Αριθμός 1543/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "Μ. ΑΕ", που εδρεύει στα ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Ε. Σ. και Χ. Σ., κατοίκους ... Α, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζαχόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χόντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1429/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6756/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 12-04-2021 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 228/15-04-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6756/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το Ν 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τ' ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 30-04-2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε από την εναγομένη την απόδοση του μισθίου αιγιαλού λόγω δυστροπίας στην καταβολή των μισθωμάτων και την επιδίκαση των οφειλομένων μισθωμάτων. Επί της αγωγής εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η υπ' αριθμ. 1429/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους της εναγομένης εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6756/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση και έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η αγωγή. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 611 Α.Κ. που επιγράφεται "Σιωπηρή αναμίσθωση": Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε, ο μισθωτής εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο και o εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιούται. Ο όρος ανανέωση εν προκειμένω σημαίνει ανακατάρτιση της μίσθωσης, δηλ. νέα σύναψη της μίσθωσης με τους προηγούμενους όρους της. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής και επέλευσης της έννομης συνέπειάς της, είναι: α) μίσθωση ορισμένου χρόνου, β) παρέλευση συμβατικής διάρκειας, γ) εξακολούθηση χρησιμοποίησης του μισθίου από το μισθωτή, δ) γνώση της χρησιμοποίησης και έλλειψη εναντίωσης εκ μέρους του εκμισθωτή. Ως εναντίωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης (ΑΠ 62/2014). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει από αυτήν η βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικώς, είτε με τους ίδιους όρους. Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί η δήλωση του εκμισθωτή, ότι απαιτεί μίσθωμα μεγαλύτερο από το ήδη καταβαλλόμενο (ΑΠ 671/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα περιστατικά: "...Με το β.δ. με τον αριθμό ...1968 χαρακτηρίστηκε ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα, τμήμα αιγιαλού κείμενο προ του ξενοδοχείου Μ. στην Κ, μήκους 580 περίπου μέτρων και με την από 20-11-1968 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 683/7-12-1968, τεύχος Β') ανατέθηκε η διοίκηση και διαχείριση του τμήματος του αιγιαλού αυτού στον E.O.T. H ενάγουσα, (ήδη αναιρεσίβλητη) έχοντας τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., μεταξύ δε αυτών και τμήματος του αιγιαλού, μήκους 580 περίπου μέτρων, στη θέση ... ..., με το από 29-8-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στην εναγομένη το προαναφερόμενο τμήμα του αιγιαλού που βρισκόταν μπροστά από το ξενοδοχείο της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) με την επωνυμία "M. B.", για την τοποθέτηση και εκμετάλλευση ξαπλωστρών - ομπρελών και θαλάσσιων μέσων αναψυχής, όπως το μίσθιο αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β και με κατεύθυνση από το νότο προς το βορρά, στο τοπογραφικό διάγραμμα της ενάγουσας με τον αριθμό 628. Με το άρθρο 1 της σύμβασης μίσθωσης, η διάρκειά της συμφωνήθηκε ετήσια, με ημερομηνία έναρξης την ημερομηνία παράδοσης του μισθίου και την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής και ημερομηνία λήξης την αντίστοιχη ημερομηνία μετά από ένα έτος, αλλά και με δυνατότητα παράτασης με απόφαση της εκμισθώτριας μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος της μισθώτριας, το αργότερο δύο μήνες πριν από τη λήξη της σύμβασης. Το μίσθιο παραδόθηκε στη μισθώτρια την ίδια ημέρα, όπως προκύπτει από το πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής του μισθίου που συντάχθηκε την ίδια ημέρα και επομένως η μίσθωση ξεκίνησε στις 29-8-2002 και επρόκειτο να λήξει στις 29-8-2003. Με το άρθρο 2 της σύμβασης, το μίσθωμα ορίστηκε πάγιο ετήσιο και συμφωνήθηκε στο ποσό των 8.000 ευρώ. Στο ίδιο άρθρο ορίστηκε ότι το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου, σε ποσοστό 3,6% επί του μισθώματος, καθώς και κάθε άλλος φόρος ή τέλος επί του μισθώματος, βαρύνουν εξ ολοκλήρου τη μισθώτρια. Περαιτέρω, στο ίδιο άρθρο ορίστηκε ότι το μίσθωμα, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, θα καταβληθεί από τη μισθώτρια σε δύο ισόποσες δόσεις, η πρώτη την 1η Σεπτεμβρίου 2002 και η δεύτερη την 1η Οκτωβρίου 2002. Σε εκτέλεση του άρθρου 3 της σύμβασης, το οποίο προέβλεπε την κατάθεση εγγυητικής επιστολής για την καλή εκτέλεση των όρων της σύμβασης από την πλευρά της μισθώτριας, η τελευταία κατέθεσε στην εκμισθώτρια εγγυητική επιστολή ίση με το ετήσιο μίσθωμα, πλέον του ανάλογου τέλους χαρτοσήμου, δηλαδή ποσού 8.288 ευρώ. Η εγγυητική επιστολή συμφωνήθηκε να παραμείνει κατατεθειμένη στην εκμισθώτρια καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης και παράλληλα ορίστηκε ότι από την εγγυητική αυτή επιστολή η εκμισθώτρια δικαιούται να εισπράττει με ισόποση κατάπτωσή της, κάθε οφειλή της μισθώτριας από μισθώματα, συμβατικά πρόστιμα και γενικά από οποιαδήποτε οφειλή της. Με το άρθρο 10 της σύμβασης ορίστηκε ότι όλες οι διαφορές που θα προκύψουν από την σύμβαση μίσθωσης θα υπάγονται αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των Δικαστηρίων της Αθηνας. Πριν από τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, η μισθώτρια με την αίτησή της με τον αριθμό πρωτοκόλλου ΕΤΑ ...7-2003 ζήτησε την παράταση της σύμβασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 αυτής. Η εκμισθώτρια αποδέχτηκε το αίτημα της μισθώτριας, παρά το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε δύο μήνες πριν από τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, αλλά μεταγενέστερα και τελικά υπογράφηκε μεταξύ των συμβαλλομένων η από 17-9-2003 τροποποιητική σύμβαση μίσθωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής, η διάρκεια της μίσθωσης που έληγε στις 29-8-2003 παρατάθηκε μέχρι τις 31-12-2006 και ορίστηκε ότι μπορεί να παραταθεί με απόφαση της εκμισθώτριας, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τη μισθώτρια, το αργότερο δύο μήνες πριν από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης. Με το άρθρο 2 της σύμβασης ορίστηκε ότι από τις 29-8-2003 το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται ετησίως στην αρχή κάθε έτους κατά ποσοστό ίσο με τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (τιμαρίθμου) του Δεκεμβρίου του αμέσως προηγούμενου μισθωτικού έτους πλέον μίας ποσοστιαίας μονάδας, με αποτέλεσμα από την 1η-1-2004 και στη συνέχεια το μισθωτικό έτος να εξισωθεί με το ημερολογιακό. Στο ίδιο άρθρο ορίστηκε ότι το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου, σε ποσοστό 3,6% επί του μισθώματος, καθώς και κάθε άλλος φόρος ή τέλος επί του μισθώματος, βαρύνουν εξ ολοκλήρου τη μισθώτρια. Περαιτέρω, στο ίδιο άρθρο ορίστηκε ότι το μίσθωμα, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, θα καταβάλλεται από τη μισθώτρια σε δύο ισόποσες δόσεις, η πρώτη την 1η Σεπτεμβρίου και η δεύτερη την 1η Οκτωβρίου κάθε έτους. Σε εκτέλεση του άρθρου 3 της σύμβασης, το οποίο προέβλεπε την κατάθεση εγγυητικής επιστολής για την καλή εκτέλεση των όρων της σύμβασης από την πλευρά της μισθώτριας, η τελευταία κατέθεσε στην εκμισθώτρια εγγυητική επιστολή ίση με το ετήσιο μίσθωμα, πλέον του ανάλογου τέλους χαρτοσήμου, δηλαδή ποσού 8.652,67 ευρώ. H εγγυητική επιστολή συμφωνήθηκε να παραμείνει κατατεθειμένη στην εκμισθώτρια καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης και να ανανεώνεται κάθε έτος με βάση το ετήσιο μίσθωμα του έτους εκείνου, ώστε να ισούται πάντοτε με αυτό. Παράλληλα, ορίστηκε ότι από την εγγυητική αυτή επιστολή η εκμισθώτρια δικαιούται να εισπράττει με ισόποση κατάπτωσή της, κάθε οφειλή της μισθώτριας από μισθώματα, συμβατικές ποινικές ρήτρες, κάθε φύσης πρόστιμα και γενικά από οποιαδήποτε οφειλή της στο πλαίσιο της μεταξύ των μερών σύμβασης. Κατά τα λοιπά, ορίστηκε ότι ισχύουν όλοι οι όροι της αρχικής από 29-8-2002 σύμβασης μίσθωσης. Από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση όλων, χωρίς εξαίρεση, των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, προκύπτει ότι η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης έληξε στις 31-12-2006, έκτοτε δε, λογίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 611 του ΑΚ, ως σύμβαση μίσθωσης που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο, ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο. Τούτο δε, διότι αποδεικνύεται πως και μετά την παρέλευση, στις 31-12-2006, του συμφωνημένου χρόνου της μίσθωσης, η μισθώτρια (η οποία δεν υπέβαλε αίτημα στην εκμισθώτρια για την παράταση της σύμβασης μίσθωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρώτο άρθρο του από 17-9-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, εν τούτοις όμως) εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου και η εκμισθώτρια γνώριζε τούτο και δεν εναντιώθηκε. Στο σημείο τούτο είναι απαραίτητο να επισημανθούν τα ακόλουθα : Η διάταξη του άρθρου 611 του ΑΚ είναι μεν ακριβές ότι αποτελεί διάταξη ενδοτικού δικαίου (...) και συνεπώς είναι επιτρεπτή η συνομολόγηση συμφωνιών των μερών με αντίθετο περιεχόμενο, πλην όμως τούτο δεν αποδεικνύεται στην προκείμενη περίπτωση ότι έχει συμβεί. Δηλαδή δεν αποδεικνύεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επέλεξαν να αποκλείσουν την εφαρμογή της διάταξης αυτής για το, μετά την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου, χρονικό διάστημα. Τέτοιον αποκλεισμό δεν συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η πρόβλεψη στο άρθρο 1 της αρχικής (όπως επίσης και της τροποποιητικής αυτής) σύμβασης ότι αυτή μπορεί να παραταθεί με απόφαση της εκμισθώτριας, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από τη μισθώτρια το αργότερο δύο μήνες πριν την ημερομηνία λήξης της μίσθωσης, ούτε η μνεία στο άρθρο 3 της τροποποιητικής σύμβασης ότι η εγγυητική επιστολή θα αναπροσαρμόζεται με βάση το εκάστοτε, μίσθωμα, έτσι ώστε να ισούται πάντοτε με αυτό, καθώς επίσης και ότι θα ανανεώνεται ή θα αντικαθίσταται με νέα, δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από την εκάστοτε λήξη της, με μέριμνα και ευθύνη της μισθώτριας, χωρίς να είναι υποχρεωτική για την εκμισθώτρια η σχετική προειδοποίηση της μισθώτριας. Από τους όρους αυτούς, κατά την ερμηνεία των οποίων από το Δικαστήριο τούτο αναζητείται η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και οι οποίοι ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ), προκύπτει ότι με αυτούς οι διάδικοι ρύθμισαν την παράταση της σύμβασης μίσθωσης με συμφωνία τους (μετά την υποβολή σχετικής πρότασης από την πλευρά της μισθώτριας και την αποδοχή της πρότασης αυτής από την πλευρά της εκμισθώτριας), χωρίς να είναι δυνατό να συναχθεί, από την πρόβλεψη για συμβατική παράταση, εν ταυτώ και αποκλεισμός της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 611 του ΑΚ, ότι δηλαδή μόνη συμβατικά αποδεκτή από τις διαδίκους εκδοχή ήταν η ενδεχόμενη εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου από τη μισθώτρια μετά την κατάρτιση νέας συμφωνίας, με αντικείμενο την παράταση της σύμβασης μίσθωσης και όχι και εκείνη -εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου από την πλευρά της μισθώτριας- στο πλαίσιο σιωπηρής αναμίσθωσης, κατά το άρθρο 611 του ΑΚ. Εάν τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούσαν τέτοια ρύθμιση, θα το όριζαν ρητά στα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, περιλαμβάνοντας σε αυτά τον όρο που συχνά απαντάται σε ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης και με τον οποίο ρητά απαγορεύεται η αναμίσθωση, ενώ κάτι τέτοιο στην προκείμενη περίπτωση αποδεικνύεται ότι δεν έχει συμβεί. Το ζήτημα εάν στην περίπτωση που είχε περιληφθεί τέτοιος όρος (για τη ρητή απαγόρευση της αναμίσθωσης), θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι αυτός έχει μεταγενέστερα ενδεχομένως σιωπηρά τροποποιηθεί, είναι πρόδηλο ότι δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο τούτο, ενόψει των αντίθετων ουσιαστικών παραδοχών του, οι οποίες διατυπώνονται προηγουμένως. Επίσης, το Δικαστήριο θεωρεί, κατά την ερμηνεία των ίδιων αυτών όρων, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ότι από τη συμβατική ρύθμιση για την εγγυητική επιστολή (κατάθεση, ανανέωση ή αντικατάσταση, κατάπτωση κλπ.) δεν είναι δυνατό να συναχθεί επιχείρημα για τον αποκλεισμό της σιωπηρής αναμίσθωσης, δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της εκμισθώτριας, ότι η μισθώτρια θα εκπληρώνει κατά τον προσήκοντα τρόπο τις συμβατικές της υποχρεώσεις για την καταβολή οφειλόμενων στο πλαίσιο της σύμβασης μίσθωσης ποσών, παρουσιάζει αυτοτελή βάση και δεν υφίσταται σχέση εξάρτησης της ρύθμισης αυτής από τη συμβατική παράταση της μίσθωσης ή τη σιωπηρή αναμίσθωση. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι και μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της μίσθωσης η μισθώτρια εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο, παρά το γεγονός ότι ένα τμήμα αυτού -η προβολή του οποίου στο θαλάσσιο μέτωπο, σε μήκος ορισμένων δεκάδων μέτρων, ο ακριβής αριθμός των οποίων δεν προκύπτει από τις αποδείξεις, κείμενο πάντως προς το βορρά- δεν υφίστατο πλέον, δεδομένου ότι λόγω της κυματικής μηχανικής (της ανόδου της στάθμης της θάλασσας) έχει καταληφθεί από τη θάλασσα, η οποία έχει εισχωρήσει, με την πάροδο των ετών, στο συγκεκριμένο τμήμα του αιγιαλού και το έχει καταλάβει. Από την εκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, το Δικαστήριο πάντως οδηγείται στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης ότι το μίσθιο, κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτού και ιδίως σε ό,τι αφορά το κείμενο προς το νότο τμήμα του, εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά το 2006. Εξάλλου, δεν εξηγείται πειστικά από την εναγομένη για ποιον άραγε λόγο, εάν υποτεθεί ότι το μίσθιο είχε στο σύνολό του καταληφθεί, ήδη από το έτος 2006, από τα θαλάσσια ύδατα μετά την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, όπως για πρώτη φορά ισχυρίζεται με το δικόγραφο της έφεσης, δεν απέδωσε το μίσθιο στην ενάγουσα κατά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης ή και μεταγενέστερα, έστω μέχρι το Νοέμβριο του 2011, δηλαδή μέχρι το χρόνο, κατά τον οποίο συνομολογεί ότι οι ξενοδοχειακές της εγκαταστάσεις λειτουργούσαν στο συγκεκριμένο χώρο, ούτε εγγράφως ανέφερε στην ενάγουσα οτιδήποτε σχετικό με την ανυπαρξία πλέον που μισθίου, για φυσικούς λόγους. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα γνώριζε την εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου από την πλευρά της μισθώτριας μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης και δεν είχε εναντιωθεί σε αυτή (εξακολούθηση της χρήσης). Η εναντίωση, η οποία αποτελεί μονομερή δήλωση βούλησης (οιονεί δικαιοπραξία) της ενάγουσας που απευθύνεται στην εναγομένη, θα ήταν δυνατό να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή. Αρκεί να προκύπτει από αυτήν η βούληση της ενάγουσας ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικά, είτε με τους ίδιους όρους (...). Τέτοια ρητή ή σιωπηρή εναντίωση, δεν αποδεικνύεται ότι έχει λάβει χώρα στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη δήλωσή της, με την οποία να ζητεί την απόδοση του μισθίου ή να δηλώνει ότι δεν συναινεί στην παράταση της σύμβασης, ούτε άσκησε αγωγή για την απόδοση της χρήσης του μισθίου, ούτε υπέβαλε αίτηση για την αύξηση του μισθώματος, ως αναγκαίου όρου για να στέρξει στην παράταση της σύμβασης, ούτε δήλωσε άρνηση είσπραξης του μισθώματος που τυχόν θα κατέβαλε σ' αυτήν η εναγομένη μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της μίσθωσης κ.λπ. Τέτοια δήλωση βούλησης δεν είναι δυνατό να συναχθεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, από τη με αριθμό πρωτοκόλλου 6639/8-12-2006 επιστολή, με την οποία η ενάγουσα κάλεσε την εναγομένη να υποβάλει εγγράφως αίτημα με τις προτάσεις της, προκειμένου να επιτευχθεί νέα συμφωνία μεταξύ των μερών για τη συνέχιση της χρήσης του μισθίου από την εναγομένη, με την υπογραφή νέας σύμβασης μίσθωσης. Τούτο δε, διότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης αυτής, με τη χρήση των προαναφερόμενων ερμηνευτικών κριτηρίων, προκύπτει ότι η ενάγουσα κάλεσε την εναγομένη να ακολουθήσει τη διαδικασία (υποβολή πρότασης) που προβλεπόταν στη σύμβαση για την παράταση της διάρκειάς της με νεότερη συμφωνία των μερών, χωρίς όμως το αίτημα αυτό της ενάγουσας να ενέχει ταυτόχρονα και ρητή (άλλωστε, τέτοια ρητή δήλωση στην επιστολή αυτή αποδεικνύεται ότι δεν υφίσταται) ή έστω σιωπηρά συναγόμενη δήλωση εναντίωσης της τελευταίας στην εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου από την εναγομένη μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης.
Συνεπώς, οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης, οι οποίοι αξιολογούνται δικονομικά ως αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και προτείνονται με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης, με τους οποίους -ισχυρισμούς της- η εναγομένη αρνείται την πλήρωση των προϋποθέσεων για την εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 611 του ΑΚ, με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου τούτου, κρίνονται αβάσιμοι κατ' ουσίαν και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, μολονότι χρησιμοποιούσε ανενόχλητα το μίσθιο κατά τα ημερολογιακά έτη 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011, καθυστερεί από δυστροπία να καταβάλει στην ενάγουσα και της οφείλει τα παρακάτω αναφερόμενα μισθώματα, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί μετά τις διαδοχικές ετήσιες αναπροσαρμογές τους, κατά τα συμφωνημένα [...] συνολικά δε από τις προαναφερόμενες αιτίες αποδεικνύεται ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 53.895,93 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταβάλει σ' αυτήν με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση της ορισμένης (δήλης) ημέρας που είχε συμφωνηθεί για την εκπλήρωση της παροχής...". Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, κατά το 1ο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω ευθείας παραβίασης του άρθρου 611 ΑΚ, διότι αν και το μίσθιο δεν τύγχανε αδιαφοροποίητο μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε, ότι ένα τμήμα του μίσθιου αιγιαλού είχε καταληφθεί από τη θάλασσα, ακολούθως έγινε δεκτό με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι συντελέστηκε σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης του αιγιαλού. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι η διατήρηση απαράλλακτης της έκτασης του μισθίου δεν συνιστά προϋπόθεση της σιωπηρής αναμίσθωσης, καθόσον η μείωση της έκτασης του μισθίου δεν αναιρεί την ταυτότητά του, αλλά δημιουργεί ενδεχομένως αξιώσεις του μισθωτή από πραγματικό ελάττωμα, τις οποίες δεν εκθέτει, ότι άσκησε η μισθώτρια. Αντίθετα, στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η μισθώτρια παρέμεινε αδιαμαρτύρητα στη χρήση του μισθίου και μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα (έτη 2007-2011). Ακολούθως, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το 2ο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι δεν προσδιορίζεται, πότε έγινε η κατάληψη τμήματος του μισθίου από τη θάλασσα και αν η καταληφθείσα έκταση/επιφάνεια του τμήματος του μισθίου ήταν αμελητέα, με αποτέλεσμα το μίσθιο εύλογα να θεωρείται, ότι ήταν το ίδιο, και να δικαιολογείται η τεκμαιρόμενη συναίνεση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών και δη της μισθώτριας εταιρείας για ανανέωση της μίσθωσης για αόριστο χρόνο και με τους ίδιους όρους. Η αιτίαση αυτή είναι ομοίως αβάσιμη, διότι με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτό, ότι καλύφθηκε από τη θάλασσα ένα μικρό τμήμα του μισθίου και ότι η ίδια κατάσταση εξακολούθησε να υφίσταται και μετά το 2006, ήτοι και μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου. Ειδικότερα, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη, ότι από την εκμισθωθείσα έκταση, μήκους 580 μέτρων, καλύφθηκε από τη θάλασσα στην πορεία των ετών ένα τμήμα "ορισμένων δεκάδων μέτρων, ο ακριβής αριθμός των οποίων δεν προκύπτει από τις αποδείξεις", καθώς και ότι "το μίσθιο, κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτού και ιδίως σε ό,τι αφορά στο κείμενο προς το νότο τμήμα του, εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά το 2006". Από την παραδοχή, ότι απωλέσθηκε μισθωτική έκταση "ορισμένων δεκάδων μέτρων" και όχι εκατοντάδων μέτρων, σαφώς συνάγεται, ότι η κατάληψη από τα θαλάσσια ύδατα έγινε σε μικρό τμήμα της έκτασης των 580 μέτρων, η δε καταληφθείσα έκταση προσδιορίσθηκε, κατά το δυνατόν ακριβέστερα, με βάση τα, προσκομισθέντα και ληφθέντα υπόψη από το Εφετείο, αποδεικτικά μέσα. Εφόσον δε η μισθώτρια δεν ζήτησε, ούτε κατά τη συμβατική διάρκεια της μίσθωσης ούτε μετά από αυτήν, τη μείωση του μισθώματος λόγω της μείωσης της έκτασης του μισθίου, αλλά παρέμεινε και μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης στη χρήση του μισθίου, με τη συμπεριφορά της αυτή εκδήλωσε τη βούλησή της για ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης με τους ίδιους μισθωτικούς όρους. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι ανωτέρω γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει, ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 630/2021, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 3/2015). Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012). Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει τη δήλωση βουλήσεως, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 825/2019). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 301/2022, ΑΠ 177/2021, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 825/2019, ΑΠ 715/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι προκειμένου να καταλήξει στο ερμηνευτικό του συμπέρασμα, ότι οι συμβαλλόμενες διάδικοι δεν απέκλεισαν την εφαρμογή του άρθρου 611 του ΑΚ με το άρθρο 1 τόσο της από 29-8-2002 αρχικής σύμβασης μίσθωσης όσο και της από 17-09-2003 τροποποιητικής σύμβασης αυτής, δεν αναζήτησε την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, αλλά επέδειξε προσήλωση στις λέξεις και η ερμηνεία που έδωσε δεν είναι σύμφωνη με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας, αφού διαπίστωσε, ότι δεν διαλαμβανόταν κανένας όρος αποκλεισμού εφαρμογής του άρθρου 611 του ΑΚ στη σύμβαση μίσθωσης, αρχική και τροποποιητική, ακολούθως, ορθώς ερμήνευσε το άρθρο 1 της αρχικής σύμβασης μίσθωσης και της τροποποιητικής αυτής, με το οποίο προβλεπόταν η διαδικασία παράτασης της σύμβασης μίσθωσης με συμφωνία των συμβαλλομένων, κρίνοντας ότι με την πρόβλεψη για παράταση της μίσθωσης με την κατάρτιση νέας συμφωνίας δεν αποκλείεται η δυνατότητα σιωπηρής αναμίσθωσης κατά το άρθρο 611 του ΑΚ και δεχόμενο μετά από αυτά ότι μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης ορισμένου χρόνου έγινε σιωπηρή αναμίσθωση, διότι η μεν αναιρεσείουσα μισθώτρια δεν απέδωσε στην εκμισθώτρια τη χρήση του μισθίου αιγιαλού, που βρισκόταν μπροστά από το ξενοδοχείο της με το διακριτικό τίτλο "M. B.", αλλά συνέχισε τη χρήση του με τους ίδιους όρους, η δε αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια, εν γνώσει της χρησιμοποίησης, δεν εναντιώθηκε είτε ρητά είτε σιωπηρά στην παραμονή της μισθώτριας, ζητώντας την απόδοση του μισθίου ή την αύξηση του μισθώματος, ή δηλώνοντας, ότι δεν συναινεί στην παράταση της σύμβασης. Κατέληξε δε στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύοντας τους ανωτέρω όρους της σύμβασης μίσθωσης κατά την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων και λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον αμφοτέρων των μερών, κατ' ορθή εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, ενώ το πιο πάνω ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών. Άλλωστε από την, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...12-2006 επιστολή της εκμισθώτριας, πρόσκληση αυτής προς τη μισθώτρια να της υποβάλει πρόταση, προκειμένου να επιτευχθεί νέα συμφωνία μεταξύ των μερών για τη συνέχιση της χρήσης του μισθίου από τη μισθώτρια, με την υπογραφή νέας σύμβασης μίσθωσης, δεν συνάγεται το ερμηνευτικό συμπέρασμα, πως τα μέρη και δη η αναιρεσίβλητη, δια των ανωτέρω προβλέψεων της μισθωτικής σύμβασης, απέβλεψαν εξ αρχής στον αποκλεισμό της ΑΚ 611, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει, ότι η πληττόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά την ερμηνεία της, με την υπ' αριθμ. ...12-2006 επιστολή της αναιρεσίβλητης, πρόσκλησης προς την αναιρεσείουσα για τη σύναψη "νέας" μισθωτικής συμφωνίας και υπογραφή "νέας" σύμβασης μίσθωσης, καθόσον εσφαλμένως δέχθηκε, ότι από την εμπεριεχόμενη δήλωση στην εν λόγω επιστολή δεν είναι δυνατό να συναχθεί εναντίωσή της στην εξακολούθηση της μίσθωσης και μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της με τους ίδιους όρους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της ανωτέρω δήλωσης της αναιρεσίβλητης κατέληξε το δικαστήριο και δη ότι η εκμισθώτρια κάλεσε τη μισθώτρια να συμπράξει με σχετική πρότασή της στη διαδικασία κατάρτισης νέας σύμβασης παράτασης της μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 της αρχικής σύμβασης και της τροποποιητικής της, χωρίς όμως το αίτημα αυτό της εκμισθώτριας να εμπεριέχει ούτε ρητή ούτε σιωπηρή εναντίωσή της στην εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου από τη μισθώτρια μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της μίσθωσης με τους ίδιους όρους, σε περίπτωση μη κατάρτισης της νέας σύμβασης, είναι σύμφωνο (το ερμηνευτικό πόρισμα) προς τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Άλλωστε, η εκμισθώτρια με την ανωτέρω επιστολή της δεν έθετε οποιονδήποτε νέο όρο στη μισθώτρια, όπως π.χ. αύξηση του μισθώματος, προκειμένου να δεχθεί την κατάρτιση της συμβατικής παράτασης της μίσθωσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του Ν 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-04-2021 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 228/15-04-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6756/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ