Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1005 / 2019    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1005/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικολακόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση ..." και με το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2015 ανακοπή και τους από 6-4-2015 πρόσθετους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ). Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλήν άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ' ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 578/1980). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού. Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 1527/2017, ΑΠ 669/2016). Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζόμενου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται ότι αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 871 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Όταν, όμως, δεν υπάρχει πραγματική αλλά μόνο προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα ή όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον εργαζόμενο, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός, όπως αναφέρθηκε, με την ανωτέρω έννοια, αλλά, ενδεχομένως, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως), είναι δε αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό και η σχετική σύμβαση υποκρύπτει παραίτηση του εργαζομένου από νόμιμες αξιώσεις του, η οποία είναι άκυρη (ΑΠ 1699/2017, ΑΠ 275/2015, ΑΠ 442/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, και Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο καθού η ανακοπή (αναιρεσείων) ως άτομο με ειδικές ανάγκες, με αναγνωρισμένο ποσοστό αναπηρίας 50%, προσλήφθηκε από το ανακόπτον ν.π.ι.δ..... (αναιρεσίβλητο), στα πλαίσια προγράμματος του ΟΑΕΔ για νέες θέσεις εργασίας για ΑμΕΑ, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο ανακόπτον, ως εργάτης αποχέτευσης, επί τέσσερα έτη, ήτοι από 1-6-2006 μέχρι 31-5-2010. Ενώ είχε ολοκληρωθεί το ως άνω πρόγραμμα απασχόλησης του καθού η ανακοπή, το ΔΣ του ανακόπτοντος με την υπ' αριθμ. 47/2010 απόφασή του, ενέκρινε την από 1-1-2011 συνέχιση της απασχόλησης 10 εργαζομένων- ατόμων με ειδικές ανάγκες, μεταξύ των οποίων και ο καθού η ανακοπή. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθού η ανακοπή συνήφθη η από 17-1-2011 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ο καθού η ανακοπή συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην ίδια θέση. Ακολούθως η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας-Θράκης, κατόπιν σχετικής προηγηθείσας υπόδειξης από το εποπτεύον Υπουργείο Εσωτερικών, με έγγραφά της, που παρελήφθησαν από την υπηρεσία του ανακόπτοντος την 2-4-2012 και την 10-4-2012, γνωστοποίησε προς όλους τους ΟΤΑ της ως άνω περιφέρειας και τα εποπτευόμενα απ' αυτούς νομικά πρόσωπα ότι η υπ' αριθμ. 413/2010 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, που έκρινε ότι υπάρχει δυνατότητα μετατροπής των συμβάσεων απασχόλησης ΑμΕΑ σε αορίστου χρόνου, βάσει του άρθρου 11 ν.3227/2004, δεν έγινε αποδεκτή από το Υπουργείο Εσωτερικών και υπέδειξε προς τους αποδέκτες του ως άνω εγγράφου, μεταξύ των οποίων και το ανακόπτον, να αποφύγουν με απόφαση Δ.Σ. μετατροπές συμβάσεων απασχολούμενεων ΑμΕΑ, σε εκτέλεση προγραμμάτων του ΟΑΕΔ, σε αορίστου χρόνου, καθώς και να ανακαλέσουν τις ήδη ληφθείσες σχετικές αποφάσεις. Το ανακόπτον, συμμορφούμενο προς τις εντολές της ως άνω Υπηρεσίας, ως ελέγχουσας τη νομιμότητα των πράξεων του, την 1-7-2011 προέβη στη νομότυπη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του καθού, καθώς και των λοιπών εργαζομένων που είχαν προσληφθεί σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 47/2010 απόφασης του Δ.Σ. Ακολούθως εργαζόμενοι, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας καταγγέλθηκαν από το ανακόπτον, μεταξύ των οποίων και ο καθού η ανακοπή, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την με αριθμό .... αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 146/2013 απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η σύμβαση εργασίας που συνδέει τον καθού με το ανακόπτον είναι αορίστου χρόνου από την πρόσληψή του, ήτοι από 1-6-2006 και ότι η από 1-7-2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, υποχρεώθηκε δε το ανακόπτον να καταβάλει στον καθού για πάσης φύσεως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 2-7-2011 έως 2-6-2012 το συνολικό ποσό των 14.774 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, της ως άνω καταψηφιστικής διάταξης κηρυχθείσας προσωρινά εκτελεστής, κατά το ήμισυ του επιδικασθέντος ποσού. Ακολούθως, μετά την έκδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, τα ως άνω διάδικα μέρη ήλθαν σε διαπραγματεύσεις, προκειμένου να επιλυθεί συμβιβαστικά η εργατική διαφορά. Προς τούτο, ενόψει της δέσμευσης των εργαζομένων να μην απαιτήσουν την καταβολή των επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας, το Δ.Σ. του ανακόπτοντος με την υπ' αριθμ. 105/2013 απόφασή του, ενέκρινε τη μη προσβολή της υπ' αριθμ. 146/2-10-2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας με ένδικα μέσα και την άμεση επαναπρόσληψη των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και ο καθού. Με το από 10-10-2013 έγγραφο, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του ανακόπτοντος και από τον καθού, ο τελευταίος ρητώς παραιτήθηκε από την αξίωση καταβολής των μισθών υπερημερίας που επιδικάσθηκαν με τη δικαστική απόφαση, καθόσον,.... κατά τα λοιπά η .... θα εφαρμόσει την απόφαση του Δικαστηρίου και δεν θα ασκήσει κανένα ένδικο μέσο, σύμφωνα με την από 02-10-2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου", το ίδιο δε έπραξαν και οι λοιποί εργαζόμενοι με αντίστοιχες δηλώσεις τους. Ακολούθως ο καθού επαναπροσλήφθηκε και μέχρι τις αρχές Μαρτίου 2015, ήτοι για χρονικό διάστημα 14 μηνών δεν προέβαλε καμία αξίωση για την καταβολή των μισθών υπερημερίας, όμως την 13-3-2015 κίνησε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση της ως άνω χρηματικής απαίτησής του, επιδίδοντας στο ανακόπτον την από 13-3-2015 επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 21.082,80 ευρώ, κάτω από ακριβές αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ'αριθμ. 146/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Κατά της αρξαμένης αναγκαστικής εκτέλεσης το ανακόπτον άσκησε την ένδικη ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, με τον πρώτο δε πρόσθετο λόγο, προς απόκρουση της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, προτείνει την ανατρεπτική ένσταση της σύναψης εξωδίκου συμβιβασμού, συνιστάμενη κατά τα πραγματικά της περιστατικά στις κατά τα ανωτέρω συμφωνηθείσες αμοιβαίες υποχωρήσεις, προς επίλυση της ανακύψασας εργατικής διαφοράς. Ο καθού ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και τους ως άνω ισχυρισμούς του επαναφέρει με την έφεση ότι δεν καταρτίσθηκε με το ανακόπτον συμβιβασμός, καθόσον δεν υπήρχε αβεβαιότητα ως προς την έννομη σχέση που τον συνέδεε με το ανακόπτον και συνεπώς δεν υπήρξε υποχώρηση εκ μέρους του με τη δήλωσή του να μην προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με ένδικο μέσο, αλλά ακύρως αυτός παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση των μισθών υπερημερίας. Οι ως άνω όμως ισχυρισμοί του καθού δεν αποδεικνύονται βάσιμοι και τούτο για τους εξής λόγους: Όπως προκύπτει από τις δηλώσεις των διαδίκων μερών.... ο μεν καθού η ανακοπή δήλωσε ότι δεν θα αξιώσει την καταβολή των επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας, το δε ανακόπτον δήλωσε ότι δεν θα προσβάλλει, ως ηττηθείς διάδικος την πρωτόδικη απόφαση με ένδικο μέσο και θα αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ανακόπτοντος υπό καθεστώς συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Από τις ως άνω δηλώσεις προκύπτουν αμοιβαίες υποχωρήσεις, αφού ο μεν καθού εργαζόμενος δεν θα διεκδικούσε επιδικασθέν με δικαστική απόφαση ποσό, το δε ανακόπτον, παραιτούμενο από το δικαίωμα δευτεροβάθμιας κρίσης της υπόθεσης, θα αποδεχόταν τις υπηρεσίες του ανακόπτοντος, καίτοι στην πρωτοβάθμια δικαστική απόφαση, περιλήφθηκαν μόνον αναγνωριστικές διατάξεις ως προς τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας της και δεν περιλήφθηκε σχετική καταψηφιστική διάταξη περί υποχρέωσης του ανακόπτοντος να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του καθού, σημειουμένου ότι η μόνη καταψηφηστική διάταξη της υπ'αριθμ. 146/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που μάλιστα κηρύχθηκε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, αφορούσε τους μισθούς υπερημερίας. Προς τούτο δε, ήτοι για να επαναπροσληφθεί άμεσα ο καθού, καθώς και οι άλλοι απολυθέντες εργαζόμενοι, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, συμβούλεψε αυτούς να υπογράψουν το έγγραφο, με το οποίο επιλυόταν συμβιβαστικά η διαφορά..... Εξάλλου, υπήρχε αβεβαιότητα ως προς την ακυρότητα ή μη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του καθού, καθόσον η κρίνασα τα προαναφερθέντα υπ'αριθμ. 413/2010 γνωμοδότηση του ΝΣΚ δεν είχε γίνει αποδεκτή από τον Υπουργό Εσωτερικών και η εποπτεύουσα το ανακόπτον Υπηρεσία είχε υποδείξει την ανάκληση των σχετικών αποφάσεων που επέτρεπαν τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης με εργαζόμενους που συμμετείχαν σε προγράμματα του ΟΑΕΔ για ΑμΕΑ. Ακόμη είχε ήδη εκδοθεί ο νόμος 3812/2009 που ρητά απαγορεύει την πρόσληψη προσωπικού εκτός Α.Σ.Ε.Π με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ πάγια ήταν και είναι η νομολογία των δικαστηρίων ως προς το ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, οι οποίες συνάπτονται υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ούτε είναι δυνατή η εκτίμησή τους, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, αφού ο εργοδότης δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου, εκτός εάν συντρέχουν οι διαγραφόμενες από τα άρθ. 5 και 11 προϋποθέσεις του π.δ/τος 164/2004 ή είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, διατάξεων του π.δ/τος και Οδηγίας 1999/7Ο (ΕΚ (ΑΠ 422/2010, ΑΠ 271/2009....). Το αν δε στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν επιτρεπτή η σύναψη τέτοιας σύμβασης και ο χαρακτηρισμός της ως αορίστου χρόνου κατά παρέκκλιση των ως άνω και δη διότι για την πρόσληψη των ΑμΕΑ, στην κατηγορία των οποίων ανήκει και ο καθού, ισχύει ειδικό νομοθετικό καθεστώς και δη των ν. 2643/98 και 3227/2004, ακόμη και μετά την τροποποίηση του άρθρου 11 του ν. 3227/2004 με το ν. 4186/2013, αποτελούσε αμφισβητούμενο νομικό ζήτημα, το οποίο θα επανακρινόταν από το Εφετείο, χωρίς τότε να υπάρχει νομολογία του Ανωτάτου Ακυωτικού Δικαστηρίου που το επέλυε. Ανεξαρτήτως δε της έκβασης της υπόθεσης μέχρι του αμετακλήτου πέρατός της, μετά την άσκηση από το ανακόπτον ενδίκου μέσου, είναι βέβαιο ότι ο καθού η ανακοπή θα συνέχιζε έναν δικαστικό αγώνα με αβέβαιη χρονική διάρκεια και έκβαση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και προς τούτο είχε συμφέρον στην κατάρτιση του ενδίκου συμβιβασμού, προκειμένου να επιστρέψει άμεσα στην εργασία του και να εσοδεύει τις μηνιαίες αποδοχές του προς βιοπορισμό του Ιδίου και της οικογενείας του. Να σημειωθεί δε ότι το ανακόπτον ναι μεν με απόφαση του καταστατικού του οργάνου προσέλαβε τον καθού, μετά το πέρας του επιδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ προγράμματος, πλην όμως μετά τις υποδείξεις της αρμοδίας Υπηρεσίας δεν ενέμεινε στην απόφασή του, αλλά κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, στη διεξαχθείσα δε δίκη αντιδίκησε και δεν συνομολόγησε την αγωγή. Ως εκ τούτων κρίνεται ότι υπήρχε αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων και κατόπιν των προαναφερθεισών αμοιβαίων υποχωρήσεων εγκύρως καταρτίσθηκε μεταξύ τους συμβιβασμός, που άλλωστε για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση δεν αμφισβητήθηκε από τον καθού, χωρίς να υποκρύπτεται εν προκειμένω απαγορευμενη από το νόμο παραίτηση του καθού από εργατικές του απαιτήσεις....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη κατ' ουσίαν και ακυρώσει την επιταγή προς πληρωμή. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 679, 871 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, καθόσον με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία και ορθώς υπήχθηκαν στο νόμο, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κατάρτισης σύμβασης συμβιβασμού και, συνακόλουθα, παραδοχής της ανακοπής του αναιρεσείοντος, αφού: α) υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων σε σχέση με την ακυρότητα ή μη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος και τη δυνατότητα μετατροπής της μεταξύ αυτού, ως ατόμου με ειδικές ανάγκες, και του αναιρεσιβλήτου σύμβασης ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ενόψει και των αντιθέτων αποφάσεων των δικαστηρίων ως προς το ζήτημα αυτό, το οποίο λύθηκε οριστικά, μετά την κατάρτιση του συμβιβασμού, με την έκδοση της απόφασης 531/2016 του Αρείου Πάγου, και β) έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις ως προς το εριζόμενο αυτό ζήτημα, καθόσον ο μεν αναιρεσείων παραιτήθηκε από την αξίωση καταβολής των επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας, το δε αναιρεσίβλητο αφενός μεν παραιτήθηκε από την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της ως άνω οριστικής απόφασης, αφετέρου δε προέβη στην άμεση επαναπρόσληψη του αναιρεσείοντος, με αποφυγή εντεύθεν δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Κατά συνέπεια, ο πρώτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ως έγκυρη την κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού, με περιεχόμενο παραίτηση από δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης της εργατικής νομοθεσίας, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψη του από τα στοιχεία της δικογραφίας. Το έννομο συμφέρον θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανατροπή της οποίας και επιδιώκεται εκ μέρους του με την άσκηση της αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 2643/1998 για την πρόσληψη ΑμΕΑ σε φορείς του δημόσιου και του άρθρου 11 του ν. 3227/2004 σχετικά με τη δυνατότητα απασχόλησης ΑμΕΑ και μετά τη λήξη των προγραμμάτων του ΟΑΕΔ. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη σε ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, αλλά αναφέρθηκε σε αυτές κατά την αιτιολόγηση της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας ως προς τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεων του αναιρεσείοντος, ως προϋπόθεσης κατάρτισης έγκυρου συμβιβασμού κατ' άρθρ. 871 ΑΚ, και συνεπώς οι σχετικές αιτιάσεις προβάλλονται αλυσιτελώς, αφού δεν πρόκειται για διατάξεις που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον οι νομικές παραδοχές της ως προς τις ανωτέρω διατάξεις ουδεμία επιρροή ασκούν στην έννομη σχέση της παρούσας δίκης. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 516/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση, αντένσταση δικαιώματος. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αρ. 8 (κατά τη νοηματική του εκτίμηση 11γ) και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου και στα πρακτικά της συζήτησης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ομολογία αυτού περί της ιδιότητάς του ως ατόμου με ειδικές ανάγκες και περί της κάλυψης από τον ίδιο πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να δεχθεί ως προς το ζήτημα αυτό πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν αποτελούν "πράγμα" με την έννοια που αναφέρθηκε, αφού δεν αποτελούσαν πραγματικό ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της παρούσας δίκης, αλλά αποτέλεσαν αντικείμενο της προηγούμενης δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με βάση την οποία επισπεύθηκε η ένδικη εκτέλεση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου ερευνώμενος ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2017 αίτηση του Α. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 108/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή