Αριθμός 538/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Δ. του Θ. και Α., 2) Μ.-Ε. Δ. του Θ. και Α., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνη Ηλιόκαυτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που ανακάλεσε την από 11-1-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) D. (Δ. Δ.) M. (Μ. Μ.) του S. (Σ. Σ.), 2) D. (Δ. Δ.) N. (Ν. Ν.) του S. (Σ. Σ.), κατοίκων …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αλεξόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10037/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1510/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 31-8-2017 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 827/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1012/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες Β. Δ. και Μ.-Ε. Δ., με την από 03/ 09/2014 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι έναι άκυρη η …/…-7-2008 δημόσια διαθήκη , του θείου τους Π. Δ., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Στυλιανού Σιαφάκα, ως προς τις αναφερόμενες στους εναγομένους διατάξεις της , λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον , ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν με την 10037/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατ' αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες η από 21/09/2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1510 /2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ασκηθείσα από τους ενάγοντες έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 31/08/2017 αναίρεση από τους ενάγοντες, η οποία έγινε δεκτή με την 827/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση. Το τελευταίο με την 1012/ 2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την άνω έφεση. Κατά της τελευταίας απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
A1. Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο της, ενόψει, όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά. Τα αίτια που προκάλεσαν τη δικαιοπρακτική βούληση, μόνο κατ' εξαίρεση επιδρούν στο κύρος της δικαιοπραξίας, όταν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 140-153 ΑΚ (πλάνη, απάτη, απειλή), οπότε παρέχεται το διαπλαστικό δικαίωμα της ακύρωσης αυτής, κατά τα άρθρα 154 και 155 ΑΚ. Προσκρούει στα χρηστά ήθη η τελευταία διάταξη όχι απλώς εκ του ότι το τιμώμενο με αυτήν πρόσωπο είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της καταλείψεως ή τα συνοδεύοντα αυτήν περιστατικά μαρτυρούν για το διαθέτη ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση, καθώς επίσης και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη με τον τρόπο που έγινε συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης προς εγγύτατα πρόσωπα της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη, ιδίως όταν σ' αυτά χωρίς εύλογη αφορμή καταλείφθηκε μικρό, αναλόγως μέρος της περιουσίας. Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι και εκείνη με την οποία δεσμεύεται υπέρμετρα η ελευθερία του προσώπου, για ζητήματα τα οποία ανάγονται στην ελεύθερη βούλησή του, με βάση τις κρατούσες περί ηθικής αντιλήψεις της κοινωνίας. Η με διάταξη τελευταίας βουλήσεως κατάλειψη περιουσίας σε πρόσωπο, με το οποίο ο διαθέτης συζούσε με σχέση παλλακείας, ή είχε σαρκικές σχέσεις, ή το οποίο πρόσωπο ή άλλο συγγενικό αυτού (πρόσωπο) εκείνος, όντας ομοφυλόφιλος, είχε ως ερωτικό του σύντροφο, δεν έχει από μόνη της περιεχόμενο αντικείμενο στα χρηστά ήθη, εκτός εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία διάταξη, από τον τρόπο που έγινε συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης προς εγγύτατα πρόσωπα της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι αδελφοί εκείνου, καθώς και αν η ίδια διάταξη αποτελεί με τον τρόπο εκδήλωσής της πλήρη ευτελισμό της αξίας του ανθρώπου ή είδος εμπορίας του ανθρώπινου σώματος. Η ακυρότητα της διαθήκης ή διατάξεως αυτής είναι απόλυτη και επέρχεται, αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται να κηρυχθεί αυτή με δικαστική απόφαση. Επιτρέπεται, όμως, η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως για την ανωτέρω αιτία (ΑΠ 825/2009, ΑΠ 981/2006) .
2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ 1662/2012, 2195/2009).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή; μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και,ως εκ τούτου ι δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 948/2019, 319/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 23-7-2013 απεβίωσε στη "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ" στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ο Π. Δ., του Ε., κάτοικος, όσο ζούσε, …, συνεπεία εγκεφαλικής αιμορραγίας, κατόπιν αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου, ο οποίος άφησε, κατά το χρόνο του θανάτου του, πλησιέστερου συγγενείς του, τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Θεοδοσίου, δηλαδή του ενάγοντος (Βλ. το με αριθμ. πρωτ. …/….7.2013 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Θεσσαλονίκης. Ο εν λόγω θανών με την υπ' αριθμ. …/2008 δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε από το συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Στυλιανό Σιαφάκα και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το αριθμ. 1607/2013 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού ανακάλεσε ρητά κάθε προγενέστερη διαθήκη του, οποιουδήποτε είδους, όποτε και αν έγινε και ειδική την υπ' αριθμ. …/2003 διαθήκη που είχε συνταχθεί ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, εγκατέστησε κληρονόμους του, στους οποίους επιθυμούσε να περιέλθουν τα περιουσιακά του στοιχεία: α) τον Π. Τ. (μη διάδικο), σε ανταπόδοση και αναγνώριση των υπηρεσιών αυτού και των γονέων του προς το πρόσωπό του, όταν υποβλήθηκε διαδοχικά σε εγχειρήσεις χολοκυστεκτομής και προστάτου το Φεβρουάριο του έτους 2002, στον οποίο κατέλιπε ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." του δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης και β) τους εναγομένους και ήδη εφεσιβλήτους , στους οποίους Κατέλιπε κατ' ισομοιρία όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του, όπου και αν βρεθεί. Επίσης, όρισε να περιέλθουν σε αυτούς όλες οι καταθέσεις, ομόλογα, προθεσμιακές καταθέσεις και πάσης φύσεως δικαιώματα σε οποιαδήποτε τράπεζα, όπως στην MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ BANK, στην Εθνική Τράπεζα ή στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ή όπου αλλού βρεθούν. Επιπλέον όρισε ότι, αποκλείει ρητώς , άλλως αποκληρώνει, να εισέλθουν στην κληρονομιά του με οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε ιδιότητα, οποιοσδήποτε συγγενής του και ειδικότερα η οικογένεια του ήδη αποβιώσαντος αμφιθαλούς αδελφού του Θ. Δ. του Ε., αποτελούμενη από τη σύζυγο και τα δυο παιδιά του, λόγω της κακής συμπεριφοράς τους προς την μητέρα του Β. Δ. του Ε., αλλά και προς τον ίδιο. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος Π. Δ. του Ε., γεννήθηκε το έτος 1932, ήταν εν ζωή άγαμος, ασκούσε δε το επάγγελμα του ιατρού με ειδικότητα παιδιάτρου, εργαζόμενος στο ΙΚΑ Συντριβανίου της Θεσσαλονίκης, διατηρώντας και ιδιωτικό ιατρείο στο κέντρο της …., επί της οδού ..., είχε δε μετεκπαιδευθεί στην παιδιατρική στο … του …. και είχε διατελέσει διδάκτορας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ο θανών ήταν το τρίτο τέκνο μιας αστικής οικογένειας, που είχε εγκατασταθεί προπολεμικά στην πόλη της Θεσσαλονίκης, τα δυο δε μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν δίδυμα, ο ένας δε εκ των διδύμων αδελφών του, ο Μ., σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητεία, το έτος 1956, γεγονός που συνέσφιξε σε μεγαλύτερο βαθμό τις σχέσεις του θανόντος με τον έτερο αδελφό του, τον Θ., πατέρα των εναγόντων. Ο θανών είχε πολύ χαμηλό ανάστημα (νάνος), ήταν δε ομοφυλόφιλος, την σεξουαλική του αυτή ταυτότητα, δεν απέκρυψε καθόλη τη διάρκεια της ζωής του. Οι σχέσεις του θανόντος με τον αδελφό του Θ., ήταν πολύ καλές όσο ήταν νέοι, όπως προκύπτει τόσο από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες επιστολές που αντάλλασσαν τα δυο αδέλφια, όσο και κυρίως από τις καταθέσεις μαρτύρων, συνεχίσθηκαν δε με την ίδια ζέση και μετά το γάμο του Θ., το έτος 1981. Επιπλέον ο θανών βάφτισε και τον γιό του αδελφού του, Μ. –Ε. (β' εκκαλούντα) και συμμετείχε μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1999 θάνατο του αδελφού του, σε οικογενειακές συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις (Χριστούγεννα, νέο έτος, Πάσχα, ονομαστικές γιορτές, καλοκαιρινές διακοπές), χωρίς οι σχέσεις τους να διαρρηχθούν ποτέ, όσο ο αδελφός του ζούσε. Βέβαια, η κατά πρόταση των εναγόντων εξετασθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μάρτυρας-μητέρα τους, κατέθεσε αρχικά ότι οι σχέσεις της ίδιας και των τέκνων της με τον αποβιώσαντα συνεχίσθηκαν και μετά το θάνατο του συζύγου της και ήταν άριστες μέχρι και το θάνατο του διαθέτη, πλην όμως αυτοαναιρέθηκε στη συνεχεία, διότι κατέθεσε ότι από το 2001 δεν επισκεπτόταν τόσο η ίδια όσο και τα παιδιά της τον αποβιώσαντα, για να προσθέσει ότι "δεν είχαν κανένα λόγο να πάνε στο εξοχικό του θείου τους τα παιδιά, πιο μπροστά πήγαιναν με τον πατέρα τους " και να απαντήσει εν συνεχεία στην ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγομένων εάν η ίδια επισκεπτόταν το θανόντα από το 2001 έως το 2013 ότι, "πιο μπροστά είχα πάει". Εξάλλου, όσον αφορά τις επισκέψεις των εναγόντων στην κύρια κατοικία του κληρονομουμένου επί της οδού ..., στο δικόγραφο της αγωγής, οι ίδιοι (ενάγοντες) αναγράφουν ότι "αποτελούσε άβατο για εμάς και την οικογένεια μας", γεγονός από το οποίο αβίαστα συνάγεται ότι δεν επισκεπτόταν τον διαθέτη στην κύρια κατοικία του κατά το μετά το θάνατο του πατέρα τους χρονικό διάστημα. Από όλα τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι σχέσεις των εναγόντων με το διαθέτη-θείο τους, μετά τον επισυμβάντα το έτος 1999 θάνατο του πατέρα τους, δε διατηρήθηκαν στο ίδιο επίπεδο, αλλά αντίθετα ο αποβιώσας εισπράττοντας την απόρριψη της νύφης και των ανεψιών του, απομακρύνθηκε από την οικογένεια του αδελφού του, χωρίς να επιθυμεί και ο ίδιος πλέον να έχει σχέσεις με τα εναπομείναντα μέλη αυτής. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τον επόμενο κιόλας έτος του θανάτου του αδελφού του, ο διαθέτης με το υπ' αριθμ …/2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης Βαρσάμη, αγόρασε το μερίδιο των κληρονόμων του αδελφού του (συζύγου και τέκνων του) επί της κειμένης επί της οδού οδού ... πατρικής οικίας του, της οποίας ο ίδιος και ο αδελφός του ήταν συγκύριοι και στην οποία (οικία) ο ίδιος διέμενε μέχρι το θάνατο του . Αξιοσημείωτο δε είναι ότι, ενώ κατά την Εκτίμηση της εφορίας η αξία του ανήκοντος στους ενάγοντες και τη μητέρα τους ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πιο πάνω οικίας, ανήρχετο στο ποσό των 9.004.500 δραχμών, εκτίμηση η οποία βασίσθηκε σε συγκριτικά στοιχεία τα το ισχύον τη χρονική περίοδο της μεταβίβασης σύστημα και συνεπώς αντιστοιχούσε στην πραγματική αγοραία αξία της, ο θανών κατέβαλε ως τίμημα το ποσό των 13.500.000 δραχμών, δηλαδή υπέρτερο τίμημα κατά 50%. Η εξετασθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας, νύφη του διαθέτη, δήλωσε ότι το επιπλέον αυτό τίμημα αποτελούσε "αντάλλαγμα για τη δωρεάν παραχώρηση στον αποβιώσαντα για 30 χρόνια του ποσοστού της συγκυριότητος του συζύγου της στο διαμέρισμα ", γεγονός που καταδεικνύει αδιστάκτως τη μεταβολή στις σχέσεις των δυο πλευρών, και συγκεκριμένα από την δωρεάν παραχώρηση του διαμερίσματος στον θανόντα, όσο ζούσε ο αδελφός του, στην καταβολή ποσού των 4.495.500 δραχμών ως αποζημίωση χρήσης για την παραχώρηση του ίδιου ακινήτου, τον επόμενο κιόλας χρόνο του θανάτου του αδελφού του και μάλιστα αναδρομικά. Εν συνεχεία, κατά το έτος 2001 περίπου, ο αποβιώσας, ο οποίος πλέον μετά το θάνατο της μητέρας του ζούσε μόνος και είχε ανάγκη οικιακής βοηθού, με τη διαμεσολάβηση φιλικού του προσώπου, προσέλαβε την μητέρα των εναγομένων, αλβανικής καταγωγής, προκειμένου να παρέχει αρχικά υπηρεσίες καθαριότητας στην κατοικία και στο ιατρείο του. Στη συνέχεια, η ίδια, ανέλαβε καθήκοντα οικιακής βοηθού, εκτελώντας όλες τις οικιακές εργασίες (μαγείρεμα, πλύσιμο ρούχων κλπ). Με το πέρασμα του χρόνου ο διαθέτης, ο οποίος είχε σταδιακά αποξενωθεί από την οικογένεια του προαποβιώσαντος αδελφού του, όπως προαναφέρθηκε, γνώρισε την οικογένεια της οικιακής βοηθού του, που αποτελείτο από το σύζυγο και τα δύο τέκνα της τον Μ. και το Ν. (εναγομένους), δημιούργησε δε εν συνεχεία μαζί τους στενούς δεσμούς, οι οποίοι διατηρήθηκαν και μετά την εν συνεχεία δημιουργία από τους εναγόμενους δικών τους οικογενειών και ειδικότερα, την τέλεση του γάμου τους, τα έτη 2002 και 2006 και την απόκτηση τέκνων τα έτη 2003, 2008 και 2009, αντίστοιχα (βλ τα από 21-1-2019 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης του δήμου Αμπελοκήπων - Μενεμένης ). Συγκεκριμένα, ο αποβιώσας επισκεπτόταν τακτικά τους εναγόμενους και τους γονείς τους στην οικία τους στους ... και τους καλούσε στην εξοχική του κατοικία στην ..., όπου διέμεναν όλοι μαζί το Πάσχα και τις καλοκαιρινές διακοπές. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι ασχολούνταν επαγγελματικά με οικοδομικές εργασίες, ανέλαβαν τη συντήρηση και διάφορες εργασίες της εξοχικής κατοικίας του, όπως ελαιοχρωματισμό, περίφραξη του οικοπέδου, τοποθέτηση πέτρας. Επιπλέον ο διαθέτης, συμπαραστάθηκε στους γονείς των εναγομένων στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισαν, αναλαμβάνοντας την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη και αντίστοιχα οι εναγόμενοι τον ίδιο, όταν υπέστη καρδιακό επεισόδιο και εισήχθη στην κλινική "Άγιος Λουκάς", όπου νοσηλεύθηκε για τρεις ημέρες και το έτος 2009, όταν υποβλήθηκε σε εγχείρηση κοίλης. Το έτος 2008, ο Π. Δ., αποφάσισε να τιμήσει τους εναγομένους και προέβη στη σύνταξη της προσβαλλόμενης δημόσιας διαθήκης, με την οποία καταλείπει σ' αυτούς κατ' ισομοιρία, την κινητή και ακίνητη περιουσία του (πλην ενός ακινήτου) και αποκλείει ρητά από την κληρονομιά του την οικογένεια του προαποβιώσαντος αδελφού του Θ.. Οι ενάγοντες, έχοντες έννομο συμφέρον ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος, ισχυρίζονται ότι οι διατάξεις της με τις οποίες καθιστά κληρονόμους του τους εναγομένους και αποκληρώνει τους ίδιους είναι άκυρες ως αντίθετες με τα χρηστά ήθη, διότι δεν αποτελούν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του διαθέτη, αλλά της εξάρτησης αυτού από τους εναγομένους, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το ομοφυλοφιλικό πάθος του και τις εξασθενημένες νοητικές και ψυχοκινητικές του δυνάμεις, συνιστούν δε και εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης προς αυτούς, πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί, δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, αφενός μεν δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, με τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, διατηρούσε οικογενειακές σχέσεις, ήταν ερωτικοί του σύντροφοι και ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις της διαθήκης έγιναν αποκλειστικά και μόνο ως ανταμοιβή τους, προκειμένου αυτοί να προσφέρουν στο διαθέτη τις ερωτικές τους υπηρεσίες. Ακόμα και η κατά πρόταση των εναγόντων εξετασθείσα μάρτυρας στις αλλεπάλληλες σχετικές ερωτήσεις που της απηύθυνε τόσο το δικαστήριο όσο και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων, δεν επιβεβαίωσε την ύπαρξη ερωτικής σχέσης των εναγομένων με τον αποβιώσαντα, αλλά αντίθετα απάντησε ότι δεν γνωρίζει τι σχέση είχαν οι εναγόμενοι με τον αποβιώσαντα και αν αυτή ήταν ερωτική, περιορίσθηκε δε να αναφερθεί κατ' επανάληψη στην ομοφυλοφιλία του διαθέτη, προσθέτοντας ότι ο αποβιώσας παρουσίαζε και παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, επιδεικνύοντας τις προτιμήσεις του στα άτομα του ίδιου φύλου ιε άκρως προκλητικό τρόπο, ότι ήταν επιθετικός στην εκδήλωση των ορμών του, ότι προσέγγιζε νεαρά άτομα και εξασφάλιζε τις ερωτικές τους υπηρεσίες επ' αμοιβή και ότι κυκλοφορούσε δημόσια με γυναικεία ενδύματα. Τα πιο πάνω όμως δεν κρίνονται πειστικά από το Δικαστήριο, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, πλην της σεξουαλικής ταυτότητος του αποβιώσαντος και τούτο; διότι η μάρτυρας δεν κατέθεσε συγκεκριμένα περιστατικά, αλλά περιορίστηκε σε αόριστες περιγραφές και κατηγορίες, έφθασε μάλιστα στο σημείο, ορμώμενη από προφανείς λόγους, να αμφισβητήσει και την επαγγελματική επάρκεια του θανόντος, καταθέτοντας ότι οι ασθενείς του ήταν μοιρασμένοι ως προς την αξιολόγηση των υπηρεσιών του, ανάλογα με την περιοχή προέλευσης τους (πόλη ή ύπαιθρο) και ότι μόνο οι προερχόμενοι από την ύπαιθρο ήταν αυτοί που τον "είχαν Θεό", για να του αποδώσει εν συνεχεία δράσεις σε βάρος ανήλικων ασθενών του, που αγγίζουν τα όρια των ποινικά κολάσιμων πράξεων, χωρίς όμως, να είναι σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένο περιστατικό και να προσθέσει εν τέλει ότι δεν είχε μηνυθεί ποτέ από κανένα για την πιο υποτιθέμενη παράνομη συμπεριφορά του. Η πιο πάνω βέβαια αναφορά της μάρτυρος, έρχεται σε αντίθεση με την επαγγελματική καταξίωση του θανόντος, την αυξημένη πελατεία του στο ιδιωτικό του ιατρείο, την παραδοχή των ίδιων των εναγόντων ότι ήταν γνωστός σε όλη την Β. Ελλάδα, γεγονός και που σε κάθε περίπτωση καθιστά τη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, εντελώς αναξιόπιστη και κατά το σκέλος αυτό. Περαιτέρω, η κρίση του Δικαστηρίου, αναφορικά με τις σχέσεις του θανόντος με τους εναγομένους, δεν αναιρείται ασφαλώς από τις μη πειστικές καταθέσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των μαρτύρων Μ. Ν. του Χ. και Β. Γ., γνωστών απλώς του διαθέτη, οι οποίοι, προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση των εναγόντων, κατέφυγαν σε προφανείς αναλήθειες, όπως ότι η σχέση του διαθέτη με τους εναγομένους ήταν "ερωτική". Ειδικότερα ο μεν πρώτος απ' αυτούς, ενώ καταθέτει ότι το καλοκαίρι του 2005 ή του 2006 "είχε δει μια φορά αγκαλιές και φιλιά του Π. (διαθέτη) με το Ν. στην ακρογιαλιά που είναι κάτω ακριβώς από τις κατοικίες μας", και ότι "ένα καλοκαίρι που έκανα παρατήρηση στους εναγόμενους γιατί έκαναν φασαρία και ενοχλούσαν, αυτοί όρμησαν έξω από το σπίτι με όπλο ανα χείρας και με απείλησαν ότι αν δε σταματήσω να διαμαρτύρομαι θα μας σκοτώσουν", όλως παραδόξως το πρώτο από τα πιο πάνω περιστατικά, το σπουδαιότερο, δεν το γνωστοποίησε στη μητέρα των εναγόντων-μάρτυρα απόδειξης, αλλά αντίθετα, ενώ προσφέρθηκε να καταθέσει κατά πρόταση των εναγόντων για το ποιόν των εναγόντων, το περιστατικό το οποίο της δήλωσε ότι προτίθετο να καταθέσει στο δικαστήριο, αν θα μπορούσε να εμφανισθεί ενώπιον του, ήταν ότι "μια φορά τους έκανε παρατήρηση (εναγομένους) γιατί έκαναν φασαρία και βγήκαν με τα καλάσνικοφ έξω και τον απείλησαν ", όπως η ίδια εξεταζόμενη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε και τίποτα σχετικό με τις υποτιθέμενες ερωτικές σχέσεις του διαθέτη με τους εναγομένους . Αντίθετα, όταν η ίδια η μάρτυρας, όταν κατ' επανάληψη ρωτήθηκε κατά την κατάθεση της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για την ύπαρξη τέτοιου είδους σχέσεων μεταξύ του διαθέτη και των εναγομένων, απάντησε ότι δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει, δεν γνώριζε, απαντήσεις στις οποίες ασφαλώς δε\/θα έδινε, εάν ο Ν. της είχε ήδη γνωστοποιήσει ότι είχε λάβει χώρα ένα τέτοιο αξιοσημείωτο περιστατικό, αλλά αντίθετα αυτός, όπως η ίδια κατέθεσε,• την ενημέρωσε μόνο για το επεισόδιο που έλαβε χώρα κατά τους ισχυρισμούς του, στο εξοχικό του διαθέτη με τις απειλές σε βάρος του και το όπλο . Όσον αφορά δε το τελευταίο αυτό περιστατικό, με τη χρήση όπλου από τους εναγόμενους κατά του Ν. ή όπλων (καλάσνικοφ) κατά τη μητέρα των εναγόντων, εντύπωση και πάλι προκαλεί το γεγονός ότι ο Ν., παρά τη διάπραξη ενός τόσο σοβαρού αδικήματος σε βάρος του με τη χρήση μάλιστα όπλου, δεν κάλεσε την αστυνομία ή έστω δεν την ειδοποίησε, ώστε να προβεί στις δέουσες συστάσεις στους εναγομένους, γεγονός και πάλι που καθιστά τη μαρτυρία του αναξιόπιστη . Εξάλλου και ο μάρτυρας Β. Γ. του Χ., περιορίσθηκε να καταθέσει, αναφορικά με την υποτιθέμενη ερωτική σχέση του θανόντος και των εναγομένων, όχι γεγονότα που γνώριζε ο ίδιος, ή ο συνάδελφος του - γείτονας του διαθέτη, που κατά τους ισχυρισμούς του τον ενημέρωσε, αλλά αναφορικά με μια φήμη που κυκλοφορούσε για τη σχέση αυτή, χωρίς δηλώνει από πού προερχόταν η φήμη αυτή. Αντίθετα, από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης, πέντε χρόνια πριν το θάνατο του αποφάσισε ελεύθερα και αβίαστα να καταστήσει κληρονόμους του τους αγόμενους και για το λόγο αυτό μετέβη στο συμβολαιογραφικό γραφείο του Στυλιανού Σιαφάκα, όπου παρουσία και δεύτερου συμβολαιογράφου και μάρτυρος, εξέφρασε την τελευταία του επιθυμία για τη διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων, κυρίως στους εναγομένους. Με τη διαθήκη αυτή επιπλέον, αποκλήρωσε την οικογένεια του προαποβιώσαντος μεγαλύτερου αδελφού του Θ., δηλαδή τη σύζυγο του και τα δυο παιδιά του ( ενάγοντες με την αιτιολογία ότι τα συγγενικά του πρόσωπα επέδειξαν κακή συμπεριφορά προς τον ίδιο και τη μητέρα του Β.. Ειδικότερα, ο διαθέτης στο τέλος της διαθήκης του δήλωσε επί λέξει ".....Άλλωστε ουδεμία έχω υποχρέωση προς αυτούς; οι οποίοι ουδέποτε προσέφεραν σε μένα οτιδήποτε, ούτε συμπαραστάθηκαν σε μένα οποτεδήποτε". Είναι βέβαια αληθές ότι οι ενάγοντες κατά το χρόνο που απεβίωσε η μητέρα του διαθέτη (8-1-1984) η μεν Β. ήταν δυο περίπου ετών, ο δε Μ.-Ε. δεν είχε γεννηθεί, πλην όμως η πιο πάνω αναφορά του διαθέτη σε κακή συμπεριφορά προς την μητέρα του από τους εκκαλούντες, είναι προφανές ότι αναφέρεται συνολικά στην οικογένεια του αδελφού του, κατά το-μετά το θάνατο του τελευταίου χρονικό διάστημα και όχι στους ενάγοντες ειδικά, ενώ η αναφορά στη συμπεριφορά των εναγόντων προς τον ίδιο, αφορά, όπως προεκτέθηκε το χρονικό διάστημα μετά το θάνατο του αδελφού του, όταν πλέον ο ίδιος, σε προχωρημένη πλέον ηλικία και συνταξιούχος ήδη από το έτος 2003, εισέπραττε αντί για την αγάπη των ανεψιών του, που τόσο είχε ανάγκη, την αποξένωση και την αδιαφορία. Η συμπεριφορά αυτή των εναγόντων και η επικριτική τους στάση ως προς την σεξουαλική του ταυτότητα, η οποία διαφαίνεται ακόμη και από την κατάθεση της μητέρας τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία του προσδίδει σχετικούς προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και την οποία (συμπεριφορά) εισέπραττε ο αποβιώσας, τον οδήγησε στην απομάκρυνση του από την οικογένεια του αδελφού του και έτσι δικαιολογείται ότι τα τέκνα του αδελφού του δεν τιμήθηκαν καθόλου στη διαθήκη, έστω και σε συμβολικό μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας, σε αντίθεση με τους εναγόμενους. Οι τελευταίοι συνεχώς συμπαραστέκοταν στο διαθέτη με αγάπη, κατανόηση, ανθρωπιά και διακριτικότητα και η συμπεριφορά τους αυτή ήταν που τον οδήγησε να τους εγκαταστήσει κληρονόμους του. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, ως προς τη συμπεριφορά των εναγόντων και των εναγομένων, αντίστοιχα, έναντι του διαθέτη, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η πλευρά των εναγόντων ήταν αυτή η οποία κατέβαλε τις δαπάνες για τη μεταφορά του διαθέτη με ασθενοφόρο στην ιδιωτική κλινική ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ, τις δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κατά τη διάρκεια της ολιγοήμερης εκεί νοσηλείας του, την αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου και τέλος επιμελήθηκαν για τη ταφή του και τούτο διότι όταν αρχικά ο θανών υπέστη σοβαρό αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο στις 27-6-2013 και διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Γ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, το γεγονός αυτό δεν το γνώριζαν οι ενάγοντες και, μάλιστα, η μάρτυρας των εναγόντων ψέγει τους εναγόμενους, ότι δεν τους ενημέρωσαν όταν αυτό συνέβη, διότι προφανώς οι ενάγοντες λόγω της αποξένωσης τους από το θανόντα, όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν σε θέση να έχουν πληροφόρηση. Εν συνεχεία και όταν ενημερώθηκαν οι ενάγοντες για τη νοσηλεία του θανόντος στο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, φρόντισαν μεν οι ίδιοι για τη μεταφορά του στην ιδιωτική κλινική ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ ΑΕ, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι την 23-7-2013 όταν και κατέληξε, πλην όμως και σε πλήρη αντίθεση προς την εκδοχή που υποστηρίζουν οι ενάγοντες (αβασίμως και κατά πάντα αναποδείκτως) το γεγονός ότι οι ίδιοι κατέβαλαν τις πιο πάνω δαπάνες, δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι αυτοί (ενάγοντες) είχαν άριστες σχέσεις με το θανόντα ως το τέλος της ζωής του. Ειδικότερα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, τις πιο πάνω δαπάνες, οι οποίες εν συνεχεία εισπράττονται από τον ασφαλιστικό φορέα του ασθενούς, είθισται να καταβάλλονται από τους πλησιέστερους συγγενείς του ασθενούς, οι οποίοι εξάλλου είναι και οι μόνοι που μπορούν να παράσχουν πληροφορίες στον θεράποντα ιατρό του ασθενούς ως προς το ιατρικό ιστορικό του και όχι ασφαλώς οι τρίτοι-φίλοι του, οι οποίοι συνδεόμενοι με τον ασθενή για μικρότερη χρονική περίοδο, δεν μπορούν να έχουν τη γνώση ώστε να παράσχουν τέτοιου είδους πληροφορίες. Περαιτέρω, από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης είχε αποφασίσει να περιέλθουν τα περιουσιακά του στοιχεία στους εναγόμενους και την επιθυμία του αυτή την εξέφρασε σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς να προβαίνει σε απρεπείς χαρακτηρισμούς, θίγοντας τη τιμή και την αξιοπρέπεια των εγγύτατα συγγενικών του προσώπων-εναγόντων, τους οποίους απέκλεισε από την κληρονομιά. Εξάλλου, τη βούληση του διαθέτη να μην περιέλθει η περιουσία του στους ενάγοντες ήταν σταθερή και από πολλά ήδη έτη εκπεφρασμένη, καθόσον και με την προγενέστερη υπ' αριθμ. 11606/2003 δημόσια διαθήκη του, που είχε συνταχθεί ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου και την οποία ανακάλεσε με την προσβαλλόμενη και πάλι δεν είχε εγκαταστήσει τους ενάγοντες -πλησιέστερους συγγενείς του, ως κληρονόμους του, αλλά αιτιολογώντας και πάλι την αποκλήρωση τους τη συνέδεσε με την κακή συμπεριφορά που επέδειξαν, δηλαδή για τον ίδιο λόγο που αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη διαθήκη και εγκατέστησε ως κληρονόμους του διάφορους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Δήμο Θεσσαλονίκης, Θέρμης, Θάσου) . Σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλόμενη διαθήκη δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη μόνο λόγω της ομοφυλοφιλίας του διαθέτη, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης επέλεξε να τιμήσει τους εναγόμενους με σκοπό να εξασφαλίσει τις ερωτικές τους υπηρεσίες, ούτε ότι η όποια ιδιαιτερότητα του επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη βούληση του κατά τη σύνταξη της διαθήκης του, ούτε ότι αυτός υπήρξε θύμα οποιουδήποτε, έστω και έμμεσου εξαναγκασμού από τους εναγομένους ή άλλο πρόσωπο. Σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι η προσβαλλόμενη διαθήκη ήταν προϊόν εξαναγκασμού του αποβιώσαντος από τους εναγομένους, από το γεγονός ότι δεν περιγράφονται σ' αυτή (διαθήκη) αναλυτικά τα κινητά και τα ακίνητα στα οποία εγκαθίστανται οι εναγόμενοι, αλλά αντίθετα στη σχετική διάταξη της διαθήκης ορίζεται γενικά ότι ο διαθέτης επιθυμεί να περιέλθει κατ' ισομοιρία, σ' αυτούς όλη η υπόλοιπη (πλην του καταληφθέντος στον Τ. ακινήτου) κινητή και ακίνητη περιουσία του όπου και αν βρεθεί, γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων και της κατά πρόταση τους εξετασθείσας μάρτυρος αποδείξεως, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διαθήκη συντάχθηκε γρήγορα και τούτο( διότι η προσβαλλόμενη δημόσια διαθήκη, συντάχθηκε πέντε χρόνια πριν το θάνατο του διαθέτη, όπως προαναφέρθηκε, ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που συνέταξε και την προγενέστερη διαθήκη του, παρουσία μάλιστα και δεύτερου συμβολαιογράφου και μάρτυρος. Στο συμπέρασμα αυτό, εξάλλου, δεν μπορεί να οδηγήσει και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι αναζήτησαν με αίτηση που υπέβαλαν στο συμβολαιογραφικό σύλλογο Θεσσαλονίκης τη προσβαλλόμενη διαθήκη και τούτο, διότι οι εναγόμενοι γνώριζαν απλώς, όπως συνομολογούν τη σύνταξη διαθήκης από το διαθέτη, χωρίς όμως να γνωρίζουν τόσο το περιεχόμενο της, όσο και το συμβολαιογράφο στον οποίο αυτή συνετάγη, λόγο άλλωστε για τον οποίο υπέβαλαν την προαναφερθείσα αίτηση στο συμβολαιογραφικό σύλλογο Θεσσαλονίκης, προς ανεύρεση της. Η επικαλούμενη από τους ενάγοντες ιδιαίτερη ηθική υποχρέωση του διαθέτη προς τον πατέρα τους, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς τους θυσίασε τη δική του καριέρα για να σπουδάσει ο διαθέτης, θα μπορούσε ενδεχομένως να αξιολογηθεί εάν ο διαθέτης είχε αποκληρώσει τον ίδιο τον αδελφό του, αλλά δε/συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι η αποκλήρωση των τέκνων του τελευταίου και ανεψιών του διαθέτη, είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, λαμβανομένης υπόψη και της επιγενόμενης του θανάτου του πατέρα τους συμπεριφοράς των εναγόντων έναντι του διαθέτη. Με βάση τα ανωτέρω, αναμφισβήτητο είναι ότι η επίμαχη διαθήκη, με την οποία ο διαθέτης, εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τους εναγομένους, δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Τούτο δε, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο τρόπος καταλήψεως του συνόλου της περιουσίας του στους εναγομένους (και όλα τα συνοδευτικά πραγματικά περιστατικά) δεν φανερώνει απόλυτη ψυχική και συναισθηματική εξάρτηση προς τους εναγομένους. Επιπλέον δε, η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά δεν ενέχει, σύμφωνα με το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη προς τους ενάγοντες ανεψιούς του, τους εγγύτερους δηλαδή κατά το χρόνο του θανάτου του συγγενή του, αφού, λόγω της αρνητικής προς το πρόσωπο του συμπεριφοράς τους, ο διαθέτης τους απέκλεισε πλήρως από την κληρονομιά του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε στην ερμηνεία, εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο αποβιώσας, το έτος 2013,σε ηλικία 81 ετών,Π. Δ., άγαμος και ιατρός στο επάγγελμα, με την ειδικότητα του παιδιάτρου, το οποίο άσκησε με ιδιαίτερη επιτυχία, κατέλειπε με την …/2008 δημόσια διαθήκη του το σύνολο σχεδόν της περιουσίας του, κινητής και ακίνητης, στους, αλβανικής καταγωγής, εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, τέκνα της οικιακής βοηθού του, αποκλείοντας τους νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Θ. Δ.. Ότι, ο διαθέτης ήταν χαμηλού αναστήματος (νάνος) και ομοφυλόφιλος, πράγμα που ο ίδιος δεν απέκρυπτε. Ότι γνώρισε τους εναγομένους, μέσω της μητέρας τους) την οποία είχε προσλάβει ως οικιακή βοηθό το έτος 2001, διάγων, κατ' εκείνο το χρόνο, το 69ο έτος της ηλικίας του, δημιούργησε δε με τους ίδιους και τις οικογένειες τους (συζύγους και τέκνα στενούς οικογενειακούς, και όχι ερωτικούς, δεσμούς, οι οποίοι διατηρήθηκαν μέχρι τον επισυμβάντα, το έτος 2013 θάνατο του, σε αντίθεση με τους ενάγοντες, ανίψια του, με τους οποίους οι σχέσεις του μετά τον επισυμβάντα το έτος 1999 θάνατο του πατρός τους και αδελφού του, διερράγησαν. Ότι ο τρόπος, με τον οποίο έγινε η εγκατάσταση των εναγομένων, ως κληρονόμων του, με την επίμαχη διαθήκη, και τα περιστατικά που συνοδεύουν την κατάλειψη αυτή, σύμφωνα προς το περί ηθικής συναίσθημα του, κατά γενική αντίληψη, χρηστού, έμφρονος και υγειούς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, δεν μαρτυρούν ηθική διαστροφή του διαθέτη, δεν ενέχει εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης προς τους ενάγοντες συγγενείς (ανίψια) του διαθέτη και ,δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, έκρινε ότι, η ένδικη αγωγή για αναγνώριση της πιο πάνω διαθήκης ως άκυρης, λόγω αντιθέσεως της στα χρηστά ήθη είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, την οποία ορθά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης επί όλων των ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητημάτων και, δη, του κύρους της ένδικης δημόσιας διαθήκης. Δεν συνιστά, δε, αντίφαση η, παραδοχή στην αναιρεσιβαλλομένη, αναφορικά με την ύπαρξη προγενέστερης χρονικά διαθήκης του διαθέτη, συνταχθείσας το έτος 2003, με διαφορετικό περιεχόμενο, αφού επισημαίνεται και πάλι στην απόφαση ότι ακόμη και με τη διαθήκη εκείνη οι ενάγοντες δεν είχαν εγκατασταθεί ως κληρονόμοι του Π. Δ.. Επομένως, οι πρώτος, από το αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και δεύτερος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τ' αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με το τρίτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την, από τη διάταξη του αριθμού 1β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και ειδικότερα ισχυρίζονται ότι με το να δεχθεί το Εφετείο:"ότι τις δαπάνες κηδείας που αυτοί (αναιρεσείοντες) κατέβαλαν, είθισται να καταβάλουν οι στενότεροι συγγενείς, θα τις εισέπρατταν δε στη συνέχεια από τον ασφαλιστικό φορέα του θανόντος και ότι οι μόνοι που μπορούν να παράσχουν πληροφορίες στον θεράποντα ιατρό του ασθενούς, ως προς το ιατρικό ιστορικό του, είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον μόνο ελάχιστο -συμβολικό ποσό αποδίδεται από τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς επίσης αυτός που παράσχει πληροφορίες για το ιατρικό ιστορικό ενός ατόμου είναι το πρόσωπο που συνδέεται με αυτό κατά τον εγγύς, της βλάβης της υγείας του, χρόνο, και όχι ένα πρόσωπο που έχει απομακρυνθεί από αυτό, όπως οι ενάγοντες κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης". Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι τα ως άνω αναφερόμενα, ως διδάγματα της κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, αλλά αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας( άρθρο 561 παρ/ 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι. Β1. Κατά τη διάταξη της περ. α' του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αφορά αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια των περιοριστικών καθοριζομένων στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του άρ. 11α' ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 2/2008).Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν πριν από τη δίκη, δεν αποτελούν μεν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, κατά την τακτική διαδικασία δίκη, και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, δεν στερούνται, όμως, παντελώς αποδεικτικής αξίας, διότι εκτιμώνται, εφ' όσον συγχωρείται η εμμάρτυρη απόδειξη, ως έγγραφα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκαν, κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη, οπότε δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη (ΑΠ 1092/2017, ΑΠ 504/2014).Περαιτέρω,ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 β και γ' ΚΠολΔ ιδρύεται," αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 180/2017,ΑΠ 566/2017). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Ο όρος "πράγματα", στην περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Έτσι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά ένα μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, που αναφέρεται στην περίπτωση 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου και όχι στην περίπτωση του αριθμού 11β'που αναφέρεται στο αναιρετήριο, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης, λόγω αντιθέσεώς στα χρηστά ήθη, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ήτοι τη δοθείσα πριν από την κατάθεση της ένδικης αγωγής ένορκη βεβαίωση της μητέρας των αναιρεσιβλήτων Ε. Ζ.. Η ανωτέρω αιτίαση είναι αβάσιμη, και τούτο, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης και των κατατεθεισών ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι το Εφετείο νομίμως έλαβε υπόψη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, που νόμιμα με επίκληση είχαν προσκομίσει οι αναιρεσίβλητοι, αφού έκρινε ότι αυτή λήφθηκε πριν από την κατάθεση της ένδικης αγωγής και όχι για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, ακολούθως δε τη συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω τρίτος, κατά ένα μέρος, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η, από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, λαμβάνοντας υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια είναι αποδεικτικά μέσα, τα οποία, χωρίς να προσκομισθούν, λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 881/2011), σε κάθε δε περίπτωση με το πρόσχημα της πλημμέλειας αυτής, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, (καταθέσεως μαρτύρων και ενόρκων βεβαιώσεων). Τέλος, με τον ίδιο ως άνω τρίτο, κατά ένα μέρος, αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής τους, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα παρακάτω έγγραφα, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν με τις προτάσεις του και, ειδικότερα: 1) μία επισκεπτήρια κάρτα και πέντε ιδιόχειρα σημειώματα του διαθέτη, 2) 59 σελίδες των προσωπικών του ημερολογίων, με χειρόγραφες σημειώσεις του, 3) οικογενειακές φωτογραφίες, 4) την 15235/2013 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 5) την αριθμ. 17633/2013 αίτηση του Εισαγγελέα Θεσσαλονίκη: για την επιμέλεια του διαθέτη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.ΠολΔ., επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "....όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα ακόμα και αν δεν μνημονεύονται και δεν αξιολογούνται, ειδικώς, καθένα από αυτά. Οι δε διαλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απαράδεκτες, καθόσον με το πρόσχημα της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο με τα την εκτίμησή τους κατέληξε σε εσφαλμένη, κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες) για τα πράγματα κρίση (ΑΠ 255/2020,1078/2019).Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα( μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος. Γ. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 20 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, μόνο\/; όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή, σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου "σφάλμα ανάγνωσης" με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ. ΑΠ 2/2008). Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, δεν συνιστούν έγγραφα εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 620/2014),οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 224/2015), εκτός από τις περιεχόμενες σ' αυτά ( πρακτικά και εκθέσεις) δηλώσεις των διαδίκων (ΑΠ 586/1977), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων και ; ειδικότερα, προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη παραμόρφωσε το περιεχόμενο 1) της καταθέσεως της με επιμέλειά τους εξετασθείσας μάρτυρος Α. Δ., που διαλαμβάνεται στα πρακτικά συνεδριάσεως της 29ης Μαΐου 2015 και 2)των ένορκων βεβαιώσεων, που δόθηκαν, με επιμέλειά τους από τους Θ Υ., Β. Γ. και Μ. Ν..Ο ανωτέρω λόγος ως προς τις αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτος και, συνεπώς, απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση,τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που περιέχουν την κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρος και οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν συνιστούν έγγραφα,κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ., υπό την επίκληση δε της παραβιάσεως αυτής, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.). Κατόπιν τούτου, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις,κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/06/2019 αίτηση για αναίρεση της 1012/2019 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ