Αριθμός 1379/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Θ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Χ. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιαννακό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 418/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Έτσι η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κύρια εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 285 του v. 4072/2012, με τη σύμβαση της αφανούς εταιρείας ο ένας από τους εταίρους (εμφανής εταίρος) παραχωρεί σε άλλον ή άλλους εταίρους (αφανείς εταίρους) δικαίωμα συμμετοχής στα αποτελέσματα μιας ή περισσότερων εμπορικών πράξεων ή εμπορικής επιχείρησης, που διενεργεί στο όνομα του, αλλά προς το κοινό συμφέρον των εταίρων. Η αφανής εταιρεία δεν έχει νομική προσωπικότητα και δεν καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. Στην αφανή εταιρεία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εταιρεία, εκτός από εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 286 του ίδιου νόμου, ο αφανής εταίρος καταβάλλει την εισφορά του στον εμφανή εταίρο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 289 αυτού ο αφανής εταίρος συμμετέχει στα κέρδη της εταιρείας κατά το ποσοστό ή το ποσό που έχει συμφωνηθεί στην εταιρική σύμβαση, άλλως εφαρμόζεται το άρθρο 763 του Αστικού Κώδικα. Ακόμη, κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 289 του ως άνω ν. 4072/2012, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, ο αφανής εταίρος μετέχει στις ζημίες που προκύπτουν κατά το ίδιο ποσοστό με τα κέρδη. Μπορεί να συμφωνηθεί ότι η συμμετοχή του στις ζημίες δεν υπερβαίνει την αξία της εισφοράς του. Στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους ή στο χρόνο που έχουν συμφωνήσει τα μέρη, καθώς και σε περίπτωση λύσης της εταιρείας, ο εμφανής εταίρος έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και να καταβάλει τα αναλογούντα κέρδη στον αφανή εταίρο. Δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί η καταβολή κερδών στον αφανή εταίρο και κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, ιδίως κατά την ολοκλήρωση κάποιας πράξης ή επιχειρηματικής δράσης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 291 του ίδιου νόμου, η αφανής εταιρεία λύνεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα. Τη λύση ακολουθεί η εκκαθάριση. Η εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας διενεργείται από τον εμφανή εταίρο. Συνίσταται στην απόδοση στον αφανή εταίρο της αξίας συμμετοχής του, μειωμένης κατά τις ζημίες που του αναλογούν. Η κατά χρήση εισφορά του αφανούς εταίρου επιστρέφεται αυτούσια. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι αφανής ή μετοχική είναι η προσωπική και χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνο ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στην κατανομή των κερδοζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 263/2023, ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1115/2021, ΑΠ 1335/2019). Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομα του να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 263/2023, ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1381/2021). Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους με την αστική εταιρεία (αρ. 291 παρ. 1 ν. 4072/2012), δηλαδή, μεταξύ άλλων, με καταγγελία εταίρου (τακτική ή έκτακτη), η οποία επιφέρει τις έννομες συνέπειες αυτής, ανεξάρτητα από την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, σύμφωνα με το άρθρο 766 ΑΚ (ΑΠ 758/2023, ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1192/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με το εδ. β' του αρ. 291 παρ. 1 του ν. 4072/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 777 ΑΚ, τη λύση της αφανούς εταιρείας ακολουθεί αυτοδικαίως, όπως ήδη εκτέθηκε, η εκκαθάρισή της, που διενεργείται από τον εμφανή εταίρο. Η εκκαθάριση, κατά τη διατύπωση του άρθρου 291 παρ. 2 εδ. β', συνίσταται στην απόδοση στον αφανή εταίρο της αξίας της συμμετοχής του, μειωμένης κατά τις ζημίες που του αναλογούν, και στην αυτούσια επιστροφή της κατά χρήση εισφοράς του αφανούς εταίρου. Αντικείμενο της εισφοράς κατά χρήση, που επιστρέφεται αυτούσιο (άρθ. 291 παρ. 2 εδ. γ' Ν. 4072/2012), δεν μπορεί να είναι αναλωτά πράγματα, δηλαδή τα κινητά, των οποίων η κατά προορισμό χρήση σύμφωνα με τις αντιλήψεις των συναλλαγών συνίσταται στην κατανάλωση ή την εκποίησή τους, όπως τα χρήματα (άρθ. 779, 951 και 952 ΑΚ), οπότε δεν μπορεί εν προκειμένω να γίνει λόγος περί αυτούσιας αποδόσεως χρημάτων, δοθέντος ότι η εκ μέρους του αφανούς εταίρου εισφορά χρημάτων δεν είναι κατά χρήση, αλλά κατά κυριότητα (ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1192/2019). Τέλος, ο όρος "εκκαθάριση" στην ως άνω διάταξη δεν χρησιμοποιείται αναφερόμενος σε εκκαθάριση κατά κυριολεξία, αλλά σε διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των εταίρων (εταιρικών δοσοληψιών), όπως επικράτησε και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο να εννοείται η διαδικασία αυτή (ΑΠ 227/2012, ΑΠ 1038/2010). Λόγω του ότι ο εμφανής εταίρος εξακολουθεί κατά κανόνα να λειτουργεί την επιχείρησή του, είναι πρόδηλο ότι ο παραπάνω διακανονισμός κατά το άρθρο 291 του Ν. 4072/2012, ομοιάζει περισσότερο με τη διακρίβωση της αξίας της συμμετοχής του εξερχόμενου αφανούς εταίρου, παρά με την εκκαθάριση των άρθρων 777 επ. ΑΚ. Η αξία της συμμετοχής του αφανούς εταίρου, ιδίως σε μία τυπική αφανή εταιρία, προσδιορίζεται με βάση την πραγματική αξία του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου, στα οποία συγκαταλέγονται εμφανή και αφανή αποθεματικά. Έτσι η εκκαθάριση καταλήγει σε ένα τελικό χρηματικό ποσό, το οποίο αποτελεί την αξία της συμμετοχής του αφανούς εταίρου και καταβάλλεται από τον εμφανή εταίρο στον αφανή εταίρο, με βάση τον ισολογισμό εκκαθαρίσεως που καταρτίζει ο εκκαθαριστής. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 8.3.2019 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, εξέθετε ότι δυνάμει του από 1.6.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάθηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου αφανής εταιρεία, με τον εναγόμενο ως εμφανή εταίρο και την ίδια ως αφανή εταίρο, με σκοπό τη δημιουργία και την εκμετάλλευση επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος σε δημόσιο ακίνητο, εμβαδού 2.000 τ.μ., που ο εναγόμενος είχε μισθώσει κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού, σε ευρισκόμενη στο Δήμο ... παραλιακή θέση. Ότι το κεφάλαιο της αφανούς εταιρείας ορίσθηκε στο χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ και καταβλήθηκε τοις μετρητοίς εξ ολοκλήρου από αυτήν, προοριζόταν δε και χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του εταιρικού καταστήματος, την αγορά του εξοπλισμού αυτού, την έναρξη και λειτουργία της προαναφερομένης επιχείρησης καφετέριας-σνακ μπάρ-εστιατορίου και παροχής υπηρεσιών σε λουομένους. Ότι ο εναγόμενος ορίσθηκε διαχειριστής και εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, ενώ η ίδια, λόγω του ότι κατέβαλε το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου, ορίσθηκε οικονομική διαχειρίστριά της αναφορικά με τις δαπάνες και τις εισπράξεις της εν λόγω αφανούς εταιρείας και αμφότεροι ταμίες αυτής από κοινού. Ότι σύμφωνα με την εν λόγω εταιρική σύμβαση, κάθε έτος λειτουργίας της αφανούς εταιρείας χωρίζεται σε δύο διαχειριστικές-εκκαθαριστικές περιόδους, εκ των οποίων η πρώτη (θερινή) ολοκληρώνεται την 30η Σεπτεμβρίου και η δεύτερη (χειμερινή) την 30η Απριλίου και κατά τη λήξη εκάστης των δύο περιόδων έπρεπε να διανέμονται, κατόπιν αφαίρεσης των λειτουργικών και ετέρων εξόδων, τα καθαρά κέρδη της εταιρείας, αρχικά και μέχρι την αποπληρωμή του προαναφερθέντος κεφαλαίου στην ίδια, κατά ποσοστό 90% σ' αυτήν και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 10% στον εναγόμενο και εν συνεχεία κατά ποσοστό 40% στον καθένα από τους διαδίκους, με την παρακράτηση του υπολοίπου ποσοστού του 20% ως αποθεματικού της αφανούς εταιρείας. Ότι η εν λόγω αφανής εταιρεία λειτούργησε ομαλά κατά τις δύο πρώτες περιόδους και η μεταξύ τους συνεργασία υπήρξε απολύτως αγαστή μέχρι τις αρχές Ιουνίου 2014, πλην όμως έκτοτε ο εναγόμενος άρχισε να δημιουργεί προβλήματα, επιδιώκοντας να παύσει αυτή να είναι οικονομική διαχειρίστρια της εταιρείας, κάτι που εκείνη αρνήθηκε. Ότι τελικά στις 16.12.2014 ο εναγόμενος της κοινοποίησε την από 15.12.2014 εξώδικη καταγγελία της μεταξύ τους αφανούς εταιρείας, δυνάμει της οποίας λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση η εν λόγω αφανής εταιρεία ορισμένου χρόνου. Ότι η ως άνω καταγγελία της αφανούς εταιρείας τυγχάνει άκαιρη, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και καταχρηστική, επειδή έλαβε χώρα άνευ σπουδαίου λόγου, όταν η ως άνω αφανής εταιρεία παρουσίαζε καθαρά κέρδη, συνολικού ύψους 22.591,30 ευρώ κατά το έτος 2014, προκειμένου ο εναγόμενος εμφανής εταίρος να αποκλείσει από αυτήν την ίδια (αφανή εταίρο), να εκμεταλλεύεται ως εκ τούτου ατομικώς πλέον το προαναφερθέν εταιρικό κατάστημα, το οποίο έχει κατασκευασθεί και λειτουργεί με δαπάνες αποκλειστικώς της ιδίας και να της προκαλέσει με τον τρόπο αυτό ζημία. Ότι διά του από 14.7.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων διορίσθηκαν οι μνημονευόμενοι στην αγωγή δύο συνεκκαθαριστές της λυθείσας εταιρείας, σε αντικατάσταση των διαδίκων εταίρων ως καταστατικών συνεκκαθαριστών αυτής, οι οποίοι δεν μπορούσαν να διενεργήσουν την εκκαθάριση. Ότι οι διορισθέντες δύο συνεκκαθαριστές συνέταξαν το από 5-10-2016 πρακτικό, όπου κατέληγαν μεταξύ τους σε διαφορετικά πορίσματα. Ότι, δυνάμει της υπ' αριθ. 68/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, οι προαναφερθέντες δύο διορισθέντες από τους διαδίκους συνεκκαθαριστές αντικαταστάθηκαν, ένεκα σπουδαίου λόγου, με τον μνημονευόμενο λογιστή, που συνέταξε τον ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής από 20.11.2018 ισολογισμό εκκαθάρισης, σύμφωνα με τον οποίο η αξία συμμετοχής της ιδίας στην αφανή εταιρεία ανέρχεται, επί τη βάσει του εκτιθεμένου στην αγωγή υπολογισμού του ενεργητικού και του παθητικού αυτής, στο ποσό των 109.070,70 ευρώ. Ότι πέραν αυτού απώλεσε, εξαιτίας της άκαιρης λύσης της ανωτέρω εταιρείας και της προπεριγραφείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, τα αναλογούντα στην προαναφερθείσα μερίδα συμμετοχής της και ανερχόμενα στο ποσοστό του 50% καθαρά εταιρικά κέρδη, τα οποία θα αποκόμιζε, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά την υπόλοιπη διάρκεια της αφανούς εταιρείας, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από την 1-1-2015 έως την 31-5-2025 και έγκεινται, επί τη βάσει των προαναφερομένων καθαρών κερδών του έτους 2014, στο συνολικό ποσό των 112.956,50 ευρώ, ενώ, λόγω της αδικοπραξίας του εναγομένου, υπέστη και ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εμφανής εταίρος να της καταβάλει: α) το ποσό των 109.070,70 ευρώ, για την απόδοση της αξίας της εταιρικής συμμετοχής της ως αφανούς εταίρου, β) το ποσό των 112.956,50 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη της, εξαιτίας της απώλειας των αναλογούντων σ' αυτήν καθαρών εταιρικών κερδών κατά το χρονικό διάστημα από την 1.1.2015 μέχρι την 31-5-2025, άλλως αυτό των 20.332,17 ευρώ για τα διαφυγόντα κέρδη της κατά την ως άνω θερινή περίοδο του έτους 2015 και γ) το ποσό των 30.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίησή της λόγω της ηθικής βλάβης, ήτοι συνολικά το ποσό των 252.027,20 ευρώ, άλλως αυτό των 159.402,87 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ' αριθ. 418/2020 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη αναφορικά με το υπό στοιχείο β' κονδύλιο, κατά το μέρος που αυτό ερείδεται επί της διάταξης του άρθρου 767 παρ.2 ΑΚ, και κατά τα λοιπά, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα υπό στοιχεία β' και γ' αγωγικά κονδύλια, και τέλος έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και δη ως προς το υπό στοιχείο α' αγωγικό αίτημα και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 109.070,70 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 17.9.2020 έφεση, με τον δεύτερο λόγο της οποίας παραπονέθηκε για την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι η εις βάρος του ασκηθείσα αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 212/2021 απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η αγωγή της εφεσίβλητης ήταν νόμω αβάσιμη και ως τέτοια έπρεπε να απορριφθεί, διότι δεν προσδιορίζεται στο ιστορικό αυτής η πραγματική αξία της εταιρικής περιουσίας, ούτε και η εταιρική μερίδα της εφεσίβλητης, που ανήρχετο σε ποσοστό 49%, επί τη βάσει των οποίων έπρεπε η εφεσίβλητη να αξιώνει την απόδοση της εταιρικής της μερίδας. Ο λόγος αυτής της έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον από το εν γένει περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι η εφεσίβλητη αξιώνει την καταβολή του ποσού των 109.070,70 ευρώ ως απόδοση της αξίας της συμμετοχής της στην αφανή εταιρεία, όπως αυτή προσδιορίζεται από τον από 20-11-2018 ισολογισμό εκκαθάρισης του λογιστή Ι. Β. που ενσωματώνεται στην αγωγή, το δε δικόγραφο αυτής περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις του Ν.4072/2012. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή εκτιμήθηκε προσηκόντως από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίθηκε νόμιμη και ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, o σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι δηλαδή η ένδικη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο είναι νόμιμη, ως προς το αιτούμενο κονδύλιο των 109.070,70 ευρώ, και απέρριψε στη συνέχεια τον άνω δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 285, 286, 291 του Ν. 4072/2012 και 766, 777 επ. του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, τη λύση της αφανούς εταιρείας ακολουθεί αυτοδικαίως η εκκαθάρισή της, η οποία συνίσταται στην απόδοση στον αφανή εταίρο της αξίας της συμμετοχής του, μειωμένης κατά τις ζημίες που του αναλογούν, προσδιοριζομένης με βάση την πραγματική αξία του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου, έτσι δε η εκκαθάριση καταλήγει σε ένα τελικό χρηματικό ποσό, το οποίο αποτελεί την αξία της συμμετοχής του αφανούς εταίρου και καταβάλλεται από τον εμφανή εταίρο στον αφανή εταίρο, με βάση τον ισολογισμό εκκαθαρίσεως που καταρτίζει ο εκκαθαριστής.
Εν προκειμένω δε, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη αξιώνει την καταβολή του ποσού των 109.070,70 ευρώ ως απόδοση της αξίας της συμμετοχής της στην αφανή εταιρεία, όπως αυτή προσδιορίζεται από τον από 20.11.2018 ισολογισμό εκκαθάρισης του λογιστή Ι. Β. που ενσωματώνεται στην αγωγή, και όχι ως απόδοση της εισφοράς της, την οποία άλλωστε δεν θα μπορούσε να ζητήσει, αφού η εισφορά της, συνισταμένη στην καταβολή χρημάτων, δεν είναι κατά χρήση, αλλά κατά κυριότητα και άρα δεν μπορεί να αποδοθεί, ούτε και ως απόδοση κερδών, οπότε θα ειδικαιούτο το επ' αυτών ποσοστό συμμετοχής της στην αφανή εταιρεία. Πρόκειται για αξίωση της αναιρεσίβλητης περί αποδόσεως της αξίας της συμμετοχής της στην άνω αφανή εταιρία, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται με βάση τον επισυναπτόμενο στο δικόγραφο της αγωγής από 20.11.2018 ισολογισμό τέλους εκκαθάρισης του λογιστή Ι. Β., ο οποίος και διενήργησε την εκκαθάριση της εταιρείας. Υπό το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις και ιδίως σ' αυτήν του άρθρου 291 παρ. 2 εδ. β' Ν. 4072/2012.
Συνεπώς, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, ενόψει και του ότι η εκ μέρους του κύρια εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Δυνάμει του από 1-6-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, συνεστήθη εγκύρως, με διάρκεια από την 16-2-013 μέχρι την 31-5-2025 και έδρα το Δήμο ..., μεταξύ του εναγομένου ως εμφανούς εταίρου και της ενάγουσας υπό την ιδιότητα της αφανούς εταίρου, η αφανής εταιρεία ορισμένου χρόνου, που είχε ως σκοπό τη δημιουργία και την εκμετάλλευση επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών καφετέριας, σνακ μπάρ και εστιατορίου, σε αμμώδες τμήμα επιφανείας 2.000 τ.μ., του ευρισκομένου στην παραλιακή θέση "..." του Δήμου ..., υπό στοιχεία ΒΚ 30 δημοσίου κτήματος. Το τμήμα αυτό του δημοσίου κτήματος ο εναγόμενος είχε μισθώσει, κατόπιν πρόχειρου δημόσιου διαγωνισμού και για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, με αφετηρία την 5-4-2013, δυνάμει της από 5-4-2013 σύμβασης μίσθωσης, συναφθείσας με την ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ A.E." και το τίτλο "ΕΤΑΔ Α.Ε." ως εκμισθώτρια, όπου περιγράφεται αναλυτικά το μίσθιο. Το κεφάλαιο της ανωτέρω προσωπικής εμπορικής, χωρίς νομική προσωπικότητα εταιρείας ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο είχε εξ ολοκλήρου εισφερθεί από την ενάγουσα αφανή εταίρο και το οποίο προοριζόταν και χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του εταιρικού καταστήματος, την αγορά του εξοπλισμού αυτού, την έναρξη και τη λειτουργία της προαναφερομένης επιχείρησης καφετέριας-σνακ μπάρ-εστιατορίου, με τον διακριτικό τίτλο "...". Κατά την εταιρική σύμβαση, ο εναγόμενος ορίσθηκε εμφανής εταίρος, ως μισθωτής του προπεριγραφέντος ακινήτου και δικαιούχος της άδειας λειτουργίας της εκεί εγκατασταθείσας και έκτοτε δραστηριοποιούμενης επιχείρησης, καθώς και διαχειριστής και εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, ο οποίος από την 29-7-2014 παρείχε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα προς τον Γ. Δ., ώστε ο τελευταίος να ενεργεί στο όνομά του και για λογαριασμό του, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Α., ενώ η ενάγουσα ορίσθηκε αφανής εταίρος και οικονομική διαχειρίστρια της αφανούς εταιρείας, αναφορικά με τις δαπάνες και τις εισπράξεις της, ενεργούσα υπό την εποπτεία και με την σύμφωνη γνώμη του εναγομένου, αμφότεροι δε οι διάδικοι ταμίες αυτής από κοινού. Το προαναφερόμενο εταιρικό κατάστημα συνίσταται σε ένα λυόμενο ισόγειο ξύλινο αναψυκτήριο-εστιατόριο, εμβαδού 106,85 τ.μ. με πέργκολα, επιφανείας 216,58 τ.μ., η εμπορική αξία του οποίου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 64.538,45 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα από 22-10-2018 και υπ' αριθμ. πρωτ. ΤΕΕ 2.848/25-10-2018 πραγματογνωμοσύνη, συνταχθείσα από την πολιτικό μηχανικό Π. Α. και τον μηχανολόγο μηχανικό Α. Π., κατόπιν της από 12-32018 αίτησης της ενάγουσας προς το Τ.Ε.Ε.- Τμήμα Δυτικής Ελλάδος. Σύμφωνα με την εταιρική σύμβαση, κάθε έτος λειτουργίας της αφανούς εταιρείας χωριζόταν σε δύο διαχειριστικές-εκκαθαριστικές περιόδους, εκ των οποίων η πρώτη (θερινή) ολοκληρωνόταν την 30η Σεπτεμβρίου και η δεύτερη (χειμερινή) την 30η Απριλίου και κατά τη λήξη εκάστης των περιόδων αυτών έπρεπε να διανέμονται, ύστερα από την αφαίρεση των λειτουργικών και ετέρων εξόδων της, τα καθαρά κέρδη της εν λόγω αφανούς εταιρείας ως εξής : α) μέχρι την αποπληρωμή του ανωτέρω κεφαλαίου στην ενάγουσα, κατά ποσοστό 90% στην τελευταία και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 10% στον εναγόμενο και β) μετά την αποπληρωμή το ανωτέρω κεφαλαίου στην ενάγουσα, κατά ποσοστό 40% στον καθέναν από τους διαδίκους, με την παρακράτηση του υπολοίπου ποσοστού 20% ως αποθεματικού της αφανούς εταιρείας. Η αφανής εταιρεία λειτούργησε ομαλά κατά τις δύο πρώτες διαχειριστικές-εκκαθαριστικές περιόδους παρουσιάζοντας μάλιστα διανεμηθέντα στους διαδίκους-εταίρους καθαρά κέρδη, συνολικού ύψους 22.591,30 ευρώ κατά το έτος 2014. Ωστόσο η ως άνω αφανής εταιρεία ορισμένου χρόνου λύθηκε την 16-12-2014, όταν επιδόθηκε στην ενάγουσα αφανή εταίρο η απευθυνομένη προς αυτήν από 15-12-2014 εξώδικη έκτακτη καταγγελία της ως άνω εταιρείας από τον εναγόμενο εμφανή εταίρο, ο οποίος επικαλείτο σχετικό σπουδαίο λόγο, με συνέπεια η λυθείσα αφανής εταιρεία να τεθεί έκτοτε, δυνάμει και του άρθρου 12 της εταιρικής σύμβασης, αυτοδικαίως σε εκκαθάριση... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το άρθρο 12 του ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης της αφανούς εταιρείας, σχετικά με την λύση και εκκαθάριση αυτής ορίζεται ότι : "Η εταιρία λύεται με κοινή απόφαση των συνεταίρων ή με καταγγελία κάποιου συνεταίρου για σπουδαίο λόγο. Στην περίπτωση αυτή η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση. Η εκκαθάριση της περιουσίας γίνεται από όλους τους συνεταίρους που διορίζονται εκκαθαριστές κατά τις διατάξεις του ΑΚ. Η διανομή της εταιρικής περιουσίας θα γίνεται ως εξής: Πρώτον θα πληρωθούν τα τυχόν χρέη της εταιρείας, μετά ταύτα κάθε συνεταίρος θα αναλάβει το κεφάλαιο που κατέθεσε ως άνω και μετά ταύτα θα γίνει η διανομή των κερδών και κάθε συνεταίρος θα λάβει το μερίδιό του ήτοι ποσοστό 49% η αφενός συμβαλλομένη αφανής εταίρος και ποσοστό 51% ο αφετέρου συμβαλλόμενος εμφανής εταίρος...". Για την διενέργεια της εκκαθάρισης της αφανούς εταιρείας οι διάδικοι-εταίροι και καταστατικοί συνεκκαθαριστές αυτής προέβησαν, δυνάμει του από 14-7-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού τους, στον διορισμό των λογιστών Α. Φ. και Τ. Β., ως συνεκκαθαριστών, προκειμένου να αναλάβουν την εκκαθάριση της λυθείσας αφανούς εταιρείας, πλην όμως οι ως άνω διορισθέντες τρίτοι συνεκκαθαριστές συνέταξαν το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 5-10-2016 πρακτικό, με το οποίο κατέληγαν σε διαφορετικά μεταξύ τους συμπεράσματα. Ακολούθως, δυνάμει της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, υπ' αριθμ. 68/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, οι δύο διορισθέντες από τους διαδίκους συνεκκαθαριστές αντικαταστάθηκαν ένεκα σπουδαίου λόγου, από τον λογιστή Ι. Β. του Δ. Ο τελευταίος συνέταξε τον από 20-11-2018 ισολογισμό εκκαθάρισης, που δεν συνιστά πραγματογνωμοσύνη κατ' άρθρο 368 ΚΠολΔ, αλλά ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 432 ΚΠολΔ), συνεκτιμώμενο με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, κατά την σύνταξη του οποίου έλαβε υπόψη του τόσο τα στοιχεία που καταχωρήθηκαν στην προαναφερομένη υπ' αριθμ. 68/2018 απόφαση διορισμού του, όσο και την από 22-10-2018 και υπ' αριθμ. πρωτ.ΤΕΕ 2.848/25-10-2018 πραγματογνωμοσύνη, συνταχθείσα από την πολιτικό μηχανικό Π. Α. και τον μηχανολόγο μηχανικό Α. Π. του Τ.Ε.Ε.- Τμήμα Δυτικής Ελλάδος για την αξία των εγκαταστάσεων της εταιρείας, καθώς επίσης και τα λογιστικά βιβλία της αφανούς εταιρείας που παραδόθηκαν. Σύμφωνα με τον ανωτέρω ισολογισμό εκκαθάρισης υπολογίσθηκαν και αναφέρονται: Α] το ενεργητικό αποτελούμενο από: α) το σύνολο των παγίων περιουσιακών στοιχείων εγκαταστάσεων και εξόδων ίδρυσης, αφαιρουμένων των αποσβέσεων έως την 12-12-2014 εκ ποσού 10.362,57 ευρώ, συνολικής αναπόσβεστης αξίας 144.708,97 ευρώ, β) οι απαιτήσεις της εταιρείας εναντίον τρίτων (πιστωτικό ΦΠΑ και εγγυητική επιστολή) συνολικού ποσού 12.145,05 ευρώ, γ) οι τραπεζικές καταθέσεις της εταιρείας ύψους 13.306,97 ευρώ, και δ) το υπόλοιπο του ταμείου αυτής, ποσού 381 ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 170.542,86 ευρώ και το Β] το παθητικό αποτελούμενο από: α) κεφάλαιο 109.070,70 ευρώ και β) οι υποχρεώσεις της εταιρείας, συνολικού ποσού 61.472,16 ευρώ. Ο εναγόμενος, επικαλούμενος την από 5/2/2020 "μελέτη εκτιμήσεως" του Α. Τ., ορκωτού ελεγκτή-λογιστή στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικής Ελεγκτικής Α.Ε.", ισχυρίζεται ότι στον ως άνω από 20-11-2018 ισολογισμό εκκαθάρισης του λογιστή-εκκαθαριστή Ι. Β. υπολογίζεται εσφαλμένα: α) η πραγματική αξία του συνόλου της εταιρικής περιουσίας, η οποία κατά την 31-12-2014 ανήρχετο με σωστό υπολογισμό στο ποσό των 76.000 ευρώ και β) η καθαρή θέση της εταιρείας, η οποία κατά την 31-12-2014 ανήρχετο όχι στο ποσό των 109.070,70 ευρώ, αλλά με σωστό υπολογισμό στο ποσό των 12.129,88 ευρώ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι ο ως άνω εκκαθαριστής έλαβε υπόψη του επενδύσεις-πάγια, με βάση εμβάσματα, παραστατικά ιδιωτικά έγγραφα και υπεύθυνες δηλώσεις που του προσκόμισε η ενάγουσα και τα οποία δεν προκύπτουν από το τηρούμενο βιβλίο εσόδων-εξόδων της εταιρείας, τα οποία αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα να προσδιορίσει την συνολική αξία των παγίων σε 155.071,54 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 80.371 ευρώ τα καταχωρημένα στο βιβλίο παγίων και στα έξοδα και ποσό 74.700,30 ευρώ τα λοιπά πάγια για τα οποία δεν έχουν εκδοθεί φορολογικά στοιχεία, ούτε αφορούν δαπάνες της επιχείρησης. Ωστόσο όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός του εναγομένου κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Και τούτο διότι, από όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι o ισολογισμός εκκαθάρισης δεν είναι η λογιστική κατάσταση με την στενή λογιστική του όρου έννοια, ήτοι φορολογικά βιβλία-ισοζύγια-φορολογικά στοιχεία, αλλά περιέχει και αποτυπώνει την εικόνα της υπό εκκαθάριση εταιρείας, βάσει των στοιχείων που επίσημα τέθηκαν στην διάθεση του εκκαθαριστή από τους διαδίκους-εταίρους και αφορούν την πραγματική περιουσιακή κατάσταση και την καθαρή θέση της εταιρείας, στηριζομένη μεταξύ άλλων και στο πραγματικό κόστος απόκτησης των παγίων ανεξαρτήτως της καταχώρησης παραστατικών στα επίσημα φορολογικά στοιχεία. Επομένως, στο ισολογισμό του διορισθέντος εκκαθαριστή Ι. Β. λήφθηκαν υπόψη, εκτός από το πραγματικό κόστος απόκτησης παγίων που προκύπτει από τις εγγραφές στα φορολογικά βιβλία, επιπλέον και τα πραγματικά στοιχεία για αγορές παγίων χωρίς τιμολόγια (π.χ. τραπεζικά εμβάσματα κλπ.). Ειδικότερα, όπως ισχυρίζεται και ο εναγόμενος, τα εννέα (9) τραπεζικά εμβάσματα-αποδείξεις της Εθνικής Τράπεζας (Ε.Τ.Ε.), συνολικού ποσού (20.003 + 10.001150 + 2.700 +10.001,50 + 5.001,50 + 5.001,50 + 5.001,50 + 4.001,50 + 1.001,50=) 62.716,50 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε προς τον εργολάβο Γ. Κ. και τα οποία περιλαμβάνονται στον ισολογισμό του διορισθέντος εκκαθαριστή, στον πίνακα 2.1.2. "πάγια περιουσιακά στοιχεία" με αριθμούς 3, 7, 8, 13, 15, 20, 21, 24, 26 και 32, υπολογίζονται ως δαπάνες για πάγια περιουσιακά στοιχεία, ήτοι δαπάνες για το έργο κατασκευής του αναψυκτηρίου της επιχείρησης, πλην όμως χωρίς τιμολόγια. Ωστόσο όμως, όπως προαναφέρθηκε, στην προκειμένη περίπτωση του ισολογισμού εκκαθάρισης λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία των αγορασθέντων παγίων και όχι μόνο αυτή που προκύπτει από τα καταχωρημένα στα φορολογικά βιβλία τιμολόγια, σχετικά δε με την κατασκευή του κτιρίου της εταιρείας, η οικονομική προσφορά που είχε παραδώσει ο εργολάβος Γ. Κ. στους διαδίκους ανερχόταν στο ποσό των 90.000 ευρώ και επί τη βάσει αυτής της προσφοράς εμφαίνονται οι προαναφερόμενες πληρωμές με τραπεζικά εμβάσματα, που αφορούν την πραγματική δαπάνη κατασκευής του αναψυκτηρίου. Επίσης, όσον αφορά τις καταχωρηθείσες στον ισολογισμό εκκαθάρισης δύο (2) αποδείξεις είσπραξης ποσών 5.000 και 5.000 ευρώ, τα οποία κατεβλήθησαν ως αμοιβές, στον μηχανικό Ν. Σ., εκ των οποίων η πρώτη πληρωμή έγινε την 15-10-2010 και η δεύτερη την 1-2-2013, αυτές αφορούσαν εργασίες για λογαριασμό της επιχείρησης της αφανούς εταιρείας των διαδίκων, σχετιζόμενες με την προετοιμασία του φακέλου προς την "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε." (ΕΤΑΔ Α.Ε.) με περιβαλλοντικές μελέτες και σχέδια, για την τελική μίσθωση του ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο σε μια περιοχή οικολογικά προστατευμένη και ενταγμένη στο δίκτυο NATURA και την σύνταξη του προσκομιζομένου μετ' επικλήσεως από 16-2-2013 τοπογραφικού διαγράμματος του ως άνω μηχανικού, γεγονός που αποδεικνύεται και από τα κατατεθέντα διά της ένορκης κατάθεσης, της μάρτυρος του εναγομένου Β. Θ. Περαιτέρω οι καταχωρηθείσες στον ισολογισμό εκκαθάρισης δαπάνες πληρωμής προς την εταιρεία πληροφορικής Datum ΕΠΕ, εκτός από το τιμολόγιο 678 ευρώ για την αμοιβή εγκατάστασης και εξοπλισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή, αφορούν πληρωμές για την παροχή υπηρεσιών αγοράς και εφαρμογής λογισμικού, για τις οποίες εκδόθηκαν τα υπ' αριθμούς 17/27-6-2013 και 19/12-7-2013 καταχωρηθέντα τιμολόγια. Σχετικά με τις αναφερόμενες στον πίνακα 2.1.2. "πάγια περιουσιακά στοιχεία", δαπάνες με αριθμούς 4, 6, 9, 10, 12, 14, 16, 17, 19, 22, 23 και 25, συνολικού ποσού (1.660 + 1.150 + 1.000 + 300 + 1.000 + 1.100 + 3.500 + 1.750 + 900 + 300 + 388 + 930=) 13.978,80 ευρώ, καθώς και δαπάνες με αριθμούς 27, 28, 29, 30 και 31, συνολικού ποσού (640 + 100 + 560 + 4.650 + 150=) 6.100 ευρώ, οι οποίες αφορούν χωματουργικές εργασίες, ξυλουργικές εργασίες, σιδηροκατασκευές, αγορά ομπρελών, διαφημιστικές επιγραφές, τοποθέτηση ψάθινων επενδύσεων, τοποθέτηση κολωνών ΔΕΗ και βάψιμο, απεικονίζουν εργασίες και προϊόντα, τα οποία ευρέθησαν στο κατάστημα της εταιρείας, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες εγγραφές στα φορολογικά βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης. Τέλος, δεν συμπεριελήφθησαν και δεν υπολογίσθηκαν, στον ισολογισμό εκκαθάρισης, οι οφειλές ύψους 3.889,5 ευρώ και 2.654,24 ευρώ που αφορούν τις ασφαλιστικές εισφορές ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ του εναγομένου ως επιχειρηματία και τις προσαυξήσεις τους λόγω εκπρόθεσμης καταβολής, καθόσον δεν ήσαν υποχρεώσεις της εταιρείας αλλά ατομικές του εμφανούς εταίρου. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων, αποδεικνύεται ότι ο συνταχθείς από τον διορισθέντα εκκαθαριστή Ι. Β. ισολογισμός εκκαθάρισης, ορθά συμπεριλαμβάνει όλες τις ανωτέρω δαπάνες χωρίς επίσημα φορολογικά παραστατικά, διότι αυτές αποδεδειγμένα έχουν πραγματοποιηθεί και έχουν δαπανηθεί τα αντίστοιχα ποσά και επομένως δεν συντρέχει περίπτωση εσφαλμένης επαύξησης-διόγκωσης των παγίων και της περιουσίας της αφανούς εταιρείας, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου.... Μετά ταύτα, σύμφωνα και με τον ανωτέρω αναφερόμενο από 20-11-2018 ισολογισμό εκκαθάρισης του δικαστικώς διορισθέντος εκκαθαριστή-λογιστή Ι. Β., η αξία της εταιρικής συμμετοχής της ενάγουσας αφανούς εταίρου στην ανωτέρω αφανή εταιρεία ανέρχεται, επί της βάσει του αναλυτικώς εκτιθεμένου στον ισολογισμό ενεργητικού της εταιρείας συνολικού ύψους 170.542,86 ευρώ, αφαιρουμένου του αναλυτικώς παρατιθεμένου εκεί παθητικού αυτής ποσού 61.472,16 ευρώ, στο ποσό των 109.070,70 ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην αξία της εταιρικής συμμετοχής της ενάγουσας στην αφανή εταιρεία και πρέπει να αποδοθεί στην ενάγουσα, από τον εναγόμενο εμφανή εταίρο για την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, καθόσον όπως προαναφέρθηκε σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας, κατά την διαδικασία της εκκαθάρισης πρώτα θα πληρωθούν τα τυχόν χρέη της εταιρείας, μετά κάθε συνεταίρος θα αναλάβει το κεφάλαιο που κατέθεσε και μετά ταύτα θα ακολουθήσει η τυχόν διανομή των κερδών. Η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να αξιώσει από τον εναγόμενο την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού των 109.070,70 ευρώ, για την απόδοση από τον τελευταίο ως εμφανή εταίρο, της αξίας της εταιρικής της συμμετοχής υπό την ιδιότητα της αφανούς εταίρου στην λυθείσα και τελούσα υπό εκκαθάριση αφανή εταιρεία, νομιμοτόκως από την επομένη της ένδικης αγωγής. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, με τις ίδιες αιτιολογίες οδηγήθηκε στην αυτή κρίση και ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε, αλλ' ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης περί πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 418/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη από 8.3.2019 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 109.070,70 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 285, 286, 291 του Ν. 4072/2012 και 766, 777 επ. του ΑΚ, καθόσον στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, σύμφωνα με το οποίο η αξία της εταιρικής συμμετοχής της ενάγουσας, αφανούς εταίρου στην ανωτέρω αφανή εταιρεία, ανέρχεται στο ποσό των 109.070,70 ευρώ, που πρέπει να αποδοθεί σ' αυτήν από τον εναγόμενο, ως εμφανή εταίρο, αφού κατά τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) δυνάμει του από 1-6-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, συνεστήθη εγκύρως, με διάρκεια από την 16-2-013 μέχρι την 31-5-2025 και έδρα το Δήμο ..., μεταξύ του εναγομένου ως εμφανούς εταίρου και της ενάγουσας υπό την ιδιότητα της αφανούς εταίρου, αφανής εταιρεία ορισμένου χρόνου, που είχε ως σκοπό τη δημιουργία και την εκμετάλλευση επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος, β) Το κεφάλαιο της ανωτέρω εταιρείας ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο είχε εξ ολοκλήρου εισφερθεί από την ενάγουσα αφανή εταίρο και το οποίο προοριζόταν και χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του εταιρικού καταστήματος, την αγορά του εξοπλισμού αυτού, την έναρξη και τη λειτουργία επιχείρησης καφετέριας-σνακ μπάρ-εστιατορίου, γ) η εν λόγω αφανής εταιρεία λειτούργησε ομαλά κατά τις δύο πρώτες διαχειριστικές-εκκαθαριστικές περιόδους, πλην όμως λύθηκε την 16-12-2014, όταν επιδόθηκε στην ενάγουσα αφανή εταίρο η από 15-12-2014 εξώδικη έκτακτη καταγγελία της ως άνω εταιρείας από τον εναγόμενο εμφανή εταίρο, ο οποίος επικαλείτο σχετικό σπουδαίο λόγο, με συνέπεια η λυθείσα αφανής εταιρεία να τεθεί έκτοτε, δυνάμει και του άρθρου 12 της εταιρικής σύμβασης, αυτοδικαίως σε εκκαθάριση, δ) δυνάμει της υπ' αριθμ. 68/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, οι διορισθέντες από τους διαδίκους συνεκκαθαριστές αντικαταστάθηκαν, ένεκα σπουδαίου λόγου, από τον λογιστή Ι. Β., ο οποίος συνέταξε τον από 20-11-2018 ισολογισμό τέλους εκκαθάρισης, σύμφωνα με τον οποίο η αξία της εταιρικής συμμετοχής της ενάγουσας αφανούς εταίρου στην ανωτέρω αφανή εταιρεία ανέρχεται, επί τη βάσει του αναλυτικώς εκτιθεμένου στον ισολογισμό ενεργητικού της εταιρείας, συνολικού ύψους 170.542,86 ευρώ, αφαιρουμένου του αναλυτικώς παρατιθεμένου εκεί παθητικού αυτής ποσού 61.472,16 ευρώ, στο ποσό των 109.070,70 ευρώ, και ε) το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην αξία της εταιρικής συμμετοχής της ενάγουσας στην αφανή εταιρεία και πρέπει να αποδοθεί σ' αυτήν από τον εναγόμενο εμφανή εταίρο για την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αξίας της εταιρικής συμμετοχής της ενάγουσας στην άνω αφανή εταιρεία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 4072/2012 και του ΑΚ. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να αξιώσει από τον εναγόμενο την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού των 109.070,70 ευρώ, για την απόδοση από τον τελευταίο ως εμφανή εταίρο, της αξίας της εταιρικής της συμμετοχής υπό την ιδιότητα της αφανούς εταίρου στην λυθείσα και τελούσα υπό εκκαθάριση αφανή εταιρεία, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές, α) ότι δυνάμει του από 1-6-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, συνεστήθη εγκύρως, με διάρκεια από την 16-2-013 μέχρι την 31-5-2025 και έδρα το Δήμο ..., μεταξύ του εναγομένου ως εμφανούς εταίρου και της ενάγουσας υπό την ιδιότητα της αφανούς εταίρου, η αφανής εταιρεία ορισμένου χρόνου, που είχε ως σκοπό τη δημιουργία και την εκμετάλλευση επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών καφετέριας, σνακ μπάρ και εστιατορίου, σε αμμώδες τμήμα επιφανείας 2.000 τ.μ., του ευρισκομένου στην παραλιακή θέση "..." του Δήμου ..., υπό στοιχεία ΒΚ 30 δημοσίου κτήματος, β) ότι το κεφάλαιο της ανωτέρω προσωπικής εμπορικής, χωρίς νομική προσωπικότητα εταιρείας ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο είχε εξ ολοκλήρου εισφερθεί από την ενάγουσα αφανή εταίρο και το οποίο προοριζόταν και χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του εταιρικού καταστήματος, την αγορά του εξοπλισμού αυτού, την έναρξη και τη λειτουργία της προαναφερομένης επιχείρησης καφετέριας-σνακ μπάρ-εστιατορίου, με τον διακριτικό τίτλο "...", γ) ότι ο εναγόμενος ορίσθηκε εμφανής εταίρος, ως μισθωτής του προπεριγραφέντος ακινήτου και δικαιούχος της άδειας λειτουργίας της εκεί εγκατασταθείσας και έκτοτε δραστηριοποιούμενης επιχείρησης, καθώς και διαχειριστής και εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, ενώ η ενάγουσα ορίσθηκε αφανής εταίρος και οικονομική διαχειρίστρια της αφανούς εταιρείας, αναφορικά με τις δαπάνες και τις εισπράξεις της, ενεργούσα υπό την εποπτεία και με την σύμφωνη γνώμη του εναγομένου, αμφότεροι δε οι διάδικοι ταμίες αυτής από κοινού, δ) ότι κάθε έτος λειτουργίας της αφανούς εταιρείας χωριζόταν σε δύο διαχειριστικές-εκκαθαριστικές περιόδους, εκ των οποίων η πρώτη (θερινή) ολοκληρωνόταν την 30η Σεπτεμβρίου και η δεύτερη (χειμερινή) την 30η Απριλίου και κατά τη λήξη εκάστης των περιόδων αυτών έπρεπε να διανέμονται, ύστερα από την αφαίρεση των λειτουργικών και ετέρων εξόδων της, τα καθαρά κέρδη της εν λόγω αφανούς εταιρείας κατά τον άνω τρόπο, ε) ότι η ως άνω αφανής εταιρεία ορισμένου χρόνου λύθηκε την 16.12.2014, όταν επιδόθηκε στην ενάγουσα αφανή εταίρο η απευθυνομένη προς αυτήν από 15-12-2014 εξώδικη έκτακτη καταγγελία της ως άνω εταιρείας από τον εναγόμενο εμφανή εταίρο, ο οποίος επικαλείτο σχετικό σπουδαίο λόγο, με συνέπεια η λυθείσα αφανής εταιρεία να τεθεί έκτοτε, δυνάμει και του άρθρου 12 της εταιρικής σύμβασης, αυτοδικαίως σε εκκαθάριση, στ) ότι για την διενέργεια της εκκαθάρισης της αφανούς εταιρείας οι διάδικοι προέβησαν, δυνάμει του από 14-7-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού τους, στον διορισμό των λογιστών Α. Φ. και Τ. Β., ως συνεκκαθαριστών, προκειμένου να αναλάβουν την εκκαθάριση της λυθείσας αφανούς εταιρείας, πλην όμως οι ως άνω διορισθέντες τρίτοι συνεκκαθαριστές συνέταξαν το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 5-10-2016 πρακτικό, με το οποίο κατέληγαν σε διαφορετικά μεταξύ τους συμπεράσματα, ζ) ότι, ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 68/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, οι δύο διορισθέντες από τους διαδίκους συνεκκαθαριστές αντικαταστάθηκαν, ένεκα σπουδαίου λόγου, από τον λογιστή Ι. Β., ο οποίος συνέταξε τον από 20-11-2018 ισολογισμό εκκαθάρισης, κατά την σύνταξη του οποίου έλαβε υπόψη του τόσο τα στοιχεία που καταχωρήθηκαν στην απόφαση διορισμού του, όσο και την από 22-10-2018 και υπ' αριθμ. πρωτ.ΤΕΕ 2.848/25-10-2018 πραγματογνωμοσύνη, συνταχθείσα από την πολιτικό μηχανικό Π. Α. και τον μηχανολόγο μηχανικό Α. Π. του Τ.Ε.Ε.- Τμήμα Δυτικής Ελλάδος για την αξία των εγκαταστάσεων της εταιρείας, καθώς επίσης και τα λογιστικά βιβλία της αφανούς εταιρείας που παραδόθηκαν, η) ότι σύμφωνα με τον ανωτέρω ισολογισμό εκκαθάρισης υπολογίσθηκαν και αναφέρονται το ενεργητικό αποτελούμενο από το σύνολο των παγίων περιουσιακών στοιχείων εγκαταστάσεων και εξόδων ίδρυσης, αφαιρουμένων των αποσβέσεων έως την 12-12-2014 εκ ποσού 10.362,57 ευρώ, συνολικής αναπόσβεστης αξίας 144.708,97 ευρώ, οι απαιτήσεις της εταιρείας εναντίον τρίτων (πιστωτικό ΦΠΑ και εγγυητική επιστολή) συνολικού ποσού 12.145,05 ευρώ, οι τραπεζικές καταθέσεις της εταιρείας ύψους 13.306,97 ευρώ, και το υπόλοιπο του ταμείου αυτής, ποσού 381 ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 170.542,86 ευρώ και το το παθητικό αποτελούμενο από κεφάλαιο 109.070,70 ευρώ και οι υποχρεώσεις της εταιρείας, συνολικού ποσού 61.472,16 ευρώ, θ) ότι ο συνταχθείς από τον διορισθέντα εκκαθαριστή Ι. Β. ισολογισμός εκκαθάρισης, ορθά συμπεριλαμβάνει όλες τις ανωτέρω δαπάνες χωρίς επίσημα φορολογικά παραστατικά, διότι αυτές αποδεδειγμένα έχουν πραγματοποιηθεί και έχουν δαπανηθεί τα αντίστοιχα ποσά και επομένως δεν συντρέχει περίπτωση εσφαλμένης επαύξησης-διόγκωσης των παγίων και της περιουσίας της αφανούς εταιρείας, και ι) ότι μετά ταύτα, σύμφωνα και με τον ανωτέρω ισολογισμό εκκαθάρισης του δικαστικώς διορισθέντος εκκαθαριστή-λογιστή Ι. Β., η αξία της εταιρικής συμμετοχής της ενάγουσας αφανούς εταίρου στην ανωτέρω αφανή εταιρεία ανέρχεται, επί της βάσει του αναλυτικώς εκτιθεμένου στον ισολογισμό ενεργητικού της εταιρείας συνολικού ύψους 170.542,86 ευρώ, αφαιρουμένου του αναλυτικώς παρατιθεμένου εκεί παθητικού αυτής ποσού 61.472,16 ευρώ, στο ποσό των 109.070,70 ευρώ, το οποίο και πρέπει να αποδοθεί στην ενάγουσα από τον εναγόμενο εμφανή εταίρο για την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, καθόσον, σύμφωνα και με το καταστατικό της εταιρείας, κατά την διαδικασία της εκκαθάρισης πρώτα θα πληρωθούν τα τυχόν χρέη της εταιρείας, μετά κάθε συνεταίρος θα αναλάβει το κεφάλαιο που κατέθεσε και μετά ταύτα θα ακολουθήσει η τυχόν διανομή των κερδών, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Επομένως, ο δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αφενός μεν προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ισχυριζόμενος ότι ο υπολογισμός της αξίας της εταιρικής συμμετοχής της αναιρεσίβλητης έπρεπε να γίνει με βάση το εταιρικό της μερίδιο στα κέρδη, ήτοι κατά ποσοστό 49% επί του άνω ποσού της καθαρής πραγματικής περιουσίας της αφανούς εταιρείας κατά το χρόνο λύσεώς της, είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2022 αίτηση του Ν. Θ. του Π., για αναίρεση της με αριθ. 212/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ