Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1917 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1917/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα-Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. συζύγου Ν. Κ., κατοίκου ... και 2) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1729/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 512/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων, που δημιουργεί η δράση του, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς εταίρου, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν προ της καταργήσεως των με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν.4072/2012 και εφαρμόζονται εν προκειμένω κατά το άρθρο 294 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, συνιστάται ατύπως και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων (ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 178/2022, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1234/2015). Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται, καθετί που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομα του, να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 227/2012). Ο σχηματισμός της εταιρείας, οι εισφορές των εταίρων, η αναλογία συμμετοχής τους στα κέρδη και στις ζημιές της εταιρείας και όλα γενικώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, συμπληρωματικά δε μόνον, επί μη υπάρξεως συμφωνίας για ορισμένο ζήτημα, εφαρμόζονται (άρθρο 18 Ε.Ν.) οι περί εταιρειών διατάξεις (άρθρο 741 επ. ΑΚ), υπό την προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας ως εσωτερικής εταιρείας, που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της ( ΑΠ 178/2022, ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011, ΑΠ 1359/2009). Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ. Μεταξύ των λόγων λύσεως της εταιρείας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 766). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ` αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά (ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 116/2013, ΑΠ 1234/2015). Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών ή για απόληψη κερδών ή και η υποχρέωση αυτών συμμετοχής στις ζημίες, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εκκαθάριση (ΑΠ 178/2022, ΑΠ 227/2012). Ως κέρδος κατά την έννοια του νόμου νοείται το καθαρό κέρδος, ήτοι αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων. Επομένως όταν ο διαχειριστής εταίρος αρνείται να αποδώσει στον άλλον εταίρο την ανάλογη, από την εταιρική σχέση μερίδα των κερδών, ο τελευταίος ασκεί την αγωγή για επιδίκαση των καθαρών κερδών, ενώ η ύπαρξη εξόδων, που πρέπει να αφαιρεθούν, είναι ισχυρισμός του διαχειριστή εμφανούς εταίρου και όχι στοιχείο της αγωγής (ΑΠ 911/2011, ΑΠ 1629/2001). Αντίθετα, κατ` άρθρο 291 παρ.1 εδ.β`, του ν.4072/2012, που όμως δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η καταγγελία της αφανούς εταιρείας των διαδίκων έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του, στις 11-4-2012, τη λύση της αφανούς εταιρείας, ακολουθεί πάντοτε η εκκαθάριση, την οποία και διενεργεί ο εμφανής εταίρος (ΑΠ 1381/2021, ΑΠ 1355/2019) και συνεπώς μόνο στην περίπτωση αυτή η ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκκαθάρισης αποτελεί, πλέον, προϋπόθεση της αξίωσης του αφανούς εταίρου για απόδοση της εταιρικής του εισφοράς (ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1381/2021) ή του μεριδίου του στα κέρδη (ΑΠ 1876/2022). Εξάλλου, μορφή συμμετοχής στην επιχειρηματική δραστηριότητα κάποιου προσώπου, χωρίς την εμφάνιση του συμμετέχοντος έναντι των τρίτων, αποτελεί και η παρακοινωνία, της οποίας η ίδρυση και η λειτουργία ρυθμίζονται, κατ` αρχάς, από τις μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνίες (άρθρο 361 Α.Κ.), ενώ σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιων συμφωνιών, έχουν, όπως και επί της αφανούς εταιρείας, ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις περί εταιριών του Αστικού Κώδικα (741 επ. Α.Κ.), οι οποίες αφορούν εταιρίες που δεν έχουν, όπως οι συμμετοχικές, νομική προσωπικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι συμβιβάζονται με τη φύση της παρακοινωνίας ως εσωτερικής εταιρίας που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της. Η εταιρία αυτή υφίσταται μόνο μεταξύ του εταίρου κάποιας εταιρίας (κύριος εταίρος) και του προσώπου που "προσκολλάται" στην εταιρική μερίδα του πρώτου (παρακοινωνός), δηλαδή τρίτου προς την εταιρία, τον οποίο ο εταίρος προσλαμβάνει ως κοινωνό των δικαιωμάτων του στην υφιστάμενη εταιρία. Στην παρακοινωνία, η προαγωγή του κοινού εταιρικού σκοπού γίνεται με τη συμβολή των μελών της, κυρίως με την παροχή εισφορών. Η συμβολή του κυρίου εταίρου συνίσταται στην εισφορά εκ μέρους του της εταιρικής μερίδας στην παρακοινωνία και στη διαχείρισή της για το συμφέρον και του παρακοινωνού. Η εισφορά του παρακοινωνού-η οποία θα πρέπει να τεθεί στη διάθεση του κυρίου εταίρου-μπορεί να είναι χρήματα, μεταβίβαση της κυριότητας σε περιουσιακά αντικείμενα, εργασία κ.λ.π. Στοιχείο και της παρακοινωνίας είναι η ύπαρξη, μεταξύ των μελών της, πρόθεσης εταιρικής συνεργασίας, η οποία αποτελεί κριτήριο για τη διάκρισή της από τις παρεμφερείς έννομες σχέσεις. Όπως και η αφανής εταιρία, έτσι και η παρακοινωνία είναι εσωτερική εταιρία. Προς τα έξω εμφανίζεται μόνον ο κύριος εταίρος, ο οποίος ενεργεί μεν πάντοτε στο όνομά του, πλην, όμως, στην πραγματικότητα ενεργεί για λογαριασμό και του παρακοινωνού. Έννομες σχέσεις μεταξύ του παρακοινωνού και της εταιρίας ή μεταξύ αυτού και των άλλων εταίρων της κυρίας εταιρίας, καθώς και μεταξύ του παρακοινωνού και των τρίτων δεν υφίστανται, ακόμα κι αν η ύπαρξή του είναι γνωστή σ` αυτούς.
Συνεπώς, στη σύμβαση παρακοινωνίας γεννώνται σχέσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων (εταίρου και παρακοινωνού), με περιεχόμενο τη συμμετοχή του τρίτου παρακοινωνού στα κέρδη και στις ζημίες, που αναλογούν στον αντισυμβαλλόμενό του εταίρο από την συμμετοχή του στην εταιρία ( ΑΠ 60/2024, ΑΠ 178/2022, ΑΠ 287/2019). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ` αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2022). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με την κρινόμενη αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά των αναιρεσειόντων και του ήδη μη διαδίκου Γ. Ρ., όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι με το από 15-6-1999 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, ο ίδιος, ο Δ. Π. (υιός του), οι πρώτη και δεύτερος των εναγομένων (ήδη πρώτη και δεύτερος των αναιρεσειόντων) και ο Ι. Κ. προέβησαν στη μίσθωση της αναφερόμενης στην αγωγή εδαφικής έκτασης εμβαδού 7 περίπου στρεμμάτων στον ... προκειμένου να συνεργασθούν για την δημιουργία και εκμετάλλευση γηπέδων ποδοσφαίρου, διαστάσεων 5 επί 5. Ότι στις 19-7-1999, η πρώτη εναγομένη, η οποία ενεργούσε ως παρένθετο πρόσωπο του αληθούς και κρυπτόμενου εμπόρου δευτέρου των εναγομένων συζύγου της, συνέστησε με τον ήδη μη διάδικο τρίτο εναγόμενο Γ. Ρ. ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "....", στην οποία συμμετείχαν η πρώτη εναγομένη κατά ποσοστό 66% και ο Γ. Ρ. κατά ποσοστό 34%, ενώ την ίδια αυτή ημερομηνία ο ίδιος και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι συνέστησαν αφανή εταιρία, επί του μεριδίου συμμετοχής της πρώτης εναγομένης, ποσοστού 66%, στην ομόρρυθμη εταιρεία, με σκοπό, όπως ήταν και ο σκοπός της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρείας, τη διαμόρφωση χώρων άθλησης και αναψυχής στην αναφερόμενη στην αγωγή μισθωμένη έκταση και με εμφανή εταίρο την πρώτη εναγομένη και αφανή εταίρο τον ενάγοντα, ορίστηκε δε το ποσοστό του κάθε συνεταίρου στα κέρδη και τις ζημίες της αφανούς εταιρείας σε ποσοστό 50% για κάθε συνεταίρο. Ότι αμφότερες οι εταιρείες ήταν ορισμένου χρόνου, ήτοι εικοσαετούς διάρκειας, αρχόμενης στις 19-7-1999 και λήγουσας στις 18-7-2019, η δε εισφορά του ιδίου στην αφανή εταιρία ανήλθε συνολικά στο ποσό των 43.433,60 ευρώ. Ότι με το από 30-6-2000 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης τροποποιήθηκε η αρχική μίσθωση, αφού εξήλθε από αυτήν ο Ι. Κ. και στην θέση του εισήλθε ο Γ. Ρ., στην συνέχεια δε οι ίδιοι μισθωτές μίσθωσαν από τους ίδιους εκμισθωτές και γειτονική της πρώτης εδαφική έκταση εμβαδού 2 περίπου στρεμμάτων, στην όλη δε μισθωθείσα έκταση κατακευάστηκαν από ανώνυμη εταιρεία συμφερόντων του Γ. Ρ. 6 γήπεδα ποδοσφαίρου 5 επί 5 και η επιχείρηση εκμετάλλευσης αυτών άρχισε να λειτουργεί στις 24-1-2000. Ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν του απέδιδαν το μερίδιο του από τα κέρδη της αφανούς εταιρείας, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να τους επιδώσει την σχετική από 15-6-2001 εξώδικη διαμαρτυρία του και ακολούθως να υπογραφεί στις 3-11-2001 ένα έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ τους για την διευθέτηση της διαφοράς, το οποίο δεν τηρήθηκε με υπαιτιότητα των δύο πρώτων εναγομένων, οι οποίοι τελικά, στις 28-2-2002, τον εξεδίωξαν βίαια από την επιχείρηση και έτσι κατήγγειλαν την αφανή εταιρία άκαιρα και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, που να δικαιολογεί τη λύση της. Ότι παράλληλα, στις 20-3-2001, ο τρίτος εναγόμενος Γ. Ρ., ενεργώντας αντισυμβατικά, τόσο έναντι του άλλου ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας "...", δηλαδή της πρώτης εναγομένης και κατ' επέκταση του δευτέρου εναγομένου κρυπτόμενου εμπόρου, όσο και έναντι των συνεκμισθωτών και συμμισθωτών του μισθίου, αφού δεν είχε τη συναίνεσή τους, συνήψε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "...", προσωπική εταιρεία με τον Ι. Α., με την επωνυμία "....", στην οποία συμμετείχε ο ίδιος με ποσοστό 51% και ο I. Α. με ποσοστό 49%, με σκοπό την εκμετάλλευση κυλικείου, καφετέριας και σνακ-μπαρ εντός της μίσθιας εκτάσεως και επί ενός παλαιού κτίσματος, επιφάνειας 50 τ.μ., η δε η ανωτέρω παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά του τρίτου εναγομένου οδήγησε, κατόπιν άσκησης αγωγής των συνεκμισθωτών, στην αποβολή των συμμισθωτών στις 25-6-2003 από το μίσθιο, ματαιωθέντος εκ του λόγου τούτου του σκοπού και της λειτουργίας της εταιρείας "...", στο μερίδιο της οποίας, ποσοστού 66%, ο ίδιος συμμετείχε ως αφανής εταίρος. Με βάση το ιστορικό αυτό και τους περιεχόμενους στην αγωγή αναλυτικούς υπολογισμούς, αναφορικά με τα προσδοκώμενα κέρδη της επιχείρησης, με βάση τα συντασσόμενα καθημερινά σε τρία αντίτυπα "Φύλλα Ημέρας", όπου καταχωρούντο αναλυτικά τα έσοδα και τα έξοδα της ομόρρυθμης εταιρείας και τα κέρδη, που ελάμβανε κάθε εταίρος, από τα οποία αντίτυπα, ανά ένα ελάμβαναν ο δεύτερος εναγόμενος, ο Γ. Ρ. και ο ίδιος ο ενάγων, ζητεί αυτός, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής εξ ολοκλήρου σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι: Α) οι πρώτη και δεύτερος των εναγομένων υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν: 1) το ποσό των 162.289.78 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το μερίδιό του στα κέρδη της εταιρείας, για το χρονικό διάστημα από 24-1-2000 (έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης) έως 28-2-2002 (λύση της αφανούς εταιρείας), 2) το ποσό των 43.433,60 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η εισφορά του, για το σχηματισμό του κεφαλαίου της αφανούς εταιρείας και για την εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού, η οποία καλύπτεται από το υπόλοιπο της εκκαθάρισης, 3) το ποσό των 160.669,25 ευρώ, στο οποίο ανέρχοναι τα διαφυγόντα κέρδη του, για το χρονικό διάστημα από 28-2-2002 (ημερομηνία άκαιρης και άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελίας της αφανούς εταιρείας) έως 25-6-2003 (ημερομηνία αποβολής από το μίσθιο της εταιρείας "...") και 4) το ποσό των 42.515,05 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το μερίδιο αυτών, για τα μηνιαία μισθώματα της χρονικής περιόδου από 1-9-2000 έως 28-2-2002, τα οποία κατέβαλε εξ ολοκλήρου ο ίδιος και υποχρεούνται να του επιστρέφουν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού κατά το άνω ποσό κατέστησαν πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας του, ήτοι συνολικά το ποσό των (162.289,78 + 43.433,60 + 160.669,25 + 42.515,05 =) 408.907,68 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Β) ο τρίτος εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 31.950,12 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το μερίδιο αυτού για τα μηνιαία μισθώματα της χρονικής περιόδου από 1-9-2000 έως 28-2-2002, τα οποία κατέβαλε εξ ολοκλήρου ο ίδιος και υποχρεούται να του επιστρέψει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού κατά το άνω ποσό κατέστη πλουσιώτερος σε βάρος της περιουσίας του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Γ) Τέλος, ασκώντας πλαγιαστικά το δικαίωμα των πρώτης και δευτέρου εκ των εναγομένων, που αδρανούν να στραφούν κατά του τρίτου εναγομένου και να ζητήσουν τα διαφυγόντα κέρδη, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αυτοί θα αποκέρδαιναν, αν δεν αποβάλλονταν η εταιρεία "...." από το μίσθιο, λόγω της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του, ζητεί, ως μη δικαιούχος διάδικος, να αναγνωριστεί ότι ο τρίτος εναγόμενος υποχρεούται καταβάλει εις ολόκληρον στους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων το ποσό των 3.921.143,29 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται τα διαφυγόντα κέρδη, για το χρονικό διάστημα από 25-6-2003 έως 18-7-2019 (λήξη διάρκειας της εταιρείας) και ακολούθως να αναγνωριστεί ότι οι πρώτη και δεύτερος των εναγομένων υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν το ποσό του 1.960,571,64 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το ποσοστό του 50% επί των διαφυγόντων κερδών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την 1729/2015 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή μόνο ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους και μόνο ως προς το πρώτο από τα ανωτέρω αιτήματα της και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτών να καταβάλουν νομιμοτόκως στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 161.843, 87 ευρώ, η δε απόφαση αυτή επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε έφεση των δύο πρώτων εναγομένων και αντέφεση του ενάγοντος.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια της παραβίασης μη κατονομαζομένης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε τον προβληθέντα πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους και επαναφερθέντα με την έφεση ισχυρισμό τους, ότι η αγωγή, κατά το πρώτο αίτημα αυτής, δηλαδή της επιδίκασης των κερδών του αναιρεσιβλήτου από την αφανή εταιρεία, ήταν αόριστη και γι' αυτό έπρεπε να απορριφθει ως απαράδεκτη, γιατί: α) ενώ στην αγωγή αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος έχει λάβει "ελάχιστο χρηματικό ποσό" ως μερίδιο για τα κέρδη του, δεν προσδιορίζεται ποιο είναι το ποσό αυτό και β) δεν προσδιορίζονται στην αγωγή οι δαπάνες της εταιρείας και δεν αφαιρούνται από το ποσό που ζητείται. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκε, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος γιατί η αγωγή, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι πλήρως ορισμένη ως προς το αίτημα αυτό, αφού παρατίθενται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο και το νόμιμο αυτής και συγκεκριμένα α) η σύναψη αφανούς εταιρείας - παρακοινωνίας μεταξύ των διαδίκων στο εταιρικό μερίδιο, ποσοστού 66% της πρώτης εναγομένης, στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...",, στο οποίο μερίδιο αληθής υποκρυπτόμενος εταίρος ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, με συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες της αφανούς εταιρείας - παρακοινωνίας από 50%, για την πρώτη εναγομένη και τον ενάγοντα, β) η λειτουργία τόσο της ομόρρυθμης, όσο και της αφανούς εταιρείας για το χρονικό διάστημα από 24-1-2000 έως 28-2-2002 και γ) τα κέρδη, που αποκόμισαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι από την λειτουργία της ομόρρυθμης εταιρείας, κατά το διάστημα αυτό, δεν ήταν δε αναγκαίο για την άσκηση της αγωγής να προηγηθεί εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας - παρακοινωνίας, ενώ δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής για καταβολή του μεριδίου του αφανούς εταίρου-παρακοινωνού από τα κέρδη της αφανούς εταιρείας-παρακοινωνίας και τα γενόμενα από τον εμφανή εταίρο έξοδα, τα οποία αποτελούν ένσταση, που πρέπει να προβάλλει αυτός και τούτο ανεξαρτήτως του ότι σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσίβλητος προσδιορίζει και αφαιρεί ο ίδιος στην αγωγή, τα αναλυτικά αναφερόμενα στα περιεχόμενα στην αγωγή 476 "φύλλα ημέρας", κατά είδος και ποσό έξοδα.
Συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η αγωγή ήταν αόριστη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, από όσα προβλέπουν οι διατάξεις αυτές και γι' αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τέλος ο λόγος είναι αβάσιμος και ως προς τον ισχυρισμό ότι προκαλείται σύγχυση για το ποσό των κερδών, που έχει λάβει ο αναιρεσίβλητος, με τον οποίο προβάλλεται, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου, αιτίαση όχι από τον αριθμό 1 αλλά από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί από την επισκόπηση της αγωγής, προκύπτει ότι σε αυτήν ο αναιρεσίβλητος αφαιρεί ο ίδιος από το ποσό που ζητεί τα συγκεκριμένα ποσά που έλαβε ως μερίδιο από τα κέρδη κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότερες ημερομηνίες, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται σύγχυση.
Σύμφωνα με τον αριθμ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος,που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμ. 2-6 ΚΠολΔ ( ΑΠ 354/2011).
Με τον δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8β' (και όχι από τον αρ. 1 που επικαλούνται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση εξοφλήσεως, που είχαν προβάλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους και είχαν επαναφέρει με λόγο έφεσης, περιοριζόμενο μόνο στις γενόμενες καταβολές προς τον αναιρεσίβλητο κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2001, τις οποίες δέχθηκε ότι τις αφαιρεί ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του και απέρριψε έτσι την ένσταση, χωρίς να εξετάσει την ένστασή τους και κατά το υπόλοιπο μέρος της, με το οποίο επικαλέστηκαν ότι ο αναιρεσίβλητος βαρύνεται και με το 1/3 του ποσού που δαπανήθηκε για την ολοκλήρωση των εργασιών των έξι μίνι γηπέδων ποδοσφαίρου και ανέρχεται σε 400.000 ευρώ συνολικά και σε κάθε περίπτωση σε 242.406,46 ευρώ, όσο είναι και το σχετικό υπ' αρ. …/5-12-2001 τιμολόγιο της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας "...." συμφερόντων του αρχικού τρίτου εναγομένου και ομόρρυθμου εταίρου της εταιρείας "....", Γ. Ρ., η οποία κατασκεύασε το έργο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν τις πρωτόδικες προτάσεις τους, ώστε να διαπιστωθεί εάν πράγματι υποβλήθηκε η παραπάνω ένσταση και συνεπώς εάν αυτή επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο με την έφεση των αναιρεσειόντων, αφού αυτοί δεν επικαλούνται στο λόγο αναίρεσης κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 παρ. 2-6 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την προβολή της για πρώτη φορά στο Εφετείο με λόγο έφεσης. Οι λοιπές περιλαμβανόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις σε σχέση με την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης είναι απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σχετική ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1223/2021). Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015). Ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ. Πολ. Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε τα αναφερόμενα στα συντασσόμενα κατά την λειτουργία της ομόρρυθμης εταιρείας ημερήσια "Φύλλα Ημέρας", ενώ οι ίδιοι, τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία, που αποδείκνυαν τον θεμελιώδη ισχυρισμό τους ότι αυτά δεν αποτελούσαν αξιόπιστη αποτύπωση των οικονομικών της εταιρείας, αλλά μια πρόχειρη και κατά κύριο λόγο ανακριβή καταγραφή ημερολογίου ημέρας, που δεν πραγματοποιούνταν από το ίδιο πάντα αρμόδιο προς τούτο άτομο, και γράφονταν σπανίως έως ποτέ σε αυτά τα έξοδα παγίων οπότε δεν θα μπορούσε να γίνει διανομή του πραγματικού μεριδίου κάθε εταίρου βάσει αυτών. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή το ανωτέρω αποδεικτικό της πόρισμα της εν μέρει παραδοχής της αγωγής, ως προς το πρώτο αίτημα αυτής, εξήγαγε από όλο το αποδεικτικό υλικό, που προσκομίστηκε και ιδίως, όπως αναφέρει "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης,... από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα οποία, ορισμένα αναφέρονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά μερικών να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα, αδιακρίτως, συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης ...από τις με αριθμ. 17.235/05-02-2019 και 5.148/05-02-2019 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ελήφθησαν νομότυπα, με επιμέλεια των εκκαλούντων, ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Α. Ζ. του Α., συζ. Δ. Μ. και του Συμβολαιογράφου ... Κ. Α. Ο. αντίστοιχα, μετά από νομότυπη κλήτευση του εφεσιβλήτου (βλ. σχετ. με αριθμ. 9856Γ/31-01-2019 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου ... Α. Φ. Δ.), καθώς και από όσα βάσει της αγωγής και των προτάσεων των διαδίκων συνομολογούνται (άρθρο 261 ΚΠολΔ), τα διδάγματα της κοινής λογικής και εμπειρίας, καθώς και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία".
Συνεπώς λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την ουσιαστική κρίση του από τα ανωτέρω μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, υπό δε την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολ Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ., ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο αίτημα της αγωγής.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010). Με τους τέταρτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ. Πολ. Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν νόμιμα με τις ενώπιόν του προτάσεις τους και προσκόμισαν και έτσι, αφού απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως που είχαν υποβάλει, έκανε δεκτή την αγωγή: α) Τις 17235/5-2-2019 και 5148/5-2-2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων ... Α. Ζ. και ... Κ. Ο. αντιστοίχως, που λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, β) Την εκτίμηση του κόστους κατασκευής των γηπέδων του μηχανικού Τ., γ) και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Μ., Χ. Π. και Ι. Σ. που λήφθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα 1729/2015 πρακτικά αυτού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, ενόψει και του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει και ρητή αναφορά, όπως προαναφέρθηκε, ότι λήφθηκαν υπόψη τόσον οι ανωτέρω δύο ένορκες βεβαιώσεις όσο και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται να εντοπίζεται η αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, εκτός αν η αντίφαση έχει την μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. (Α.Π. 998/2017). Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (Α.Π. 854/2019, ΑΠ 537/2016). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 17 Κ. Πολ. Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ με την έφεσή τους είχαν παραπονεθεί γιατί με την εκκαλούμενη απόφαση είχε γίνει αντιφατικά δεκτό, αφ' ενός μεν ότι η καταγγελία της αφανούς εταιρείας δεν έγινε από τους αναιρεσείοντες για σπουδαίο λόγο και αφ' ετέρου ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δικαιούται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη για τον χρόνο μετά την καταγγελία, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης δεχόμενο ότι "εφόσον, εν προκειμένω, το εκκληθέν με την έφεση κεφάλαιο αφορά στο ποσό, στο οποίο έγινε δεκτό εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμο με την εκκαλουμένη, ότι ανέρχεται το μερίδιο του ενάγοντος στα κέρδη της εταιρείας, για το χρονικό διάστημα από 24-1-2000 (έναρξη λειτουργίας επιχείρησης) έως 28-2-2002 (λύση της αφανούς εταιρείας) αλυσιτελώς και απαραδέκτως προβάλλουν οι εκκαλούντες ισχυρισμούς, που αφορούν στα γενόμενα δεκτά από την εκκαλουμένη περί του ότι η ως άνω καταγγελία έγινε άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο" και έτσι υιοθέτησε την αντίφαση της πρωτόδικης απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ουσιαστικά αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση αλλά στην πρωτόδικη απόφαση. Σε κάθε δε περίπτωση και γιατί η επικαλούμενη ως αντίφαση, ακόμα κι αν θεωρηθεί ως αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης, περιορίζεται μόνο στο αιτιολογικό της, χωρίς οι αιτιολογίες της αυτές να επέχουν θέση διατακτικού.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2022 αίτηση των 1) Α. Κ. και 2) Ν. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 512/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή