Αριθμός 630/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα - Βαλέρια Κρατσιούν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2016 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 176/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά της οποίας, η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 23-5-2017 προσφυγή της.
Εκδόθηκε η 311/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 31-1-2018 (αρ. κατ. 7/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 311/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739, 741 σε συνδ. 786 παρ. 1 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 769 ΚΠολΔ, σε συνδ. 577 παρ. 1 και 3 του ιδίου Κώδικα).
Από 1-3-2002, σύμφωνα με το άρθρο 76 αυτού, τέθηκε σε εφαρμογή ο 44/2001 Κανονισμός του Συμβουλίου της 22.12.2000 για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο ανωτέρω κανονισμός αντικατέστησε την από 27.9.1968 Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών για την διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων, όπως αυτή ίσχυε τροποποιηθείσα από την Σύμβαση του Σαν Σεμπάστιαν της 26 Μαΐου 1989, που κυρώθηκαν από την Ελλάδα με τον Ν. 1814/1988 και τον Ν. 2004/1992, αντίστοιχα. Η θέσπιση του ανωτέρω Κανονισμού κατέστη αναγκαία μετά την Συνθήκη του Άμστερνταμ, που τέθηκε σε ισχύ από 1η Μαΐου 1999 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2691/1999, οπότε τα ζητήματα συνεργασίας των κρατών - μελών στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις πέρασαν από τον τρίτο πυλώνα της διακυβερνητικής συνεργασίας των κρατών - μελών, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί στα πλαίσια της Συνθήκης του Μάστριχτ (1992), υπό τον ευρύτερο τίτλο "Συνεργασία στην Δικαιοσύνη και τις Εσωτερικές υποθέσεις", όπου το πρόσφορο μέσο προς ρύθμιση αυτών ήταν η σύναψη Διεθνούς Συνθήκης (βλ. και παλαιό άρθρο 220 Συνθ. ΕΟΚ), στον πρώτο πυλώνα, που ενσωματώνεται πλέον στην Συνθήκη, στο τρίτο μέρος αυτής, υπό τον τίτλο IV (άρθρ. 61-69), με στόχο την εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, όπου πλέον το πρόσφορο μέσο προς ρύθμιση αυτών είναι η θέσπιση κανόνων στα πλαίσια του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου. Στόχος της κατάρτισης του πιο πάνω Κανονισμού ήταν αφενός μεν η εισαγωγή συγχρόνων κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, αφετέρου δε η περαιτέρω απλούστευση των απαραιτήτων διατυπώσεων για την ταχεία αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων στις υποθέσεις αυτές, μέσω απλής και ομοιόμορφης διαδικασίας και, συνακόλουθα, η αντιμετώπιση και η λύση των προβλημάτων, που είχαν προκύψει κατά την εφαρμογή της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών. Ο Κανονισμός αυτός σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ/τος έχει αυξημένη τυπική ισχύ (ΑΠ 93/2017, ΑΠ 1027/2011).
Εξάλλου, αναφορικά με την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων στις υποθέσεις, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού, κατά το άρθρο 1 αυτού, ορίζονται με τις παρακάτω διατάξεις του κεφαλαίου III αυτού, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή αντιγραφή: "Ως απόφαση, κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, νοείται κάθε απόφαση εκδιδομένη από δικαστήριο κράτους - μέλους, οποιαδήποτε και εάν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα" (άρθρ. 32), "Απόφαση που εκδίδεται σε κράτος - μέλος αναγνωρίζεται στα κράτη - μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία" (άρθρ. 33 παρ. 1), "Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως" (άρθρ. 36), "Αποφάσεις που εκδόθηκαν και είναι εκτελεστές σε κράτος μέλος εκτελούνται σε άλλο κράτος - μέλος, αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου" (άρθρ. 38 παρ. 1), "1. Η αίτηση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ή αρμοδία αρχή, των οποίων ο κατάλογος σημειώνεται στο παράρτημα II. 2. Η κατά τόπον αρμοδιότητα καθορίζεται από την κατοικία του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή από τον τόπο εκτέλεσης" (άρθρ. 39 παρ. 1 και 2), "1. Η αίτηση υποβάλλεται κατά το δίκαιο του κράτους - μέλους εκτέλεσης, 2. Ο αιτών οφείλει να προβεί σε εκλογή κατοικίας στην περιφέρεια του Δικαστηρίου ή της αρμοδίας αρχής στην οποία απευθύνεται. Αν πάντως το δίκαιο του κράτους - μέλους εκτελέσεως δεν προβλέπει την εκλογή κατοικίας, ο αιτών διορίζει αντίκλητο, 3. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 53" (άρθρ. 40 παρ. 1-3), "Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή, ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53, χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης, που αναφέρονται στα άρθρα 34 και 35. Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις" (άρθρ. 41), "1. Η απόφαση επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας γνωστοποιείται αμελλητί στον αιτούντα κατά την διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους - μέλους εκτέλεσης. 2. Η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφ` όσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο" (άρθρ. 42 παρ. παρ. 1, 2), "1. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δύο διαδίκους.
2. Το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου, που αναφέρεται στο παράρτημα III.
3. Το ένδικο μέσο εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
4.... 5. Το ένδικο μέσο κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός μηνός από την επίδοση ή κοινοποίησή της. Αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους - μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου είναι δύο μήνες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίησή της προσωπικά ή στην κατοικία του. Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω απόστασης" (άρθρ. 43 παρ. 1, 2, 3 και 5), " Κατά της απόφασης επί του ενδίκου μέσου μπορεί να ασκηθεί μόνο το ένδικο μέσο, που αναφέρεται στο παράρτημα IV (άρθρ. 44), "1. Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, δυνάμει των άρθρων 43 ή 44 δύναται να απορρίψει ή ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας, μόνον εφ` όσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στα άρθρα 34 και 35. Αποφασίζει αμελλητί. 2. Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως" (άρθρ. 45 παρ. παρ. 1, 2).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με τα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού προβλέπονται, κατά τρόπο περιοριστικό, οι λόγοι για τους οποίους δεν αναγνωρίζεται η απόφαση, ενώ με το άρθρο 53 ορίζονται τα έγγραφα που πρέπει να προσκομίσει ο διάδικος, που επικαλείται την αναγνώριση ή ζητεί την κήρυξη της εκτελεστότητας. Τέλος υλικά αρμόδιο στην Ελλάδα για την κήρυξη της εκτελεστότητας Δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 740 επ. Κ.Πολ.Δ. σε συνδ. προς άρθρο 905 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος), σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού, όπου ορίζεται ότι για την εκδίκαση του "ενδίκου μέσου" του άρθρου 43 του Κανονισμού είναι το Εφετείο, σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος
ΙΙΙ του Κανονισμού, ενώ το "ένδικο μέσο" που μπορεί να ασκηθεί, κατά το άρθρο 44 του Κανονισμού, είναι η αναίρεση, σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος
ΙΙΙ του Κανονισμού. Επομένως, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Κανονισμού 44/2001, που κατά βάση διατηρεί την δομή και το ρυθμιστικό πλαίσιο της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών, προκύπτει ότι στα πλαίσια της θεσπιζόμενης, κατά τα ανωτέρω, ταχείας και απλής διαδικασίας για την κήρυξη εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης κράτους - μέλους, το Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο για την Ελλάδα) του κράτους - μέλους εκτέλεσης, περιορίζεται στο να διαπιστώσει ότι πρόκειται περί εκτελεστής δικαστικής απόφασης προερχομένης από άλλο κράτος - μέλος, της οποίας το αντικείμενο υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού, χωρίς να έχει δικαίωμα πλέον να ερευνήσει, εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους που δικαιολογούν την άρνηση της εκτελεστότητας, κατά τα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού (σε αντίθεση προς το υπό την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών ισχύσαν δίκαιο) και χωρίς ο καθού η εκτέλεση να δικαιούται να παραστεί στην ως άνω δίκη και να υποβάλλει παρατηρήσεις (ομοίως, κατά το άρθρο 34 της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών). Συνακόλουθα, η ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δέχεται την αίτηση κήρυξης εκτελεστής της αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, δεν συνιστά ουσιαστικά δικαστική απόφαση, αλλά απλή δικαστική διαταγή, που υπόκειται στο κατά το άρθρο 43 παρ. 1 του Κανονισμού ένδικο μέσο, το οποίο προσομοιάζει, στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου, προς την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ (ΑΠ 1024/2001). Το εν λόγω "ένδικο μέσο", παρά την ως άνω ατυχή ονομασία του (υπό την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών εχρησιμοποιείτο ο ορθότερος όρος "προσφυγή"), δεν συνιστά "έφεση" κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά το Εφετείο, επιλαμβανόμενο αυτού, ενεργεί ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ` εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 12 παρ. 2 ΚΠολΔ. Για τον λόγο αυτό, τούτο ασκείται με κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται (Εφετείο) και με επίδοση αυτού στον καθού απευθύνεται (ΚΠολΔ 585 παρ. 1, 215 παρ. 1) εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 43 παρ. 5 του Κανονισμού αποκλειστικής προθεσμίας του ενός ή των δύο μηνών (ΑΠ 1028/2009).
Εξάλλου, η εκτελεστότητα της αλλοδαπής απόφασης μπορεί να αποκρουστεί, αν η επέκταση της ενέργειάς της στην ημεδαπή θα είχε ως συνέπεια τη δημιουργία καταστάσεων κατάδηλα απροσάρμοστων προς την κρατούσα ημεδαπή δικαιϊκή τάξη και μόνο κατόπιν πρότασης του ασκούντος την προσφυγή ελέγχεται, αν αντίκειται η απόφαση στη δημόσια τάξη με την στενότερη έννοια του Κανονισμού (απόφαση Krombach ΔΕΚ της 28-3-2000).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση έννομης σχέσης χωρίς, (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποίησης) πραγματικών περιστατικών (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010, ΑΠ 1928/2008, ΑΠ 2402/2007). Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008, AΠ 1157/2017). Εξάλλου, ναι μεν η συνδρομή της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (AΠ 529/2009, AΠ 244/2004). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 905 παρ. 3 και 323 παρ. 5 του ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι για να κηρυχθεί στην Ελλάδα εκτελεστή απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου (στην εκτελεστότητα περιλαμβάνεται και η επιδικαζόμενη δικαστική δαπάνη) απαιτείται, εκτός των άλλων, να μην είναι αντίθετη προς τη "δημόσια τάξη". Στις διατάξεις αυτές η δημόσια τάξη νοείται με την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ. Επομένως η κήρυξη απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου εκτελεστής στην Ελλάδα δεν συγχωρείται όταν, εξαιτίας του περιεχομένου της και ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, που προκύπτουν από την αλλοδαπή απόφαση, η εκτέλεσή της α) θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις πολιτειακές ηθικές, κοινωνικές, δικαιϊκές ή οικονομικές αντιλήψεις που κρατούν στη χώρα και β) θα διατάρασσε τον έννομο ρυθμό που κρατεί στη χώρα (Ολ.ΑΠ 17/1999, ΑΠ 2273/2009, ΑΠ 1066/2007). Επίσης, στις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 του κωδ/νου Ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα ορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε. ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα (τρίτοι) μπορούν να εκπροσωπήσουν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη, που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη της εταιρίας ή από τρίτους. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της (εκτός από τις υπαγόμενες κατά το καταστατικό στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό απ` αυτή, αλλά όργανό της. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του ΔΣ, είναι υποκατάστατο αυτού, ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Ο δεσμός του με την εταιρία είναι αυτός του Δ.Σ. Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής, που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. ΑΚ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα, που εκφράζουν την βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως απλοί αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο. Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων, που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7α περ. γ' και 7β παρ. 15 του ν. 2190/20, όπως προστέθηκαν με το Π.Δ. 409/1986, προκύπτει ότι οι αποφάσεις της διοίκησης για διορισμό των προσώπων που έχουν εξουσία να την εκπροσωπούν υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Η δημοσιότητα αυτή, όσον αφορά τον διορισμό εκπροσώπων της Α.Ε., δεν αποτελεί συστατικό τύπο, αλλά έχει βεβαιωτικό-δηλωτικό χαρακτήρα, γι' αυτό αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ` αυτής οι τρίτοι. Τέλος, ούτε από τις διατάξεις των όρθρων 18, 21, 22, ούτε από άλλη διάταξη του πιο πάνω κωδ/νου ν. 2190/20, πριν από την τροποποίηση του τελευταίου με το άρθρ. 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, καθιερώνεται υποχρέωση τηρήσεως πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, ούτε οι αποφάσεις του απαιτείται να είναι έγγραφες (ΑΠ 1657/2014, ΑΠ 704/2010, ΑΠ 1191/2009, ΑΠ 1358/2009, ΑΠ 1204/2000). Επιπλέον, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του π.δ. 409/1986 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1 και αντικαταστάθηκε η παράγραφος του άρθρου 22 του Κωδ.Ν. 2190/1920, προκειμένου να προσαρμοσθεί η ελληνική νομοθεσία στις διατάξεις του άρθρου 9 της Πρώτης Οδηγίας 68/151/ΕΟΚ. Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β` Κωδ.Ν. 2190/1920), ορίζεται ότι πράξεις του διοικητικού συμβουλίου, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν αποδειχθεί, ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει και δεν συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρείας ή τις τροποποιήσεις του. Με τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές (άρθρο 22 παρ. 2 Κωδ.Ν. 2190/1920) ορίζεται ότι περιορισμοί της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου, από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης, δεν αντιτάσσονται στους καλόπιστους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, κατ` απόκλιση της γενικής για τα νομικά πρόσωπα ρύθμισης των ΑΚ 68 και 70, αλλά και των όσων ισχύουν για τις πράξεις του αντιπροσώπου σύμφωνα με τις ΑΚ 211, 229 και 231 επ., στις οποίες παραπέμπει η ΑΚ 68 παρ. 2, καθιερώνεται ως κανόνας, ότι η ανώνυμη εταιρεία δεσμεύεται απέναντι στους τρίτους από τις πράξεις των οργανικών εκπροσώπων της και επομένως και εκείνων που ορίσθηκαν ως υποκατάστατα όργανα αυτής, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του Κωδ.Ν. 2190/1920, έστω και αν οι πράξεις αυτές υπερβαίνουν τα όρια που θέτει ο εταιρικός σκοπός ή παραβιάζουν τους περιορισμούς, που τίθενται από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης και κατά μείζονα λόγο του διοικητικού συμβουλίου, στην περίπτωση του υποκατάστατου οργάνου (ΑΠ 1353/1997, πρβλ. επίσης ΑΠ 362/2017, ΑΠ 603/2013, ΑΠ 704/2010, ΑΠ 1191/2009, ΑΠ 1510/2006).
Τέλος, από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί, είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Εκ τούτων έπεται ότι σε αγωγή εναντίον νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρεώσεώς του, δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου το οποίο σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση, αλλά στο κύρος της σύμβασης. Αν όμως αμφισβητηθεί από τον αντίδικο αντισυμβαλλόμενο του νομικού προσώπου το κύρος της, λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, πρέπει το τελευταίο με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση, να προτείνει και να αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων, επί των οποίων θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου του, το δε Δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου τη συμβατική υποχρέωση και νομίμως εκπροσώπησε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων (ΑΠ 2162/2013, ΑΠ 1182/2007).
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486/ 2013, ΑΠ 568/2013). Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1157/2017, ΑΠ 1976/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 1162/2017, ΑΠ 198/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος, υπήκοος …., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου του 2ου Τομέα Βουκουρεστίου τη με αριθμό φακέλου 25756/300/2013 αγωγή κατά της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία .... SA (και σύμφωνα με τη νόμιμη μετάφραση ... ΑΕ), με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία να του καταβάλει τα αναφερόμενα στο αιτητικό της ποσά, που συνιστούσαν προμήθεια για την πώληση, κατ' αποκλειστικότητα στη …., εμπορευμάτων αυτής από τον ενάγοντα. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11620/29-10-2014 απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου, η οποία υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 55.906,03 ευρώ ως προμήθεια και 9.600 ευρώ ως μηνιαίο ποσό, που αντιστοιχεί στην περίοδο 16-4-2004 έως 31-12-2006, πλέον 5.400 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσό του έτους 2007 και 7.188,32 λέϊ ως δικαστικά έξοδα. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη στη …, μετά την απόρριψη της έφεσης με αριθμό DC1453/2015 TB/Σ6 και μετά την απόρριψη της προσφυγής με αρ. Dc 781/2015 - CAB/55 (βλ. τελευταία σελίδα της αλλοδαπής απόφασης), ενώ επίσης, κατέστη εκτελεστή στη Ρουμανία με την έκδοση του Πιστοποιητικού του άρθρου 54 του Κανονισμού ΕΚ αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22-12-2000, όπως άλλωστε αμφότεροι οι διάδικοι αναφέρουν (βλ. τούτο σε νόμιμη μετάφραση). Κατόπιν τούτου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 16-6-2016 (αρ. κατ. 160/2016) αίτηση (άρθρο 33 και 38 παρ. 1 Κανονισμού), με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η αλλοδαπή απόφαση έχει ισχύ δεδικασμένου στην Ελλάδα και να κηρυχθεί εκτελεστή στην ημεδαπή. Επί της αίτησης του ήδη αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 176/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, άρθρ. 39 Κανονισμού σε συνδ. 740-781 ΚΠολΔ), η οποία απέρριψε το αίτημα για την αναγνώριση του δεδικασμένου, ως απαράδεκτο, κρίνοντας ότι από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προέκυπτε αμφισβήτηση περί τούτου, πλέον του γεγονότος ότι ο αιτών δεν επικαλέστηκε ειδικό έννομο συμφέρον. Κατά το έτερο σκέλος δέχτηκε την αίτηση και κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την αλλοδαπή απόφαση. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 23-5-2017 (αρ. κατ. 192/2017) προσφυγή (άρθρο 43 Κανονισμού) με την ίδια ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και ζήτησε να ακυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση, που είχε κηρύξει την εκτελεστότητα της αλλοδαπής απόφασης στην ημεδαπή, διότι όπως υποστήριζε, με τους πέντε λόγους της προσφυγής, η αλλοδαπή απόφαση αντίκειται στην ημεδαπή δημόσια τάξη, καθόσον εκδόθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας, αν και η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης ... ΑΕ (... SA) λόγω μη νόμιμης εκπροσώπησης αυτής, διότι αυτή είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο, αλλά και λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου της Ρουμανίας (κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην προσφυγή, όπως θα ερευνηθούν παρακάτω με τους αναιρετικούς λόγους). Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία κήρυξε την εκτελεστότητα της αλλοδαπής απόφασης. Ήδη με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 36 Κανονισμού αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22-12-2000, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς επίσης, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 σε συνδ. 45 παρ. 1 του Κανονισμού και αυτές σε συνδυασμό 905 παρ. 2 και 3 και 323 παρ. 5 ΚΠολΔ, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, ώστε να μη κηρυχθεί εκτελεστή η υπ' αριθμ. 11620/29-10-2014 απόφαση του 2ου Τομέα Βουκουρεστίου της Ρουμανίας, με την υπ' αριθμ. 176/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ως αντικειμένη στους δημοσίας τάξης ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 3, 10, 33, 65, 67, 68, 70 ΑΚ, σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 18, 22 Ν. 2190/1920 και άρθρα 118-119, 221, 224 ΚΠολΔ, αναφορικά με τη νόμιμη εκπροσώπηση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία ... SA και εντεύθεν την παθητική νομιμοποίηση αυτής στην υπ' αρ. 25756/300/213 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - ενάγοντα κατά της ως άνω εταιρείας ... SA, η οποία είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο έναντι της αναιρεσείουσας ... ΑΕ και έτσι το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι οι λόγοι της προσφυγής αφορούν αναθεώρηση της ουσίας της υπόθεσης κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα να απορρίψει την από 23-5-2017 (αρ. κατ. 192/2017) προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 176/2016 απόφασης, που κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την ως άνω αλλοδαπή απόφαση, αν και αυτή προσέκρουε σε κανόνες δημόσιας τάξης, σύμφωνα με όσα υποστήριζε στους λόγους προσφυγής και ειδικότερα 1) διότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος μετέβαλε το νομικό πρόσωπο της εναγομένης-αρχικής διαδίκου της δίκης,
2) διότι η αλλοδαπή απόφαση εκδόθηκε με βάση το από 16-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο συμβλήθηκε ο ενάγων - αναιρεσίβλητος με την ... SA, την οποία εκπροσώπησε η Σ. Μ. Κ., χωρίς όμως αυτή να έχει τέτοια εξουσία εκπροσώπησης,
3) διότι η αλλοδαπή απόφαση δεν αναφέρει την πλήρη επωνυμία της εναγομένης ... ΑΕ - ... SA και προκαλείται σύγχιση ως προς το πρόσωπό της,
4) διότι δεν απορρέει δεδικασμένο σε βάρος της αναιρεσείουσας από την αλλοδαπή απόφαση, που είναι προϋπόθεση για να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα, εφόσον αυτή δεν ήταν διάδικος στο αλλοδαπό Δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα και 5) διότι τα Δικαστήρια της Ρουμανίας δεν είχαν διεθνή δικαιοδοσία, εφόσον κατ' άρθρ. 14 του από 16-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού οι διαφορές θα υπάγονταν στη …., κατά το Ρουμανικό Δίκαιο, αφού όλη η δραστηριότητα της συμφωνίας θα διεξάγονταν στη …..
Επίσης, με τον συναφή 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, με ελλιπή αιτιολογία ως προς την ακυρότητα της εκτελεστότητας της αλλοδαπής απόφασης λόγω παραβίασης διατάξεων δημόσιας τάξης της Ελληνικής νομοθεσίας, που αφορούν την παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων και ειδικότερα, ότι το Εφετείο α) με το να απορρίψει τους 1ο, 3ο και 4ο λόγους της προσφυγής, περί της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης (... SA), στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου, λόγω της έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης της αναιρεσείουσας από την Σ. Μ. Κ. και επί της οποίας αγωγής εκδόθηκε η αλλοδαπή απόφαση, η οποία δεν δημιουργεί δεδικασμένο σε βάρος της αναιρεσείουσας, που αποτελεί προϋπόθεση για την κήρυξη της εκτελεστότητας αυτής στην Ελλάδα, καθώς επίσης β) ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον συναφή 2ο λόγο της προσφυγής περί μεταβολής του αντιδίκου του αναιρεσιβλήτου στη δίκη ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου και να επικυρώσει την υπ' αριθμ. 176/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που κήρυξε εκτελεστή την αλλοδαπή απόφαση στην Ελλάδα αν και αυτή προσέκρουε στη δημόσια τάξη, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Οι ανωτέρω 1ος και 4ος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που οι αιτιάσεις τους αφορούν την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 118-119 και 224 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, κατά το σχετικό με την παραβίαση των ως άνω διατάξεων μέρος τους, εφόσον οι ανωτέρω δικονομικές διατάξεις δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης νόμου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 901/2013, ΑΠ 320/2012).
Περαιτέρω, το Εφετείο σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του, που επισκοπείται παραδεκτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του 1ου και 4ου αναιρετικού λόγου, κατά, το μέρος τους που αφορούν την παραβίαση των λοιπών ουσιαστικού δικαίου κανόνων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα, μετά από σύντομη νομική ανάλυση των άρθρων 23 παρ. 1, 34 και 36 του Κανονισμού 44/2001: "Εν προκειμένω η προσφεύγουσα εκθέτει στην από 25-05-2017 προσφυγή ότι "...Στην ένδικη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 176/2016 απόφασή του... υπέπεσε σε πολλαπλά σφάλματα και συγκεκριμένα τους ανωτέρω... αναφερθέντες κανόνες δημοσίας τάξεως... τα σφάλματά της είναι τα εξής:
1) Καταρχήν, όπως προκύπτει από το σώμα της υπ' αριθμ. 11.620/29.10.2014 απόφασης του 2ου Τομέα Βουκουρεστίου Ρουμανίας, ο καθού μετά την άσκηση της αγωγής του στα Δικαστήρια της Ρουμανίας επέλεξε να διεξαχθεί κατ' αντιδικία δικαστικός αγώνας με την EE ... Α.Ε. και όχι με την ... Ε.Π.Ε...
Μόνο που πρόκειται για διαφορετικά νομικά πρόσωπα, δεν είναι λοιπόν μία απλή διόρθωση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, αλλά πρόκειται για μία ανεπίτρεπτη μεταβολή του (νομικού) του αρχικού διαδίκου της δίκης, μεταβολή που δεν είναι ανεκτή από την ελληνική έννομη τάξη...".
3) Επιπλέον, δεν εκτίθενται ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (176/2016) ούτε και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ρουμανίας (11620/29.10.2014) που κηρύχθηκε εκτελεστή με αυτήν, οι πλήρεις επωνυμίες των εταιρειών (η πλήρης επωνυμία της δικής μας εταιρείας είναι ... Α.Ε. με την οποία και συναλλάσσεται και εξατομικεύεται έναντι των τρίτων)...." 4)...σαφώς δεν απορρέει δεδικασμένο από την με αριθμ. 11620/29.10.2014 απόφαση του δικαστηρίου της Ρουμανίας, γιατί δεν έχουμε καν ταυτότητα διαδίκων, καθώς, εσφαλμένα η απόφαση αυτή θεώρησε ότι ενέχεται έναντι του καθού η ελληνική εταιρεία ... Α.Ε. η οποία δεν συμβλήθηκε μαζί του...". Όλοι οι εκτεθέντες λόγοι, υπό την επίφαση ότι η αλλοδαπή απόφαση αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη, περί ταυτότητας διαδίκων και επωνυμιών έχουν ήδη κριθεί επί της ουσίας με την υπ' αριθμ. 11620/29.10.2014 αμετάκλητη απόφαση του 2ου Τομέα του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου Ρουμανίας και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρ. 36 του Κανονισμού του Συμβουλίου αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση (έρευνα) της αλλοδαπής αποφάσεως από το Δικαστήριο τούτο. Πέραν τούτου τόσον στο από 16-03-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως ειδών ζωοτροφών, όσον και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ρουμανίας, φέρεται πράγματι ως συμβαλλόμενη και αντιστοίχως εναγομένη η εταιρεία υπό την επωνυμία "... S.A.", μάλιστα δε απετέλεσε και αντικείμενο έρευνας από το Δικαστήριο της Ρουμανίας. Κατά συνέπειαν πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι προσφυγής. Επειδή, μόνον η έλλειψη αιτιολογίας δεν καθιστά τις αλλοδαπές αποφάσεις, των οποίων ζητείται η κήρυξη εκτελεστότητας στην Ελλάδα, αντίθετες στην ημεδαπή δημόσια τάξη, δοθέντος ότι η αναιτιολόγητη απόφαση, μη προσβληθείσα με ένδικα μέσα, παράγει εκτελεστότητα κατά το Ελληνικό Δίκαιο (βλ. ΑΠ 672/1999 Ε. Δ/νη 41.385, ΑΠ 950/1991 Νο.Β 1993.289). Κατά συνέπειαν ο 2ος λόγος προσφυγής ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ρουμανίας "...εκδόθηκε χωρίς αιτιολογία αναφορικά με το δικαίωμα του καθού να αλλάξει αντίδικο κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στην πορεία της δίκης ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΡΙΟΤΕΡΟ, εκδόθηκε βάσει του από 16-03-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνάφθηκε μεταξύ των εταιρειών "... Α.Ε"...... και του αντιδίκου Β. Τ...." πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος• πέραν του ότι προσκρούει στο αναφερθέν άρθρ. 36 του Κανονισμού του Συμβουλίου. Επειδή, σύμφωνα με το αναφερθέν άρθρ. 23 παρ. 1 του Κανονισμού του Συμβουλίου "Αν τα μέρη από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το Δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως...".
Εν προκειμένω σύμφωνα με το από 16-03-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων "14. Η νομοθεσία που θα εφαρμόζεται αν διεξαχθεί ολόκληρη η δραστηριότητα στη …. είναι η ρουμάνικη νομοθεσία. Όποια διαφωνία υπάρξει θα πρέπει να επιλύεται με φιλικό διακανονισμό και εάν αυτό δεν είναι δυνατό, αρμόδια ορίζονται τα δικαστήρια της Ρουμανίας". Κατά συνέπειαν ο 5ος λόγος προσφυγής ότι δεν αιτιολογείται η διεθνής δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Ρουμανίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (βλ. ΑΠ 92/2017 Τ.Π.Ν. ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπειαν πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση προσφυγή και οι λόγοι αυτής ως αβάσιμοι...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους 1ο και 4ο αναιρετικούς λόγους πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 34 Κανονισμού, σε συνδ. άρθρ. 905 παρ. 2 και 3, 323 παρ. 5 ΚΠολΔ, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την αλλοδαπή απόφαση, ενώ επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ώστε να μην κηρυχθεί η εκτελεστότητα στην Ελλάδα της αλλοδαπής απόφασης, τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 1 σε συνδ. 45 παρ. 1 του Κανονισμού. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς έστω και συνοπτικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ανωτέρω διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα, η αλλοδαπή απόφαση δεν αντίκειται στην ημεδαπή δημόσια τάξη, η οποία νοείται με τη στενότερη έννοια του Κανονισμού σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, ούτε η διαδικασία που ακολούθησε το Ρουμανικό Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του προσκρούει σε θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα, που εκφράζουν το ημεδαπό κράτος δικαίου, ενώ επίσης, ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι οι λόγοι προσφυγής αφορούσαν την ουσία της υπόθεσης και ότι συνεπώς, κατά το άρθρο 36 του Κανονισμού αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής απόφασης κατά την κήρυξη της εκτελεστότητας αυτής στην ημεδαπή. Εξάλλου, με επάλληλη συνοπτική αλλά σαφή αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα νομιμοποιείται παθητικά στην αλλοδαπή απόφαση, ζήτημα που το αλλοδαπό δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν. Επισημαίνεται ότι η αναιρεσείουσα εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι οι ουσιαστικοί κανόνες δικαίου για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των οποίων αιτιάται στους ερευνώμενους 1ο και 4ο αναιρετικούς λόγους, αναφορικά με την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτής στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η αλλοδαπή απόφαση, προσκρούουν στην ημεδαπή δημόσια τάξη, εφόσον η παθητική νομιμοποίηση δεν αφορά τη δημόσια τάξη αλλά είναι διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης. Εξάλλου, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί μη νόμιμης εκπροσώπησης της ... SA από την Σ. Μ. Κ. ερευνήθηκαν στο αλλοδαπό Δικαστήριο, όπως ορθά δέχτηκε το Εφετείο και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν από την αλλοδαπή απόφαση, η οποία επισκοπείται επιτρεπτά κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης. Ειδικότερα, στη σελίδα 1 αυτής η αλλοδαπή απόφαση ρητά μνημονεύει το από 16-3-2004 (αντί της εσφαλμένης από παραδρομή χρονολογίας 2014) ιδιωτικό συμφωνητικό (βλ. και στη σελίδα 5 αυτής με την ορθή χρονολογία 16-3-2004), το οποίο αποτέλεσε την γενεσιουργό βάση της έννομης σχέσης του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντα με την ανώνυμη εταιρεία ... SA, μαζί με τις ενσωματωμένες σ' αυτό δύο προσθήκες - παραρτήματα, με ημερομηνία 20-4-2004 και 21-6-2004 και σύμφωνα με το οποίο (και τα παραρτήματα αυτού) ο αναιρεσίβλητος συμφώνησε να πουλά στη …. κατ' αποκλειστικότητα εμπορεύματα της ... SA. Εξάλλου, από το ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση και επισκοπείται επίσης παραδεκτά, προκύπτει ότι η ... ΑΕ (σε μετάφραση εκ του ... SA) με έδρα τα … ... (την ίδια έδρα, σημειωτέον, δηλώνει και η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο) εκπροσωπήθηκε νόμιμα από την Σ. Μ. Κ., η οποία παραστάθηκε, ως μέλος του ΔΣ της ... ΑΕ (... SA) και αντίστοιχα ως διευθύντρια, ενεργώντας για λογαριασμό του ΔΣ της ... ΑΕ. Εξάλλου, από όλο το περιεχόμενο της αλλοδαπής απόφασης προκύπτει, ότι η ανωτέρω ιδιότητα της Σ. Μ. Κ.ς δεν αμφισβητήθηκε στο Ρουμανικό Δικαστήριο.
Συνεπώς, η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου, κατά το ημεδαπό δίκαιο, ήταν ορισμένη ως προς την παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης, αφού αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι ο εναγόμενος είναι το υποκείμενο της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης. Άλλωστε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου διευκρίνισε την ιδιότητα της εναγομένης, όπως ειδικότερα προκύπτει από τη σελίδα 4 της αλλοδαπής απόφασης, "στην από 22-1-2014 προθεσμία δίκης", ενώ η υπόθεση συζητήθηκε μεταγενέστερα, στις 19-10-2014, ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου και δήλωσε ότι αντιδικεί με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα. Η διευκρίνιση αυτή του ενάγοντα, η οποία έγινε πριν να συζητηθεί η υπόθεση στο αλλοδαπό Δικαστήριο, ήταν επιτρεπτή για την αποφυγή σύγχισης, καθόσον η αναιρεσείουσα είναι η μοναδική μέτοχος της ... ΕΠΕ (... SRL), η οποία εδρεύει και δραστηριοποιείται στην Ρουμανία. Η διευκρίνιση αυτή του ενάγοντα στο αλλοδαπό δικαστήριο είναι παραδεκτή και κατά το ελληνικό δικαιϊκό σύστημα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης και δεν αποτελεί μεταβολή διαδίκου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επίσης, το αλλοδαπό Δικαστήριο επί της ουσίας και αφού διέταξε λογιστική πραγματογνωμοσύνη δέχθηκε ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων (βλ. σελ. 5 της αλλοδαπής απόφασης), ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα δεν είχε αμφισβητήσει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης τα τιμολόγια, στα οποία ο ήδη αναιρεσίβλητος-ενάγων στήριζε τις αξιώσεις του (βλ. σελ. 7 αυτής), ούτε ότι απέδειξε ότι δεν ήταν αυτή, που τα εξέδωσε με βάση τα οποία το Δικαστήριο της Ρουμανίας υπολόγισε τα ποσά, που επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο και στη σελίδα 10 αυτής διέλαβε αιτιολογία για την εγκυρότητα του από 16-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Συνεπώς, η αλλοδαπή απόφαση δεν προσκρούει στην δημόσια τάξη, αφού δεν δημιουργεί καταστάσεις κατάδηλα απροσάρμοστες προς την ημεδαπή δικαιϊκη τάξη κα η αναιρεσείουσα παραστάθηκε στο αλλοδαπό δικαστήριο και είχε δίκαιη δίκη. Επομένως, το Εφετείο ορθά δέχτηκε, ότι οι αιτιάσεις της προσφυγής της ήδη αναιρεσείουσας πλήττουν την ουσία της υπόθεσης και απέρριψε τους 1ο έως 4ο λόγους της προσφυγής περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της προσφεύγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Εξάλλου, αναφορικά με τον 5ο λόγο της προσφυγής για έλλειψη δικαιοδοσίας του αλλοδαπού Δικαστηρίου, τον οποίο η αναιρεσείουσα επαναφέρει με τον 1ο αναιρετικό λόγο, στοιχείο 5 αυτού, υπό την έννοια ότι η προσβαλλόμενη, αλλά και η αλλοδαπή απόφαση ουδόλως αιτιολογούν την υπαγωγή της υπόθεσης στα Δικαστήρια της Ρουμανίας, το Εφετείο, αναφερόμενο στον 14ο όρο του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, με τον οποίο ρητά τα διάδικα μέρη συμφώνησαν ότι θα εφαρμόζεται η ρουμανική νομοθεσία, εάν ολόκληρη η δραστηριότητα θα διεξαχθεί στη Ρουμανία και ότι όποια διαφωνία υπάρξει θα επιλύεται με φιλικό διακανονισμό, άλλως ότι ορίζονται αρμόδια τα Δικαστήρια της Ρουμανίας, δέχεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του Κανονισμού η διεθνής αυτή δικαιοδοσία ήταν αποκλειστική και είχε καταρτιστεί εγγράφως. Η κρίση αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης επιρρωνύεται και από τη σελίδα 2 της αλλοδαπής απόφασης, στην οποία, κατ' ακριβή αντιγραφή, αναφέρονται τα εξής: "από το περιεχόμενο του ιδιωτικού συμβολαίου... με την έννοια της πώλησης προϊόντων της εναγομένης, θα πραγματοποιηθεί σε όλη τη Ρουμανική επικράτεια και συνεπώς δεν δύναται να καθοριστεί μια εναλλακτική αρμοδιότητα για την επίλυση των εμφανισθέντων διαφορών...".
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον 1ο, στοιχείο 5, αναιρετικό λόγο πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, αναφορικά με την δικαιοδοσία του αλλοδαπού Δικαστηρίου.
Κατόπιν όλων αυτών το Εφετείο με το να απορρίψει την προσφυγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι υπό την επίφαση ότι η αλλοδαπή απόφαση αντίκειται στην δημόσια τάξη περί της ταυτότητας των διαδίκων και των επωνυμιών του διαδίκου νομικού προσώπου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία κρίθηκε ενώπιον του Ρουμανικού Δικαστηρίου και σύμφωνα με το άρθρο 36 του Κανονισμού αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα διάταξη του Κανονισμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 905 παρ. 2 και 3 και 323 παρ. 5 ΚΠολΔ επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την αλλοδαπή ως άνω απόφαση, διότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν με επάρκεια το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και συγχρόνως διέλαβε σαφή έστω και συνοπτική αιτιολογία (που συμπληρώνεται παραδεκτά με τις ανωτέρω αιτιολογίες), η οποία καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή αυτών στις ανωτέρω διατάξεις, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο 1ος και ο 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, κατά το ως άνω μέρος τους. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 150/2015).
Με το 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη του τους 1ο, 3ο και 4ο λόγους της προσφυγής, που αφορούσαν την έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησης της αναιρεσείουσας και εντεύθεν την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτής στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αλλοδαπή απόφαση που κηρύχθηκε εσφαλμένα εκτελεστή στην Ελλάδα. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσφυγής, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, προκύπτει ότι η αναιρεσεσείουσα με τον 1ο λόγο αυτής, υποστήριζε ότι δεν πρέπει να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα η αλλοδαπή απόφαση, διότι στο Ρουμανικό δικαστήριο επήλθε μεταβολή του δικογράφου της αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς την ταυτότητα της εναγομένης, η οποία αντιβαίνει στην ελληνική έννομη τάξη, με τον 3ο λόγο της προσφυγής ότι η έλλειψη πλήρους επωνυμίας της αντισυμβαλλόμενης με τον ενάγοντα προκαλεί σύγχιση, διότι αυτός συμβλήθηκε με την ... SRL (ΕΠΕ), που εδρεύει στη …., της οποίας μοναδικός μέτοχος είναι η ... SA (... ΑΕ) και έτσι επήλθε αντίθεση σε κανόνες δημόσιας τάξης ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, ενώ με τον 4ο λόγο της προσφυγής υποστήριζε ότι εσφαλμένα το Εφετείο προσέδωσε εκτελεστότητα στην αλλοδαπή απόφαση από την οποία δεν απορρέει δεδικασμένο, ούτε δεσμεύει την αναιρεσείουσα, διότι η Σ. Μ. Κ., αν και δεν ήταν η εκπρόσωπος αυτής, συμβλήθηκε στο ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο υπέγραψε ως εκπρόσωπος της ΕΠΕ (SRL).
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης (Α' σκέλος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά στους 1ο και 4ο αναιρετικούς λόγους, το Εφετείο ερεύνησε τους ως άνω λόγους της προσφυγής, τους οποίους απέρριψε πρωτίστως ως απαράδεκτους, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμους καταλήγοντας σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Επομένως δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 9 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται αν το δικαστήριο επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος η μερική παραδοχή της αγωγής (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 805/2017, ΑΠ 1259/2017, ΑΠ 252/2005).
Με το Β' σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο τον 4ο λόγο της προσφυγής της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο αυτή υποστήριζε ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από την αλλοδαπή απόφαση σε βάρος της αναιρεσείουσας ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης αυτής στη δίκη του αλλοδαπού Δικαστηρίου λόγω της μη νόμιμης εκπροσώπησης αυτής. Και ο λόγος αυτός (Β' σκέλος) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας στο αλλοδαπό Δικαστήριο κρίθηκε επί της ουσίας με βάση το από 16-3-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό με αμετάκλητη απόφαση στη Ρουμανία από την οποία απέρρεε δεδικασμένο που δεσμεύει την αναιρεσείουσα. Επομένως δίκασε τον 4ο λόγο της προσφυγής και δεν άφησε αδίκαστο αίτημα. Σύμφωνα με τη δεύτερη περίπτωση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο λόγος αναίρεσης δημιουργείται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε παρά το νόμο σε αποδείξεις που δεν έχουν προσαχθεί από κανένα διάδικο. Πότε και πώς προσάγονται οι αποδείξεις ορίζουν οι σχετικοί για κάθε αποδεικτικό μέσο ορισμοί του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης βασίζεται στη θεμελιώδη δικονομική αρχή, ότι ο δικαστής έχει υποχρέωση να αποφασίζει σύμφωνα με τα αποδεικνυόμενα στη δίκη, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ. Επομένως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν έχουν προσκομισθεί, τις οποίες όμως γνώριζε ο δικαστής από άλλη πηγή ή δόθηκαν προσωπικά σ' αυτόν, η απόφαση αναιρείται με τον παραπάνω λόγο. Εξάλλου, αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί στο Δικαστήριο ουσίας έγγραφο, που είχε επικαλεστεί και προσάγει ο αντίδικός του, αυτό καθίσταται κοινό μέσο απόδειξης κατ' άρθρ. 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 1259/2017, ΑΠ 1359/2010).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του το από 16-3-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δεν είχε προσκομιστεί νόμιμα, αλλά ούτε είναι υπαρκτό έγγραφο.
Ο λόγος αυτός πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην εκουσία δικαιοδοσία, με την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 528/2017, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1392/2014). Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των κατ' έφεση προτάσεων της αναιρεσείουσας (που παραδεκτά επισκοπούνται ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης) προκύπτει ότι είχε επικαλεστεί με αριθμό σχετικού 3 το από 16-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο, το οποίο και η αλλοδαπή απόφαση επικαλείται στις σελίδες 1 και 5 αυτής (ενώ από προφανή παραδρομή, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αναφέρεται στη σελίδα 1 αυτής ως χρονολογία έκδοσης αυτού το έτος 2014, όπως χωρίς αμφιβολία τούτο προκύπτει από τη χρονολογία των μεταγενέστερων προσθηκών αυτού, με ημερομηνία του έτους 2004 (και όχι 2014) και ειδικότερα, 20-4-2004 και 21-6-2004). Επίσης, ο αναιρεσίβλητος στις κατ' έφεση προτάσεις του ως εφεσίβλητος είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση το από 16-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ως σχετικό με αριθμό 4 και τις ως άνω πρόσθετες πράξεις αυτού με την ρητή επισήμανση "...ως αναπόσπαστο μέρος του από 16-3-2004" ιδιωτικού συμφωνητικού. Επομένως, ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις ως απαράδεκτος και ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2018 (αρ. κατ. 7/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 311/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ