Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 2026 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2026/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΟΠΑΠ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 2) υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Θ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 5) Β. Σ. του Π., κατοίκου ... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βάγια Παναγιωτόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

και

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 2) υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Θ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 5) Β. Σ. του Π., κατοίκου .... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βάγια Παναγιωτόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΟΠΑΠ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-06-2018 αγωγή των ήδη Α αναιρεσιβλήτων-Β αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1960/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3468/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι διάδικοι με τις από 01-02-2024 και 24-06-2024 αντίστοιχα αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (29-9-2025) συζητήθηκαν οι ένδικες από 1-2-2024 και 24-6-2024 αιτήσεις αναιρέσεως των "ΟΠΑΠ ΑΕ" και Α. Τ. κλπ., αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ` αριθ. 3468/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθ.561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες/αναιρεσίβλητοι) με την από 26-6-2018 αγωγή τους κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης/αναιρεσείουσας), την οποία στήριζαν τόσο στις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής όσο και στις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης, ζητούσαν, μεταξύ άλλων: α) την αναγνώριση τόσο της ακυρότητας της από 27.02.2017 τακτικής, όσο και της από 19.04.2017 έκτακτης (ήτοι για σπουδαίο λόγο) καταγγελίας της σύμβασης πρακτόρευσης που τους συνέδεε, για τους λόγους που στην αγωγή τους εξέθεταν, β) την, εξ' αυτής της αιτίας, υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή αποζημίωσης, συνιστάμενης στη θετική και αποθετική τους ζημία και γ) τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1960/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα του κύρους της τακτικής (τροποποιητικής) καταγγελίας της μεταξύ τους σχέσεως, έκρινε ότι η τακτική καταγγελία της σύμβασης πρακτόρευσης ήταν καθόλα ισχυρή και νόμιμη και ότι η μεταγενέστερη έκτακτη καταγγελία για σπουδαίο λόγο ασκηθείσα, ναι μεν επέφερε τα αποτελέσματά της, τερματίζοντας τον συμβατικό δεσμό μεταξύ των διαδίκων, όμως αυτή ήταν καταχρηστική, με την αιτιολογία ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν είχε σπουδαίο λόγο για την άσκησή της. Δέχθηκε, ειδικότερα, το δικαστήριο, ότι η έκτακτη καταγγελία ασκήθηκε εκ μέρους της εναγόμενης με σκοπό να καταστείλει τη "συνδικαλιστική" δράση των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ήταν εκπρόσωποι τοπικών σωματείων πρακτόρων. Με αυτό το σκεπτικό ως προς τον καταχρηστικό χαρακτήρα της έκτακτης καταγγελίας, το δικαστήριο υποχρέωσε την εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει στους ενάγοντες τα εξής ποσά: α) 58.120,56 € στην πρώτη ενάγουσα β) 47.118 € στη δεύτερη ενάγουσα εταιρεία, γ) 75.878,48 € στον τρίτο ενάγοντα, δ) 68.321 € στον τέταρτο ενάγοντα και ε) 87.591,06 € στον πέμπτο ενάγοντα και δη νομιμοτόκως (συνολικώς: 337.030 €).

Επιπλέον, τους αναγνώρισε αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη τους από την αδικοπρακτική συμπεριφορά, ύψους 10.000 ευρώ στον καθένα (και συνολικώς 50.000 ευρώ). Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν δύο αντίθετες από 12-1-2022 εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Επ' αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία (α) απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων, (β) έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση της εναγομένης ΟΠΑΠ ΑΕ και εξαφανίσθηκε κατ' ένα μέρος η υπ' αριθ. 1960/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (γ) έγινε εν μέρει δεκτή η από 26.06.2018 αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της ΟΠΑΠ ΑΕ να καταβάλλει στους ενάγοντες τα εξής ποσά: Στην α' ενάγουσα το ποσό των 21.549,34 € (11.549,34 € ως αποθετική της ζημία και 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), στην β' ενάγουσα το ποσό των 19.119,62 € (9.119,62 € ως αποθετική της ζημία και 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), στον γ' ενάγοντα το ποσό των 25.588,24 € (15.588,24€ ως αποθετική της ζημία και 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), στον δ' ενάγοντα το ποσό των 23.138,68 € (13.138,68 € ως αποθετική της ζημία και 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), στον ε' ενάγοντα το ποσό των 26.944,46 € (16.944,46 € ως αποθετική της ζημία και 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).
I. Η εμφανιζόμενη στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές "σύμβαση πρακτορείας" (ή "σύμβαση πρακτορεύσεως") εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται από ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον "εντολέα" τους ή στο ευρύ κοινό (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ159/2018, ΑΠ 42/2015, ΑΠ1728/2014, ΑΠ 2219/2014).

Αντικείμενο της σύμβασης δύναται να είναι η διενέργεια υλικών πράξεων από τον πράκτορα ή και η σύναψη συμβάσεων από αυτόν, κατά κανόνα, στο όνομα του προσώπου που του έχει αναθέσει την υπόθεση (αντίθετα με τον παραγγελιοδόχο που ενεργεί στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 90 ΕμπΝ), το δε ζήτημα εάν ο πράκτορας συμβάλλεται στο όνομα του αναθέτοντος ή το δικό του, ήτοι ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος, κρίνεται κατά περίπτωση (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1728/2014, ΑΠ 697/2012). Η ρύθμιση του εν λόγω συμβατικού τύπου στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής και ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", η οποία ανάγεται σε χρόνο πολύ προγενέστερο της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα και σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας.

Ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ.427/1995, του ασφαλιστικού πράκτορα που προβλέπεται στο άρθρο 2 ν. 1569/1985 και του πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων που προβλέπεται στο ν. 1905/1990. Σε κάθε περίπτωση η σύμβαση πρακτορείας, ενόψει του ως άνω αντικειμένου της, εμπεριέχει τα στοιχεία της εντολής και προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου (κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου) είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα κατά το άρθρο 90 ΕμπΝ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου. Η νομοθετική ρύθμιση της σύμβασης πρακτορείας, μολονότι αναγκαία, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, ελλιπής, με συνέπεια να διαπιστώνεται η ύπαρξη ακούσιου (γνήσιου) νομοθετικού κενού και να εφαρμόζονται αναλογικά σε αυτήν οι διατάξεις, αφενός μεν του Αστικού Κώδικα για την εντολή και δη τα άρθρα 713-719 ΑΚ (στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρο 91 ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 ΕισΝΑΚ-ΑΠ 158/2018), αφετέρου δε και οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 , εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαμεσολαβητική δραστηριότητα του πράκτορα προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ή και ταυτίζεται μ' αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν.3577/2007, που προβλέπει ότι στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1728/2014).

Επομένως, οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι πράκτορες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ.219/1991 και ειδικότερα: α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους. Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών, οι οποίες δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους (ΟλΑΠ 15/2013, ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 455/2014). Για την ταυτότητα πάντως του νομικού λόγου, σε συνδυασμό με τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης (άρθρο 4 παρ. 1 Σ και 288 ΑΚ), γίνεται δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν.3577/2007 οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν αυτό το χαρακτήρα (ΑΠ 2219/2014).

II. Η καταγγελία αποτελεί έναν από τους λόγους τερματισμού και λύσης διαρκών ενοχικών σχέσεων, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, και είναι δυνατόν να προβλέπεται στο νόμο ή στη σύμβαση μεταξύ των μερών των σχέσεων αυτών. Είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας. Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθ` ου απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Ανεξάρτητα από τη συμφωνηθείσα διάρκεια κάθε διαρκούς ενοχικής σχέσης, ήτοι εάν πρόκειται για σύμβαση με ορισμένη ή αόριστη διάρκεια, γίνεται δεκτό, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 386,585, 588, 594, 612, 613, 672, 725, 766 ΑΚ (βλ. και 8 παρ. 8 π.δ. 219/1991), ότι επιτρέπεται να καταγγελθεί αυτή σε κάθε περίπτωση για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συντρέχει, όταν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για ένα μόνο από αυτά (ΑΠ 165/2015, ΑΠ 346/2014, ΑΠ 1326/2013, ΑΠ 416/2013). Η έκτακτη καταγγελία άλλοτε είναι απρόθεσμη (π.χ 594, 588, 672, 766 ΑΚ) και άλλοτε ισχύει μετά από προθεσμία (π.χ 612, 612 Α, 613 ΑΚ). Από το δικαίωμα αυτό (έκτακτης) καταγγελίας δεν επιτρέπεται παραίτηση εκ των προτέρων, δεδομένου ότι η σχετική συμβατική ρήτρα θα αντιβαίνει, ενόψει της έννοιας του σπουδαίου λόγου, στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ , είναι επιτρεπτή, ωστόσο, στο πλαίσιο της συμβατικής αυτονομίας (361 ΑΚ), η συμφωνία των μερών ότι η άσκησή του θα υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως π.χ. την τήρηση ορισμένης διαδικασίας ή την ενέργεια της καταγγελίας μετά από ορισμένο χρόνο.

Περαιτέρω, στις διαρκείς ενοχές αορίστου χρόνου είναι δυνατή η λύση τους και με τακτική καταγγελία από οποιοδήποτε μέρος, ήτοι χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, εφόσον ο νόμος ή τα μέρη δεν έχουν προβλέψει διαφορετικά. Επιτρέπεται, δηλαδή, ο περιορισμός ή η παραίτηση ενός ή αμφοτέρων των μερών από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο περιορισμός ή η παραίτηση δεν αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη, κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ. Τούτο προκύπτει από τα εξής: α) Την αρχή της συμβατικής ελευθερίας (361 ΑΚ), σύμφωνα με την οποία τα μέρη είναι καταρχήν ελεύθερα να διαμορφώσουν το περιεχόμενο των αναλαμβανόμενων από τα ίδια συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και ως προς τον τρόπο και τους όρους λύσης της μεταξύ τους σχέσης, β) Το γεγονός ότι η ίδια η συνομολόγηση σύμβασης ορισμένου χρόνου συνιστά επιτρεπτό αποκλεισμό από τα μέρη του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας για την καθορισθείσα ορισμένη διάρκεια της σύμβασης, γ) Τον ενδοτικό χαρακτήρα επιμέρους νομοθετικών διατάξεων που προβλέπουν το δικαίωμα λύσης άνευ της συνδρομής σπουδαίου λόγου επιμέρους διαρκών ενοχών αορίστου χρόνου, ιδίως αυτών στις οποίες το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών έχει αυξημένη σημασία, όπως του άρθρου 218 ΑΚ για το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας (εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά και το συμφέρον του αντιπροσώπου), του άρθρου 669 εδ. β ΑΚ για το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας , του άρθρου 676 ΑΚ για την καταγγελία της σύμβασης εμπιστευτικών εργασιών, του άρθρου 724 ΑΚ για το δικαίωμα ανάκλησης της εντολής (η οποία μπορεί να αποκλεισθεί εάν αφορά αποκλειστικά ή και το συμφέρον του εντολοδόχου - ΑΠ 392/2006 - με συνέπεια να είναι καταρχήν άκυρη η τυχόν γενομένη ανάκληση και να επιτρέπεται αυτή μόνο για σπουδαίο λόγο, είτε με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 725 παρ. 2 ΑΚ για τον εντολοδόχο, είτε βάσει της γενικής αρχής του δικαίου του άρθρου 288 ΑΚ-αρχή της καλής πίστης -ΑΠ 1663/2003).

Εξάλλου, η καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθ. 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθ. 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθ. 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (ΑΠ 984/2019). Και ναι μεν δεν επιδέχεται αίρεση, γιατί η προσθήκη αυτής δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη μεταβολή της νομικής κατάστασης και την κατάργηση της έννομης σχέσης και δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα αυτής ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας, στην περίπτωση όμως που η προσθήκη αίρεσης δεν προκαλεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, δεν υπάρχει λόγος απαγόρευσης τέτοιας αίρεσης, όπως όταν η αίρεση είναι εξουσιαστική και εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του αντισυμβαλλόμενου και επομένως είναι έγκυρη η καταγγελία υπό τη διαλυτική αίρεση ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα εγκρίνει πρόταση του καταγγέλλοντος για τροποποίηση των όρων της σύμβασης (ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 217/2017), ενώ αποτελεί και θεμιτό τόπο επιδίωξης σύναψης νέας σύμβασης, στο μέτρο που ο καταγγέλλων έχει ούτως ή άλλως το δικαίωμα να καταγγείλει και να λύσει κατ' αυτόν τον τρόπο τη σύμβαση και αυτό δεν ασκείται καταχρηστικά (ΑΠ 72/2019). Πρόκειται περί της καλουμένης "τροποποιητικής" καταγγελίας συμβάσεως, η οποία συνδυάζεται με πρόταση τροποποιήσεως των όρων της συμβάσεως και εμφανίζεται στην πράξη, είτε ως καταγγελία υπό την αναβλητική αίρεση ότι το άλλο μέρος δεν θα αποδεχθεί την προτεινόμενη μεταβολή, οπότε, στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται, όταν πληρωθεί η αίρεση όταν δηλαδή ο αντισυμβαλλόμενος αποκρούσει την τροποποίηση, είτε ως καταγγελία υπό την διαλυτική αίρεση ότι ο προς όν η καταγγελία θα αποδεχθεί την προτεινόμενη τροποποίηση.

Στην τελευταία περίπτωση, τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μεν αμέσως, πλην όμως ανατρέπονται, όταν πληρωθεί η αίρεση, όταν δηλαδή το άλλο μέρος αποδεχθεί την μεταβολή. Επομένως, σκοπός της τροποποιητικής καταγγελίας δεν είναι, όπως προεκτέθηκε, η λύση, αλλά η τροποποίηση της συμβάσεως, είναι δε, καταρχήν, επιτρεπτή (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 698/2018), διότι η αίρεση, υπό την οποία τελεί, είναι εξουσιαστική, καθόσον η πλήρωσή της εξαρτάται αποκλειστικώς από την βούληση του αποδέκτη της, με αποτέλεσμα να μην γεννάται οιαδήποτε σύγχυση η αβεβαιότητα περί την νομική κατάσταση (και δη τη λύση ή μη) της συμβάσεως.

Μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων του π.δ. 219/1991 στις συμβάσεις πρακτορείας είναι και αυτή του άρθρου 8 παρ. 3 και 4 που προβλέπει, σχετικά με το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, τα εξής: "...3. Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4. Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες με συμφωνία των συμβαλλομένων", ενώ, κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι "η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία, ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην εμπορική αντιπροσωπεία προβλέπεται τακτική και έκτακτη καταγγελία, δηλαδή η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραπάνω διατάγματος, όταν μεν είναι αόριστης διάρκειας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της προθεσμίας, που αναφέρθηκε (τακτική καταγγελία), όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με καταγγελία, αλλά μόνο αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτη καταγγελία). Στην ορισμένου χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (καταγγελίας), "σπουδαίο" δε λόγο για την (έκτακτη) καταγγελία μιας διαρκούς σύμβασης αποτελούν περιστατικά, τα οποία, ενόψει των δεδομένων της εκάστοτε συγκεκριμένης περίπτωσης και κατόπιν στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων των μερών, καθιστούν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή τη διατήρηση της σύμβασης για τον επικαλούμενο αυτά συμβαλλόμενο. Τα περιστατικά αυτά, συνήθως, αφορούν τον αποδέκτη της καταγγελίας (όπως είναι η παραβίαση συμβατικών όρων), αλλά δεν αποκλείεται να εμπίπτουν στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος (όπως είναι η ουσιώδης απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών, η διαφοροποίηση των αναγκών της επιχείρησης αυτού κ.λπ.). Η συνδρομή σπουδαίου λόγου καταφάσκεται ιδίως όταν ο δεσμευόμενος δεν μπορούσε, κατά τον χρόνο που αναλάμβανε τη δέσμευση, να σταθμίσει όλους τους σχετικούς με τη δέσμευσή του μελλοντικούς παράγοντες ή όταν, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες συνθήκες, θεμελιώνεται αντικειμενική πρόγνωση ότι είναι αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σύμβασης στο μέλλον. Κρίσιμη κατά τούτο είναι η αναζήτηση του συμβατικού σκοπού, των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και ευρύτερα του κανονιστικού (συμβατικού και νομοθετικού) πλαισίου της σύμβασης.

Πάντως, η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δεν προϋποθέτει ζημία του καταγγέλλοντος, αλλά ούτε και πταίσμα του αποδέκτη της καταγγελίας. Το δικαίωμα (έκτακτης) καταγγελίας για σπουδαίο λόγο υφίσταται, με βάση την αρχή της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ) και κατ` αναλογίαν δικαίου από τις επιμέρους διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766 και 797 ΑΚ , σε κάθε διαρκή ενοχική σχέση, ρυθμιζόμενη ή μη από τον Αστικό Κώδικα.

Εξάλλου, η μη τήρηση των απαιτήσεων ή διατυπώσεων του νόμου για την άσκηση της καταγγελίας ή η καταχρηστική ή άκαιρη άσκησή της επιφέρει καταρχήν την ακυρότητα αυτής, με συνέπεια να μην επάγεται έννομα αποτελέσματα, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Στις διαρκείς, όμως, συμβάσεις με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, στις οποίες συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων οι συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, η παράνομη ή η άκαιρη ή η καταχρηστική καταγγελία δεν είναι ποτέ άκυρη και πάντοτε επάγεται τη λύση της σύμβασης, παρέχεται δε στον θιγόμενο αποδέκτη της καταγγελίας το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, όχι όμως να ζητήσει και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπει πλέον το ουσιώδες στοιχείο της εμπιστοσύνης, το οποίο αξιώνουν οι συμβάσεις αυτές (ΑΠ 861/2025, ΑΠ 1299/2023).

Πάντως, τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσο και η σύμβαση αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των πιο πάνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων (λχ μη εκπλήρωση των εμπορικών στόχων- ΑΠ 1441/2015, ΑΠ 823/2015, ΑΠ 636/2015), καθώς και σε περίπτωση συνδρομής έκτακτων περιστάσεων (λχ σπουδαίος λόγος καταγγελίας-ΑΠ 964/2015). Η έννοια επομένως της διάταξης είναι ότι αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις, επιτρέπεται η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών (ΑΠ 984/2019). Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή, ανάλογα με τη διάρκεια της σύμβασης, αξιολογώντας ότι η κατ` ανώτατο όριο προθεσμία των έξι (6) μηνών είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου. Με την έννοια δε αυτή δεν καταλείπονται περιθώρια παρέκκλισης από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση με την επίκληση παραβίασης διατάξεων άλλων νόμων, όπως του ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού", καθώς και των άρθρων 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 1441/2015). Από τη διατύπωση ωστόσο του άρθρου σύμφωνα με την οποία δεν δύναται να καθορισθούν μικρότερες προθεσμίες ακόμη και με συμφωνία των μερών εξ' αντιδιαστολής προκύπτει ότι μεγαλύτερες προθεσμίες ακόμη και καθ' υπέρβαση της κατ' ανώτατο όριο προθεσμίας των έξι (6) μηνών δύναται να ορισθούν με συμφωνία των μερών κατ' αρθ. 361 ΑΚ, συμφωνία η οποία είναι έγκυρη και δύναται να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις αποτελεί δε έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, ήτοι συνταγματικά κατοχυρωμένου ατομικού δικαιώματος (άρθ. 5 § 1 του Συντάγματος- ΟλΑΠ 4/1998).

Στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, εφαρμόζονται, κατ` αναλογία, και οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 ΑΚ περί εντολής μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 725 ΑΚ , κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας, καθώς και αυτή του άρθρου 724 ΑΚ κατά την οποία ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 881/2010). Η ανάκληση της εντολής αποτελεί καταγγελία που ενεργεί για το μέλλον, ο δε νομοθέτης χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο αντί του όρου καταγγελία λόγω του ατελούς αμφοτεροβαρούς χαρακτήρα της σύμβασης εντολής. Το δικαίωμα πάντως προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ασκείται μεν ελευθέρως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Λόγω όμως της φύσης της σύμβασης εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 390/2004, ΑΠ 849/2002). Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, ούτε αντίθετη στα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ) όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης από αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12 και 13/2004, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1519/2013).

Κατά την απολύτως κρατούσα γνώμη (ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 984/2014, ΑΠ 1864/2014, 1ΑΠ 519/2013, ΑΠ 697/2012), στις συμβατικές σχέσεις διαρκούς εμπορικής συνεργασίας, με έντονο το στοιχείο εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και συμπληρωματικά, περί εντολής (λχ σύμβαση περί αποκλειστικής διανομής), η καταγγελία, λόγω της διάρρηξης της σχέσης εμπιστοσύνης που επιφέρει μεταξύ των μερών, είναι έγκυρη και επιφέρει τη λύση της σύμβασης ακόμη και αν ασκείται αντίθετα με τις συμφωνίες των μερών (ήτοι, μεταξύ άλλων, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί η παραίτηση του ενός μέρους από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας ή αν έχει συμφωνηθεί αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας), καθώς, επίσης, και αν ασκείται άκαιρα (ήτοι άνευ σπουδαίου λόγου, σε χρόνο που η διατήρηση της συμβατικής σχέσης έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου και ως εκ τούτου η λύση της συνεπάγεται για αυτόν την πρόκληση ζημίας, με συνέπεια την αντίθεση της καταγγελίας στην καλή πίστη- ΑΠ 1630/2013), ή ακόμη και καταχρηστικά κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων του άρθρου 8 π.δ. 219/1991 περί καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και των άρθρων του Αστικού Κώδικα περί ανάκλησης και καταγγελίας της σύμβασης εντολής (724 - 725 ΑΚ), τα οποία εφαρμόζονται αναλογικά στη σύμβαση πρακτορείας, κατά τα προεκτεθέντα, στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο εντολέας - αντιπροσωπευόμενος έχει δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης της εντολής, ενόψει της φύσης της εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η οποία, όταν εκλείψει, επιβάλλεται να οδηγεί στη λύση της (ΑΠ 419/2018 , ΑΠ 697/2012, ΑΠ 163/2011, ΑΠ 390/2004), δημιουργούμενης μόνο ευθύνης του καταγγέλλοντος προς αποζημίωση για την παράβαση διατάξεων του νόμου ή των όρων της σύμβασης με την καταγγελία. Η εν λόγω νομολογιακή θέση δεν διακρίνει εάν η εντολή αφορά και στο συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου (ή τρίτου), σύμφωνα με το άρθρο 724 εδ. β' ΑΚ. ωστόσο, δεδομένου ότι σε κάθε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λόγω του αμφοτεροβαρούς της χαρακτήρα, η διαχείριση τον υποθέσεων του αντιπροσωπευόμενου αφορά και στο συμφέρον του αντιπροσώπου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι καταλαμβάνει προδήλως και την περίπτωση αυτή.

Συνεπώς, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί εγκύρως παραίτηση του εντολέα - αντιπροσωπευόμενου από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (που αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου), δεν προκαλείται ακυρότητα της τυχόν ασκηθησόμενης από τον αντιπροσωπευόμενο τακτικής καταγγελίας, αλλά ενδεχομένως μόνο ενδοσυμβατική του ευθύνη, λόγω παράβασης συμβατικής του υποχρέωσης. Τα παραπάνω γίνονται δεκτά, αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 724 - 725 ΑΚ , και στην περίπτωση που η καταγγελία έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης του εντολοδόχου από τον εντολέα, και επομένως δεν γεννάται δικαίωμα για τον εντολοδόχο να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης καθόσον εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης και η καταγγελία επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης (ΑΠ 419/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.ιγ του π.δ. 219/1991: "Η χορήγηση αποζημίωσης (ενν. της αποζημίωσης πελατείας κατά το άρθρο 9 παρ.1α και β του ιδίου ως άνω π.δ/τος) δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Για τη γέννηση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία μπορεί να συρρέει με την αξίωση για αποζημίωση πελατείας, απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωποπευόμενου με την τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας όπως λ.χ. σε περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας και προϋποθέτει την πρόκληση ζημίας στον αντιπρόσωπο από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα. Η αποζημίωση αυτή, κατά τα άρθρα 297- 298 ΑΚ συμπεριλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και τα διαφυγόντα κέρδη, δηλαδή εκείνα που προσδοκά κανείς να αποκομίσει, με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Εντούτοις, από τις ίδιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα προκύπτει, ότι δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνο αυτή, η οποία βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης, δηλαδή κατά την επικρατούσα στην ελληνική νομολογία και επιστήμη θεωρία της αιτιώδους συνάφειας, αποκαθίσταται εκείνη η ζημία που κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η υπαίτια παράβαση, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν μόνη της ικανή και μπορούσε κατ' αντικειμενική εκτίμηση να επιφέρει (ΑΠ 852/2015) και μάλιστα η ζημία υπολογίζεται με βάση τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, δηλαδή εκείνης της ζημίας, που επέρχεται στο ζημιωθέντα, ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών του.

Συνεπώς ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας του άρθρου 9 παρ. 1 α και β του π.δ. 219/1991 όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει όχι μόνο να έχει λάβει χώρα υπαίτια και παράνομη (αντισυμβατική) συμπεριφορά εκ μέρους του εντολέα, αλλά πρέπει, επιπροσθέτως η συμπεριφορά του αυτή να έχει προκαλέσει και ζημία στον εμπορικό αντιπρόσωπο. Η ζημία αυτή και όταν ακόμη συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος δεν ταυτίζεται με τις αναφερόμενες στο άρθρο 9 § 1α του π.δ. 219/1991 προμήθειες που χάνει ο αντιπρόσωπος. Δηλαδή η προς ανόρθωση αυτή ζημία έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, αφαιρουμένων των εξόδων που αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με των αντιπροσωπευόμενο (ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 852/2015).

Στην περίπτωση όμως που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση της σύμβαση αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις μέχρι να συμπληρωθεί η κατά περίπτωση προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 219/1991 (ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019 ΑΠ 419/2018, ΑΠ 852/2015).

Μάλιστα δοθέντος του ότι η καταγγελία λύνει σε κάθε περίπτωση τη σύμβαση, παρέπεται ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα διαφυγόντων κερδών για το χρόνο μετά τη λύση αυτής. Μόνο εάν δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη εκ του νόμου ή από τη σύμβαση προθεσμία για την καταγγελία από τον εντολέα, μπορεί να αξιώσει ο εμπορικός αντιπρόσωπος αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά του εντολέα, η οποία του προκάλεσε ζημία και μόνο για το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που ορίσθηκε και έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία. Τούτο διότι, η αποθετική ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου, επειδή η σύμβαση λύεται ελεύθερα, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της προθεσμίας, είτε στηρίζεται στην ενδοσυμβατική του ευθύνη, είτε σε άλλες διατάξεις, δεν μπορεί να συμπεριλάβει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας, από την εξακολούθηση της οποίας και πέραν αυτής της προθεσμίας για όσο διάστημα επιθυμεί αυτός, αφού η καταγγελία ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης εξάρτησης του αντιπροσώπου από αυτόν, δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου, επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης. Ετσι, τυχόν αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δεν είναι νόμιμη. Στηρίζεται συγκεκριμένα στην επικαλούμενη από αυτόν απλή προσδοκία για συνέχιση της αορίστου χρόνου σύμβασης και πέραν των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η οποία όμως δεν δικαιολογείται, αφού ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει ούτε νομική ούτε συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχισή της, αλλά δικαιούται να καταγγείλει και να λύσει τη σύμβαση ελεύθερα και οποτεδήποτε και χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη, πέραν της ως άνω προθεσμίας (ΑΠ 419/2018, ΑΠ 852/2015).

III. Αναφορικά με τη ρύθμιση του καθεστώτος των πρακτορείων ΟΠΑΠ, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 περιπτ. γ' του ν.2557/1997, η 25148/27.10.1999 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού (Β`2004/11.11.1999) με τίτλο "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων, Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ". Στη συνέχεια κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας ως άνω διάταξης εκδόθηκε η 2518/29.1/5.2.2003 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού (ΒΊ24 και διόρθωση σφαλμάτων ΒΊ85), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας πρακτορείων της "ΟΠΑΠ ΑΕ". Τα άρθρα 1, 2 και 3 της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης προέβλεπαν τα εξής: "ΑΡΘΡΟ 1 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ 1. Ο ΟΠΑΠ χορηγεί ενιαία άδεια πρακτόρευσης των παιχνιδιών τον ή οποιουδήποτε άλλου παιγνιδιού θα διοργανώνει ή εποπτεύει ή διαχειρίζεται στο μέλλον, κατά την κρίση του, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τη μορφή εταιρείας εφόσον πληρούνται οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις που θέτει ο Οργανισμός για το κάθε παιγνίδι χωριστά. Η χορήγηση γίνεται σε συνάρτηση με: την απόσταση του υπό ίδρυση πρακτορείου από τα ήδη υπάρχοντα πρακτορεία της περιοχής, τη δημογραφική και πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής, την εμπορικότητα της περιοχής, τη βιωσιμότητα των λειτουργούντων πρακτορείων στην περιοχή σε σχέση με την κίνησή τους, την εξυπηρέτηση των διαγωνιζομένων, τα επιχειρησιακά σχέδια του Οργανισμού και τους στόχους που θέτει για κάθε παιγνίδι. 2. ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ. Ο ενδιαφερόμενος είναι υποχρεωμένος : α) Να υπογράφει την σύμβαση "χορήγησης άδειας" με τους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται σ' αυτή, β) Να είναι ενήλικας, γ) Να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, δ) Να είναι απόφοιτος 3ης Γυμνασίου ή ισότιμης αναγνωρισμένης σχολής, ε) Να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές, στ) Να μην έχει οφειλές στο Δημόσιο, ΙΚΑ κ.λ.π, ζ) Να μην έχει καταδικαστεί με ποινή στέρησης της ελευθερίας του για ατιμωτικά αδικήματα ή και για αδικήματα που βάσιμα δημιουργούν την υπόνοια αφερεγγυότητας, ή εκκρεμεί εις βάρος του δικαστική δίωξη για τα πιο πάνω αδικήματα, η) Να αποτελεί η πρακτόρευση των παιγνιδιών την κύρια απασχόλησή του, ι) Να κρίνεται ικανός και κατάλληλος, μετά την εκπαίδευση που θα παρακολουθήσει, για να εκτελέσει την εργασία που θα του ανατεθεί ια) Να διαθέτει κατάστημα ισόγειο εμβαδού ικανής χωρητικότητας, ώστε να εξυπηρετούνται λειτουργικά, εμπορικά και παραγωγικά τα παιχνίδια του Οργανισμού. 3. ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ Δεν χορηγείται άδεια πρακτορείου : α) Στους μαθητές, στρατευμένους. δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, εργαζόμενους με σταθερή σχέση εργασίας, ελεύθερους επαγγελματίες καθώς και συνταξιούχους, β) Στους εν ενεργεία ποδοσφαιριστές, προπονητές και διαιτητές των επαγγελματικών κατηγοριών, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται από Νόμο, γ) Στις ή στους συζύγους ή τους συγγενείς Α βαθμού με τους αναφερόμενους στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, δ) Στους πρώην πράκτορες ΟΠΑΠ που τους αφαιρέθηκε η άδεια για οικονομικές ατασθαλίες και άλλα παραπτώματα που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος καθώς επίσης και στους ή στις συζύγους αυτών, ε) Σε υπαλλήλους ή συμβούλους αθλητικών σωματείων, εντάσεων και ομοσπονδιών που έχουν σχέση με τη διεξαγωγή των επαγγελματικών ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων, στις/στους συζύγους και στους συγγενείς τους μέχρι Α` βαθμού, στ) Στις περιπτώσεις χορήγησης αδείας σε Νομικά πρόσωπα τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ.2 και 13 καθώς και κάθε άλλη διάταξη του παρόντος Κανονισμού αφορούν το νόμιμο εκπρόσωπο".

Περαιτέρω, στο άρθρο 8 καθορίζονταν περιοριστικά οι λόγοι, για τους οποίους ήταν δυνατόν να αφαιρεθεί η άδεια πρακτόρευσης από έναν πράκτορα και ειδικότερα προβλέπονταν τα εξής: "1) Η άδεια αφαιρείται στις περιπτώσεις που παραβιάζονται από τον παρόντα κανονισμό τα παρακάτω: α. Εάν μετά την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου ο πράκτορας εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 1 παράγραφος 3 εδάφια α. β και στ β. Άρθρο 3 παρ. 3, 14, 20, 21 α, β και γ, παρ. 30, παρ. 33 εδάφια α, β και γγ. Άρθρο 5 παρ. 2 2) α. Η άδεια αφαιρείται άμεσα και δεν επαναχορηγείται όταν μετά από συλλογή στοιχείων από την Αρμόδια Υπηρεσία του Οργανισμού προκύπτουν αποδείξεις για διεξαγωγή παράνομου στοιχήματος, β. Η άδεια αναστέλλεται σε περίπτωση παραπομπής σε δίκη του πράκτορα ή του νόμιμου εκπρόσωπου ή διαχειριστή ή εταίρου της εταιρίας, για παράνομο στοίχημα και αφαιρείται οριστικά με Απόφαση του Δ.Σ του ΟΠΑΠ και δεν επαναχορηγείται μετά την έκδοση οριστικής καταδικαστικής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση αίρεται η αναστολή και επαναχορηγείται η άδεια αμέσως μετά την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος από το Αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή αθωωτικής απόφασης με Απόφαση του Δ.Σ του ΟΠΑΠ. 3) Επίσης, η άδεια αφαιρείται όταν ο πράκτορας : α. Ενεργεί με δόλο κατά του Οργανισμού και των παικτών, β. Δεν εφαρμόζει καθ` υποτροπή τις οδηγίες, εγκυκλίους και ανακοινώσεις του Οργανισμού, που αφορούν στη σωστή λειτουργία του πρακτορείου και στην εν γένει εξυπηρέτηση των διαγωνιζομένων. γ. Δεν παρακολουθεί καθ` υποτροπή τα εκπαιδευτικά σεμινάρια που διοργανώνονται από τον Οργανισμό και η απουσία του δεν αιτιολογείται με δημόσια έγγραφα, δ. Υποπίπτει σε διαπιστωμένη αξιόποινη πράξη. 4) α. Το Δ.Σ. του Οργανισμού δύναται να αποφασίσει την αφαίρεση άδειας πράκτορα εάν οι εισπράξεις του δεν καλύπτουν τα λειτουργικά έξοδα του Οργανισμού, β. Μεταφορά του πρακτορείου σε άλλο Κατάστημα χωρίς την έγκριση του Δ.Σ. του Οργανισμού δύναται να επιφέρει ακόμη και την ποινή της αφαίρεσης". Από το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων δεν προέκυπτε: Α) Ο αναγκαστικός χαρακτήρας της σύμβασης ως προς την ΟΠΑΠ ΑΕ, δεδομένου ότι για τη χορήγηση άδειας πρακτόρευσης (και συνακόλουθα τη σύναψη σύμβασης πρακτορείας) προβλεπόταν η λήψη υπόψη περισσοτέρων κριτηρίων, μεταξύ των οποίων και της εμπορικής στρατηγικής της ΟΠΑΠ ΑΕ , η οποία ανάγεται στους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς της. Β) Ότι απαγορεύθηκε με αυτές η συνομολόγηση από τον πράκτορα και την ΟΠΑΠ ΑΕ, κατά τη σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας, οποιουδήποτε άλλου λόγου καταγγελίας, πέραν των προβλεπομένων στην ως άνω Υπουργική Απόφαση λόγων αφαίρεσης της άδειας του πράκτορα, δηλαδή δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας για οποιονδήποτε σπουδαίο λόγο, ούτε ότι δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί με τη σύμβαση (πολλώ δε μάλλον με νεότερο νόμο) δικαίωμα τακτικής καταγγελίας με προθεσμία προειδοποίησης, χωρίς συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Περαιτέρω, αναφορικά με την εν λόγω υπουργική απόφαση θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Αυτή εκδόθηκε ως προαναφέρθηκε, κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 περιπτ. γ του ν.2557/1997 (Β`2004/11.11.1999) και στη συνέχεια κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας ως άνω διάταξης εκδόθηκε η προαναφερθείσα 2518/29.1/5.2.2003 υπουργική απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας πρακτορείων της "ΟΠΑΠ Α.Ε.". Η τελευταία αυτή απόφαση, ωστόσο, ακυρώθηκε με την ΟλΣτΕ 1776/2007 με το σκεπτικό ότι η παρασχεθείσα με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 7 παρ. 24 περιπτ. γ του ν.2557/1997 εξουσιοδότηση ήταν αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Κατόπιν τούτου με το άρθρο 47 παρ. 2 του ν. 3905/2010 (ΦΕΚ 219/23.12.2010) ορίστηκαν τα εξής: "Η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 24 στοιχείο γ` του νόμου 2557/1997 (ΦΕΚ Α` 271) και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτής καταργούνται. Οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ Α.Ε. και των πρακτόρων που υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ Α.Ε., που εκδόθηκαν επί τη βάσει των ίδιων αποφάσεων έως το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές". Στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου ορίζονται σχετικώς τα εξής: "Με την παράγραφο 3 καταργείται η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 24, στοιχείο γ` του ν.2557/1997 (ΦΕΚ A 271), η οποία έχει ήδη κριθεί αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικράτειας, καθώς επίσης και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτής, διασφαλίζοντας όμως για λόγους ασφάλειας των συναλλαγών και προστασίας της οικονομικής ελευθερίας και της ιδιοκτησίας ότι οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ ΑΕ και των πρακτόρων που ήδη υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές". Επομένως, η ως άνω 25148/27.10.1999 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 24 στοιχ. γ του ν. 2557/1997 καταργήθηκε με τον παραπάνω νόμο και απέβαλε την ισχύ της, ως άλλωστε ορίζεται στο άρθρο 2 ΑΚ.

Περαιτέρω, με το άρθρο 24 παρ. 60 του ν. 4141/2013 καταργήθηκε και ρητώς η προαναφερθείσα 25148/27.10.1999 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού (βλ. και την παρ. 63 το ιδίου άρθρου). Η οικεία αιτιολογική έκθεση αναφέρει, επί των διατάξεων των παρ. 15 έως 62 του εν λόγω άρθρου 24 με τις οποίες καταργούνται διάφορες προϋφιστάμενες ρυθμίσεις, τα εξής: "Στο παρελθόν, κατά τη ρύθμιση λειτουργίας της ΟΠΑΠ και της διεξαγωγής των παιγνίων της, είχε υιοθετηθεί η πρακτική διάφορες διατάξεις να καταργούνται σιωπηρά με την έκδοση νεότερων, και όχι ρητά. Αυτή η πρακτική έχει δημιουργήσει τον κίνδυνο να προκύπτουν ερμηνευτικές δυσχέρειες σε σχέση με το εάν οι συγκεκριμένες διατάξεις έχουν καταργηθεί ή όχι. Για λόγους σαφήνειας, λοιπόν, του νομικού πλαισίου, καταργούνται ρητά οι προτεινόμενες διατάξεις και/ή ολόκληρα νομοθετήματα" (ΣτΕ 1601/2019). Μετά την κατάργηση της προαναφερθείσας υπουργικής απόφασης ,η σχέση ΟΠΑΠ ΑΕ και πρακτόρων παρέμεινε νομοθετικά αρρύθμιστη, χωρίς κανονιστικό πλαίσιο, και διεπόταν μόνο από τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων μέχρι την έκδοση της 229/2/18.11.2016 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ" (ΦΕΚ Β 3923/7.12.2017), ως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την απόφαση της ΕΕΕΠ 242/2/17.1.2017, η οποία εκδόθηκε εγκύρως , σύμφωνα με την ΣτΕ 1601/2019, η οποία απέρριψε αίτηση ακύρωσής της που ασκήθηκε από ένδεκα (11) πρωτοβάθμια Σωματεία και Ενώσεις Πρακτόρων, που εκπροσωπούσαν δεκαέξι (16) νομούς της χώρας.

Α) Επί της από 24-6-2024 αιτήσεως αναιρέσεως των Α. Τ. κλπ.:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο δε από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής (ΑΠ 1802/2014, ΑΠ 655/2010, ΑΠ 1734/2009). Πηγή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου μπορεί να είναι οποιοσδήποτε κανόνας της έννομης τάξης, άσχετα από την ιεραρχική του θέση. Ετσι, ο ουσιαστικού δικαίου κανόνας που παραβιάστηκε μπορεί να περιέχεται: α) Στο Σύνταγμα π.χ. άρθ. 24 § 1, 117 § 3, 17 § 2, 14, 4 § 1 κλπ. β)στους γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ (άρθ. 28 § 1 Συντ), όπως είναι τα διεθνή έθιμα, γ)στις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις (άρθ. 28 § 1 Συντ), όπως είναι η ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της (ΟλΑΠ 7, 8/2006), δ)στο δίκαιο της ΕΕ, πρωτότυπο και παράγωγο, δηλαδή στη Συνθήκη της ΕΕ, στο Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ της 7.12.2000, όπως αναπροσαρμόστηκε στις 12.12.2007 (άρθ. 6 ΣΕΕ), στη Συνθήκη Λειτουργίας της ΕΕ και στους Κανονισμούς (άρθ. 288 ΣυνθΛΕΕ), που έχουν άμεση ισχύ (ΑΠ 7/2009, ΑΠ 1404/2011) ή στις Οδηγίες, εφόσον οι τελευταίες περιέχουν κανόνες σαφείς και ορισμένους, χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής, οπότε η παράλειψη του νομοθέτη να τις εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση, από τη λήξη της προθεσμίας ισχύ της έναντι του κράτους και των κρατικών φορέων (κάθετη ισχύς) (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 23/1998 ΕλλΔνη 1998.792), ε)στους νόμους που ψηφίζει η Βουλή, στους αναγκαστικούς νόμους, στα νομοθετικά διατάγματα και στις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κλπ. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 862/2020). Η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (561 § 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1179/1996 ΕλλΔνη 1997.1060). Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015). Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας, για το σχηματισμό της κρίσης του, για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 46/2023, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 441/2015). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης, που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 678/2024, ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2023). Επίσης πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς και οι αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως, κενό ή ασαφή έννοια και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς ή προσέφυγε, παρότι διαπίστωσε σαφή έννοια ή ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς και ποιο είναι το σφάλμα (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 1285/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη ιδρυθείσα από το 1958 δυνάμει του β.δ. από 20-12-1958 ως ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ" μετατραπείσα από το 1999 σε ανώνυμη εταιρία δυνάμει του π.δ. 228/1999, έχει ως κύριο σκοπό την οργάνωση, λειτουργία και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, επίγειων και στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με την από 15-12-2000 σύμβαση παραχώρησης με το Ελληνικό Δημόσιο, όπως τροποποιήθηκε με την από 12-12-2011 πρόσθετη πράξη με την εταιρία με την επωνυμία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου ΑΕ" η εναγομένη κατέχει ως το 2030 τα αποκλειστικά δικαιώματα οργάνωσης, λειτουργίας και διεξαγωγής των τυχερών παιγνίων, υπό τους όρους των συμβάσεων αυτών. Επιπλέον έχει αυτή αποκτήσει και το δικαίωμα εγκατάστασης και εκμετάλλευσης παιγνιομηχανημάτων (VLTs) και το δικαίωμα εγκατάστασης και εκμετάλλευσης παιγνιομηχανημάτων και το δικαίωμα αποκλειστικής διαχείρισης και λειτουργίας των Κρατικών και του Στιγμιαίου Λαχείου και αποκλειστικής διοργάνωσης και διεξαγωγής ιπποδρομιακού στοιχήματος. Προς επίτευξη του σκοπού της η εναγομένη είχε δημιουργήσει μέχρι και το έτος 2015 ένα δίκτυο 4.600 περίπου πρακτόρων συνδεομένων με αυτή κατ' αποκλειστικότητα δυνάμει συμβάσεων πρακτόρευσης αορίστου χρόνου. Η εναγομένη εποπτεύεται από την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) όπως μετονομάσθηκε με το άρθρο 28 παρ.1 του Ν. 4001/2011, η οποία είχε συσταθεί με το άρθρο 16 του Ν. 3229/2004 και αποτελεί ανεξάρτητη διοικητική αρχή υπαγόμενη στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, είναι δε επιφορτισμένη με την αρμοδιότητα ρύθμισης, εποπτείας και ελέγχου των αγορών παροχής υπηρεσιών διεξαγωγής παιγνίων. Η πρώτη των εναγόντων Α. Τ. διατηρούσε πρακτορείο ΟΠΑΠ δυνάμει της από ...-2009 σύμβασης πρακτόρευσης με κωδικό ... επί της οδού ... στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, το οποίο λειτουργούσε ήδη από το 1997 αρχικώς με συμβαλλόμενους τους γονείς της, ενώ κατά την επίδικη περίοδο ήταν πρόεδρος του σωματείου πρακτόρων Θεσσαλονίκης, η δεύτερη των εναγόντων υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και Σια Ο.Ε" διατηρούσε δυνάμει της από ...-2016 σύμβασης πρακτόρευσης πρακτορείο ΟΠΑΠ με κωδικό αριθμό ... επί της οδού ... στη Δράμα και ο εταίρος της ήταν κατά την επίδικο περίοδο Πρόεδρος του σωματείου πρακτόρων Δράμας, ο τρίτος ενάγων Ι. Γ. διατηρούσε πρακτορείο ΟΠΑΠ δυνάμει της από ...-2009 σύμβασης πρακτόρευσης με κωδικό ... στην ... στα Ιωάννινα, το οποίο λειτουργούσε ήδη από το έτος 2005, ενώ κατά την επίδικη περίοδο ήταν Πρόεδρος του Σωματείου Πρακτόρων Ιωαννίνων, ο τέταρτος ενάγων Θ. Κ., διατηρούσε πρακτορείο ΟΠΑΠ δυνάμει της από ...-2009 σύμβασης πρακτόρευσης με κωδικό ... επί της οδού ... στην Καβάλα, το οποίο λειτουργούσε ήδη από το έτος 1987, ενώ κατά την επίδικη περίοδο ήταν Πρόεδρο του σωματείου πακτόρων Καβάλας και ο πέμπτος ενάγων Β. Σ. διατηρούσε πρακτορείο ΟΠΑΠ δυνάμει της από ...-2009 σύμβασης πρακτόρευσης με κωδικό ... επί της οδού ... στην Αλεξανδρούπολη και ήταν την επίδικη περίοδο πρόεδρος του Σωματείου πρακτόρων Αλεξανδρούπολης. Οι ανωτέρω συμβάσεις, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται ειδικότερα σε αυτές έχουν ταυτόσημο για όλους τους πράκτορες που συνεβλήθησαν με την εναγομένη και για όλους τους ενάγοντες περιεχόμενο. Ειδικότερα προέβλεπαν μεταξύ άλλων τα εξής: 1) Τα παίγνια που αναλαμβάνει να πρακτορεύσει ο πράκτορας είναι τα ακόλουθα: ΠΡΟ-ΠΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, KINO, EXTRA 5, SUPER 2, SUPER 4 και ΜΠΙΓΚΟ- ΛΟΤΤΟ (Παράρτημα I), 2) Με τη σύμβαση παρέχεται στον πράκτορα άδεια πρακτόρευσης αορίστου χρόνου όλων των παιγνίων που διεξάγει η ΟΠΑΠ στην Ελλάδα (αρθρ. 1 παρ.1). 3) Η σύμβαση δεν παρέχει στα μέρη το δικαίωμα αντιπροσώπευσης του άλλου, πλην της σχέσης πρακτόρευσης, ως προς την οποία ο πράκτορας δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τις ανατεθείσες από την ΟΠΑΠ δραστηριότητες (αρθρ.1 τελευταία παράγραφος). 4) Η ΟΠΑΠ έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει τη διακοπή των παιγνίων και στοιχημάτων (άρθρο 1 παρ.3). 5) η σχέση μεταξύ των μερών έχει, λόγω της φύσης και του αντικειμένου της, έντονο προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα (αρθρ.2 παρ.3). 6) Η ΟΠΑΠ δεν αναλαμβάνει ευθύνη για την αποδοτικότητα του καταστήματος του πράκτορα (αρθρ.2 παρ.4). 7) Ο πράκτορας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, προδιαγραφές και βασικούς κανόνες που ορίζει η ΟΠΑΠ για τη λειτουργία του δικτύου πρακτόρων αυτής και αναφέρονται, μεταξύ άλλων στη διαρρύθμιση του καταστήματος, τις ώρες λειτουργίας του, την οικονομική και εμπορική του οργάνωση, την τιμολογιακή πολιτική και την αντιμετώπιση του παράνομου στοιχηματισμού (άρθρο 5). 8) Ο πράκτορας υποχρεούται να παρακολουθεί ο ίδιος, και, αν το κρίνει σκόπιμο και το τυχόν προσωπικό της επιχείρησής του, τα επιμορφωτικά προγράμματα που πραγματοποιούνται από την ΟΠΑΠ για την αρχική εκπαίδευση και τη μετεκπαίδευση του πράκτορα (άρθρο 9). 9) Η ΟΠΑΠ παρέχει στον πράκτορα όλο τον αναγκαίο τεχνικό εξοπλισμό (άρθρο 6) τον οποίο υποχρεούται να συντηρεί, ενώ ο πράκτορας επιβαρύνεται μόνο με μέρος του κόστους χρήσης του εξοπλισμού που αφορά στον πάροχο τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης (αρθρ. 19 παρ.1 και 2, Παράρτημα IV παρ.8). 10) Ο πράκτορας προσλαμβάνει προσωπικό με δικές του δαπάνες και ουδεμία συμβατική σχέση δημιουργείται μεταξύ του προσωπικού αυτού και της ΟΠΑΠ (άρθρο 7 παρ.2).11) Ο πράκτορας υποχρεούται σε εχεμύθεια για τις πληροφορίες που παρέχονται σε αυτόν και σχετίζονται με τη σύμβαση (άρθρο 10). 12) Η εναγομένη δικαιούται να προβαίνει σε έλεγχο των νομικών φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησης του πράκτορα (άρθρο 12). 13) Ο πράκτορας υποχρεούται να συνεργάζεται αποκλειστικά με την ΟΠΑΠ Α.Ε ως προς τη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, δύναται δε να ασκεί δραστηριότητα είσπραξης για λογαριασμό εταιριών ηλεκτρισμού, τηλεπικοινωνιών και ύδρευσης, η οποία δεν αναπτύσσεται σε περισσότερο από το 30% της επιφάνειας του καταστήματος, ενώ για οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα απαιτείται γραπτή έγκριση της ΟΠΑΠ Α.Ε (άρθρο 13). 14) Ο πράκτορας απαγορεύεται να προβαίνει σε ανταγωνιστικές πράξεις προς την ΟΠΑΠ Α.Ε ως προς την οποία υπέχει υποχρέωση πίστης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση (14). 15) Η ΟΠΑΠ Α.Ε προβαίνει με δικές της δαπάνες σε έκδοση ενημερωτικού και διαφημιστικού υλικού, το οποίο ο πράκτορας το χρησιμοποιεί κατά τις οδηγίες της και πρέπει να έχει στη διάθεση των ενδιαφερομένων στο πρακτορείο, ενώ κάθε προωθητική προβολή με πρωτοβουλία του πράκτορα απαιτεί έγκριση της εναγομένης (άρθρο 15). 16) Ο πράκτορας υποχρεούται να παρέχει στους παίκτες πληροφορίες και ενημέρωση για τη διεξαγωγή των παιγνίων που προσφέρει η ΟΠΑΠ Α.Ε, να χορηγεί σε αυτούς δελτία συμμετοχής, να καταβάλει σε αυτούς τα κέρδη από τα παίγνια, εφόσον το επιτρέπει η ταμειακή του ρευστότητα και να δέχεται παράπονα πελατείας (άρθρο 16, Παράρτημα IV παρ. 6). 17) Κατά την είσπραξη των χρημάτων από τους παίκτες ο πράκτορας ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της ΟΠΑΠ Α.Ε (αρθρ. 17 εδ.β). 18) Ο πράκτορας λαμβάνει ως προμήθεια τα ποσοστά επί της παραγωγής του, όπως καθορίζονται από ειδικότερες κανονιστικές πράξεις και ειδικότερα Υπουργικές Αποφάσεις που αναφέρονται αναλυτικά στη σύμβαση, τα οποία παρακρατούνται από αυτόν άμεσα κατά τη διεξαγωγή κάθε παιγνίου (άρθρο 1 παρ.3, άρθρο 18). 19) Μετά τη λύση της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο, ο πράκτορας απαγορεύεται να διενεργεί πράξεις ανταγωνισμού στο νομό, όπου βρίσκεται το κατάστημά του για χρονικό διάστημα ενός έτους (άρθρο 26 παρ.1) καθώς και να παραχωρήσει, να εκμισθώσει τους χώρους του καταστήματος για χρήση ιδία ή παρεμφερή, άνευ γραπτής συναίνεσης της ΟΠΑΠ Α.Ε για τρία έτη (άρθρο 26 παρ.2). 23) Με το άρθρο 23 των Αρχικών Συμβάσεων Πρακτόρευσης προβλέφθηκαν τα εξής: "Η παρούσα σύμβαση είναι αορίστου χρόνου. Κάθε μέρος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση χωρίς σπουδαίο λόγο χωρίς την τήρηση προθεσμίας καταγγελίας. Ο πράκτορας μπορεί χωρίς να απαιτείται η συνδρομή σπουδαίου λόγου, να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση με την τήρηση προθεσμίας έξι (6) μηνών για το πρώτο έτος της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή είναι εφτά μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, οκτώ μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, εννέα μήνες από την αρχή του τετάρτου έτους, δέκα μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και δώδεκα μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Εφόσον έχει χορηγηθεί στον Πράκτορα άδεια πρακτόρευσης σε προγενέστερο χρόνο της κατάρτισης της παρούσας σύμβασης, η διάρκεια της σύμβασης για τις ανάγκες της παρούσας παραγράφου υπολογίζεται με βάση τον προγενέστερο αυτό χρόνο. Το ίδιο ισχύει και αν ο Πράκτορας έχει συμβληθεί με την ΟΠΑΠ λόγω διάθεσης εξ' οιασδήποτε αιτίας από τον προηγούμενο Πράκτορα, ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 24 της παρούσας σύμβασης. 2. Η καταγγελία γίνεται σε κάθε περίπτωση εγγράφως. Πάντως η καταγγελία εκ μέρους του Πράκτορα δεν παράγει έννομες συνέπειες πριν από την ολοκλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι της ΟΠΑΠ. 3. Σπουδαίο λόγο για την ΟΠΑΠ συνιστά κατ' αρχήν η μη συμμόρφωση του Πράκτορα με τις συμβατικές υποχρεώσεις του. Σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί καταγγελία της παρούσας σύμβασης εκ μέρους της ΟΠΑΠ συνιστά ιδίως...5. Η παρούσα σύμβαση λύεται επίσης με την πτώχευση ενός εκ των συμβαλλομένων μερών ή την υποβολή τους σε δικαστική συμπαράσταση. Το ίδιο αποτέλεσμα επιφέρει σε περίπτωση νομικού προσώπου, η διάλυσή του. 6. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω σε περίπτωση που ο Πράκτορας παραβεί τις υποχρεώσεις του από την παρούσα σύμβαση η ΟΠΑΠ με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από την παρούσα σύμβαση.... όσο ο Πράκτορας δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Αντίστοιχο δικαίωμα αναγνωρίζεται στην ΟΠΑΠ σε περίπτωση που εκκρεμεί σε βάρος του Πράκτορα ποινική, διοικητική, ή άλλη διαδικασία που αφορά τη συμμετοχή του σε παράνομο στοιχηματισμό και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν περιορίζει το δικαίωμα της ΟΠΑΠ να καταγγείλει στην παρούσα σύμβαση για σπουδαίο λόγο. Η ΟΠΑΠ δεν ευθύνεται για ζημίες που προξενούνται στον Πράκτορα από την άσκηση του δικαιώματος της ή από άλλα νόμιμα ή συμβατικά μέτρα, που λαμβάνονται από αυτήν, για την εξόφληση των απαιτήσεών της κατά του πράκτορα, συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών ή υπό αίρεση απαιτήσεων". Από το περιεχόμενο των ανωτέρω Αρχικών συμβάσεων πρακτόρευσης προκύπτει ότι οι ενάγοντες αποτελούσαν βοηθητικά όργανα για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων που διοργανώνει η εναγομένη, ενσωματωμένα στην επιχείρησή της ως μέλη του πανελληνίου δικτύου που έχει αυτή αναπτύξει με τη χορήγηση από την ίδια των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων, έχοντας την υποχρέωση να συμμορφώνονται με την εμπορική πολιτική της και χωρίς να έχουν αναλάβει σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους, συνδεόμενους με την εκπλήρωση των παρεχόμενων στους πελάτες- παίκτες υπηρεσιών της εναγομένης, με την διενέργεια επενδύσεων ή άλλων δραστηριοτήτων που είχε η εναγομένη στην αγορά καθώς η αμοιβή τους ως προμήθεια δεν εξαρτάτο από την εκπλήρωση της παροχής της εναγομένης, υπήρχε σαφής υποχρέωση συμμόρφωσης με τις κατευθυντήριες γραμμές που όριζε η εναγομένη για την λειτουργία του δικτύου και μεταξύ άλλων και για την τιμολογιακή πολιτική, η παροχή και η συντήρηση του αναγκαίου τεχνολογικού εξοπλισμού για την παροχή υπηρεσιών της εναγομένης αποτελούσε υποχρέωση αυτής, η οποία παρείχε και τα δελτία συμμετοχής στα παίγνια, η εναγομένη είχε αναλάβει όλο το κόστος της διαφήμισης και εκπαίδευσης των πρακτόρων. Επίσης κατά την είσπραξη χρημάτων από τους παίκτες, ήτοι του αντιτίμου για την παροχή υπηρεσιών της εναγομένης κάθε πράκτορας ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός της, ενώ ρητά είχε προβλεφθεί στη σύμβαση ότι δεν ασκεί ανεξάρτηρη οικονομική δραστηριότητα ως προς τις υπηρεσίες παροχής παιγνίων. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι συμβάσεις πρακτόρευσης διέπονται από τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων και του Αστικού Κώδικα περί εντολής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο I και II νομικές σκέψεις της παρούσας διότι η διαμεσολαβητική δραστηριότητα των εναγόντων ως πρακτόρων προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών και ταυτίζεται με αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, εν όψει του ότι όλοι οι ενάγοντες με τη σύμβαση αυτή είχαν αναλάβει υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (σύναψη συμβάσεων αναφορικά με τη διεξαγωγή των παιγνίων στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης κατ' αποκλειστικότητα, παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, εκτεταμένο δικαίωμα ελέγχου εκ μέρους της εναγομένης), οι δε επιχειρήσεις τους κατέστησαν αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης (βλ. επίσης για το χαρακτηρισμό της σχέσης που συνδέει γενικά τους πράκτορες της εναγομένης μαζί της ως σχέσης εμπορικής αντιπροσωπείας με βάση τα δύο καθοριστικά κριτήρια δηλαδή της απουσίας αυτόνομης επιχειρηματικής δράσης των πρακτόρων και της ανάληψης από την εναγομένη ουσιωδών επιχειρηματικών κινδύνων -ΕφΑθ 530/2021, Νομος, ΕφΑθ 1419/2022, ΕφΑθ 813/2022, αδημοσίευτες, ΣΤΕ 1601/2019, Νομος).

Περαιτέρω από το περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών συνάγεται ότι αποτελούν συμβάσεις αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους και όπως προκύπτει ιδίως από το σαφή γραμματικό χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου και από τον μη προσδιορισμό συγκεκριμένης διάρκειας ισχύος τους ιδίως στα άρθρα 1 παρ.1 και στο άρθρο 23 εκάστης Σύμβασης. Το γεγονός ότι η εναγομένη κατέχει έως το 2030 τα αποκλειστικά δικαιώματα οργάνωσης, λειτουργίας και διεξαγωγής των προαναφερόμενων τυχερών παιγνίων, τα οποία κατείχε ως το 2020 κατά το έτος 2009 όταν και επεκτάθηκε το μονοπώλιο της, το οποίο αποτελεί εξωγενές γεγονός σε σχέση με τη σύμβαση, το οποίο κατ' αρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη ένεκα της σαφήνειάς της ως προς του ότι αυτή αποτελεί σύμβαση αορίστου χρόνου, δεν αναιρεί το χαρακτήρα των σχετικών συμβάσεων του αορίστου χρόνου, καθώς η διάρκεια των συμβάσεων δεν εξαρτήθηκε από το χρονικό σημείο αυτό ούτε η λήξη τους συνδέθηκε με οποιονδήποτε τρόπο με τη λήξη του μονοπωλίου της εναγομένης στην αγορά. Ο όρος αυτός είναι ρητός και σαφής και δεν δημιουργεί αμφιβολία στο δικαστήριο ως προς την αόριστη διάρκεια των συμβάσεων των διαδίκων. Επιπλέον η ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 23 των εν λόγω συμβάσεων περί δικαιώματος τακτικής καταγγελίας για τους πράκτορες δεν αποκλείει (επειδή δεν αναφέρεται ρητώς) άνευ άλλου τινός το αντίστοιχο δικαίωμα της εναγομένης, το οποίο προβλέπεται εκ του νόμου σε όλες τις αορίστου χρόνου συμβάσεις, ούτε μπορεί να στοιχειοθετήσει από μόνο του άνευ άλλου τινός και χωρίς την συνδρομή άλλων περιστατικών βασίμως επιχείρημα περί του χαρακτηρισμού των συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη συνομολόγηση του όρου αυτού από τους συμβαλλόμενους υπήρξε βούληση της εναγομένης για παραίτησή της από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, ούτε ότι αυτή αποδέχθηκε όμοια ερμηνεία του όρου, το αντίθετο δε δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι στη νέα σύμβαση του έτους 2017 που προτάθηκε εκ μέρους της εναγομένης σε όλους τους πράκτορές της προς υπογραφή ορίζεται πλέον ρητά ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα δικαιούται να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση και άνευ σπουδαίου λόγου, ούτε από την πεποίθηση που είχαν κατά τις διαπραγματεύσεις των αρχικών Συμβάσεων οι συνδικαλιστές των πρακτόρων. Ελλείψει ρητής παραίτησης της προς τούτο από το νόμιμο δικαίωμά της κατ' αρθρ. 8 παρ.2 π.δ. 219/1991 η συναγωγή τυχόν σιωπηρής δήλωσής βουλήσεώς της θα έπρεπε να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία ουδόλως αποδείχθηκαν εν προκειμένω.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με όμοια αιτιολογία δέχθηκε ότι οι Αρχικές συμβάσεις ήταν αορίστου χρόνου και ότι το άρθρο 23 των Αρχικών Συμβάσεων Πρακτόρευσης δεν απέκλειε το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης της εναγομένης με τους ενάγοντες, η οποία ωστόσο έπρεπε να ασκηθεί με την τήρηση της ενιαύσιας προθεσμίας που προβλεπόταν στο άρθρο αυτό, συμφωνία, η οποία δεν θα ήταν δυνατόν να αφορά μόνο τους ενάγοντες αλλά και την εναγομένη, ως επιτρεπτή συμφωνία μεταξύ των μερών, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία της σύμβασης σε σχέση με το νόμο, ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό ο πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ως προς όλα τα σκέλη αυτού.

Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχτηκε ότι με την με αριθμό 229/2/18-11-2016 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ- ΦΕΚ Β/2923/7- 12-2016) θεσπίσθηκε νέος Κανονισμός Πρακτόρων της εναγομένης, οι διατάξεις του οποίου προβλέφθηκε ότι θα εφαρμοσθούν με ευθύνη του φορέα εκμετάλλευσης, ήτοι της εναγομένης στο σύνολο των πρακτορείων. Ο κανονισμός στηρίχθηκε σε πρόταση της εναγομένης, η οποία είχε προηγουμένως προβεί σε σχετική διαβούλευση με το ανώτατο συνδικαλιστικό όργανο των πρακτόρων, ήτοι την Πανελλήνια Ομοσπονδία Επαγγελματιών Πρακτόρων Παιχνιδιών Πρόγνωσης (ΠΟΕΠΠΠ) και σε εισήγηση της Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου της ΟΠΑΠ ΑΕ (προβλεπόμενης στο άρθρο 28 παρ.3α του Ν. 4002/2011). Με το άρθρο 3 του κανονισμού προβλέφθηκε η διεξαγωγή τυχερών παιγνίων μέσω πρακτόρων του φορέα εκμετάλλευσης που συμβάλλονται με αυτόν, οι οποίοι υποβάλλονται σε εποπτεία και έλεγχο της ΕΕΕΠ. Με το άρθρο 4 του κανονισμού έγινε διάκριση των τύπων των πρακτορείων σε τύπου Α (με ελάχιστο εμβαδόν 30 τμ. εκτός αν στην κείμενη νομοθεσία περί λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος προβλέπεται μεγαλύτερο ελάχιστο όριο και εφόσον οι χώροι λειτουργίας του πρακτορείου είναι νόμιμοι χώροι κύριας χρήσης, προβλεπόμενης για την εγκατάσταση και λειτουργία επιχείρησης)...Με το άρθρο 8 προβλέφθηκαν τα προσόντα και τα καθήκοντα των πρακτόρων και των υπεύθυνων πρακτορείων. Με το άρθρο 9 καθορίσθηκε το ελάχιστο περιεχόμενο των συμβάσεων πρακτόρευσης, μεγάλο μέρος του οποίου είχε συμπεριληφθεί στις Αρχικές Συμβάσεις Πρακτόρευσης (όπως η υποχρέωση συμμόρφωσης με τις διατάξεις του νόμου για τη λειτουργεία των πρακτορείων, η υποχρέωση τήρησης των οδηγιών της εναγομένης, η υποχρέωση ενημέρωσης του κοινού, οι κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων, τα στοιχεία του υπευθύνου πρακτορείου, το ύψος των προμηθειών κα εγγυήσεων και ο τρόπος είσπραξης και εκκαθάρισης των συναλλαγών, η υποχρέωση συνεχούς επιμόρφωσης, οι λόγοι καταγγελίας, το καταρχήν αμεταβίβαστο των δικαιωμάτων από τη σύμβαση, το δικαίωμα διακοπής της λειτουργίας για 30 ημέρες), ενώ ορισμένες ρυθμίσεις δεν περιέχονταν σε αυτή (όπως ο προσδιορισμός του τύπου του πρακτορείου, η υποχρέωση του πράκτορα να παρέχει άμεσα κάθε πληροφορία ή έγγραφο του ζητηθεί στην ΕΕΕΠ, η δήλωση του πράκτορα ότι έχει λάβει γνώση της απόφασης και των κειμένων διατάξεων, η υποχρέωση τήρησης των οδηγιών της ΕΕΕΠ). Με το άρθρο 10 του κανονισμού προβλέφθηκε ο καθορισμός του τρόπου ελέγχου και του περιεχομένου των κυρώσεων ανά παράβαση από τον Κανονισμό Παιγνίων ή σχετικές αποφάσεις της ΕΕΕΠ. Με το άρθρο 11 προβλέφθηκαν μεταβατικές διατάξεις και ειδικότερα τα εξής: Ότι η εναγομένη οφείλει να προσαρμοσθεί στις διατάξεις του κανονισμού εντός 90 ημερών από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ήτοι την έναρξη ισχύος του (αρθρ. 11 παρ.1, 12) ότι εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από τη δημοσίευση της απόφασης και σε κάθε περίπτωση εντός 24 μηνών πρέπει να μετεγκατασταθούν τα πρακτορεία σε χώρο που πληροί τις προϋποθέσεις του Κανονισμού, προβλεπομένης σχετικής διάταξης αναφορικά με την υποχρέωση μετεγκατάστασης στη σύμβαση πρακτόρευσης, ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του πράκτορα ως προς την υποχρέωση μετεγκατάστασης, η εναγομένη υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση μετά την πάροδο 24 μηνών άλλως η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως (άρθρο 11 παρ.2) ότι μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο λύση των υφιστάμενων κατά τη δημοσίευση της απόφασης συμβάσεων η εναγομένη και πράκτορας δύνανται να ασκούν τα δικαιώματα που απορρέουν από τις υφιστάμενες συμβάσεις (άρθρο 11 παρ.3) κα ότι οτιδήποτε δεν ρυθμίζεται από τον Κανονισμό, εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τη σύμβαση πρακτόρευσης (άρθρο 11 παρ.4).

Περαιτέρω, με το άρθρο 50 παρ. 12 του Ν. 4002/2011 προβλέφθηκε η δυνατότητα σε εταιρείες παροχής υπηρεσιών στοιχημάτων και τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου, νόμιμα εγκατεστημένες σε κράτη μέλη της ΕΕ να συνεχίσουν την παροχή υπηρεσιών στην μεταβατική περίοδο μέχρι την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου που διέπουν το διαδικτυακό στοίχημα και τη χορήγηση των σχετικών αδειών, εφόσον υπαχθούν στο φορολογικό καθεστώς οικειοθελώς, αναδρομικά. Τούτο έπραξαν 24 εταιρίες, με αποτέλεσμα η εναγομένη να μην διαθέτει πλέον το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής διαδικτυακών τυχερών παιγνίων, ως προκύπτει από την έκθεση πεπραγμένων της ΕΕΕΠ χωρίς όμως να προκύπτει ακριβώς το μερίδιο που κατέχει η εναγομένη στην αγορά.

Εξάλλου με το άρθρο 50 παρ.5 του ν. 4002/2011 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν. 4389/2016 προβλέφθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται σε απόδοση στο Ελληνικό Δημόσιο ποσοστού 30% για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2015 και 35% από 1-1-2016 και εντεύθεν επί των μικτών κερδών της. Σύμφωνα με την ίδια ως άνω έκθεση πεπραγμένων της ΕΕΕΠ ο κύκλος εργασιών της εμφάνισε πτώση τα έτη 2009 (2%), 2010 (5,5%), 2011 (15,5%), 2012 (9,5%), 2013 (7,25), αύξηση το 2014 (7,3%) και μείωση το 2015 (4,2%), εξέλιξη που συμβαδίζει με την γενικότερη κίνηση της αγοράς των τυχερών παιγνίων στη χώρα κατά τα έτη αυτά. Σύμφωνα με τα δελτία τύπου της εναγομένης για τα οικονομικά αποτελέσματα των ετών 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 τα κέρδη της ανήλθαν τα έτη αυτά στα ποσά των 505,5 εκατομμυρίων ευρώ, 141,1 εκατομμυρίων ευρώ, 195 εκατομμυρίων ευρώ, 210,7 εκατομμυρίων ευρώ, 141,1 εκατομμυρίων ευρώ, 195 εκατομμυρίων ευρώ, 210,7 εκατομμυρίων ευρώ, 170,2 εκατομμυρίων ευρώ και 126,2 εκατομμυρίων ευρώ αντιστοίχως. Εξάλλου σύμφωνα με την από τον Ιούλιο του 2018 έκθεση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων για τα στατιστικά στοιχεία της ελληνικής αγοράς τυχερών παιγνίων έτους 2017, επί συνολικού κύκλου εργασιών ύψους 6.079.330.553,67 ευρώ το 2017 στην επίγεια αγορά τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα, η εναγομένη πραγματοποίησε κύκλο εργασιών ύψους 3.997.826,33 ευρώ, ήτοι ποσοστό 65,76%, ενώ ποσοστό 26,02% αντιστοιχεί σε Επιχειρήσεις Καζίνο, 7,555 στην εταιρία Ελληνικά Λαχεία Α.Ε θυγατρική της εναγομένης και 0,67% στην εταιρία Ιπποδρομίες Α.Ε, επίσης θυγατρική της εναγομένης. Από το τέλος του 2016 και μετά τη δημοσίευση του Κανονισμού Πρακτόρων 2016 διεξήχθησαν συζητήσεις μεταξύ των εκπροσώπων της εναγομένης και της ΠΟΕΠΠΠ (συνδικαλιστικού οργάνου των πρακτόρων) για τις προτεινόμενες από την πρώτη τροποποιήσεις των όρων της Αρχικής Σύμβασης Πρακτόρευσης που αφορούσαν στον τρόπο υπολογισμού της προμήθειας των πρακτόρων. Στα μέσα του Ιανουάριου περίπου 2017 η εναγομένη παρουσίασε ένα νέο σχέδιο σύμβασης Πρακτόρευσης στους εκπροσώπους της ΠΟΕΠΠΠ επί του οποίου ακολούθησε σύντομη διαπραγμάτευση και ανταλλαγή παρατηρήσεων μεταξύ των νομικών τους συμβούλων το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουάριου. Στις 14-2- 2017 το Διοικητικό Συμβούλιο της ΠΟΕΠΠΠ υπέβαλε το σχέδιο της προταθείσας από την εναγομένη σύμβασης προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση της Ομοσπονδίας. Την ίδια ημέρα, η Τριμελής Επιτροπή Ελέγχου της ΟΠΑΠ ΑΕ ενημέρωσε την εναγομένη ότι δεν έχει αντίρρηση ως προς το προτεινόμενο σχέδιο της σύμβασης, το οποίο είχε υποβληθεί σε αυτήν την 10-2-2017. Στα τέλη Φεβρουάριου - αρχές Μαρτίου 2017 η εναγομένη κοινοποίησε στους ενάγοντες την από 23-3-2017 εξώδικη δήλωσή της (με κοινοποίηση στις 2-3-2017 στην πρώτη των εναγόντων και στις 28- 2-2017 στους λοιπούς, ημερομηνίες για τις οποίες δεν αντιλέγουν οι διάδικοι) με την οποία τους συγκοινοποίησε το κείμενο της Σύμβασης Πρακτόρευσης 2017. Με αυτή τους δήλωσε ότι καταγγέλλει την ισχύουσα για έκαστο εξ' αυτών μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας αορίστου χρόνου, με χρόνο έναρξης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μετά την πάροδο 12 μηνών από την κοινοποίηση, και τους ενημέρωσε ότι εφόσον υπογράψουν τη Σύμβαση Πρακτόρευσης 2017 μέχρι την 24η-3-2017 η μεταξύ τους συνεργασία θα συνεχισθεί υπό τους όρους αυτής. Όπως προκύπτει από το κείμενο της καταγγελίας, η εναγομένη δεν επικαλέστηκε με αυτή κάποια παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων, ούτε τη συνδρομή ενός εκ των σπουδαίων λόγων καταγγελίας των συμβάσεων που είχαν προβλεφθεί στο άρθρο 23 αυτών.

Συνεπώς προκύπτει, ότι επρόκειτο για ενάσκηση του νομίμου δικαιώματος της (από το οποίο δεν είχε παραιτηθεί κατά τα προλεχθέντα) να προβεί σε τακτική καταγγελία των Αρχικών Συμβάσεων Πρακτόρευσης και μάλιστα τηρώντας την συμφωνηθείσα χρονικά προθεσμία εξάρτησης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας των 12 μηνών. Ταυτόχρονα με την κοινοποίηση της καταγγελίας στους ενάγοντες, η εναγομένη προέβη στην κοινοποίηση ομοίου περιεχομένου καταγγελίας στο σύνολο των 4.600 περίπου πρακτόρων της ανά την επικράτεια, συγκοινοποιούμενου του ιδίου σχεδίου Σύμβασης Πρακτόρευσης 2017, το οποίο κλήθηκαν να υπογράψουν για τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας. Από το κείμενο της Σύμβασης πρακτόρευσης 2017 προκύπτουν τα εξής: α) Η Σύμβαση ταυτιζόταν εν μέρει με το περιεχόμενο των Αρχικών Συμβάσεων Πρακτόρευσης, μεταξύ άλλων ως προς τη φύση, τη διάρκεια και το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, την κατάρτιση και επιμόρφωση του πράκτορα από την εναγομένη, την παροχή και συντήρηση του αναγκαίου τεχνολογικού εξοπλισμού από την εναγομένη, την κάλυψη από την εναγομένη ποσοστού 35% του τηλεπικοινωνιακού κόστους διαδικτυακής σύνδεσης των τερματικών συσκευών που χορηγεί αυτή, τη διαφήμιση των τυχερών παιγνίων και υπηρεσιών από την εναγομένη και με δαπάνες της, την υποχρέωση αποκλειστικότητας και την απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια και μετά τη λύση της σύμβασης, τη δυνατότητα μεταβίβασης του πρακτορείου σε συγγενείς του πράκτορα, την υποχρέωση εχεμύθειας και πίστης του πράκτορα και συμμόρφωσης με τις κατευθυντήριες οδηγίες της εναγομένης τη μη συμβατική σύνδεση της εναγομένης με το προσωπικό του πράκτορα, του δικαιώματος της εναγομένης να διενεργεί ελέγχους για την τήρηση της σύμβασης και του νόμο κατά τη λειτουργεία του πρακτορείου. Β) Η σύμβαση περιλάμβανε όλες τις ρυθμίσεις του Κανονισμού πρακτόρων 2016 που προαναφέρθηκαν μεταξύ άλλων ως προς τη χωροθέτηση και τις κατηγορίες των πρακτορείων, γ) Η σύμβαση περιείχε εν μέρει διαφορετικές ή νέες ρυθμίσεις σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, διαφορετικό τρόπο υπολογισμού προμηθειών, τη μη συμμετοχή του συνδικαλιστικού φορέα των πρακτόρων, ήτοι της ΠΟΕΠΠΠ στη διαδικασία τροποποίησης της σύμβασης ως προς επιμέρους ζητήματα, την υπό προϋποθέσεις υποχρέωση του πράκτορα να μετεγκατασταθεί σε άλλο κατάστημα, την πρόβλεψη περισσοτέρων σπουδαίων λόγων καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, τη ρητή πρόβλεψη δικαιώματος τακτικής καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης, την υποχρέωση του πράκτορα να συνεργάζεται με τρίτα πρόσωπα επιλογής της εναγομένης για την παροχή στο πρακτορείο υπηρεσιών των προσώπων αυτών ως προς το κοινό, τον περιορισμό της υποχρέωσης της εναγομένης για την καταβολή ποσοστού 35% του τηλεπικοινωνιακού κόστους διαδικτυακής σύνδεσης μόνο για τα τερματικά που αφορούν σε υφιστάμενα παίγνια και για όσο χρονικό διάστημα ισχύει η συμφωνία με τον τηλεπικοινωνιακό πάροχο ΟΤΕ, την υποχρέωση του πράκτορα να διενεργεί υποστηρικτικές εργασίες για τη διαδικτυακή διεξαγωγή παιγνίων, τη λειτουργία παιγνιοχημανημάτων (VLTs), τη διεξαγωγή διαδικτυακού στοιχήματος στα πρακτορεία και την πρόβλεψη προμήθειας των πρακτόρων γι' αυτήν.

Ειδικότερα για τον προβλεπόμενο στο άρθρο 10 παράρτημα VI νέο τρόπο υπολογισμού των προμηθειών προέκυψαν τα εξής:

Ενώ στις Αρχικές συμβάσεις προβλεπόταν προμήθεια του πράκτορα ποσοστού 8% (για τα παιχνίδια ΣΤΟΙΧΗΜΑ, ΚΙΝΟ, SUPER 3, POWERSPIN, RACES) ή 12% (για τα υπόλοιπα), ανάλογα με το παίγνιο (οι δύο Συμβάσεις δεν αφορούν στα λαχεία ή στο ιπποδρομιακό στοίχημα) επί του κύκλου εργασιών, στη Σύμβαση του 2017 προβλέπεται για τα πρακτορεία τύπου A (που αφορούν στους ενάγοντες) προμήθεια 39% για το 2017, 37% για το 2018 και 35% για τα έτη 2019-2021 (+1% ως μπόνους σε μέρος των πρακτόρων βάσει κριτηρίων της εναγομένης), επί του υπολοίπου που προκύπτει μετά την αφαίρεση από τον κύκλο εργασιών των κερδών των πελατών- παικτών (payout) και του ποσοστού 35% που αποδίδεται στο Ελληνικό Δημόσιο). Η μείωση της προμήθειας σε 35% το έτος 2019 προβλέφθηκε ότι θα τεθεί σε εφαρμογή μόνο εάν το 2018 το μέσο NRG σημειώσει αύξηση 6% έναντι του 2016, διαφορετικά θα λάβει χώρα όταν σημειωθεί η αύξηση αυτή το 2020 ή 2021 κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση. Λαμβανομένου υπόψη ότι το ποσοστό αποδοτέων κερδών των παικτών, σύμφωνα με τα δελτία τύπου οικονομικών αποτελεσμάτων 2013-2017 της εναγομένης, κυμαίνεται κατά τα έτη αυτά (για το σύνολο των παιγνίων, πλην του ΣΤΟΙΧΗΜΑ και ΚΙΝΟ που εμφανίζουν μικρές αποκλίσεις) μεταξύ 67% και 68,4% προκύπτει ότι το προβλεπόμενο ποσοστό προμήθειας, με το ίδιο ποσοστό payout θα ανέλθει, με τη Σύμβαση 2017 μεταξύ 8,3655% και 8,0106% για το έτος 2017 7,9365% και 7,5998% για το έτος 2018 και 7,5075% και 7,189% για τα έτη 2019-2021 (υπό τον όρο της αύξησης κατά 6% του NRG, ως προαναφέρθηκε). Ενδεχόμενη μεταβολή των ως άνω ποσοστών προμηθειών προβλέφθηκε (άρθρο 10 παρ.1 και 2) ότι θα γίνει μόνο με τη σύμφωνη γνώμη της ΠΟΕΠΠΠ, όπως και με την Αρχική Σύμβαση. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με τη Σύμβαση Πρακτόρευσης 2017 επρόκειτο να σημειωθεί μείωση των προμηθειών των πρακτόρων εφόσον εξακολουθούσαν να ισχύουν οι συγκεκριμένες περιστάσεις και δεν ελάμβανε χώρα σημαντική αύξηση των καθαρών εσόδων της εναγομένης (NGR).

Περαιτέρω δεδομένου του μονοπωλίου της εναγομένης στην αγορά επίγειων τυχερών παιγνίων (εκτός καζίνο) προκύπτει ότι οι ενάγοντες πράγματι δεν διέθεταν ισοδύναμη εναλλακτική λύση σε περίπτωση διακοπής της συνεργασίας τους με την εναγομένη. Για το λόγο αυτό μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο του 2018 αναλόγως και τον τερματισμό της συνεργασίας τους με την εναγομένη, θα καθίστατο αδύνατη η συνέχιση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας στο ίδιο αντικείμενο και θα διακοπτόταν αυτή διότι οι επιχειρήσεις τους ήταν οικονομικά εξαρτημένες από την εναγομένη.

Ωστόσο, η καθολική εφαρμογή της με αριθμό 229/2016 αποφάσεως της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (Ε.Ε.Ε.Π) με τίτλο "ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΩΝ ΤΗΣ ΟΠΑΠ", η οποία έθεσε νέο ως προαναφέρθηκε κανονιστικό πλαίσιο της λειτουργίας των πρακτορείων και της ασκήσεως των εργασιών των πρακτόρων, δημιούργησε εξ αντικειμένου την ανάγκη αναπροσαρμογής του συμβατικού πλαισίου συνεργασίας μεταξύ της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και όλων των πρακτόρων της, ανάγκη η οποία καλύφθηκε μέσω της τακτικής καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων και της ταυτόχρονης κλήσης τους να επιλέξουν το ηπιότερο μέσο της λύσης της συμβατικής τους σχέσης ήτοι της διάσωσης της συναλλακτικής τους σχέσης μέσω της νέας σύμβασης. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι σκοπός της καταγγελίας ήταν η αποδυνάμωση των εναγόντων και η εκτόπισή τους από την αγορά, ως αυτοί ισχυρίζονται, αλλά με την καταγγελία των συμβάσεων όλων των πρακτόρων της και την πρόταση Σύναψης της Σύμβασης Πρακτόρευσης 2017 η εναγομένη επεδίωξε την αναθεώρηση της εμπορικής της πολιτικής για το σύνολο των πρακτορείων της, ενσωματώνοντας στις νέες συμβάσεις το περιεχόμενο του Κανονισμού Πρακτόρων και τροποποιώντας εν μέρει, τις υφιστάμενες συμβατικές της σχέσεις με τους πράκτορες με απώτερο σκοπό την αναδιοργάνωση του δικτύου της και την αύξηση της κερδοφορίας της, ιδίως μέσω της μεταβολής του τρόπου υπολογισμού των προμηθειών των πρακτόρων. Οι τροποποιήσεις αυτές δεν αποδείχθηκε ότι αποσκοπούσαν ή είχαν τελικά ως αποτέλεσμα το οικονομικά ασύμφορο ή το μη βιώσιμο της συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας των πρακτόρων, το δίκτυο των οποίων ήταν και είναι αναγκαίο για τη δραστηριότητα της εναγομένης.

Εξάλλου η καταγγελία και η προταθείσα Σύμβαση Πρακτόρευσης 2017 είχαν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο για όλους τους πράκτορες, ήτοι δεν υπήρξε δυσμενής διακριτική μεταχείριση των εναγόντων. Όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη διατηρούσε το συμβατικό δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης πρακτόρευσης αορίστου χρόνου, για την άσκηση του οποίου έπρεπε να τηρήσει προθεσμία προμήνυσης 12 μηνών όπως και έπραξε.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί σε αξιόλογες επενδύσεις για τη λειτουργία των πρακτορείων τους, τις οποίες δεν κατέστη δυνατόν να αποσβέσουν λόγω της επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της εναγομένης. Επιπλέον η προμήνυση ενός έτους για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας συνιστούσε επαρκή και εύλογο χρόνο, προκειμένου οι ενάγοντες να προσαρμοσθούν στα νέα οικονομικά δεδομένα και να αναζητήσουν εφόσον δεν επιθυμούσαν να συμβληθούν εκ νέου μαζί της στα πλαίσια της νέας προταθείσας σύμβασης νέες μορφές βιοποριστικής δραστηριότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι η αντίστοιχη προθεσμία τακτικής καταγγελίας είχε προβλεφθεί και συμβατικά με το άρθρο 23 των καταγγελθεισών συμβάσεων, ενώ η ελάχιστη νόμιμη προθεσμία τακτικής καταγγελίας σύμφωνα με το αναλογικά εφαρμοζόμενο άρθρο 8 παρ.4 π.δ. 219/1991 ήταν έξι μήνες. Το γεγονός ότι η καταγγελία αυτή συνοδεύθηκε από την πρόταση κατάρτισης νέας ομοειδούς σύμβασης, καταδεικνύει το σκοπό της εναγομένης για εξακολούθηση της συνεργασίας της με τους ενάγοντες.
Συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι με την άσκηση της εν λόγω τακτικής καταγγελίας η εναγομένη εκμεταλλεύθηκε κατά τρόπο καταχρηστικό τη σχέση οικονομικής εξάρτησης με τις επιχειρήσεις των εναγόντων, ιδίως ότι διέκοψε αδικαιολόγητα και αιφνιδίως τις εμπορικές της σχέσεις με αυτούς. Αντιθέτως τους παρείχε και επαρκές χρονικό διάστημα αλλά και δυνατότητα συνέχισης της δραστηριότητάς τους στα πλαίσια της δικής της αναδιοργάνωσης. Ούτε άλλωστε από την συμπεριφορά της αυτή πληρούται το πραγματικό του άρθρου 919 ΑΚ ή του άρθρου 18" ν.146/2014.
Συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο που με την ως άνω αιτιολογία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα επιδίκασης διαφυγόντων κερδών ως αποζημίωση λόγω της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης από την εναγομένη ουδόλως έσφαλε ως εκθέτουν οι ενάγοντες με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσής τους, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί. Για τους ίδιους άλλωστε λόγους πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος της έφεσης των εναγόντων περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, της επιστηριζόμενης στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 914 ΑΚ καθώς από το ίδιο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι η υπό κρίση τακτική καταγγελία ασκήθηκε από την εναγομένη αντίθετα στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη. Ειδικότερα προκύπτει ότι αυτή ασκήθηκε ως τακτική καταγγελία με την τήρηση, ως προαναφέρθηκε, της συμβατικής προθεσμίας, στο πλαίσιο της αλλαγής της εμπορικής πολιτικής της εναγομένης και της αναδιοργάνωσης του δικτύου της με απώτερο σκοπό μεταξύ άλλων την αύξηση της κερδοφορίας της. Εφόσον η εναγομένη είχε το δικαίωμα τερματισμού της συνεργασίας της με τους ενάγοντες άνευ σπουδαίου λόγου, δεν ασκεί επιρροή επί της κρίσης περί της καταχρηστικότητας της καταγγελίας το περιεχόμενο της προταθείσας Σύμβασης Πρακτόρευσης 2017.

Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της τελευταίας, την οποία πρότεινε η εναγομένη ως πλαίσιο συνέχισης της συνεργασίας της με τους ενάγοντες (και με όλους τους πράκτορες) οδηγούσε στον οικονομικό αφανισμό της επιχείρησής τους ή σε υπέρμετρα δυσμενή για αυτούς οικονομικά αποτελέσματα. Επιπλέον δεν προέκυψε το άκαιρο της καταγγελίας, ήτοι ότι αυτή έγινε σε χρόνο που η διατήρηση της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσης με το περιεχόμενο της αρχικής σύμβασης είχε ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των εναγόντων και ως εκ τούτου λύση της συνεπαγόταν γι' αυτούς την πρόκληση ζημίας που συναρτάται με ειδική προσδοκία κερδών ή άλλη ειδική περίσταση (ΑΠ 1323/2014, ΑΠ 1630/2013, Νομος), την οποία δεν θα μπορούσαν να καλύψουν μέσω της νέας σύμβασης. Η όλη συμπεριφορά της εναγομένης ουδόλως ετύγχανε καταχρηστική υπό τις περιστάσεις με τις οποίες εκδηλώθηκε και συνεπώς ορθώς απερρίφθη από το πρωτόδικο δικαστήριο και η έτερη θεμελίωση του αιτήματος επιδίκασης διαφυγόντων κερδών ως αποζημίωση λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, συνιστάμενης στην καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και στην σκόπιμη πρόκληση ζημίας αντίθετα με τα χρηστά ήθη. Ουδεμία δε προσβολή του προσώπου των εναγόντων δεν αποδείχθηκε, αφού ουδέν περιστατικό τέτοιας προσβολής προέκυψε, καθώς ως προαναφέρθηκε η εξώδικη δήλωση-καταγγελία με όμοιο περιεχόμενο επιδόθηκε σε όλους τους πράκτορες της εναγομένης, η δε άσκηση του δικαιώματος αυτού από μόνη της δεν συνιστά όμοια προσβολή καθώς ως προαναφέρθηκε επρόκειτο για ενάσκηση νομίμου δικαιώματος τακτικής καταγγελίας και τερματισμού της μακρόχρονης συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος της έφεσης των εναγόντων, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου πρέπει να απορριφθεί η έφεσή τους καθ' ολοκληρίαν (...)". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) οι ενάγοντες/αναιρεσείοντες αποτελούσαν βοηθητικά όργανα για την προώθηση των υπηρεσιών της εναγομένης, έχοντας την υποχρέωση να συμμορφώνονται με την εμπορική πολιτική της, χωρίς να έχουν αναλάβει σημαντικούς κινδύνους, β) οι κρίσιμες συμβάσεις πρακτόρευσης (του έτους 2009), ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στον νόμο διέπονται από τις διατάξεις περί εντολής και εμπορικής αντιπροσωπείας (π.δ. 219/1991), οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως, έχουν δε έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης, το οποίο αποκτά αυξημένη νομική σημασία, γ) οι επίδικες συμβάσεις πρακτόρευσης, σύμφωνα με το σαφές γράμμα τους αλλά και σύμφωνα με την επισκόπηση του συνολικού τους περιεχομένου, είναι αορίστου χρόνου, τούτο δε προκύπτει αφενός μεν από τη σαφή γραμματική διατύπωση του άρθ. 23 αυτών, αφετέρου δε και από το γεγονός ότι ουδείς συγκεκριμένος χρονικός προσδιορισμός της διάρκειας ισχύος της συμβάσεως ετέθη, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η εναγομένη/αναιρεσίβλητη κατείχε μέχρι το 2030 τα αποκλειστικά δικαιώματα οργανώσεως, λειτουργίας και διεξαγωγής των εν λόγω τυχερών παιγνίων, εφόσον η διάρκεια της συμβάσεως δεν εξαρτήθηκε ούτε συνδέθηκε με τη λήξη του νομοθετικώς καθιερούμενου μονοπωλίου της στην αγορά, δ) η ΟΠΑΠ ΑΕ ουδέποτε παραιτήθηκε από το δικαίωμά της για τακτική καταγγελία των συμβάσεων, είχε επομένως δικαίωμα τακτικής καταγγελίας χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, δεδομένου ότι η σχετική παραίτηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις επιταγές της συναλλακτικής καλής πίστη (άρθ. 200, 281 και 288 ΑΚ), επιπλέον δε η ρητή πρόβλεψη στο άρθ. 23 των συμβάσεων του 2009 περί δικαιώματος τακτικής καταγγελίας για τους πράκτορες δεν αποκλείει (επειδή δεν αναγράφεται ρητώς στη σύμβαση) το αντίστοιχο δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της ΟΠΑΠ ΑΕ (και ούτε, κατά τα προεκτεθέντα, θα μπορούσε) ε)ως εκ τούτου, η από 23.02.2017 τακτική καταγγελία της ΟΠΑΠ ΑΕ ήταν καθόλα νόμιμη και ισχυρή, αποτελώντας ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της εντός των αξιολογικών ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, καθόσον αυτή έλαβε χώρα, μεταξύ άλλων, προκειμένου να συμμορφωθεί η αναιρεσίβλητη ως αποκλειστικός φορέας εκμετάλλευσης τυχερών παιγνίων με επίγεια μέσα, με τις πλείονες υποχρεώσεις, τις αυστηρότερες δεσμεύσεις και τους περιορισμούς που έθεσε ο νέος κανονισμός πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ, ο οποίος αναδιαμόρφωσε ουσιαστικά την επιχειρηματική και εμπορική πολιτική της τελευταίας, καθιστώντας έτσι την καταγγελία των ήδη υφισταμένων συμβάσεων και την υπογραφή νέων, το αντικειμενικά αναγκαίο μέσο για την επίτευξη του ανώτερου σκοπού, στ) σκοπός της τακτικής αυτής καταγγελίας δεν ήταν η οικονομική αποδυνάμωση των εφεσιβλήτων, αλλά η αναδιοργάνωση του δικτύου και η αύξηση της κερδοφορίας της ΟΠΑΠ ΑΕ, δεν ασκήθηκε κατά τρόπον αντίθετο στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή άκαιρα, δεν αποδείχθηκε δε ότι πρόσβαλε την προσωπικότητα των εναγόντων και ζ) η έκτακτη καταγγελία επιφέρει πάντοτε τη λύση συμβάσεων, στις οποίες είναι έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης, ακόμη κι αν ήθελε κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος ή ότι ο επικαλούμενος λόγος είναι προσχηματικός ή καταχρηστικός ή αντίθετος στα χρηστά ήθη, δεν παραβίασε ευθέως τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθ. 173 και 200 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, καθόσον δεν προέβη σε οποιαδήποτε ερμηνεία του όρου του άρθ. 23 των επιδίκων συμβάσεων , έκρινε δε ότι το γράμμα του άρθ. 23 είναι σαφές και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε ερμηνεία , καθώς ουδεμία αμφιβολία ή ασάφεια προκαλείται από την ανάγνωσή του. Η πλεοναστική δε αιτιολογία ότι το δικαίωμα της τακτικής καταγγελίας θεμελιώνεται και στο γεγονός ότι δεν υφίσταται ρητός αποκλεισμός του δικαιώματος, δεν συνιστά ερμηνευτική διεργασία του όρου αυτού ή της όλης συμβάσεως, αλλά απλή διαπίστωση της έλλειψης περιορισμού, η οποία λειτουργεί επιβεβαιωτικώς προς την κύρια κρίση ήτοι ότι ούτε από το άρθ. 23 των επιδίκων συμβάσεων, ούτε, πολλώ μάλλον, από τις αναλογικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις του ΑΚ περί εντολής και του π.δ/τος 219/1991, συνάγεται αποκλεισμός του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας. Σε κάθε όμως περίπτωση η σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθ. 173 και 200 ΑΚ ερμηνεία του άρθ. 23 των συμβάσεων , σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο των όρων αυτών, δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό συμπέρασμα από το εξαχθέν ήτοι περί σιωπηρής παραιτήσεως της εναγομένης από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας και τούτο καθόσον σκοπός της αρχικής καταγγελίας δεν ήταν η λήξη, αλλά η συνέχιση της σχέσης με τους ενάγοντες με , εν μέρει, νέους όρους, ήτοι επρόκειτο περί της, ούτω καλουμένης, "τροποποιητικής" καταγγελίας ήτοι καταγγελίας υπό την εξουσιαστική αίρεση ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν θα αποδεχθεί/θα αποδεχθεί τους νέους όρους (βλ.ΑΠ 1214/2025).

Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, αφού έκρινε ότι η κρίσιμη σύμβαση ήταν σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είχε συμφωνηθεί ο αποκλεισμός της τακτικής καταγγελίας, με απολύτως πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες έκρινε ότι το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας συνάγεται από γενικό κανόνα ενδοτικού δικαίου των διαρκών συμβάσεων, ο οποίος αντλείται από επιμέρους διατάξεις του ΑΚ και ειδικών νόμων, που επιτάσσουν όλες οι συμβάσεις αορίστου χρόνου να λύνονται ελευθέρως με τακτική καταγγελία, εάν δεν έχει το δικαίωμα αυτό αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Η αναφορά δε του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στο άρθρο 8 του π.δ/τος 219/1991 γίνεται όχι προκειμένου να θεμελιωθεί (μόνον) σε αυτή τη διάταξη το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, αλλά προκειμένου να οριοθετηθεί ο τρόπος άσκησής της. Διότι ο νομοθέτης, σε συμβάσεις που προσιδιάζουν σε εμπορική αντιπροσωπεία, όπως εν προκειμένω, ενόψει της καταρχήν άνευ προϋποθέσεων τακτικής καταγγελίας, προέβλεψε ως αντιστάθμισμα, προβλεπόμενο στο άρθ. 8 του π.δ/τος 219/1991 την τήρηση συγκεκριμένης προθεσμίας προμήνυσης για την καταγγελία, η οποία τελεί σε αναλογία με τον χρόνο διάρκειας της συμβατικής σχέσης. Για τον λόγο αυτό επομένως το Εφετείο αναφέρεται στο άρθρο 8 του π.δ. 219/1991 και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα έλλειψης ή ασάφειας αιτιολογίας.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Ο προβλεπόμενος από το άρθ. 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου [μάρτυρες, έγγραφα, στην έννοια των οποίων εμπίπτουν και οι ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί σε άλλη δίκη πριν από την άσκηση της αγωγής, που εκτιμώνται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 959/2025, ΑΠ 1633/2009)], που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 959/2025, ΑΠ 889/2020). Στοιχεία για το ορισμένο του λόγου αυτού είναι μεταξύ των άλλων να προσδιορίζεται ο πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν απ' αυτό και να αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 887/2019).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καίτοι διέλαβε σαφή μνεία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και δη η υπ' αριθ. 11592/2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Μ., που εξετάστηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, εντούτοις δεν την έλαβε υπόψη επί της ουσίας, ήτοι δεν την αξιολόγησε. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης οι αναιρεσείοντες δεν αποδίδουν στην προσβαλλομένη ότι δεν αξιολογήθηκε καθόλου η αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση αλλά ότι δεν αξιολογήθηκε ορθώς, ήτοι σύμφωνα με τον τρόπο που οι αναιρεσείοντες εκτιμούν ότι θα έπρεπε να αξιολογηθεί. Όμως με τον εν λόγω ισχυρισμό τους αυτοί βάλουν κατά του αναιρετικώς ανέλεγκτου πορίσματος της προσβαλλομένης και κατά της (ορθής) ουσιαστικής αξιολόγησης των προσκομισθέντων και αξιολογηθέντων αποδεικτικών στοιχείων. Διότι από την προσβαλλομένη ουδαμώς προκύπτει ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν λήφθηκε υπόψη ούτε υπάρχει οιαδήποτε αμφιβολία ότι αυτή δεν αξιολογήθηκε καν. Αντιθέτως από την προσβαλλομένη προκύπτει ότι αυτή ελήφθη υπόψη, αφού γίνεται ρητή μνεία της, επιπλέον, δε αξιολογήθηκε, με τον τρόπο αξιολόγησής της να θεωρείται πόρισμα αναιρετικώς ανέλεγκτο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η από 24-6-2024 αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 106, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Β)Επί της από 1-2-2024 αιτήσεως αναιρέσεως της "ΟΠΑΠ ΑΕ" Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, όσον αφορά τους λόγους της εδώ ερευνωμένης αιτήσεως αναιρέσεως, τα εξής: "Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ότι την 21-2-2017 η Γενική Συνέλευση του συνδικαλιστικού οργάνου των πρακτόρων (ΠΟΕΠΠΠ) αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, μεταξύ άλλων την απόρριψη του σχεδίου της σύμβασης και τη σύσταση επιτροπής διαχείρισης για την απόπειρα επίλυσης της διαφοράς με την εναγομένη. Την 1-3-2017 το Δ.Σ της ΠΟΕΠΠΠ αποφάσισε την έναρξη των απεργιακών κινητοποιήσεων των πρακτόρων και τη διεξαγωγή απεργίας με το κλείσιμο των πρακτορείων για το διήμερο 9/10-3-2017, ενώ ταυτόχρονα απέστειλαν στην εναγομένη την από 2-3-2017 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία τους, διαμαρτυρόμενοι για το μονοπώλιο της εναγομένης και την επιβολή των νέων συμβάσεων χαρακτηρίζοντας την συμπεριφορά της παράνομη και καταχρηστική και ζήτησαν από την εναγομένη να γίνουν σεβαστές οι υφιστάμενες συμβάσεις, να ανακληθούν οι καταγγελίες και να απόσχει από τον εξαναγκασμό τους για υπογραφεί των νέων συμβάσεων καλώντας την ταυτόχρονα να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις για την από κοινού επικαιροποίηση της νέας σύμβασης. Σε αντίκρουση του ως άνω εξωδίκου η εναγομένη με την από 8-3-2017 εξώδικη απάντηση- διαμαρτυρία της, αφού απέκρουσε την αποδιδόμενη σε αυτή παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά και θεώρησε καταχρηστικό τον σχετικό χαρακτηρισμό της, ζήτησε όπως εντός 5 ημερών από την επίδοσή της να της δηλώσουν (η ΠΟΕΠΠΠ) ως επιτροπή διαχείρισης αν η ως άνω εξώδικη αίτηση, πρόσκληση, διαμαρτυρία απηχεί τις απόψεις του συνόλου των πρακτόρων, σε περίπτωση σε αρνητικής απάντησης ή άπρακτης παρόδου της ως άνω προθεσμίας τους δήλωσε ότι θα θεωρηθεί ότι με αυτή εκφράζονται προσωπικές απόψεις, ενώ ζήτησε να ανακαλέσουν την εξώδικη δήλωση και να απόσχουν στο εξής από πράξεις που προσβάλλουν το όνομα και τη φήμη της εταιρίας και βλάπτουν τα συμφέροντά της. Στη συνέχεια, η Επιτροπή διαχείρισης από κοινού με 17 πρωτοβάθμιες επαγγελματικές οργανώσεις-τοπικά επαγγελματικά σωματεία πρακτόρων ΟΠΑΠ, συμπεριλαμβανομένων των σωματείων των οποίων οι ενάγοντες υπήρξαν Πρόεδροι κατά την επίδικη περίοδο, απέστειλαν προς την ΕΕΕΠ και στην Τριμελή Επιτροπή Ελέγχου της εναγομένης εξώδικη αίτηση καταγγελία διαμαρτυρία τους την οποία κοινοποίησαν και στον Υπουργό Οικονομικών, στον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού και στην εναγομένη, με ημερομηνία 8-3-2017 με την οποία ανέφεραν ότι η εναγομένη έχει παρανόμως υπεξουσιοδοτηθεί προκειμένου να ρυθμίζει θέματα όπως η θέσπιση κριτηρίων χωροθέτησης των πρακτορείων και ωραρίου λειτουργίας αυτών, ότι με αθέμιτα μέσα και εκβιαστικά με μαζικά εξώδικα καταγγελίας τους επιβάλλει την υπογραφή των νέων συμβάσεων , οι οποίες περιλαμβάνουν μία σειρά παρανόμων και καταχρηστικών όρων και συνιστούν κατάχρηση της μονοπωλιακής της θέσης, ζητούσαν δε την εκ νέου τροποποίηση της με αριθμό 229/2/18-11-2016 απόφασης της ΕΕΕΠ με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ", την άμεση παρέμβασή τους για να σταματήσουν οι καταχρηστικές πρακτικές της εναγομένης, να της επιβληθούν κυρώσεις και να αρθούν άμεσα οι πιέσεις της προς τους πράκτορες, καθώς και την πρόκληση διαπραγματεύσεων σχετικά με τη νέα σύμβαση πρακτόρευσης. Ακολούθως και μετά το πέρας της καταληκτικής ημερομηνίας υπογραφής των νέων συμβάσεων, που είχε χορηγηθεί από την εναγομένη στα πλαίσια της αρχικής εξώδικης δήλωσής τους ήτοι μετά την 24-3-2017 η εναγομένη κοινοποίησε στις 7-4-2017 σε έκαστο εκ των ως άνω 17 πρακτόρων - προέδρων σωματείων που συνυπέγραψαν την προαναφερθείσα εξώδικη καταγγελία μεταξύ δε αυτών και στους ενάγοντες την από 5-4-2017 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία πρόσκλησή της, με την οποία αφού ανέφερε ότι οι περιεχόμενοι στην από 8-3-2017 εξώδικη αίτηση, καταγγελία και διαμαρτυρία ισχυρισμοί είναι συκοφαντικοί για την ίδια και προσβάλλουν τη φήμη της, δεν αρμόζουν σε πράκτορα συνεργάτη του δικτύου της και έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις συμβατικές δεσμεύσεις τις οποίες έχουν αναλάβει, η όλη δε συμπεριφορά συνιστά παραβίαση των άρθρων 8 παρ.2, 14 παρ.2 β και παρ.6 της σύμβασης του 2009, τους έταξε προθεσμία 5 ημερών προκειμένου να ανακαλέσουν εγγράφως την ως άνω εξώδικη δήλωσή τους, με κοινοποίηση της ανάκλησης προς την ιδία την ΕΕΕΠ, την Τριμελή Επιτροπή Ελέγχου της, και τους Υπουργούς Οικονομικών, Πολιτισμού και Αθλητισμού, προκειμένου να αποκατασταθεί άμεσα η τρωθείσα τιμή και υπόληψή της. Η εναγομένη απηύθυνε την ως άνω εξώδική αίτηση σε καθένα εκ των εναγόντων προσωπικά ως φυσικό πρόσωπο και όχι ως Πρόεδρο του εκπροσωπούμενου από τον καθένα τοπικού σωματείου πρακτόρων της, αν και ως προαναφέρθηκε οι ίδιοι είχαν αποστείλει τη σχετική διαμαρτυρία τους με την ως άνω συνδικαλιστική τους ιδιότητα και όχι προσωπικά. Σε απάντηση της ως άνω εξώδικης δήλωσης καταγγελίας εννέα από τους ως άνω Προέδρους των σωματείων μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες απέστειλαν την από 11-4-2017 εξώδικη δήλωση παραίτηση- επιφύλαξης δικαιωμάτων προς την ΕΕΕΠ και την Τριμελή Επιτροπή Ελέγχου της εναγομένης, κοινοποιούμενη προς τους Υπουργούς Οικονομικών, Πολιτισμού και Αθλητισμού και την εναγομένη, η οποία επιδόθηκε σε όλους στις 12-4-2017 σύμφωνα με την οποία ανέφεραν ρητώς ότι η υποβολή της εν λόγω "διοικητικής προσφυγής" ως την χαρακτήρισαν υπογράφηκε από τους ίδιους κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης της πλειοψηφίας των μελών των σωματείων τα οποία εκπροσωπούσαν ενεργώντας στο πλαίσιο του συνταγματικά κατοχυρωμένου συνδικαλιστικού τους ρόλου, καθώς και ότι οι οιοσδήποτε μεταξύ τους διαφορές, μπορούν να λυθούν κατόπιν διαπραγματεύσεων, παραιτήθηκαν ή άλλως ανακάλεσαν (ή όποια άλλη διατύπωση θεωρηθεί επαρκής), ως φυσικά πρόσωπα από την από 8-3-2017 εξώδικη αίτηση, καταγγελία διαμαρτυρία, την οποία ήσκησαν υπό την ιδιότητα των Προέδρων των σωματείων τα οποία εκπροσωπούσαν. Με την ως άνω ενέργειά τους οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν στην απαίτηση της εναγομένης περί ανάκλησης των ισχυρισμών τους, οι οποίοι σύμφωνα με την ίδια ήταν δυσφημιστικοί. Ωστόσο παρά τη συμμόρφωσή τους η εναγομένη με την από 19-4-2017 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία και καταγγελία της, η οποία επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 20-4-2017 κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο με άμεση ισχύ, ήτοι από την κοινοποίησή της την μεταξύ τους αρχική σύμβαση πρακτόρευσης επικαλούμενη ότι η ως άνω γενόμενη από τους ενάγοντες ανάκληση έγινε προσχηματικά και ότι οι ίδιοι δεν προβαίνουν σε ρητή και ανεπιφύλακτη ανάκληση των ψευδών, συκοφαντικών και προσβλητικών ισχυρισμών τους για την ίδια, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά τους να συνιστά παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεών τους σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.2 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ.2β και παρ. 6 της από 2009 σύμβασής τους, αλλά και τη γενική αρχή της καλής πίστης. Αμέσως μετά την επίδοση στον καθένα της καταγγελίας, η εναγομένη προέβη σε αποσύνδεση των πρακτορείων τους από το κεντρικό μηχανογραφικό σύστημα, με αποτέλεσμα τη διακοπή των επιχειρήσεών τους, χωρίς δηλαδή να αναμένει την πάροδο της 12μηνης προθεσμίας λύσης της σύμβασης, η οποία είχε τεθεί όπως σε όλους τους πράκτορες και στους ίδιους με την αρχική τακτική καταγγελία. Όμως από τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συμπεριφορά εκάστου των μερών και ιδίως από το περιεχόμενο των εξωδίκων δηλώσεων διαμαρτυρίας που προαναφέρθηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου η ανάκληση από τους ενάγοντες των περιεχομένων στην από 8-3-2017 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία ισχυρισμών τους συνιστά συμμόρφωση στην τεθείσα από 5-4-2017 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία πρόσκλησή της απαίτηση της εναγομένης, με αποτέλεσμα η γενόμενη από την τελευταία έκτακτη καταγγελία των συμβάσεων που είχε συνάψει με τους ενάγοντες να είναι αδικαιολόγητη ελλείψει σπουδαίου λόγου. Σημειώνεται ότι η εναγομένη στην εν λόγω καταγγελία της δεν επικαλείται νέα περιστατικά ή άλλη συμπεριφορά στηριζόμενη σε συγκεκριμένα στοιχεία από την οποία να προκύπτει εξακολούθηση της προσβλητικής κατά την εκτίμησή της σε βάρος της συμπεριφοράς εκ μέρους των εναγόμενων. Αντιθέτως κάνει λόγο όλως αορίστως για προσχηματική και αντιφατική ανάκληση, η οποία έλαβε χώρα προκειμένου να αποφύγουν οι ενάγοντες τις συνέπειες της προσβλητικής και σκοπίμως εχθρικής συμπεριφοράς τους καλυπτόμενοι πίσω από τη συνδικαλιστική τους δράση. Ωστόσο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, την πίεση των εναγόντων λόγω της συνδικαλιστικής ιδιότητάς τους από τους λοιπούς πράκτορες, την ευθύνη για την μελλοντική επιτυχή οικονομικά πορεία των επιχειρήσεων του καθενός την οποία ως συνδικαλιστές είχαν αναλάβει να προασπίσουν, την εύλογη ανησυχία τους για την πορεία των επιχειρήσεων των πρακτορείων όλων με βάση τις νέες συμβάσεις, η συμπεριφορά τους δεν δικαιολογούσε όμοια πεποίθηση της εναγομένης. Ούτε άλλωστε η ίδια η συμπεριφορά των εναγόντων δικαιολογούσε καταγγελία με βάση τα άρθρα 8 παρ.2 και 14 παρ.3β της Αρχικής Σύμβασης και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι με τη συμπεριφορά τους εξέθεσαν με παράβαση ή ενέργεια ως απαιτεί το άρθρο 8 παρ.2 το όνομα και το κύρος της ΟΠΑΠ, καθώς όλα τα αρμόδια εποπτικά και μη όργανα γνώριζαν το νέο καθεστώς και την απόφασή της να καταγγείλει όλες τις συμβάσεις με τους πράκτορές και το όλο ζήτημα που είχε δημιουργηθεί με τις διαμαρτυρίες των πρακτόρων της.

Εξάλλου, όπως συνομολογεί η εναγομένη με τις προτάσεις της στο πρωτόδικο δικαστήριο και όπως αποδείχθηκε από όλο το αποδεικτικό υλικό, οι ενάγοντες δεν επηρέασαν με οποιονδήποτε τρόπο τη φήμη της και τη λειτουργία της εναγομένης, αλλά ούτε και την απόφαση των συναδέρφων τους περί αποδοχής ή μη της νέας σύμβασης πρακτόρευσης καθώς αυτή υπεγράφη εν τέλει από τη συντριπτική πλειοψηφία των συνεργαζομένων με αυτή πρακτόρων.

Συνεπώς δεν αποδείχθηκε οιοδήποτε περιστατικό που θα μπορούσε να δημιουργήσει ανασφάλεια ή αμφισβήτηση για τα έννομα συμφέροντα της εναγομένης, η οποία ήταν κραταιά και ισχυρή στον οικονομικό αυτό χώρο, ως ισχυρίζεται αυτή με τον πρώτο λόγο της έφεσής της. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν με την απαίτηση της εναγομένης για ανάκληση της δήλωσής τους, ότι η ως άνω εκ μέρους της έκτακτη καταγγελία έλαβε χώρα στις 19-4-2017, ενώ δηλαδή ήδη γνώριζε ότι υπολειπόταν λίγοι μήνες για τη λήξη της ταχθείσας δυνάμει της από 23-2-2018 εξώδικης γνωστοποίησης- καταγγελίας και πρόσκλησης προθεσμίας των δώδεκα μηνών για τους πράκτορες που δεν θα υπέγραφαν τη νέα σύμβαση μετά την παρέλευση της οποίας θα επερχόταν ούτως ή άλλως τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής και δη η αποσύνδεση των πρακτορείων από το δίκτυο της εναγομένης, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο είχε ήδη παρέλθει η καταληκτική ημερομηνία της 24-3-2017 κατά την οποία οι πράκτορες δεν θα μπορούσαν να υπογράψουν τη νέα σύμβαση με βάση την προθεσμία που η ίδια τους είχε θέσει, η όλη συμπεριφορά της κρίνεται αντισυμβατική, η δε δεύτερη εκ μέρους της καταγγελία έλαβε χώρα κατά τρόπο που υπερβαίνει τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος της. Ο στόχος της εναγομένης με την ως άνω καταγγελία ήταν κατ' αρχήν η διακοπή της συνδικαλιστικής δράσης των εναγομένων, την οποία πέτυχε με την άμεση αποκοπή τους από το δίκτυό της καθώς αυτομάτως απεκδύθηκαν αυτή της συνδικαλιστικής τους ιδιότητας και η αιφνίδια διακοπή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Η καταγγελία υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα, ήτοι αιφνίδια και σε χρόνο που ήδη οι ενάγοντες δεν διέθεταν ισοδύναμη εναλλακτική λύση και άνευ σπουδαίου λόγου τυγχάνει όλως καταχρηστική, εάν αναλογισθεί κανείς και το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς διατηρούσαν πρακτορεία ΟΠΑΠ για περισσότερα από είκοσι έτη, ενώ όλοι είχαν συνεισφέρει στην ανάπτυξη και κερδοφορία του δικτύου της εναγομένης στην τοπική αρμοδιότητά τους. Αβασίμως δε υποστηρίζεται εν όψει αυτών από την εναγομένη ότι η έκτακτη εκ μέρους της καταγγελία ήταν μονόδρομος ένεκα της παραβίασης και του άρθρου 14 παρ.6 της Αρχικής Σύμβασης, καθώς η συνέχιση της σχέσης της με τους ενάγοντες ήταν αδύνατη και ανυπόφορη. Και τούτο διότι η συμβατική τους σχέση, θα έληγε ούτως η άλλως σε σύντομο χρόνο, αφού δεν θα μπορούσαν οι ενάγοντες πλέον να παραμείνουν στο δίκτυό της ένεκα της μη υπογραφής εκ μέρους τους της νέας σύμβασης, καθώς τα αποτελέσματα της λύσης της αρχικής σύμβασης θα επερχόταν οπωσδήποτε τον Φεβρουάριο του 2018, ενώ δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι αυτοί δεν εξασφάλιζαν επαρκώς με τη λειτουργία των πρακτορείων τους κατά το χρόνο εκείνο και για το διάστημα που απέμενε μέχρι τη λήξη της συμβατικής τους σχέσης (Φεβρουάριος 2018) τα συμφέροντα της εναγομένης ως πράκτορές της τοπικά, ως έπρατταν και στο παρελθόν. Το γεγονός δε ότι οι ενάγοντες ήσκησαν και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της εναγομένης στην οποία επανέλαβαν τους ισχυρισμούς της περί εν γένει καταχρηστικής και εκβιαστικής συμπεριφοράς της δεν αρκεί για να αναιρέσει τις ανωτέρω παραδοχές του Δικαστηρίου, καθώς επρόκειτο για ενάσκηση νομίμου δικαιώματος τους, το οποίο ήταν και το μόνο που θα μπορούσε να τους παράσχει άμεση δικαστική προστασία, από δε το κείμενο και το ύφος των σχετικών δικογράφων δεν προκύπτει υπέρβαση του μέτρου ούτε κίνδυνος για τα συμφέροντα της εναγομένης, ο οποίος να επιβάλει τη λύση της σχέσης τους άμεσα μέσω έκτακτης καταγγελίας.

Συνεπώς δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, η οποία εκ του λόγου αυτού ναι μεν επέφερε με βάση τα εκτιθέμενα στις αρχικές νομικές σκέψεις της παρούσας τα έννομα αποτελέσματά της και δη τη λύση της σύμβασης και μάλιστα άμεσα, αλλά ταυτόχρονα ένεκα της έλλειψης σπουδαίου λόγου γεννάται αξίωση των εναγόντων για αποζημίωση σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχεία II σκέψη της παρούσας και επίσης λόγω και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας δικαίωμα αποζημίωσης των εναγόντων ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία υπό τις ανωτέρω περιστάσεις αποτελεί ταυτόχρονα και αδικοπρακτική συμπεριφορά. Ωστόσο η ζημία των εναγόντων η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την συμπεριφορά της εναγομένης δύναται να υπολογισθεί μόνο για το χρονικό διάστημα που υπολειπόταν από την καταγγελία μέχρι και το πέρας της 12μηνης προθεσμίας που είχε τεθεί στον καθένα δυνάμει της από 23-2-2017 εξώδικης γνωστοποίησης καταγγελίας και πρόσκλησης της εναγομένης προς όλους τους πράκτορες που δεν υπέγραψαν την νέα σύμβαση μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, ήτοι μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2018, καθώς κατά το χρονικό αυτό σημείο η μεταξύ τους σύμβαση θα έληγε ούτως ή άλλως δυνάμει της αρχικής τακτικής καταγγελίας της σύμβασης. Ισχυρίζεται η εναγομένη με σχετικό λόγο έφεσής της ότι το δικαίωμα αποζημίωσης των εναγόντων προσδιορίζεται μόνο στο χρονικό διάστημα που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ.4 του π.δ. 219/1995 ήτοι για περίοδο έξι μηνών μετά την έκτακτη καταγγελία και ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως έκανε ένα συνδυασμό μεταξύ των όσων προβλεπόταν από τη σύμβαση για την τακτική ή την έκτακτη καταγγελία. Ωστόσο ο ισχυρισμός της αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η δεύτερη καταγγελία, είτε αυτή θεωρηθεί ότι ήταν έκτακτη είτε νέα τακτική καταγγελία, εφόσον δεν αποδείχθηκε ο σπουδαίος λόγος άσκησής της κατά τα ανωτέρω, οι ενάγοντες ήδη είχαν χάσει το δικαίωμα υπογραφής νέας σύμβασης και απλώς διέθεταν συμβατικά ακόμη, το δικαίωμα λειτουργίας των πρακτορείων τους για το μεταβατικό 12μηνο. Δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους δεν απώλεσαν με οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα λειτουργίας των πρακτορείων τους για το μεταβατικό 12μηνο, μετά την πάροδο του οποίου ωστόσο ούτως η άλλως θα λυνόταν πλέον η Αρχική Σύμβασή τους και δεν θα συνδεόταν με οιονδήποτε τρόπο με την εναγομένη. Το δικαίωμά τους αυτό δεν δύναται να απωλεσθεί με την δεύτερη γενόμενη καταγγελία ένεκα της μη ύπαρξης σπουδαίου λόγου και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει επίκληση του απρόθεσμού της και τούτο διότι με βάση τον όρο 23 της Αρχικής μεταξύ των μερών Σύμβασης, ως αυτός εκτιμήθηκε από το δικαστήριο κατ' ειδική συμφωνία μεταξύ των μερών, κατά την ενάσκηση τακτικής ή και καταγγελίας άνευ σπουδαίου λόγου, ως είναι και η δεύτερη δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε σπουδαίος λόγος καταγγελίας, πρέπει να τηρηθεί σε κάθε περίπτωση χρονικά η προθεσμία των 12 μηνών, σε περίπτωση δε μη τήρησής της γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης των εναγόντων. Ουδόλως δε έσφαλε το πρωτόδικο δικαστήριο αναγνωρίζοντας δικαίωμα αποζημίωσης των εναγόντων μεγαλυτέρου του 6μήνου από την δεύτερη καταγγελία, διότι εξακολουθούσε ως προαναφέρθηκε να ισχύει το χρονικό διάστημα των 12 μηνών από την πρώτη, ως χρόνος κατά τον οποίο είχαν δικαίωμα οι ενάγοντες να παραμείνουν στη συμβατική αυτή σχέση. Το πρωτόδικο δικαστήριο που με παρόμοια αιτιολογία δέχθηκε τα ίδια πραγματικά περιστατικά ουδόλως έσφαλε ως ισχυρίζεται η εκκαλούσα- εναγομένη.

Πλην όμως από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι, το αίτημα των εναγόντων, ως αυτό αποτυπώνεται στην αγωγή τους αλλά και προσδιορίσθηκε- περιορίστηκε παραδεκτώς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό περιορίσθηκε για τον καθένα από αυτούς μόνο στο έτος 2018 και συνεπώς εσφαλμένως το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε καθ'υπέρβαση του αγωγικού αιτήματος διαφυγόντα κέρδη για καθένα από τους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα από 20-4-2017 έως 31-12-2017, καθώς επρόκειτο για διαφυγόντα κέρδη αντιστοιχούντο σε χρονικό διάστημα το οποίο δεν το αιτήθηκαν με την αγωγή τους. Από όλο το αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν αποθετική ζημία, η οποία αφορά στα κέρδη που θα αποκόμιζαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως και 28-2-2018 ήτοι για το χρονικό διάστημα που η επιχείρηση του καθενός θα λειτουργούσε κανονικά εάν δεν είχε μεσολαβήσει η από 19-4-2017 έκτακτη καταγγελία των συμβάσεών τους, με βάση και το αίτημα της αγωγής τους. Τα κέρδη τους συνίστανται στις προμήθειες από τη διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων και αφετέρου στην αμοιβή που λάμβαναν από την παροχή υπηρεσιών εξόφλησης λογαριασμών επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. Ειδικότερα οι ενάγοντες ως προς την περίπτωση αυτή, λόγω της ιδιότητάς τους ως πρακτόρων, ήταν μέλη του Συνεταιρισμού Επαγγελματικών Πρακτόρων Παιχνιδιών Πρόγνωσης (ΣΕΠΠΠ) και παρείχαν υπηρεσίες εξόφλησης λογαριασμών κοινής ωφέλειας, λαμβάνοντας προς τούτο την αναλογούσε στις υπηρεσίες τους αυτές αμοιβή από τον εν λόγω συνεταιρισμό. Οι εν λόγω παρεχόμενες σε αυτούς υπηρεσίες ήταν συνυφασμένες με την ιδιότητά τους ως πρακτόρων και τη λειτουργία των πρακτορείων τους, επομένως στερήθηκαν τις ως άνω αμοιβές με την έκτακτη καταγγελία των συμβάσεών τους, η οποία είχε ως αποτέλεσμα και την διακοπή λειτουργίας των πρακτορείων τους και η οποία και αυτή αποτελεί ζημία τους που πρέπει να αποζημιωθεί. Ειδικότερα και αναφορικά με την αμοιβή που ελάμβαναν οι ενάγοντες για την παροχή στο Συνεταιρισμό Επαγγελματιών Πρακτόρων Παιγνιδιών Πρόγνωσης (ΣΕΠΠ) υπηρεσίες εξόφλησης λογαριασμών κοινής ωφέλειας λαμβάνοντας την αναλογούσα αμοιβή τους από τον συνεταιρισμό, και αυτή είναι απολύτως συνυφασμένη με την ιδιότητά τους ως πρακτόρων, καθώς οι ενάγοντες ήταν μέλη του ως άνω συνεταιρισμού ακριβώς λόγω της ιδιότητάς τους των πρακτόρων ΟΠΑΠ, ουδεμία επιρροή έχει δε το γεγονός ότι η εναγόμενη επιχείρηση δεν εμπλεκόταν ούτε είχε συμμετοχή στα κέρδη από τη δραστηριότητα αυτή, καθώς με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, οι ενάγοντες οι οποίοι ήταν μέλη του ως άνω συνεταιρισμού θα εισέπρατταν τη σχετική αμοιβή ως γινόταν όλα τα έτη, εάν δεν λάμβανε χώρα η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης και το αναγκαστικό κλείσιμο δυνάμει αυτής των πρακτορείων τους. Για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμος ο λόγος έφεσης της εναγομένης περί μη ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας τους αυτής και της συμπεριφοράς της. Ακόμη, σημειώνεται ότι για τα αιτηθέντα με την αγωγή κονδύλια που αφορούσαν στην καταβολή αποζημίωσης απόλυσης των εργαζομένων των εναγόντων, τα οποία απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη δεν ασκήθηκε ειδικά έφεση εκ μέρους τους. Από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη βεβαιώσεις τζίρου και προμηθειών ανά έτος και παιχνίδι, προκύπτουν τα ποσά που έλαβε ετησίως έκαστος των εναγόντων για τα έτη 2007-2017. Οι εν λόγω βεβαιώσεις αποτυπώνουν με ακρίβεια τα εισπραχθέντα ποσά που αφορούν σε έκαστο ημερολογιακό έτος (01-01 εώς 31/12) και όχι στις λογιστικές περιόδους του έτους. Εξάλλου για την εξεύρεση του ετήσιου μέσου όρου εισπραχθεισών προμηθειών θα ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα από 2007-2016, καθώς τα εισπραχθέντα ποσά που περιλαμβάνονται στο έτος 2017, αφορούν σε χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων μηνών, μέχρι δηλαδή την έκτακτη καταγγελία των συμβάσεων από την εναγομένη. Σημειώνεται ότι ως προς τη δεύτερη των εναγόντων ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ." της οποίας ομόρρυθμος εταίρος είναι ο Ν. Γ., για την ανεύρεση του ετήσιου μέσου όρου της εισπραχθείσας προμήθειας, θα ληφθούν υπόψη και τα οικονομικά στοιχεία του πρακτορείου από 27-10-1993 μέχρι και 10-5-2016 όταν και η επιχείρησή του άλλαξε εταιρική μορφή, υπό ατομική επιχείρηση σε ομόρρυθμη εταιρία (βλ. την από 10-5- 2016 βεβαίωση της ΟΠΑΠ ΑΕ) όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τις βεβαιώσεις προμηθειών της ΟΠΑΠ ΑΕ που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι ενάγοντες για τα έτη 2010-2016, δεδομένου ότι η εναγομένη προσκομίζει σχετική βεβαίωση για τη δεύτερη των εναγόντων μόνο για τα έτη 2016-2017. Επίσης από τις προσκομισθείσες από τους ενάγοντες βεβαιώσεις αμοιβών για υπηρεσίες του ΣΕΠΠΠ, προκύπτουν οι ετήσιες αμοιβές τους, για τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες αναφορικά με εξόφληση λογαριασμών κοινής ωφέλειας για τα έτη 2011- 2016. Ο προαναφερθείς τρόπος υπολογισμού των διαφυγόντων κερδών των εναγόντων, ήτοι με βάση το μέσο όρο των αμοιβών τους κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα έτη και όχι με βάση το μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξαν αυτοί κατά τα τελευταία πέντε έτη ως ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του πδ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν είναι εσφαλμένος ως εκθέτει η εναγομένη με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου επικουρικού λόγου εφέσεώς της, καθώς ερείδεται αυτός στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αξίωση των εναγόντων επιστηρίζεται στη διάταξη του άρθρου αυτού κατά την πρώτη παράγραφό του και αφορά απαίτηση εξ' αποζημίωση πελατείας, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω καθώς η ένδικη αξίωση είναι αυτή της παρ.γ του ιδίου άρθρου, ήτοι οι ενάγοντες διώκουν να αποζημιωθούν με τις διατάξεις του κοινού δικαίου ένεκα της υπαίτιας παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης από την μη αναμονή της παρόδου της προθεσμίας του έτους για την καταγγελία της παρά την αντίθετη συμφωνία μεταξύ των μερών και της εκ μέρους της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς. Η εν λόγω αποζημίωση ως αναφέρεται και στην υπό στοιχεία III νομική σκέψη της παρούσας οφείλεται επιπλέον της αποζημιώσεως πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική όσο και την αποθετική ζημία.

Επομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση, από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα, ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα. Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της συμβάσεως.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση συμβάσεως αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος ή ο διανομέας από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991 και εν προκειμένω η συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών ειδικότερη κατ' αρθρ. 361 ΑΚ προθεσμία του ενός έτους. Για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός λόγος έφεσης της εκκαλούσας- εναγομένης. Επομένως, α) η πρώτη των εναγόντων Α. Τ. η οποία πρέπει να αποζημιωθεί για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως και 3-3-2017 καθώς η τακτική καταγγελία της επιδόθηκε στις 2-3-2017: α) έλαβε για τα έτη 2007-2016 προμήθειες από την εναγομένη συνολικού ποσού 828.375,74 ευρώ (2007:121.639,75 ευρώ, 2008:108.746,01 ευρώ, 2009: 104.581,42 ευρώ, 2010: 80.035,82 ευρώ, 2011: 70.743,72 ευρώ, 2012: 60.462,26 ευρώ, 2013:59.498,29 ευρώ, 2014: 68.962,81 ευρώ, 2015: 63.608,81 ευρώ, 2016: 90.096,85 ευρώ) ήτοι ετησίως κατά μέσο όρο έλαβε προμήθειες ποσού 82.837,57 ευρώ (828.375 ευρώ /10 έτη), μηνιαίως 6.903,13 ευρώ (82.837,57 ευρώ/12 μήνες) και ημερησίως 230,10 ευρώ (6.903,13 ευρώ/30 ημέρες) επομένως τα διαφυγόντα κέρδη της για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών και δύο ημερών που θα λειτουργούσε το πρακτορείο της για το ως άνω χρονικό διάστημα εάν δεν είχε μεσολαβήσει η έκτακτη καταγγελία της εναγομένης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 6.903 ευρώ χ 2 μήνες + 230,10 ευρώ X 2 ημέρες ήτοι στο ποσό των 14.266,2 ευρώ, και β) έλαβε για τα έτη 2011-2016 καθαρές αμοιβές από τον ΣΕΠΠ συνολικού ποσού 9.366,37 ευρώ (2011: 744,64 ευρώ, 2012:1741,84 ευρώ, 2013: 1.852,77 ευρώ, 2014: 2.216,96 ευρώ, 2015: 1.628,32 ευρώ, 2016: 1.181,84 ευρώ), ήτοι ετησίως κατά μέσο όρο έλαβε αμοιβές ποσού 1.561,06 ευρώ (9.366,37 ευρώ/6 έτη), μηνιαίως 130,08 ευρώ (1.561,06 ευρώ/12 μήνες) και ημερησίως 4,33 ευρώ (130,08 ευρώ/30 ημέρες), επομένως τα διαφυγόντα κέρδη της για το χρονικό διάστημα των 2 μηνών και 2 ημερών ανέρχονται στο ποσό των 130,08 ευρώ X 2 μήνες= 260,16 ευρώ + 4,33 ευρώ χ 2= 8,66 ευρώ (268,82 ευρώ) και επομένως συνολικά διαφυγόντα κέρδη ποσού 14.266,2 + 268,82 ευρώ= 14.535,02 ευρώ. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που εξοικονόμησε η πρώτη των εναγόντων για τα πάγια λειτουργικά έξοδά της κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, καθώς αυτή απασχολούσε ως υπάλληλο τον Σ. Δ. με μηνιαίες αποδοχές 644,69 ευρώ, ενώ κατέβαλε και μίσθωμα για το πρατήριό της το ποσό των 500 ευρώ, κατά δε τα διδάγματα της κοινής πείρας δαπανούσε μηνιαίως για λογαριασμούς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας το ποσό των 300 ευρώ, ήτοι εξοικονόμησε μηνιαίως το συνολικό ποσό των 1.444,69 ευρώ.

Συνεπώς κατά το χρονικό διάστημα των δύο μηνών και δύο ημερών, για το οποίο με βάση το αίτημά της θα λειτουργούσε το κατάστημά της εάν δεν είχε μεσολαβήσει η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης θα εξοικονομούσε συνολικά το ποσό των 1.444,69 ευρώ X 2 μήνες= 2.889,38 ευρώ πλέον (1444,69 ευρώ/30 ημέρες)= 48,15 ευρώ ανά ημέρα, χ 2 ημέρες= 96,3 ευρώ, ήτοι το ποσό των 2.985,68 ευρώ, το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ως άνω ποσό των 14.535,02 ευρώ, το οποίο με πιθανότητα θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τη λειτουργεία του πρακτορείου, δεκτής γενομένης ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτώς και νομίμως προβαλλόμενης ένστασης συνυπολογισμού ζημίας ωφέλειας της εναγομένης.

Έτσι τα διαφυγόντα κέρδη της πρώτης ενάγουσας με βάση το αίτημα της αγωγής ανέρχονται στο ποσό των 11.549,34 ευρώ, η δε εκκαλουμένη, η οποία προσδιόρισε σε μεγαλύτερο ποσό αυτά έσφαλε. Β) η δεύτερη ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ η οποία πρέπει να αποζημιωθεί για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών από 1-1-2018 έως και 1-3-2018 καθώς η τακτική καταγγελία της επιδόθηκε στις 28-2-2017: α) έλαβε κατά το χρονικό διάστημα 2010-2016 προμήθειες συνολικού ποσού 520.090,12 ευρώ (2010: 189.489,75 ευρώ, 2011: 63.250,06 ευρώ, 2012: 58.866,50 ευρώ, 2013: 54.292,98 ευρώ, 2014: 47.731,09 ευρώ, 2015: 58.866,50 ευρώ, 2016: 50.374 ευρώ), ήτοι ετησίως κατά μέσο όρο έλαβε προμήθειες ποσού 74.298,58 ευρώ (520.090,12 ευρώ X 7 έτη) και μηνιαίως 6.191,54 ευρώ (74.298,58 ευρώ/12 μήνες), επομένως τα διαφυγόντα κέρδη της για το χρονικό διάστημα που θα λειτουργούσε με βάση το αγωγικό αίτημα το κατάστημά της εάν δεν ελάμβανε χώρα η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 6.191,54 ευρώ X 2 μήνες= 12.383,08 ευρώ β) έλαβε για τα έτη 2011-2016 καθαρές αμοιβές από τον ΣΕΠΠΠ συνολικού ποσού 2.719,31 ευρώ (2011: 340,16 ευρώ, 2012: 516,24 ευρώ, 2013: 504,44 ευρώ, 2014: 488,78 ευρώ, 2015: 610,42 ευρώ, 2016: 259,27 ευρώ), ήτοι ετησίως κατά μέσο όρο έλαβε αμοιβές ποσού 453,21 ευρώ (2.719,31 ευρώ /6 έτη), μηνιαίως 37,76 ευρώ (453,21 ευρώ/12 μήνες) και ημερησίως 1,25 ευρώ (37,76 ευρώ/30 ημέρες), επομένως τα διαφυγόντα κέρδη της για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών με βάση και το αίτημα της αγωγής, που θα λειτουργούσε το πρακτορείο της αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκτακτη καταγγελία της εναγομένης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 75,52 ευρώ και επομένως τα συνολικά διαφυγόντα κέρδη στο ποσό των 12.383,08 + 75,52 ευρώ= 12.458,6 ευρώ. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που εξοικονόμησε η ως άνω ενάγουσα για τα πάγια λειτουργικά έξοδά της το ως άνω χρονικό διάστημα καθώς ως αποδείχθηκε απασχολούσε ως υπάλληλο την Φ. Σ. με μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 644,49 ευρώ, επίσης κατέβαλε ως μίσθωμα για το πρακτορείο της το ποσό των 725 ευρώ, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δαπανούσε μηνιαίως για λογαριασμούς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας κατά μέσο όρο το συνολικό ποσό των 300 ευρώ, ήτοι εξοικονόμησε μηνιαίως το ποσό των 1.669, 49 ευρώ και συνεπώς στους δύο προαναφερθένες μήνες το ποσό των 3.338,98 ευρώ, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό των 12.458,6 ευρώ που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από τη λειτουργεία του πρακτορείου, δεκτής γενομένης ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτώς και νομίμως προβαλλόμενης από την εναγομένη ένστασης συνυπολογισμού ζημίας-οφέλους.

Συνεπώς για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 1-3-2018 κατά το οποίο θα λειτουργούσε το κατάστημα της δεύτερης ενάγουσας εάν δεν είχε μεσολαβήσει η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης, τα διαφυγόντα κέρδη της δεύτερης εναγομένης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 12.458,6 - 3.338,98= 9.119,62 ευρώ, η δε εκκαλουμένη απόφαση, η οποία προσδιόρισε μεγαλύτερο χρηματικό ποσό έσφαλε ως προς το υπερβάλλον. Γ) Ο τρίτος των εναγόντων Ι. Γ.: α) έλαβε για τα έτη 2007-2016 προμήθειες συνολικού ποσού 1.128.595,69 ευρώ, (2007: 138.787,35 ευρώ, 2008: 155.669,35 ευρώ, 2009: 141.168,52 ευρώ, 2010: 123.318,87 ευρώ, 2011:105.540,68 ευρώ, 2012: 100.994,63 ευρώ, 2013: 104.451,49 ευρώ, 2014: 92.315,89 ευρώ, 2015: 83.326,38 ευρώ και 2016: 84.011,53 ευρώ), ήτοι ετησίως κατά μέσο όρο έλαβε προμήθεια ποσού 112.859,56 ευρώ (1.128.595,69/10 έτη), μηνιαίως 9.404,96 ευρώ, επομένως τα διαφυγόντα κέρδη του για τους δύο μήνες από 1-1-2018 έως και 1-3-2018 κατά τους οποίους θα λειτουργούσε το πρακτορείο του εάν δεν είχε μεσολαβήσει η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης θα ανερχόταν στο ποσό των 9.404,96 ευρώ χ 2 μήνες= 18.809,92 ευρώ. Β) έλαβε για τα έτη 2011-2016 καθαρές αμοιβές από τον ΣΕΠΠ συνολικού ποσού 5.844 ευρώ (2011: 746,40 ευρώ, 2012: 1.096,88 ευρώ, 2013: 955,52 ευρώ, 2014: 1.119,88 ευρώ, 2015: 922,00 ευρώ, 2016: 1.003,32 ευρώ), ήτοι ετησίως κατά μέσο όρο έλαβε αμοιβές ποσού 974 ευρώ και μηνιαίως 81,16 ευρώ, επομένως τα διαφυγόντα κέρδη του για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών ανέρχονται στο ποσό των 162,32 ευρώ και επομένως τα συνολικά διαφυγόντα κέρδη του στο ποσό των 18.809,92 ευρώ + 162,32 ευρώ= 19.972,24 ευρώ, η δε εκκαλουμένη απόφαση, η οποία προσδιόρισε μεγαλύτερο χρηματικό ποσό έσφαλε ως προς το υπερβάλλον. Από το ποσό ωστόσο αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που εξοικονόμησε ο ενάγων για τα πάγια λειτουργικά του έξοδα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. Ειδικότερα ως αποδείχθηκε και αναφέρει και ο ίδιος στο δικόγραφο της αγωγής του στο κατάστημά του απασχολούσε ως υπαλλήλους δύο άτομα και δη τον Ν. Β. και την κόρη του Π. Γ., για έκαστο των οποίων οι αποδοχές ανερχόταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στο ποσό των 645 ευρώ μηνιαίως, επίσης κατέβαλε ως μίσθωμα για το ευρισκόμενο επί της οδού ... στα Ιωάννινα πρακτορείο του, το ποσό των 600 ευρώ ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δαπανούσε μηνιαίως για λογαριασμούς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας κατά μέσο όρο το συνολικό ποσό των 300 ευρώ, ήτοι εξοικονόμησε μηνιαίως το συνολικό ποσό των 2.190 ευρώ.

Συνεπώς για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών που θα λειτουργούσε το πρακτορείο του εάν δεν είχε μεσολαβήσει η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης θα εξοικονομούσε το συνολικό ποσό των 19.972,24 ευρώ - 4.384 = 15.588,24 ευρώ, δεκτής γενομένης ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτώς και νομίμως προβαλλομένης από την εναγομένη ένστασης συνυπολογισμού ζημίας-οφέλους. Δ) ο τέταρτος των εναγόντων Θ. Κ. έλαβε για τα έτη 2007-2016 προμήθειες συνολικού ποσού 977.727,32 ευρώ (2007: 105.807,73 ευρώ, 2008: 160.133,03 ευρώ, 2009: 112.961,30 ευρώ, 2010: 94.750,50 ευρώ, 2011: 101.618,29 ευρώ, 2012: 78.135,61 ευρώ, 2013: 76.932,22 ευρώ, 2014: 89.442,89 ευρώ, 2015: 89.899,68 ευρώ και 2016: 90.046,07 ευρώ), ήτοι ετησίως κατά μέσο όρο έλαβε προμήθειες ποσού 99.772,73 ευρώ (997.727,32 ευρώ/10) και μηνιαίως 8.314,39 ευρώ (99.772,73 ευρώ/12 μήνες), επομένως τα διαφυγόντα κέρδη του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως και 1-3-2018 ήτοι για τους δύο αυτούς μήνες που θα λειτουργούσε το πρακτορείο του εάν δεν είχε μεσολαβήσει η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης θα ανερχόταν στο ποσό των 16.628,68 ευρώ, ενώ δεν έχει αξίωση αμοιβών του ΣΕΠΠ. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που εξοικονόμησε ο εν λόγω ενάγων για τα πάγια λειτουργικά του έξοδα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα καθώς όπως ο ίδιος αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής του στο κατάστημά του απασχολούσε ως υπάλληλο τον υιό του Μ. Κ., οι μηνιαίες αποδοχές του οποίου με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τον μέσο μισθό των υπαλλήλων των εταίρων πρακτορείων ανερχόταν στο ποσό των 645 ευρώ μηνιαίως, επίσης κατέβαλε ως μίσθωμα για το πρακτορείο του στην Καβάλα το ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δαπανούσε μηνιαίως για λογαριασμούς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας κατά μέσο όρο το συνολικό ποσό των 300 ευρώ, ήτοι εξοικονόμησε μηνιαίως το συνολικό ποσό των 1.745 ευρώ.

Συνεπώς για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών που θα λειτουργούσε το πρακτορείο του εάν δεν ελάμβανε χώρα η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης θα εξοικονομούσε το συνολικό ποσό των 3.490 ευρώ, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των 16.628,68 ευρώ, το οποίο με πιθανότητα και με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από τη λειτουργεία του πρακτορείου, δεκτής γενομένης ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτώς και νομίμως προβαλλομένης από την εναγομένη ένστασης συνυπολογισμού ζημίας-οφέλους.

Συνεπώς τα διαφυγόντα κέρδη του τετάρτου των εναγόντων ανέρχονται στο ποσό των 16.628,68 ευρώ- 3.490 ευρώ= 13.138,68 ευρώ, η δε εκκαλουμένη η οποία αναγνώρισε μεγαλύτερο ποσό έσφαλε κατά το υπερβάλλον. Τέλος ο πέμπτος των εναγόντων Β. Σ. έλαβε για τα έτη 2007- 2016 προμήθειες συνολικού ποσού 1.278.099, 48 ευρώ, (2007:149.669,29 ευρώ, 2008: 154.855,99 ευρώ, 2009: 143.398,81 ευρώ, 2010: 268.748,44 ευρώ, 2011: 81.968,80 ευρώ, 2012: 89.708,54 ευρώ, 2013: 84.197,91 ευρώ, 2014: 99.963,29 ευρώ, 2015: 102.319,44 ευρώ, 2016: 103.268,97 ευρώ, ήτοι ετησίως κατά μέσο όρο έλαβε προμήθειες ποσού 127.809,94 ευρώ (1.278.099,48 ευρώ/10 έτη), μηνιαίως 10.650,82 ευρώ (127.809,94:12 μήνες), επομένως τα διαφυγόντα κέρδη του για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών ήτοι από 1-1-2018 έως και 1-3-2018 που θα λειτουργούσε το πρακτορείο του εάν δεν μεσολαβούσε η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 21.301,64 ευρώ, β) έλαβε για τα έτη 2011- 2016 καθαρές αμοιβές από τον ΣΕΠΠ συνολικού ποσού 4.377,59 ευρώ (2011:149,76 ευρώ, 2012: 309,44 ευρώ, 2013: 651,22 ευρώ, 2014: 1095,49 ευρώ, 2015: 979,91 ευρώ, 2016: 1.191,77 ευρώ, ήτοι ετησίως κατά μέσο όρο έλαβε αμοιβές ποσού 729,59 ευρώ (4.377,59 ευρώ/6 έτη), μηνιαίως 60,79 ευρώ (729,59 ευρώ/12 μήνες), επομένως τα διαφυγόντα κέρδη του για το προαναφερθέν διάστημα των δύο μηνών ανερχόταν στο ποσό των 121,58 ευρώ και επομένως τα συνολικά κέρδη του στο ποσό των 21.301,64 + 121,5 8 ευρώ= 21.423,22 ευρώ. Από το ποσό αυτό ωστόσο θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που εξοικονόμησε ο εν λόγω ενάγων για τα πάγια λειτουργικά του έξοδα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, όπως ίδιος αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής, στο κατάστημά του απασχολούσε δύο υπαλλήλους τον Π. Χ. και την Σ. Π., οι μηνιαίες αποδοχές των οποίων ανερχόταν στο ποσό των 703,30 ευρώ και 586,08 ευρώ αντιστοίχως, ενώ επίσης κατέβαλε ως μίσθωμα για το πρακτορείο του στην Αλεξανδρούπολη το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δαπανούσε μηνιαίως για λογαριασμούς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας κατά μέσο όρο το συνολικό ποσό των 300 ευρώ, ήτοι εξοικονομούσε μηνιαίως το συνολικό ποσό των 2.289,38 ευρώ.

Συνεπώς για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών που θα λειτουργούσε το κατάστημά του με βάση και το αγωγικό αίτημα εάν δεν είχε μεσολαβήσει η δεύτερη καταγγελία της εναγομένης θα εξοικονομούσε το συνολικό ποσό των 4.578,76 ευρώ, το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των 21.423,22 ευρώ που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από τη λειτουργεία του πρακτορείου του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, δεκτής γενομένης εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτώς και νομίμως προβαλλόμενης από την εναγομένη ένστασης συνυπολογισμού ζημίας- οφέλους.

Συνεπώς τα διαφυγόντα κέρδη του πέμπτου ενάγοντος ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 21.423,22 ευρώ- 4.478,76 ευρώ= 16.944,46 ευρώ.

Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, που συνίσταται στην απομείωση της επαγγελματικής υπόστασής τους, με τον απότομο τερματισμό της δραστηριότητάς τους και τον τρόπο που αυτή έλαβε χώρα ήτοι την άμεση αποκάλυψη του γεγονότος στο κοινό και τους πελάτες τους, ένεκα της οποίας βίωσαν θλίψη και στενοχώρια για τη διακοπή της με αποτέλεσμα να δικαιούται ο καθένας από αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται ως δίκαιο και εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό του πταίσματος της εναγομένης, το μέγεθος της προσβολής και της ζημίας των εναγόντων καθώς και την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων, απορριπτομένου του λόγου έφεσης της εναγομένης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών διατάξεων από την εκκαλουμένη απόφαση. Ωστόσο, ως προαναφέρθηκε, η εκκαλουμένη αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή μη αιτηθέντων χρηματικών ποσών καθ' ο μέρος αναγνώρισε την υποχρέωσή της να τους καταβάλει αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη του έτους 2017 και ως προς το σκέλος αυτό έσφαλε και πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο τρίτος επικουρικός λόγος της υπό κρίση έφεσης στην ουσία του. Ακολούθως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η πρώτη κρινόμενη με την παρούσα έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η απόφαση στο σύνολό της ως προς τα προσβαλλόμενα κεφάλαια και για το ενιαίο της εκτέλεσής της και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο από το παρόν δικαστήριο να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή (άρθρ. 535 ΚΠολΔ). Ακολούθως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ανωτέρω αναφέρθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και δη να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει: α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 11.549,34 ευρώ ως αποθετική ζημία και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης και δη το συνολικό ποσό των 21.549,34 ευρώ, β) στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 9.119,62 ευρώ, ως αποθετική ζημία και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δη το συνολικό ποσό των 19.119,62 ευρώ, γ) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 15.588,24 ευρώ ως αποθετική ζημία και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δη το συνολικό ποσό των 25.588,24 ευρώ δ) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 13.138,68 ευρώ, ως αποθετική ζημία και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δη το συνολικό ποσό των 23.138,68 ευρώ και ε) στον πέμπτο ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 16.944,46 ευρώ ως αποθετική ζημία και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δη το συνολικό ποσό των 26.944,46 ευρώ και όλα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) οι ενάγοντες με την από 11-4-2017 εξώδικη δήλωση παραίτηση- επιφύλαξης δικαιωμάτων προς την ΕΕΕΠ και την Τριμελή Επιτροπή Ελέγχου της εναγομένης, κοινοποιηθείσα προς τους Υπουργούς Οικονομικών, Πολιτισμού και Αθλητισμού και την εναγομένη, η οποία επιδόθηκε σε όλους στις 12-4-2017 παραιτήθηκαν ή άλλως ανακάλεσαν ως φυσικά πρόσωπα από την από 8-3-2017 εξώδικη αίτηση, καταγγελία διαμαρτυρία, την οποία άσκησαν υπό την ιδιότητα των Προέδρων των σωματείων τα οποία εκπροσωπούσαν και ότι με την ως άνω ενέργειά τους οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν στην απαίτηση της εναγομένης περί ανάκλησης των ισχυρισμών τους, οι οποίοι σύμφωνα με την ίδια ήταν δυσφημιστικοί, β) παρά ταύτα η εναγομένη με την από 19-4-2017 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία και καταγγελία της, η οποία επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 20-4-2017, κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο με άμεση ισχύ, ήτοι από την κοινοποίησή της την μεταξύ τους αρχική σύμβαση πρακτόρευσης, επικαλούμενη ότι η υπ'αυτών γενόμενη ανάκληση έγινε προσχηματικά, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά τους να συνιστά παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεών τους σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.2 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ.2β και παρ. 6 της από 2009 σύμβασής τους, αλλά και τη γενική αρχή της καλής πίστης, γ) αμέσως μετά την επίδοση στον καθένα της καταγγελίας, η εναγομένη προέβη σε αποσύνδεση των πρακτορείων τους από το κεντρικό μηχανογραφικό σύστημα, με αποτέλεσμα τη διακοπή των επιχειρήσεών τους, χωρίς δηλαδή να αναμένει την πάροδο της 12μηνης προθεσμίας λύσης της σύμβασης, η οποία είχε τεθεί όπως σε όλους τους πράκτορες και στους ίδιους με την αρχική τακτική καταγγελία, δ) Δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, η οποία εκ του λόγου αυτού ναι μεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της και δη τη λύση της σύμβασης και μάλιστα άμεσα, αλλά ταυτόχρονα ένεκα της έλλειψης σπουδαίου λόγου γεννάται αξίωση των εναγόντων για αποζημίωση και επίσης λόγω και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας δικαίωμα αποζημίωσης των εναγόντων ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία υπό τις ανωτέρω περιστάσεις αποτελεί ταυτόχρονα και αδικοπρακτική συμπεριφορά, ε) η ζημία των εναγόντων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την συμπεριφορά της εναγομένης δύναται να υπολογισθεί μόνο για το χρονικό διάστημα που υπολειπόταν από την καταγγελία μέχρι και το πέρας της 12μηνης προθεσμίας που είχε τεθεί στον καθένα δυνάμει της από 23-2-2017 εξώδικης γνωστοποίησης καταγγελίας και πρόσκλησης της εναγομένης προς όλους τους πράκτορες που δεν υπέγραψαν την νέα σύμβαση μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, ήτοι μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2018, καθώς κατά το χρονικό αυτό σημείο η μεταξύ τους σύμβαση θα έληγε ούτως ή άλλως δυνάμει της αρχικής τακτικής καταγγελίας της σύμβασης, στ) κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η δεύτερη καταγγελία, είτε αυτή θεωρηθεί ότι ήταν έκτακτη είτε νέα τακτική καταγγελία, εφόσον δεν αποδείχθηκε ο σπουδαίος λόγος άσκησής της, οι ενάγοντες ήδη είχαν χάσει το δικαίωμα υπογραφής νέας σύμβασης και απλώς διέθεταν συμβατικά ακόμη, το δικαίωμα λειτουργίας των πρακτορείων τους για το μεταβατικό 12μηνο, ζ) το δικαίωμά τους αυτό δεν δύναται να απωλεσθεί με την δεύτερη γενόμενη καταγγελία ένεκα της μη ύπαρξης σπουδαίου λόγου και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει επίκληση του απροθέσμου της, διότι με βάση τον όρο 23 της αρχικής μεταξύ των μερών Σύμβασης, κατά την ενάσκηση τακτικής ή και καταγγελίας άνευ σπουδαίου λόγου, όπως είναι και η δεύτερη δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε σπουδαίος λόγος καταγγελίας, πρέπει να τηρηθεί σε κάθε περίπτωση χρονικά η προθεσμία των 12 μηνών, σε περίπτωση δε μη τήρησής της γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης των εναγόντων, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθ. 173,200 ΑΚ , τις οποίες ορθά δεν εφήρμοσε διότι δεν ήταν εφαρμοστέες.

Ειδικότερα, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν εξομοίωσε την από 19-4-2017 έκτακτη καταγγελία της ΟΠΑΠ ΑΕ με τακτική ούτε απαίτησε γι' αυτήν την τήρηση 12μηνης προθεσμίας, αλλά έκρινε ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι ενάγοντες λόγω της καταχρηστικής από 19-4-2017 καταγγελίας των συμβάσεών τους καλύπτει το χρονικό διάστημα από την παράνομη λύση της σύμβασής τους έως την παρέλευση της 12μηνης προθεσμίας προμήνυσης που είχε τεθεί με την προηγούμενη από 23- 2-2017 (τακτική) καταγγελία, η δε επίκληση του άρθ. 23 της αρχικής συμβάσεως δεν έγινε προς ερμηνεία τούτου, το οποίο, όπως προεκτέθηκε και κατά την έρευνα των 1ου και 3ου λόγων της από 24-6-2024 αιτήσεως αναιρέσεως, ήταν σαφές και δεν έχρηζε ερμηνείας, αλλά προς αντίκρουση του ισχυρισμού της εναγομένης (που προβλήθηκε με αυτοτελή λόγο έφεσης) ότι το δικαίωμα αποζημίωσης των εναγόντων έπρεπε να περιοριστεί μόνο στο χρονικό διάστημα που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1995, ήτοι για περίοδο 6 μηνών μετά την έκτακτη καταγγελία. Έκρινε περαιτέρω, ότι με την από 23-2-2017 τακτική καταγγελία με 12μηνη προμήνυση οι ενάγοντες δεν απώλεσαν το δικαίωμα λειτουργίας των πρακτορείων τους για το μεταβατικό 12μηνο, το οποίο θα το έχαναν (κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων) μετά την πάροδο του 12μηνου και ότι το απώλεσαν πρόωρα, λόγω της καταχρηστικής από 19-4-2017 έκτακτης καταγγελίας της ΟΠΑΠ ΑΕ., και ότι γι' αυτό δικαιούνται αποζημίωση που αντιστοιχεί στο διάστημα από 19-4-2017 έως την πάροδο της 12μηνης προθεσμίας προμήνυσης υπό την οποία τελούσε η αρχική από 23-2- 2017 καταγγελία, το οποίο διάστημα εν προκειμένω περιορίστηκε από 1-1-2018 έως και 28-2-2018. Η πρόωρη λύση τους (πριν τη συμπλήρωση της 12μηνης προθεσμίας προμήνυσης), συνεπεία της από 19-4-2017 έκτακτης, πλην όμως καταχρηστικής καταγγελίας, γέννησε την αξίωση αποζημίωσης, η οποία περιλαμβάνει ό,τι θα είχαν οι ενάγοντες αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης και η σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί καθ'όλο τον μέχρι τη λήξη της χρονικό διάστημα, που εδώ είναι η πάροδος της 12μηνης προθεσμίας προμήνυσης.

Περαιτέρω, ορθά η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για να οδηγηθεί, κατ'αντικειμενική κρίση, στην παραδοχή περί καταχρηστικότητας της από 19-4-2017 καταγγελίας των συμβάσεων από την ΟΠΑΠ ΑΕ ελλείψει σπουδαίου λόγου, αφενός αξιολόγησε την από μέρους των εναγόντων ανάκληση των περιεχομένων στην από 8-3-2017 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία ισχυρισμών τους, για την οποία (ανάκληση) έκρινε ότι συνιστά συμμόρφωση στην τεθείσα από 5-4-2017 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία-πρόσκληση της απαίτηση της ΟΠΑΠ ΑΕ, και αφετέρου έλαβε υπόψη, ως "ειδική συνθήκη" της συγκεκριμένης περίπτωσης, την συνταγματικά κατοχυρωμένη συνδικαλιστική τους ιδιότητα, λόγω της οποίας, αυτοί είχαν αναλάβει να προασπίσουν τη μελλοντική επιτυχή οικονομική πορεία των επιχειρήσεων κάθε πράκτορα και η οποία δικαιολογούσε απολύτως την ανησυχία τους για την πορεία των πρακτορείων όλων των πρακτόρων με βάση τις νέες συμβάσεις. Ορθά συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 725 § 2 ΑΚ κατά την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου και οδηγήθηκε στην ορθή κρίση ότι η από 19-4-2017 καταγγελία έγινε άνευ σπουδαίου λόγου με αποτέλεσμα να είναι καταχρηστική και να γεννά εις βάρος της ΟΠΑΠ ΑΕ ευθύνη προς αποζημίωση των εναγόντων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος καθώς και ο δεύτερος λόγος εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αμφότεροι, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 172/2023, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 172/2023, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε πως η από 19-4-2017 καταγγελία της ΟΠΑΠ ΑΕ έπρεπε να υποβληθεί και αυτή σε 12μηνη προθεσμία προμήνυσης, γεγονός που αποτελεί καταχρηστική ένσταση που οι ενάγοντες θα έπρεπε να προτείνουν στον ισχυρισμό της εναγομένης περί 6μηνης προθεσμίας σύμφωνα με το άρθ. 8 § 4 του π.δ. 219/1991 και δεν το πρότειναν. Ο λόγος αυτός αφενός μεν ερείδεται επι εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε ότι η από 19-4-2017 καταγγελία της ΟΠΑΠ ΑΕ έπρεπε να υποβληθεί και αυτή σε 12μηνη προθεσμία προμήνυσης, αφετέρου δε η πιο πάνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποφαίνεται επι αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού, αλλά υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, δεχόμενη ότι η μεν από 23-2-2017 τακτική καταγγελία ήταν νόμιμη, ενώ η από 19-4-2017 έκτακτη καταγγελία ήταν καταχρηστική και για το λόγο δε αυτό οι ενάγοντες έχουν αξίωση κατά τα άρθρα ΑΚ 914 σε συνδ. με ΑΚ 298, που συνίσταται στα κέρδη που θα αποκόμιζαν αν δεν είχε μεσολαβήσει αυτή η παράνομη και ζημιογόνος συμπεριφορά της ΟΠΑΠ Α.Ε., δηλαδή η από 19-4-2017 παράνομη και καταχρηστική καταγγελία. Και αυτά ήταν ακριβώς τα κέρδη που θα είχαν έως τον χρόνο της νόμιμης (κατά τις παραδοχές της απόφασης) λύσης των συμβάσεών τους, με τη συμπλήρωση της 12μηνης προθεσμίας προμήνυσης, διότι έως τότε τα πρακτορεία τους θα λειτουργούσαν κανονικά. Η αποζημίωση συνεπώς που τους επιδικάστηκε κάλυπτε την αιτιωδώς προκληθείσα ζημία τους από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της ΟΠΑΠ Α.Ε., κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 914 και 298 ΑΚ κατά την εις αυτά υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Σημειώνεται ότι το άρθρο 8 § 4 του π.δ. 219/1991 δεν έχει σχέση με τον υπολογισμό της ζημίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς η εν λόγω διάταξη θα εφαρμοζόταν αν είχε ασκηθεί τακτική καταγγελία μιας σύμβασης αορίστου χρόνου χωρίς να τηρηθεί η εκεί προβλεπόμενη προθεσμία προμήνυσης, κάτι που όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 106, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 1-2-2024 και 24-6-2024 αιτήσεις αναιρέσεως των "ΟΠΑΠ ΑΕ" και Α. Τ. κλπ., αντίστοιχα, κατά της υπ` αριθ. 3468/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει αμφότερες.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες Α. Τ. κλπ. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης "ΟΠΑΠ ΑΕ", τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα "ΟΠΑΠ ΑΕ" στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων Α. Τ. κλπ., τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή