.11.2019, με καθαρή τιμή έκδοσης του μεριδίου δέκα (10) ευρώ, το ενεργητικό του οποίου για την πρώτη πενταετία, από την 20.11.2009 έως την 20.11.2014, θα τοποθετούνταν σε ομόλογο σταθερού επιτοκίου, εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, έκδοσης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN POPULAR ΒΑΝΚ CO LTD", η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε "CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ PlJBLlC CO LTD" και έδρα την Κύπρο, ακολούθως για την δεύτερη πενταετία, από την 20.11.2014 έως την 20.11.2019, θα τοποθετούνταν σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις. Σύμφωνα με τη λειτουργία του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου, όπως αυτή περιγράφεται στο προσκομιζόμενο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών του προγράμματος "MARFIN Εισόδημα US08", το ανωτέρω ομόλογο παρείχε προστασία του αρχικού κεφαλαίου (επενδυόμενου ποσού) στη λήξη του, ήτοι την 20.11.2014 και ετήσιο τοκομερίδιο (κουπόνι) με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδυόμενου ποσού, ανερχόμενο σε ποσοστό 4,35% ετησίως και υπαγόμενο σε φορολόγηση 10%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων είναι ανώτατος απόστρατος αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος, απόφοιτος της Σχολής Λιμενικών Δοκίμων και μόνιμος κάτοικος ….., ενώ η δεύτερη ενάγουσα, θυγατέρα του, έχει σπουδάσει ψυχολογία με μεταπτυχιακές σπουδές στην παιδοψυχολογία και εξειδίκευση στα παιδιά με ειδικές ανάγκες, εργάσθηκε δε επί σειρά ετών στο Σικιαρείδιο Ίδρυμα στο ……., στο οποίο κατείχε τη θέση της επιστημονικής διευθύντριας από το έτος 2009 και από το έτος 2011 εργάζεται ως ψυχολόγος στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση διορισθείσα στο Ν... Το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009, ο πρώτος ενάγων, ηλικίας τότε 79 ετών, διατηρούσε προθεσμιακή κατάθεση ύψους 40.000,00 ευρώ στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ με επιτόκιο 5,13% που έληγε την 29.10.2009 ..., πλην όμως δεν ήταν ικανοποιημένος από το επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης που προτάθηκε σε αυτόν από την Εθνική Τράπεζα Κατάστημα … διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν ουσιωδώς μειωμένο. Για τον λόγο αυτό ζήτησε από τον υιό του Ι. Α. που τυγχάνει ιατρός, να πραγματοποιήσει έρευνα σε διάφορες Τράπεζες στην Αττική προκειμένου να ανεύρει τραπεζικά προϊόντα που θα είχαν καλύτερη απόδοση και θα παρείχαν υψηλότερα επιτόκια. Ακολούθως, ο Ι. Α. επισκέφθηκε το κατάστημα Πεύκης της τραπεζικής εταιρείας "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ενημερώθηκε προφορικά από τον υπάλληλο Κ. Μ. για το προαναφερόμενο πρόγραμμα "MARFIN Εισόδημα US08", με παρουσίαση των γενικών χαρακτηριστικών του προγράμματος, το οποίο αυτός έκρινε ως συμφέρον διότι έδινε υψηλότερο επιτόκιο και υψηλότερη απόδοση σε σύγκριση με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, και ακολούθως ζήτησε από τον ανωτέρω τραπεζικό υπάλληλο να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον πρώτο ενάγοντα. Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία και ενημέρωση του πρώτου ενάγοντος σχετικά με το πρόγραμμα "MARFIN Εισόδημα US08", ο οποίος αποφάσισε να προσέλθει μετά από μία περίπου εβδομάδα στο κατάστημα Πεύκης της Τράπεζας προκειμένου να υποβάλει αίτηση συμμετοχής στο επίδικο πρόγραμμα, ζήτησε δε από τον ανωτέρω τραπεζικό υπάλληλο να τηλεφωνήσει και στην δεύτερη ενάγουσα, η οποία διατηρούσε καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα ... και ενδιαφερόταν ομοίως για μια επωφελέστερη τοποθέτηση των χρημάτων της. Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία και ενημέρωση της δεύτερης ενάγουσας σχετικά με τα γενικά χαρακτηριστικά του επίδικου προγράμματος και στη συνέχεια την 22.10.2009 αυτή μετέβη στο κατάστημα της ανωτέρω ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας αντιπροσώπου της εναγόμενης στην Πεύκη και υπέγραψε αυθημερόν την προσκομιζόμενη ατομική αίτηση ασφάλισης για συμμετοχή στο ατομικό ασφαλιστήριο ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και συγκεκριμένα στο πρόγραμμα "MARFIN Εισόδημα US08", με λήπτη της ασφάλισης και ασφαλιζόμενη την ίδια και με δικαιούχο του ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου της ασφαλιζόμενης την μητέρα της Ε. Α., έναντι συνολικού εφάπαξ ασφαλίστρου ποσού 60.000,00 ευρώ. Ακολούθως την 29.10.2009, μετέβη και ο πρώτος ενάγων στο κατάστημα Πεύκης της Τράπεζας και υπέγραψε αυθημερόν την προσκομιζόμενη ατομική αίτηση ασφάλισης για συμμετοχή στο ατομικό ασφαλιστήριο ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και συγκεκριμένα στο πρόγραμμα "MARFIN Εισόδημα US08", με λήπτη της ασφάλισης τον ίδιο, ασφαλιζόμενη τη σύζυγό του Ε. Α. και δικαιούχο του ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου της ασφαλιζόμενης τον υιό του Ι. Α., έναντι συνολικού εφάπαξ ασφαλίστρου ποσού 40.000,00 ευρώ. Από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων από 22.10.2009 και 29.10.2009 αιτήσεων που υπέγραψαν οι ενάγοντες και έφεραν τον τίτλο "Ατομική Αίτηση Ασφάλισης ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ" προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για αίτηση προθεσμιακής κατάθεσης, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως αίτηση προθεσμιακής κατάθεσης ακόμη και από τον πλέον αδαή περί των οικονομικών, αφού, πέραν του προαναφερόμενου τίτλου της όπου αναγράφεται με έντονα κεφαλαία γράμματα "Ατομική Αίτηση Ασφάλισης ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ" και ως εκ τούτου αποκλείεται να εκφύγει της προσοχής του αναγνώστη, η αίτηση αυτή απευθύνεται σε ασφαλιστική εταιρία και δη προς την εναγόμενη εταιρεία που, κατά το χρόνο εκείνο, έφερε την επωνυμία "MARFIN ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως από το λογότυπό της που ήταν τυπωμένο στο επάνω μέρος της πρώτης σελίδας της αίτησης, αλλά και στο τέλος αυτής όπου υπήρχε πεδίο "ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ MARFIN ΖΩΗΣ ΑΑΕ". Επιπλέον ούτε το περιεχόμενο της αίτησης παραπέμπει σε προθεσμιακή κατάθεση, αφού γίνεται ρητή αναφορά στο ασφαλιστικό πρόγραμμα "MARFIN Εισόδημα US08", στη διάρκεια της ασφάλισης δέκα ετών και στο συνολικό εφάπαξ ασφάλιστρο ύψους 40.000,00 ευρώ και 60.000,00 ευρώ αντίστοιχα, ενώ σε όλο το κείμενο της αίτησης γίνεται λόγος για ασφάλιση, ασφαλιζόμενο, ασφαλιστικό πρόγραμμα και ασφάλιστρα. Οι ενάγοντες συμπλήρωσαν επί του εντύπου της αίτησης τα ατομικά τους στοιχεία και απάντησαν σε συνοπτικό ερωτηματολόγιο που αφορούσε την κατάσταση της υγείας τους, και ειδικότερα δήλωσαν ότι "Δηλώνω υπεύθυνα ότι, απ' ότι γνωρίζω και πιστεύω είμαι υγιής, όλα τα στοιχεία που έχω παραπάνω δηλώσει είναι αληθή και πλήρη και δέχομαι οι δηλώσεις μου να αποτελέσουν τους όρους συμμετοχής μου στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο. Επίσης δέχομαι ότι κάθε ψευδή ή λανθασμένη δήλωση καθιστά άκυρη την ασφάλισή μου. Εξουσιοδοτώ επίσης κάθε γιατρό νοσοκομείο / κλινική ή άλλη ασφαλιστική εταιρία να δώσει στην MARFIN ΖΩΗΣ ΑΑΕ οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία σχετική με νοσηλεία, συμβουλή, εξέταση, θεραπεία ή ασφάλιση μου". Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά τις ίδιες ως άνω ημερομηνίες (22.10.2009 και 29.10.2009 αντίστοιχα), οι ενάγοντες συμπλήρωσαν, υπέγραψαν και επισύναψαν στις ανωτέρω αιτήσεις τις προσκομιζόμενες εξουσιοδοτήσεις προκειμένου να χρεωθούν οι τραπεζικοί λογαριασμοί τους για την πληρωμή των ασφαλίστρων του προγράμματος, στις οποίες αναγράφονταν επί λέξει: "Ο υπογραφών την παρούσα σας δηλώνω ότι επιθυμώ την εφάπαξ πληρωμή των ασφαλίστρων για το προϊόν "MARFIN UNlT LINKED (ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΖΩΗΣ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ ΜΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) MARFlN ΕΙΣΟΔΗΜΑ US08 MARFIN LIFE" με χρέωση του τηρούμενου στην τράπεζα σας επ' ονόματι μου λογαριασμού καταθέσεων". Από το περιεχόμενο αυτών των δηλώσεων προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούληση των εναγόντων ήταν να τοποθετήσουν τα ως άνω κεφάλαιά τους στο επίμαχο ασφαλιστικό προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση τους και είχαν γίνει αποδεκτά από αυτούς. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην παράγραφο 3 των προσκομιζόμενων εξουσιοδοτήσεων χρέωσης ρητώς προβλέπεται το δικαίωμα των εξουσιοδοτούντων να ανακαλέσουν την εντολή τους εντός της προσυμφωνημένης περιόδου διάθεσης του προγράμματος, ήτοι από την 19.10.2009 έως την 13.11.2009. Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αποφάσισαν να συμμετάσχουν στο επίδικο πρόγραμμα "MARFIN Εισόδημα US08", στηριζόμενοι αποκλειστικά στις διαβεβαιώσεις του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς τους, τους παρουσίασε το εν λόγω πρόγραμμα ως προθεσμιακή κατάθεση, είχαν αρκετές ημέρες έως την λήξη της περιόδου διάθεσης του προγράμματος την 13.11.2009, προκειμένου να ανακαλέσουν τις ανωτέρω εξουσιοδοτήσεις τους, πλην όμως δεν το έπραξαν διότι επιθυμούσαν να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους στο επίμαχο ασφαλιστικό προϊόν. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι δεν παρέλαβαν το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών σχετικά με τα χαρακτηριστικά του επίδικου προγράμματος "MARFIN Εισόδημα US08". Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, κατά την υπογραφή των ανωτέρω ατομικών αιτήσεων ασφάλισης, παρέλαβαν και το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών που είχε συνταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 περ Δ του ΝΔ 400/1970, όπως τούτο τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του ΠΔ 252/1996. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την ιδιόχειρη υπογραφή που οι ίδιοι οι ενάγοντες έθεσαν στη δεύτερη σελίδα των ανωτέρω ατομικών αιτήσεων ασφάλισης στην παράγραφο υπό τον τίτλο "γ. Παραλαβή ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών", όπου αναγράφεται επί λέξει: "Δηλώνω ότι παρέλαβα ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΝΤΥΠΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ προς τους υποψηφίους για ασφάλιση της Εταιρίας MARFlN ΖΩΗΣ ΑΑΕ". Επιπλέον από το προσκομιζόμενο τρισέλιδο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών προκύπτει ότι γινόταν συνοπτική αναφορά στους κυριότερους όρους του προγράμματος "MARFIN Εισόδημα US08", προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να λάβουν όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για τη φύση και τους κινδύνους του προϊόντος και να αποφασίσουν εάν επιθυμούν ή όχι τη συμμετοχή τους σε αυτό, και περιγραφόταν με σαφήνεια το διατιθέμενο προϊόν, τόσο κατά το ασφαλιστικό, όσο και κατά το επενδυτικό σκέλος του, με ακριβή περιγραφή και με χρήση παραδειγμάτων της λειτουργίας του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου. Ειδικότερα, στον όρο 8 ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών υπό τον τίτλο "ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" ορίζεται ότι "Η MARFIN ΖΩΗΣ ΑΑΕ θα συγκροτήσει και θα διαχειρίζεται το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο MARFIN Εισόδημα US08. Το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο θα συγκροτηθεί την 20η Νοεμβρίου 2009 και θα διαρκέσει έως την 20η Νοεμβρίου 2019. Βασικός σκοπός της επενδυτικής στρατηγικής του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου είναι η επίτευξη μακροπρόθεσμων αποδόσεων, με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση του επενδυτικού κινδύνου. Το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, ειδικά για την περίοδο από 20.11.2ΟΟ9 έως 20.11.2014, τοποθετείται σε ομόλογο και ακολούθως (δηλαδή μετά την 20.11.2Ο14) σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις. Το ομόλογο που αποτελεί το ενεργητικό του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου για την περίοδο από 20.11.2009 έως και 20.11.2014 παρέχει προστασία του επενδυόμενου ποσού στη λήξη της διάρκειας του από τον εκδότη του, ήτοι στις 20.11.2014 και ετήσιο τοκομερίδιο με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδυόμενου ποσού που ανέρχεται στο ύψος 4,35% ετησίως. Το ομόλογο είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου. Εκδότης του ομολόγου είναι η MARFlN POPULAR ΒΑΝΚ CO LTD με έδρα την Κύπρο". Στον όρο 11 υπό τον τίτλο "ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ" ορίζεται ότι "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα να εναντιωθεί ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της σχετικής σύμβασης, εφόσον αυτή παρεκκλίνει από την αίτηση ασφάλισης, βάσει της οποίας εκδόθηκε ή εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παραλαβή της, αν δεν περιέχει τους γενικούς και ειδικούς όρους ή αν δεν παρέλαβε το παρόν ενημερωτικό έντυπο. Σε περίπτωση εναντίωσης επιστρέφεται το εφάπαξ ασφάλιστρο και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ". Στον όρο 12 υπό τον τίτλο "ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ" ορίζεται ότι "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα, για οποιοδήποτε λόγο να υπαναχωρήσει, ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής σύμβασης. Σε περίπτωση υπαναχώρησης καταβάλλεται η αξία εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ". Τέλος, στον όρο 17 υπό τον τίτλο "ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ" ορίζεται ότι "Ι. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΡΟΩΡΗΣ ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ: Πριν από τη λήξη του ομολόγου, η αξία του επηρεάζεται από ένα σύνολο παραγόντων, που περιλαμβάνουν, αλλά δεν εξαντλούνται, τα επιτόκια και το χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη του ομολόγου. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το ποσό της πρόωρης ρευστοποίησης θα είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το 100% του Επενδυόμενου Ποσού στο ομόλογο. Η προεξόφληση αυτή ενδέχεται να επιφέρει μείωση του Επενδυόμενου Ποσού.
ΙΙ. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΓΟΡΑΣ: Η αξία του ομολόγου μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με την διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά. Ο επενδυτής θα πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τις μετοχές και τα ομόλογα και γενικά τις επενδύσεις σε αλλοδαπές κεφαλαιαγορές οι οποίες υπόκεινται σε οικονομικούς, πολιτικούς και άλλους κινδύνους που ενδέχεται να έχουν ουσιώδη επίπτωση στις επενδύσεις στις χώρες αυτές.

ΙΙΙ. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΥΝΘΗΚΩΝ: Μπορεί να υπάρξουν αλλαγές σχετικά με τους όρους του ομολόγου λόγω γεγονότων όπως συγχωνεύσεις και διασπάσεις, διαταραχή τιμολόγησης, αναστολή διαπραγμάτευσης, σημαντική αλλαγή στη μέθοδο υπολογισμού και το περιεχόμενο καθώς και αλλαγή στη φορολογία, όπως καθορίζεται στην παρούσα αίτηση. IV. ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ: Η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του. Η αδυναμία του εκδότη να καταβάλλει την αξία του ομολόγου θα έχει ως συνέπεια την απώλεια του Επενδυόμενου Ποσού". Κατόπιν τούτων προέκυψε ότι το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών που παρέλαβαν οι ενάγοντες, κατά τα προαναφερθέντα, περιείχε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από τις οποίες ο εκάστοτε κάτοχος είχε τη δυνατότητα να ενημερωθεί πλήρως για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του επίμαχου προϊόντος, στο οποίο επρόκειτο να τοποθετήσει τα χρήματά του, αφού γινόταν αναφορά στους κυριότερους όρους του προγράμματος "MARFlN Εισόδημα US08" κατά το ασφαλιστικό και το επενδυτικό σκέλος του, περιλαμβανόταν ακόμα και ενδεικτικό παράδειγμα για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης του επενδυομένου κεφαλαίου έως τη λήξη του προγράμματος, γινόταν αναφορά στην άσκηση του δικαιώματος ολικής εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης εκ μέρους του συμβαλλομένου, αλλά και στα δικαιώματα του τελευταίου εναντίωσης και υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ενώ επισημαίνονταν και οι κίνδυνοι του προϊόντος. Επομένως κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ακόμη και αν είχαν παραλάβει το σχετικό ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών, ουδόλως θα επαρκούσε αυτό για την ενημέρωσή τους, διότι δεν περιείχε την κρίσιμη πληροφόρηση και διαφώτιση ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσουν τους όρους του επίδικου προϊόντος και να επιλέξουν αυτό με υπευθυνότητα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ανωτέρω αιτήσεις ασφάλισης εγκρίθηκαν από την εναγομένη, η οποία εν συνεχεία εξέδωσε το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. …. ασφαλιστήριο συμβόλαιο του πρώτου ενάγοντος και το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιο της δεύτερης ενάγουσας, με συνημμένους σε αυτά τους γενικούς και ειδικούς όρους των ασφαλιστικών συμβάσεων και τις δηλώσεις εναντίωσης και υπαναχώρησης, τα οποία και παρέλαβαν οι ενάγοντες, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από 11.12.2009 αποδείξεις παράδοσης και παραλαβής που εξέδωσε η εναγόμενη και φέρουν τις υπογραφές των εναγόντων. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι στα ανωτέρω ασφαλιστήρια συμβόλαια και συγκεκριμένα στη δεύτερη σελίδα αυτών παρατίθενται τα δικαιώματα των εναγόντων "Α. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ" και "B. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ", ενώ επισυνάπτονται οι όροι που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση, καθώς και οι γενικοί όροι ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις εφάπαξ ασφαλίστρου, όπου αναλύονται επαρκώς και τα δύο σκέλη του επίδικου προγράμματος "MARFlN Εισόδημα US08" και παρατίθενται όλες οι προαναφερόμενες πληροφορίες που αποτελούσαν το περιεχόμενου του τρισέλιδου ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η εναγομένη απέστειλε ετησίως στους ενάγοντες έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ. Α Ιζ' του ΝΔ 400/1970, ενημερώνοντας αυτούς για την εξέλιξη της επένδυσής τους και την αξία των λογαριασμών τους την τελευταία ημέρα εκάστου έτους, στις οποίες αναγράφονταν επί λέξει: "Στα πλαίσια της ετήσιας ενημέρωσης σας για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας που συνδέεται με επενδύσεις ...". Συγκεκριμένα, η εναγομένη απέστειλε στον πρώτο ενάγοντα τις ακόλουθες επιστολές: (α) την από 26.02.2010 επιστολή της με την οποία τον ενημέρωνε ότι την 31.12.2009 διέθετε πίστωση 4.000 μεριδίων στο εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του επίδικου προγράμματος, με καθαρή αξία εκάστου 9,3840 ευρώ και αξία του λογαριασμού επένδυσης 37.536,00 ευρώ, (β) την από 28.03.2011 επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε ότι την 31.12.2010 διέθετε τα ίδια ως άνω μερίδια, αξίας 9,1300 ευρώ εκάστου και αξίας λογαριασμού επένδυσης 36.520,00 ευρώ και (γ) την από 28.02.2012 επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε ότι την 31.12.2011 διέθετε τα ίδια ως άνω μερίδια, αξίας 6,7540 ευρώ εκάστου και αξίας λογαριασμού επένδυσης 27.016,00 ευρώ. Επίσης απέστειλε στην δεύτερη ενάγουσα τις ακόλουθες επιστολές: (α) την από 26.02.2010 επιστολή της με την οποία την ενημέρωνε ότι την 31.12.2009 διέθετε πίστωση 6.000 μεριδίων στο εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του επίδικου προγράμματος, με καθαρή αξία εκάστου 9,3840 ευρώ και αξία του λογαριασμού επένδυσης 56.304,00 ευρώ, (β) την από 28.03.2011 επιστολή με την οποία την ενημέρωνε ότι την 31.12.2010 διέθετε τα Ιδία ως άνω μερίδια, αξίας 9,1300 ευρώ εκάστου και αξίας λογαριασμού επένδυσης 54.780,00 ευρώ και (γ) την από 28.02.2012 επιστολή με την οποία την ενημέρωνε ότι την 31.12.2011 διέθετε τα ιδία ως άνω μερίδια, αξίας 6,7540 ευρώ εκάστου και αξίας λογαριασμού επένδυσης 40.524,00 ευρώ. Το περιεχόμενο των ανωτέρω ενημερωτικών επιστολών, στις οποίες γίνεται χρήση των όρων "μερίδια", "αξία λογαριασμού επένδυσης" και "ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνδέεται με επενδύσεις", ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι οι υπογραφείσες από τους ενάγοντες συμβάσεις δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως προϊόντα παρεμφερή με προθεσμιακές καταθέσεις, ακόμη και από τους πλέον αδαείς περί των οικονομικών, πολλώ δε μάλλον από τους ενάγοντες που δεν (ενν. ήταν) άπειροι περί τις συναλλαγές ή στερούμενοι γνώσεων άνθρωποι, αλλά αντιθέτως ήταν άνθρωποι υψηλού μορφωτικού επιπέδου (ανώτατος απόστρατος αξιωματικός o πρώτος ενάγων και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών η δεύτερη ενάγουσα), οι οποίοι είχαν και στο παρελθόν συναλλαγές με τραπεζικές εταιρείες. Επιπλέον, από τις ανωτέρω ενημερωτικές επιστολές προκύπτει ότι οι ενάγοντες ήταν διαρκώς ενήμεροι για την απομείωση των κεφαλαίων τους, γεγονός που επίσης δεν συνάδει με την τοποθέτηση χρημάτων σε προθεσμιακή κατάθεση, όπως και η μακρόχρονη (δεκαετής) διάρκεια του επίδικου προγράμματος, δεδομένου ότι οι προθεσμιακές καταθέσεις έχουν συνήθως μικρότερη διάρκεια. Αποδείχθηκε επίσης ότι η δεύτερη ενάγουσα 07.11.2011 ζήτησε την αποτίμηση του κεφαλαίου της από το κατάστημα Πεύκης της Τράπεζας "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ακολούθως έλαβε την απάντηση ότι βάσει του κλεισίματος της 06.10.2011, το ποσό που θα εισέπραττε, σε περίπτωση διακοπής του υπ' αριθ. …. ασφαλιστήριου συμβολαίου, ανέρχεται σε 40.642,80 ευρώ ... Από τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι οι ενάγοντες είχαν πλήρως αντιληφθεί τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου προγράμματος, δεδομένου ότι εάν πίστευαν ότι είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε προθεσμιακά καταθετικά προϊόντα, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, θα έπρεπε βλέποντας τη συνεχή απομείωση των κεφαλαίων τους να διαμαρτυρηθούν ή και να καταγγείλουν τις σχετικές συμβάσεις, όπως θα έπραττε ο μέσος συντηρητικός αποταμιευτής σε μία απομείωση της περιουσίας του τέτοιας έκτασης. Αντιθέτως, όμως, οι ενάγοντες δεν το έπραξαν, ούτε προέβησαν σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίδραση επί τέσσερα σχεδόν έτη, αλλά ενέμειναν στις καταρτισθείσες με την εναγόμενη ασφαλιστικές συμβάσεις, εξαιτίας του τοκομεριδίου 4,35% επί των επενδυόμενων ποσών που αυτοί εισέπρατταν, θεωρώντας ταυτόχρονα είτε ότι η αξία των επενδύσεών τους θα ανέβαινε στο μέλλον, είτε ότι θα ελάμβαναν στο ακέραιο τα επενδυμένα κεφάλαιά τους κατά τη λήξη του ομολόγου, παραβλέποντας τον κίνδυνο της αναστολής διαπραγμάτευσης αυτού. Κατόπιν τούτων, ακόμη και αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι δεν είχαν αντιληφθεί, κατά το χρόνο υποβολής των ανωτέρω αιτήσεων ασφάλισης ή έστω κατά το χρόνο παραλαβής των ως άνω ασφαλιστήριων συμβολαίων τους και των όρων αυτών ότι το επίδικο πρόγραμμα "MARFlN Εισόδημα US08", στο οποίο είχαν υπαχθεί, δεν ήταν προθεσμιακή κατάθεση, προκύπτει με σαφήνεια ότι ήταν σε θέση να αντιληφθούν τη φύση του επίδικου προγράμματος μετά την παραλαβή των πρώτων ενημερωτικών επιστολών που τους απέστειλε η εναγομένη τον Φεβρουάριο του έτους 2010, κατά τα προαναφερθέντα. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι ο ανωτέρω υπάλληλος της Τράπεζας αφενός τους ενημέρωσε ελλιπώς σχετικά με το επίδικο πρόγραμμα, αποκρύπτοντας σε αυτούς τους κινδύνους που εγκυμονούσε και διαβεβαιώνοντάς τους ότι τα επενδυόμενα χρήματά τους θα είναι ασφαλή και ότι η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα μόνο κέρδη θα τους απέφερε, αφετέρου παρέλειψε να ερευνήσει και να αναλύσει τις ανάγκες τους ως πελατών προκειμένου να σχηματίσει το επενδυτικό τους προφίλ και να τους προτείνει το κατάλληλο επενδυτικό προϊόν. Αντιθέτως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν τόσο προφορικά, όσο και γραπτά, κατά τη σύναψη των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, με τρόπο πλήρη, σαφή, αναλυτικό και κατανοητό από τον ως άνω τραπεζικό υπάλληλο σχετικά με το ασφαλιστικό - επενδυτικό προιόν "MARFlN Εισόδημα US08", το οποίο οι ίδιοι έκριναν ως περισσότερο συμφέρον σε σύγκριση με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις που πρόσφεραν χαμηλότερο επιτόκιο και χαμηλότερη απόδοση. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν ο ανωτέρω τραπεζικός υπάλληλος δεν είχε προβεί σε προφορική επισήμανση των κινδύνων του επίδικου προϊόντος και είχε αποκρύψει αυτούς, το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών που παραδόθηκε στους ενάγοντες, κατά την υποβολή των ανωτέρω αιτήσεων ασφάλισης, περιείχε, όπως αναλυτικώς προεκτέθηκε, σαφή ενημέρωση για τις ιδιότητες, τα βασικά χαρακτηριστικά και τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος, και επιπλέον ανέφερε με σαφήνεια τους κινδύνους που αυτό εγκυμονούσε. Ομοίως δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι o υποπροστηθείς της εναγόμενης τραπεζικός υπάλληλος παρασιώπησε ή απέκρυψε από τους ενάγοντες την τοποθέτηση των ως άνω κεφαλαίων τους ως εφάπαξ ασφάλιστρα στο ενεργητικό του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που θα συγκροτούσε η εναγομένη και θα επενδυόταν σε ένα και μόνο προϊόν και συγκεκριμένα στο εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ομόλογο έκδοσης της κυπριακής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN POPlJLAR ΒΑΝΚ CO LTD". Αντιθέτως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι γινόταν επανειλημμένη αναφορά του συγκεκριμένου ομολόγου τόσο στο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών που παραδόθηκε στους ενάγοντες, κατά την υποβολή των ανωτέρω αιτήσεων ασφάλισης, όσο και στα ανωτέρω ασφαλιστήρια συμβόλαια. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η εκδότρια του ομολόγου τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "MARFIN POPULAR ΒΑΝΚ CO LTD", η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε "CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD", κατέβαλε στους ενάγοντες, μέχρι και το έτος 2012, την αξία του ετήσιου τοκομεριδίου ποσοστού αφαιρουμένου του φόρου ποσοστού 10%. Επιπλέον το επίδικο προϊόν "MARFIN Εισόδημα US08" ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13γ παρ. Α περ. ια' σημείο ι του ΝΔ 40011970 που ορίζει ότι περιουσιακά στοιχεία του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου μπορεί να είναι και κινητές αξίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξιών των κρατών μελών της ΕΕ και του ΕΟΧ, η δε εναγομένη δεν ήταν υπόχρεη εκ του νόμου να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του εν λόγω προϊόντος από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Άλλωστε, o Κανονισμός του Μεταβλητού Κεφαλαίου "MARFIN Εισόδημα US08", στον οποίο αναφέρονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος υποβλήθηκε την 26.11.2009 από την εναγομένη στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε σύσταση για τροποποίηση ή κύρωση λόγω παράβασης του νόμου. Επίσης η εκδότρια του ομολόγου ως άνω Τράπεζα, κατά το χρόνο που κυκλοφόρησε το επίδικο προϊόν, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, αλλά αντιθέτως είχε ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της... Η εκδότρια του ομολόγου ως άνω Τράπεζα το μήνα Νοέμβριο του έτους 2009, λάμβανε βαθμό αξιολόγησης Α3 και ΒΒΒ+ από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης "Moody's" και "Fitch" αντίστοιχα, εκ των οποίων ο βαθμός Α αντιστοιχεί σε υποχρεώσεις που αξιολογούνται ως "μέτριας προς υψηλής ποιότητας και υπόκεινται σε χαμηλό χρηματοπιστωτικό κίνδυνο" και ο βαθμός ΒΒΒ+ αντιστοιχεί σε "Καλή πιστοληπτική ικανότητα: Οι κλίμακες "ΒΒΒ" υποδεικνύουν ότι ή προσδοκία για πιστωτικό κίνδυνο είναι προς το παρόν χαμηλή. Η δυνατότητα εξόφλησης των οικονομικών υποχρεώσεων θεωρείται επαρκής, αλλά οι δυσμενείς επιχειρηματικές ή οικονομικές συνθήκες ενδέχεται να παραβλάψουν την εν λόγω δυνατότητα". Επομένως κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα η εκδότρια του ομολόγου Τράπεζα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία έθεταν σε αμφισβήτηση τη φερεγγυότητά της. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά την κορύφωση, τον Μάρτιο του έτους 2013, της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία και είχε ως αποτέλεσμα την ένταξή της στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, η ανωτέρω Τράπεζα τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης από την 26.03.2013, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 17(1)/2013 που συνιστά προσαρμογή της Κυπριακής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2001/24 "σχετικά με την αναδιοργάνωση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων". Ακολούθως η εναγόμενη απέστειλε στους ενάγοντες: (α) την προσκομιζόμενη από 22.05.2013 επιστολή της, με την οποία τους ενημέρωνε ότι, βάσει σχετικής ανακοίνωσης του Χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, την 26.03.2013 ανεστάλη η διαπραγμάτευση του ανωτέρω ομολόγου και ότι ενόψει τούτων δεν ήταν δυνατή η επίσημη αποτίμηση της αξίας του ομολόγου, (β) την προσκομιζόμενη από 17.06.2013 επιστολή της, στην οποία ανέφερε ότι η μόνη σχετική πληροφόρηση που είχε στη διάθεσή της προερχόταν από τον αρμόδιο θεματοφύλακα του ανωτέρω Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου, ήτοι την Υπηρεσία Θεματοφυλακής και Μετοχολογίου της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία της γνωστοποιήθηκε την 27.05.2013 και βάση της οποίας η επίσημη αποτίμηση της αξίας του ομολόγου ήταν μηδενική με ημερομηνία αναφοράς την 30.04.2013, (γ) την προσκομιζόμενη από 21.11.2013 επιστολή της, με την οποία τους ενημέρωνε ότι έχει διορισθεί Ειδική Διαχειρίστρια της ανωτέρω Τράπεζας που τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης και ότι η τελευταία δεν κατέβαλε την 20.11.2013 την αξία του ετήσιου κουπονιού, (δ) την προσκομιζόμενη από 19.05.2014 επιστολή της, με την οποία τους ενημέρωνε ότι στην εκδότρια ως άνω Τράπεζα είχε απαγορευθεί η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών, (ε) την προσκομιζόμενη από 05.12.2014 επιστολή της, με την οποία τους ενημέρωνε ότι η εκδότρια ως άνω Τράπεζα δεν κατέβαλε την 20.11.2014 την αξία του ετήσιου κουπονιού, (στ) την προσκομιζόμενη από 16.01.2015 επιστολή της, με την οποία τους ενημέρωνε ότι αποτέλεσμα της υπαγωγής της εκδότριας ως άνω Τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης είναι η αναστολή των πληρωμών τόκων ή αποπληρωμών κεφαλαίου επί του ομολόγου, που όμως αυτά παραμένουν ακόμη και για όλους τους σκοπούς και θεωρούνται υποχρεώσεις της εκδότριας Τράπεζας, (ζ) την προσκομιζόμενη από 26.06.2015 επιστολή της, με την οποία τους ενημέρωνε ότι σύμφωνα με την από 27.01.2015 Τριμηνιαία Κατάσταση Θεματοφυλακής που εστάλη από την Τράπεζα Πειραιώς ως αρμόδιο θεματοφύλακα του ανωτέρω Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου, προς την Τράπεζα της Ελλάδος Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, μέχρι και την 31.12.2014 δεν υφίστατο αποτίμηση του ομολόγου και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η εκτίμηση της αξίας του λογαριασμού επένδυσης των εναγόντων και (η) την προσκομιζόμενη από 14.07.2016 επιστολή της, με την οποία τους ενημέρωνε ότι συμμετέχει στη Συλλογική Προσφυγή σε διεθνή διαιτησία κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώπιον του Διεθνούς Κέντρου για την Επίλυση Επενδυτικών Διαφορών και επαναλάμβανε ότι εφόσον δεν υφίστατο αποτίμηση του ομολόγου, δεν ήταν δυνατή η εκτίμηση της αξίας του λογαριασμού επένδυσης των εναγόντων. Κατόπιν τούτων αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απώλεσαν τα ποσά της επένδυσης τους ύψους 40.000,00 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 60.000,00 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα, λόγω της αδυναμίας της εκδότριας του ομολόγου ως άνω Τράπεζας να τους καταβάλει την αξία αυτού, μετά την ένταξή της σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, τον διορισμό ειδικής διαχειρίστριας για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και την απόφαση του χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, μετά τις εξελίξεις αυτές, για την διαπραγμάτευσης του ομολόγου στο οποίο είχε τοποθετηθεί το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος. Η περίπτωση αυτή συμπεριλαμβανόταν στους κινδύνους του άρθρου 8 των γενικών όρων ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις των ανωτέρω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που συνήψαν οι ενάγοντες με την εναγομένη. Επιπλέον η κατάρρευση της εκδότριας του ομολόγου τραπεζικής εταιρείας με έδρα την Κύπρο, συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία τα έτη 2012 - 2013, ήταν γεγονός έκτακτο κι απρόβλεπτο ακόμη και για τους τραπεζικούς κύκλους, ενόψει του ότι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της τότε Κυπριακής Κυβέρνησης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των αρμοδίων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχαν προταθεί περισσότερα σχέδια αντιμετώπισης της κρίσης, αλλά το Κυπριακό Κοινοβούλιο ψήφισε την 22.03.2013, τον ανωτέρω Νόμο 17(1)/2013 "περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων". Επομένως, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν παρέβη, στα πλαίσια της συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι των πελατών της - εναγόντων, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ. Επιπλέον η συμπεριφορά της εναγόμενης ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ήτοι στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τους ενάγοντες, οι οποίοι εμπίπτουν στην έννοια του καταναλωτή και υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994, καθόσον δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ενόψει του ότι τα επενδυόμενα από αυτούς ως άνω ποσά δεν ήταν τόσο υψηλά, ούτε αποδείχθηκε συστηματική ενασχόληση αυτών με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, ούτε γνώση και εμπειρία τους από συναφείς συναλλαγές υπερβαίνουσα τον μέσο όρο των καταναλωτών. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων περί αμελούς διαχείρισης από την εναγόμενη του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου, δεδομένου ότι το επίμαχο ομόλογο εκδόθηκε και εισήχθη στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και ως εκ τούτου η εναγόμενη δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει την αξία του. Άλλωστε, η διαχείριση από την εναγόμενη του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου περιοριζόταν στην ικανοποίηση των αιτημάτων εξαγοράς των πελατών της, στην ενημέρωση από τον θεματοφύλακα του ομολόγου σχετικά με την εκάστοτε τιμή αποτίμησής του, στην μέριμνα για την καθημερινή δημοσίευση της τιμής αποτίμησής του και στην ετήσια ενημέρωση των πελατών σχετικά με την αξία αποτίμησης του λογαριασμού επένδυσης του συμβολαίου τους, αλλά και στην παροχή έκτακτης ενημέρωσης, όποτε το ζητούσαν οι πελάτες, ενέργειες στις οποίες προέβαινε η εναγόμενη, κατά τα προαναφερθέντα. Κατόπιν των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών προέκυψε ότι η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή αυτού, διότι τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, γεγονός που η εναγόμενη δεν θα μπορούσε να προβλέψει, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσομένου. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε παράβαση εκ μέρους της εναγόμενης των υποχρεώσεων επιμέλειας έναντι των εναγόντων σχετικά με την πληροφόρησή τους, ούτε υπαιτιότητα αυτής για την απώλεια των κεφαλαίων των εναγόντων, δεν γεννάται ευθύνη της εναγόμενης ούτε κατά τις κοινές περί αδικοπραξίας διατάξεις (άρθρα 281, 288, 914 ΑΚ), ούτε κατά τις διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή του Ν. 2251/1994, ούτε κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια για όλα τα ανωτέρω, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εκκαλούντων - εναγόντων που αποτελούν τον πρώτο, τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 6314/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη από 13.6.2014 αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσία αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 και 3 του ΠΔ 190/2006, 288, 281, 330, 914 του ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αρμοδίου υπαλλήλου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που λειτουργούσε ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στους αναιρεσείοντες ζημία, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ο άνω αρμόδιος υπάλληλος της ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας παρείχε πλήρη ενημέρωση στους αναιρεσείοντες, τόσο κατά το προσυμβατικό στάδιο όσο και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων ως προς τα χαρακτηριστικά του επενδυτικού προϊόντος, καθιστώντας σε αυτούς σαφές, ότι δεν πρόκειται για προθεσμιακή κατάθεση αλλά για επενδυτικό προϊόν που ενείχε το πλεονέκτημα της υψηλής απόδοσης συνάμα δε και το μειονέκτημα ότι δεν ήταν εγγυημένο το κεφάλαιο που επρόκειτο να επενδυθεί, και ότι τα χαρακτηριστικά αυτής της επένδυσης έγιναν πλήρως κατανοητά από τους αναιρεσείοντες, υποψήφιους επενδυτές, αυτοί δε συμφώνησαν να προβούν στην εν λόγω επένδυση, έχοντας ενημερωθεί τόσο προφορικά, όσο και γραπτά, από τον ως άνω τραπεζικό υπάλληλο, κατά τη σύναψη των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, με τρόπο πλήρη, σαφή, αναλυτικό και κατανοητό σχετικά με το ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν "MARFlN Εισόδημα US08", και μάλιστα, ενημερώθηκαν προφορικά από τον ίδιο υπάλληλο και, σε κάθε περίπτωση, από το περιεχόμενο του ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών που παρέλαβαν, και για τους κινδύνους του προϊόντος, στους οποίους περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και ο πιστωτικός κίνδυνος, με την έννοια ότι η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του και ότι η αδυναμία του εκδότη να καταβάλλει την αξία του ομολόγου θα έχει ως συνέπεια την απώλεια του επενδυόμενου ποσού, αλλά παρ' όλα αυτά οι ενάγοντες υπέβαλαν τις αιτήσεις συμμετοχής στο εν λόγω πρόγραμμα, κρίνοντας αυτό ως περισσότερο συμφέρον σε σύγκριση με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις που πρόσφεραν χαμηλότερο επιτόκιο και χαμηλότερη απόδοση, β) o υποπροστηθείς της αναιρεσίβλητης τραπεζικός υπάλληλος δεν παρασιώπησε ή απέκρυψε από τους ενάγοντες την τοποθέτηση των ως άνω κεφαλαίων τους ως εφάπαξ ασφάλιστρα στο ενεργητικό του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που θα συγκροτούσε η εναγομένη και θα επενδυόταν σε ένα και μόνο προϊόν και συγκεκριμένα στο εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ομόλογο έκδοσης της κυπριακής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN POPULAR ΒΑΝΚ CO LTD", γ) η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δεν παρέβη, στα πλαίσια της συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι των πελατών της - αναιρεσειόντων, η δε συμπεριφορά της ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ήτοι στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τους αναιρεσείοντες, δ) κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα η εκδότρια του ομολόγου Τράπεζα δεν αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία έθεταν σε αμφισβήτηση τη φερεγγυότητά της, ε) δεν αποδείχθηκε αμελής διαχείριση από την αναιρεσίβλητη του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου, δεδομένου ότι το επίμαχο ομόλογο εκδόθηκε και εισήχθη στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και ως εκ τούτου η εναγόμενη δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει την αξία του, και στ) η ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή αυτού, διότι τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, γεγονός που η αναιρεσίβλητη δεν θα μπορούσε να προβλέψει, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσομένου. Με βάση αυτές τις παραδοχές, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων και πρωτίστως του άρθρου 914 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε και δεν δέχθηκε έτσι αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος (κατά το δεύτερο σκέλος του), δεύτερος (κατά το τρίτο σκέλος του), τρίτος (κατά το τρίτο σκέλος του) και τέταρτος (κατά το δεύτερο σκέλος του), από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, διατεινόμενοι ότι η αναιρεσίβλητη παραβίασε τις υποχρεώσεις της προς τους ίδιους α) για συμβουλευτική καθοδήγηση και διεξαγωγή ελέγχου καταλληλότητας, β) για γνωστοποίηση της υφιστάμενης σύγκρουσης συμφερόντων, γ) για ενημέρωση ως προς την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου και την έλλειψη αξιολόγησης αυτού, δ) για ενημέρωση ως προς την έλλειψη διαχείρισης του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου και τις συνέπειες αυτής, ε) για τις διαφορές που το επίδικο προϊόν είχε σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιούσαν ως τότε, και στ) για ενημέρωση για τον κίνδυνο από την απουσία διασποράς, είναι αβάσιμοι. Σημειωτέον ότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου θα τοποθετούνταν σε ομόλογο σταθερού επιτοκίου, εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, έκδοσης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN POPULAR ΒΑΝΚ CO LTD", η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε "CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ PUBLlC CO LTD" και έδρα την Κύπρο, η οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, κατείχε το 49,9% του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης, δεν στοιχειοθετείται σύγκρουση συμφερόντων εκ του νόμου απαγορευμένη ή χρήζουσα γνωστοποίησης στον πελάτη, καθόσον το άρθρο 13γ του Ν.Δ. 400/1970, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προβλέπει υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να γνωστοποιήσει τις μετοχικές της σχέσεις στους υποψήφιους πελάτες της, ούτε όριζε ότι κάποιες μετοχικές σχέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων, ούτε όριζε ότι υπήρχε υποχρέωση γνωστοποίησης των σχέσεων αυτών (ΑΠ 1111/1920). Οι ίδιοι δε λόγοι (κατά τα άνω σκέλη τους), καθ' ό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα άνω πραγματικά ζητήματα, είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε και εκ πλαγίου. Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η ζημία των αναιρεσειόντων δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του άνω υποπροστηθέντος τραπεζικού υπαλλήλου, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι από τις από 22.10.2009 και 29.10.2009 αιτήσεις που υπέγραψαν οι ενάγοντες προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για αίτηση προθεσμιακής κατάθεσης, β) ότι οι ενάγοντες συμπλήρωσαν, υπέγραψαν και επισύναψαν στις ανωτέρω αιτήσεις τις αναφερόμενες εξουσιοδοτήσεις, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούλησή τους ήταν να τοποθετήσουν τα ως άνω κεφάλαιά τους στο επίμαχο ασφαλιστικό προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση τους και είχαν γίνει αποδεκτά από αυτούς, γ) ότι οι ενάγοντες, κατά την υπογραφή των ανωτέρω ατομικών αιτήσεων ασφάλισης, παρέλαβαν και το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών, το οποίο περιείχε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από τις οποίες ο εκάστοτε κάτοχος είχε τη δυνατότητα να ενημερωθεί πλήρως για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του επίμαχου προϊόντος, στο οποίο επρόκειτο να τοποθετήσει τα χρήματά του, αφού γινόταν αναφορά στους κυριότερους όρους του προγράμματος "MARFlN Εισόδημα US08" κατά το ασφαλιστικό και το επενδυτικό σκέλος του, περιλαμβανόταν ακόμα και ενδεικτικό παράδειγμα για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης του επενδυομένου κεφαλαίου έως τη λήξη του προγράμματος, γινόταν αναφορά στην άσκηση του δικαιώματος ολικής εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης εκ μέρους του συμβαλλομένου, αλλά και στα δικαιώματα του τελευταίου εναντίωσης και υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ενώ επισημαίνονταν και οι κίνδυνοι του προϊόντος, δ) ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν τόσο προφορικά, όσο και γραπτά, κατά τη σύναψη των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, με τρόπο πλήρη, σαφή, αναλυτικό και κατανοητό από τον ως άνω τραπεζικό υπάλληλο σχετικά με το ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν "MARFlN Εισόδημα US08", το οποίο οι ίδιοι έκριναν ως περισσότερο συμφέρον σε σύγκριση με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις που πρόσφεραν χαμηλότερο επιτόκιο και χαμηλότερη απόδοση, ε) ότι η εναγομένη απέστειλε ετησίως στους ενάγοντες έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ. Α Ιζ' του ΝΔ 400/1970, ενημερώνοντας αυτούς για την εξέλιξη της επένδυσής τους και την αξία των λογαριασμών τους την τελευταία ημέρα εκάστου έτους, στ) ότι οι ενάγοντες είχαν πλήρως αντιληφθεί τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου προγράμματος και δεν διαμαρτυρήθηκαν ποτέ, παρά τη συνεχή απομείωση των κεφαλαίων τους, αλλά ενέμειναν στις καταρτισθείσες με την εναγόμενη ασφαλιστικές συμβάσεις, εξαιτίας του τοκομεριδίου 4,35% επί των επενδυόμενων ποσών που αυτοί εισέπρατταν, θεωρώντας ταυτόχρονα είτε ότι η αξία των επενδύσεών τους θα ανέβαινε στο μέλλον, είτε ότι θα ελάμβαναν στο ακέραιο τα επενδυμένα κεφάλαιά τους κατά τη λήξη του ομολόγου, παραβλέποντας τον κίνδυνο της αναστολής διαπραγμάτευσης αυτού, ζ) ότι o υποπροστηθείς της εναγόμενης τραπεζικός υπάλληλος δεν παρασιώπησε ή απέκρυψε από τους ενάγοντες την τοποθέτηση των ως άνω κεφαλαίων τους ως εφάπαξ ασφάλιστρα στο ενεργητικό του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που θα συγκροτούσε η εναγομένη και θα επενδυόταν σε ένα και μόνο προϊόν και συγκεκριμένα στο εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ομόλογο έκδοσης της κυπριακής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN POPULAR ΒΑΝΚ CO LTD", η) ότι το επίδικο προϊόν "MARFIN Εισόδημα US08" ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13γ παρ. Α περ. ια' σημείο ι του ΝΔ 40011970, η δε εναγομένη δεν ήταν υπόχρεη εκ του νόμου να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του εν λόγω προϊόντος από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, θ) ότι η εκδότρια του ομολόγου ως άνω Τράπεζα, κατά το χρόνο που κυκλοφόρησε το επίδικο προϊόν, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, αλλά αντιθέτως είχε ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της, ι) ότι οι ενάγοντες απώλεσαν τα ποσά της επένδυσης τους, λόγω της αδυναμίας της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να τους καταβάλει την αξία αυτού, μετά την ένταξή της σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, τον διορισμό ειδικής διαχειρίστριας για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και την απόφαση του χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, μετά τις εξελίξεις αυτές, για την διαπραγμάτευση του ομολόγου στο οποίο είχε τοποθετηθεί το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος, περίπτωση που συμπεριλαμβανόταν στους κινδύνους του άρθρου 8 των γενικών όρων ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις των ανωτέρω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που συνήψαν οι ενάγοντες με την εναγομένη, ια) ότι η κατάρρευση της εκδότριας του ομολόγου τραπεζικής εταιρείας με έδρα την Κύπρο, συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία τα έτη 2012 - 2013, ήταν γεγονός έκτακτο κι απρόβλεπτο ακόμη και για τους τραπεζικούς κύκλους, ιβ) ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν παρέβη, στα πλαίσια της συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι των πελατών της - εναγόντων, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, η δε συμπεριφορά της ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ήτοι στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τους ενάγοντες, ιβ) ότι η διαχείριση από την εναγόμενη του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου περιοριζόταν στην ικανοποίηση των αιτημάτων εξαγοράς των πελατών της, στην ενημέρωση από τον θεματοφύλακα του ομολόγου σχετικά με την εκάστοτε τιμή αποτίμησής του, στην μέριμνα για την καθημερινή δημοσίευση της τιμής αποτίμησής του και στην ετήσια ενημέρωση των πελατών σχετικά με την αξία αποτίμησης του λογαριασμού επένδυσης του συμβολαίου τους, αλλά και στην παροχή έκτακτης ενημέρωσης, όποτε το ζητούσαν οι πελάτες, ενέργειες στις οποίες προέβαινε η εναγόμενη, και ιγ) ότι, ενόψει αυτών, η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή αυτού, διότι τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, γεγονός που η εναγόμενη δεν θα μπορούσε να προβλέψει, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσομένου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος (κατά το πρώτο σκέλος του), δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του), τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του), τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος του), πέμπτος και έκτος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το αν τηρήθηκε ή μη η υποχρέωση για συμβουλευτική καθοδήγηση των ιδίων, δια της διερευνήσεως του επενδυτικού τους προφίλ και αιτιολογήσεως της εκ μέρους των οικείων τραπεζικών υπαλλήλων παρασχεθείσης συμβουλής, και για έλεγχο καταλληλότητας του επίδικου προϊόντος για αυτούς, καθώς επίσης αναφορικά με το αν παραβιάστηκαν ή όχι οι υποχρεώσεις πληροφόρησης και διαφώτισης και ειδικότερα για παράλειψη ενημέρωσης των εναγόντων α) για την υφιστάμενη σύγκρουση συμφερόντων, β) για τον κίνδυνο από την απουσία διασποράς, γ) για την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας και την έλλειψη αξιολόγησης αυτού, δ) για τις διαφορές που το επίδικο προϊόν είχε σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιούσαν ως τότε, ε) για ενημέρωση ως προς την έλλειψη διαχείρισης του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που τοποθετήθηκε σε ομόλογο, και στ) για την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας τους και τη συμπεριφορά της εναγομένης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι δε λόγοι (κατά τα άνω σκέλη τους), καθ' ό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα άνω πραγματικά ζητήματα, είναι απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 1437/2017). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν εκ μέρους τους και δη ότι, ενώ με την έφεσή τους επανέφεραν τον πρωτόδικο ισχυρισμό τους, ότι η εναγομένη και η διαμεσολαβούσα τράπεζα κατά την προώθηση της επίδικης ασφάλισης βρίσκονταν σε σύγκρουση συμφερόντων, ήτοι των δικών τους συμφερόντων προς το συμφέρον του πελάτη, για την οποία ουδέποτε τους ενημέρωσαν και ειδικότερα, ότι η εναγομένη επένδυσε το μεταβλητό κεφάλαιο αποκλειστικά σε ομόλογα έκδοσης της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία κατείχε το 49,90 % των μετοχών της εναγομένης, ενώ η διαμεσολαβούσα τράπεζα ήταν η θυγατρική στην Ελλάδα τράπεζα της εκδότριας των ομολόγων, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον άνω ισχυρισμό τους για την αποσιώπηση της σύγκρουσης συμφερόντων, στον οποίο θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημά τους για αποκατάσταση της ζημίας τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων ως προς τις μετοχικές σχέσεις μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της διαμεσολαβούσας Τράπεζας δεν στοιχειοθετεί σύγκρουση συμφερόντων εκ του νόμου απαγορευμένη ή χρήζουσα γνωστοποίησης στον πελάτη, και επομένως δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται για επιχειρήματα θεμελιωτικά του παράνομου και του πταίσματος του άνω υποπροστηθέντος τραπεζικού υπαλλήλου, ως στοιχείο της αδικοπραξίας, συναγόμενα από τις επικαλούμενες νομικές διατάξεις. Ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση και το Εφετείο να απαντήσει σε τέτοιο απαράδεκτο ισχυρισμό, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αφού αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την άνω έννοια. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό τους για τη μη ενημέρωσή τους για την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου, που το 2009 είχε αξιολογηθεί με το βαθμό ΒΒΒ+, που σημαίνει καλή πιστοληπτική ικανότητα, ενδέχεται όμως οι δυσμενείς επιχειρηματικές ή οικονομικές συνθήκες να παραβλάψουν τη δυνατότητα εξόφλησης των υποχρεώσεών της ισχυρισμούς της αυτούς, καθόσον αν είχαν πληροφορηθεί την άνω αξιολόγηση, δεν θα είχαν επιλέξει το επίδικο επενδυτικό προϊόν, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν και δη ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη εκ του νόμου να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του ομολόγου από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, ότι η εκδότρια του ομολόγου ως άνω Τράπεζα, κατά το χρόνο που κυκλοφόρησε το επίδικο προϊόν, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, αλλά αντιθέτως είχε ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της, ότι οι αναιρεσείοντες είχαν ενημερωθεί ότι η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του, και, σε κάθε περίπτωση, ότι η ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή αυτού, διότι τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, γεγονός που η αναιρεσίβλητη δεν θα μπορούσε να προβλέψει, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσομένου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 447/2019). Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 853/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δικαιολογούν, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, την επέμβαση ενός εξωτερικού παράγοντα που να προκάλεσε με αιφνίδιο και απρόβλεπτο τρόπο την αδυναμία πληρωμής του επίδικου ομολόγου από την εκδότριά του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, εφόσον δεν τελεσφόρησε η προσβολή, με τους άλλους λόγους αναιρέσεως, της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία (κύρια αιτιολογία) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου ότι η ζημία που υπέστησαν αυτοί δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Μαρτίου 2020 αίτηση των: 1) Γ. Α. του Ι. και 2) Α. Α. του …, για αναίρεση της με αριθ. 5873/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή