Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1067 / 2025    (Α3, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1067/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α3' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Χρυσούλα Πλατιά, Ηλία Γιαρένη-Εισηγητή και Αικατερίνη Πατσιαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μ. Σ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "BRIGHTSTAR HOLDINGS & INVESTMENTS S.A." που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Καλλιόπη Χριστακάκου-Φωτιάδη και Δημήτριο Βερβεσό και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:

1.Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα δια του υποκαταστήματός της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Εγγλέζο που ανακάλεσε την από 22.11.2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις και

2.Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Στέργιο Σπυρόπουλο και Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.05.2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3102/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5503/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24.02.2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της με στοιχ.1 αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ. 2, 562 παρ. 2, 570 παρ. 1 και παρ. 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση η έρευνα στην αναιρετική δίκη καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων. Η έρευνα των γεγονότων αυτών δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά από αυτά εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος. Διαφορετική εκδοχή θα μετέβαλλε, ανεπίτρεπτα, την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη (ΑΠ 198/2024, ΑΠ 1494/2023, ΑΠ 1227/2022, ΑΠ 698/2022, ΑΠ 57/2021, ΑΠ 1127/2020). Ειδικότερα, η άσκηση της αναίρεσης και η επ' αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη, δεν ανοίγεται με το ένδικο αυτό μέσο νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλόμενων με τους λόγους αναίρεσης νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 44/1996, ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 1506/2023, ΑΠ 1905/2022), δεν δημιουργείται δε εκκρεμοδικία, ούτε αυτή αναβιώνει, με την άσκηση του έκτακτου ένδικου μέσου της αναίρεσης (ΑΠ 1506/2023, ΑΠ 926/2023, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 1546/2022).

Επομένως, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από την πρώτη αναιρεσίβλητη με τις από 22-11-2024 έγγραφες προτάσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 22-11-2024, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου αυτών και οι οποίοι αναφέρονται α) στην αναστολή της εκδίκασης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατ' άρθρο 222 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ, λόγω εκκρεμοδικίας, μέχρι την περάτωση της δίκης που θα αναφερθεί ειδικότερα στη συνέχεια, η οποία -εκκρεμοδικία- απορρέει από την από 11-8-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας που έχει ασκηθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς εναντίον των αναιρεσιβλήτων και η οποία βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά σε βάρος των τελευταίων, θεμελιούμενη σε διαφορετική νομική βάση, για την οποία -υπόθεση- έχει εκδοθεί η απόφαση με τον αριθμό 1433/2023 του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με τον αριθμό 527/2019 του Εφετείου Πειραιώς και, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, διακρατήθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο (Α2 Πολιτικό Τμήμα), σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου διαδίκου και β) στην έλλειψη έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας προς υποβολή της ένδικης αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι οι αγωγικές της αξιώσεις αποσβέστηκαν εν επιδικία, λόγω παραγραφής, κατά τις διατάξεις, αφενός μεν, του άρθρου 5 παρ. 6 του νόμου 3632/1928, άλλως, του άρθρου 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ, αφετέρου δε, του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, πέραν του γεγονότος ότι οι έγγραφες προτάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, στις οποίες περιέχονται οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, δεν κατατέθηκαν είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (άρθρο 570 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε. Τούτο δε, διότι, αφενός μεν, η άσκηση του έκτακτου ένδικου μέσου της αναίρεσης δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία, ώστε να τίθεται ζήτημα αναστολής της αναιρετικής δίκης, κατ' άρθρο 222 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ, αφετέρου δε, η παραγραφή συνιστά καταλυτικό του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμό (ΑΠ 1127/2020, ΑΠ 682/2005, ΑΠ 710/2001) και ειδικότερα συνιστά ένσταση, της οποίας η προβολή και ακολούθως η έρευνα δεν είναι παραδεκτή κατά την αναιρετική δίκη.

2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 169 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου, εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή τον διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγομένου (του καθ' ου η κύρια παρέμβαση ή του καθ' ου το ένδικο μέσο) για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας στο οικείο δικαστήριο και η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, δεδομένου ότι σ' αυτή δεν γίνεται διάκριση μεταξύ τακτικών και έκτακτων ένδικων μέσων, [δεν προσήκει δηλαδή μόνο στη διαγνωστική δίκη], σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 171 και 172 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι: α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του, είναι ανάγκη να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση με ποινή απαραδέκτου (άρθρο 263 περ. γ' ΚΠολΔ), β) κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσης της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διάδικου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος μη εκτέλεσης της απόφασης ως προς τη διάταξή της για την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του επιτιθέμενου διαδίκου, πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει όταν ο επιτιθέμενος διάδικος δεν έχει εμφανή περιουσία, έχει άγνωστη διαμονή, είναι αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του αιτούντος και εν γένει είναι αφερέγγυος, γ) για να διαταχθεί η εγγυοδοσία πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και η οποία -κρίση- σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη, προαποδεικτικά, από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για την αδυναμία εκτέλεσης της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση καταδίκης σ' αυτά του υπόχρεου στην καταβολή της εγγυοδοσίας διαδίκου, δ) το δικαστήριο που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση της δίκης για εγγυοδοσία, ορίζει όχι μόνο το ποσό της, αλλά και την προθεσμία, εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει. Αν αυτή παρέλθει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγυοδοσία, αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή, η κύρια παρέμβαση ή το ένδικο μέσο, ενέργεια που είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο και δεν απόκειται στην διακριτική του ευχέρεια. Η ανάκληση δε, θεωρείται, ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κύριας παρέμβασης ή του ένδικου μέσου, ε) το βάρος της απόδειξης των προϋποθέσεων αυτής της δικονομικής αναβλητικής ένστασης, η οποία εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα, φέρει ο εναγόμενος, ο καθ' ου η κύρια παρέμβαση ή εκείνος, κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ η ένσταση είναι βάσιμη, αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1269/2019, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 167/2015, ΑΠ 35/2015, ΑΠ 1875/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσίβλητη, με τις από 3-11-2023 έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 6-11-2023, δηλαδή είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (άρθρο 570 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ), ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία ποσού 313.099,72 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα τόσο της δίκης που έχει ήδη διεξαχθεί στα δικαστήρια της ουσίας, όσο και της αναιρετικής δίκης και να ταχθεί προθεσμία στην αναιρεσείουσα, εντός της οποίας η διάδικος θα καταθέσει την εγγύηση και τούτο διότι συντρέχει προφανής οικονομική αδυναμία και αφερεγγυότητα της αναιρεσείουσας που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί κατά τη διάταξη της ενδεχόμενης καταδίκης της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αυτή τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, μόνο στην έκταση που αφορά τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, δηλαδή τα έξοδα της διαδικασίας που διεξάγεται στο Δικαστήριο τούτο, το οποίο καλείται στην προκείμενη περίπτωση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 169 ΚΠολΔ, να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία την αναιρεσείουσα, όχι όμως και στην έκταση που αφορά τα δικαστικά έξοδα της δίκης, η οποία έχει ήδη διεξαχθεί στα δικαστήρια της ουσίας, ενώ στην έκταση που κρίθηκε νόμιμη, παρίσταται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Τούτο δε, διότι από το σύνολο των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι δεν αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα στερείται την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα που τυχόν θα επιβληθούν για την παρούσα αναιρετική δίκη σε βάρος αυτής -αναιρεσείουσας- (ομοίως, ΑΠ 1433/2023 που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη μεταξύ των αυτών διαδίκων).

3.- Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5503/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η οποία -αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση- δέχθηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας, η οποία στρεφόταν εναντίον της με αριθμό 3102/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία -εκκαλούμενη απόφαση- είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης και εναντίον της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (με Α.Φ.Μ. ... και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ...), καθολική διάδοχος της οποίας, λόγω διάσπασης της τελευταίας (διασπώμενης), με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και τη σύσταση νέας εταιρείας και ειδικότερα της δεύτερης αναιρεσίβλητης (επωφελούμενης), είναι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (με Α.Φ.Μ. ... και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ...), δηλαδή η δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την οποία -αγωγή- ζητούταν η αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις, αφενός μεν, για την ενδοσυμβατική ευθύνη, αφετέρου δε, για τις αδικοπραξίες, για την αποκατάσταση της περιουσιακής και μη ζημίας, η οποία προκλήθηκε στην αναιρεσείουσα από την παράνομη, υπαίτια, αντισυμβατική και ζημιογόνα συμπεριφορά που επέδειξε η πρώτη αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο των συμβάσεων διαχείρισης χαρτοφυλακίου και ενεχυρίασης μετοχών που είχαν καταρτιστεί μεταξύ της διαδίκου αυτής και της αναιρεσείουσας, στο μέτρο μεν που ασκούταν εναντίον της δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, στο μέτρο δε που ασκούταν εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης, η αγωγή είχε απορριφθεί α) κατά τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης από τη σύμβαση ενεχυρίασης μετοχών, λόγω της ιδιότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης ως ενεχυρούχου δανείστριας, ως μη νόμιμη, β) κατά τη βάση της αδικοπρακτικής ευθύνης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω παραγραφής και γ) κατά τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης από τη σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, στο μέτρο που στρεφόταν εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως καθολικής διαδόχου της δεύτερης εναγομένης, δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, στο μέτρο που στρεφόταν εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς τη σωρευόμενη βάση από την ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, από τη σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου που με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή, κατά τη βάση της αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

4.- Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1209, 1210, 1211 εδ. β', 1218 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά προς τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 35 - 47 του ν.δ/τος της 17ης-7/13ης-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", όταν το ενέχυρο συνιστάται προς ανώνυμη εταιρία, περιεχόμενο και σκοπός του ενεχύρου είναι η προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης από την αξία του ενεχυριασμένου πράγματος. Και τούτο διότι το ενέχυρο είναι δικαίωμα αξίας, η οποία θα πάρει τη μορφή του πλειστηριάσματος όταν το πράγμα εκποιηθεί αναγκαστικά με πρωτοβουλία του δανειστή. Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και σε ανώνυμους τίτλους, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 1244 ΑΚ, εφαρμόζονται οι διατάξεις για το ενέχυρο κινητών, δηλαδή ως προς τη σύσταση του δικαιώματος του ενεχύρου, την ενεχυρική σχέση, την εκποίηση και την απόσβεση του ενεχύρου εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ για το ενέχυρο κινητών πραγμάτων, εκτός αν από ειδική διάταξη νόμου προκύπτει αντίθετη ρύθμιση.

Εξάλλου, από τα άρθρα 297, 298, 330, 1224 εδ. α', 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου (ΑΠ 1629/2024, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1298/2017), κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 1687/2023, ΑΠ 632/2023, ΑΠ 494/2023).

Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του τελευταίου αυτού άρθρου προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης είτε από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1629/2024, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1298/2017). Από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη αυτού. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 895/2019).

5.- Με τον νόμο 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 του νόμου 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του νόμου 3458/2006 "Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος. Περαιτέρω, τα μέτρα εξυγίανσης που απαριθμούνται στο άρθρο 3 του νόμου 3458/2006, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 παρ. 1 του νόμου 4021/2011, συνίστανται μεταξύ άλλων και στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος, σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του νόμου 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτό κατ' άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα. Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας.

Πρόκειται για εξυγίανση που εφαρμόζεται πριν η Τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφασή της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (παρ. 1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρεπόμενων δικαιωμάτων, όπως οι υποθήκες, οι εγγυήσεις, τα ενέχυρα ή άλλα δικαιώματα που εξασφαλίζουν την απαίτηση, τα προνόμια που συνδέονται με τη φύση της απαίτησης (πλην των συνδεόμενων με το πρόσωπο του δανειστή) και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερόμενες έννομες σχέσεις (458 ΑΚ). Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει, για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 του νόμου 3601/2007). Με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, κατ' άρθρο 63Δ του νόμου 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του μεταβιβάζοντος, δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του τελευταίου, ως σύνολο, το οποίο (μεταβιβάζον) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά -είναι- ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμο αυτής έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους, ενώ οι εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους. Επέρχεται, δηλαδή, ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ' αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 1742/2024, ΑΠ 1444/2023, ΑΠ 561/2021, ΑΠ 2005/2014). Όμοια ρύθμιση προς αυτή του άρθρου 63Δ του νόμου 3601/2007 θεσπίστηκε και στη Δημοκρατία της Κύπρου με τον νόμο 17 (I) "περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων" της 22-3-2013. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του νόμου 3458/2006 "αποκλειστικά αρμόδιες να αποφασίζουν για την εφαρμογή ενός ή περισσότερων μέτρων εξυγίανσης σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, με καταστατική έδρα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων του που είναι εγκατεστημένα σε κράτη - μέλη υποδοχής, είναι οι αρμόδιες ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 3. Εφόσον αρχίσουν να παράγουν τα αποτελέσματά τους στην Ελλάδα, τα μέτρα εξυγίανσης, που λαμβάνουν οι αρμόδιες ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές, παράγουν τα αποτελέσματά τους και σε ολόκληρη την Κοινότητα, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, καθώς και έναντι τρίτων στα άλλα κράτη - μέλη, ακόμα και αν το ισχύον δίκαιο στα κράτη - μέλη υποδοχής δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται." (παρ. 1). Και, "αντιστοίχως, όταν η εξυγίανση αφορά πιστωτικό ίδρυμα που έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, αποκλειστικά αρμόδιες για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων είναι οι αρχές του κράτους - μέλους αυτού. Τα λαμβανόμενα από αυτές μέτρα εξυγίανσης ή εκκαθάρισης παράγουν στην Ελλάδα αποτελέσματα χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, ακόμη και αν το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται." (παρ. 2) (ΑΠ 1742/2024, ΑΠ 1444/2023, ΑΠ 561/2021).

6.- Στις 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την οποία ορίστηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους. Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: 1α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β. β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων. 2. Διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β. 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β. 4. Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή / και τοποθέτησή της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: 1α) κινητές αξίες. β) Μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων. 2. Τίτλοι της νομισματαγοράς. 3. Τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. 4. Προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA). 5. Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο, συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps). 6. Προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Συμπεριλαμβάνονται ιδίως, στην κατηγορία αυτή, οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων. Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον νόμο 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1. Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (i) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ. δικαιώματα προαιρέσεως [...], (ii) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων. β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (i), γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i). δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεσή τους". Στο άρθρο 2 παρ. 6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, β. οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, γ. κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται (ΑΠ 151/2023, ΑΠ 1520/2022, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 606/2021). Από τις διατάξεις αυτές της Οδηγίας και του νόμου που έχουν καταργηθεί, η μεν Οδηγία 93/22/ΕΟΚ από την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21ης-4-2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων κ.λπ., ο δε νόμος 2396/1996 και ειδικότερα τα άρθρα 1-31 του νόμου αυτού, από τον νόμο 3606/2007, πλην όμως ετύγχαναν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, συνάγεται ότι η σύμβαση διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων, η οποία (διαχείριση), ως κύρια επενδυτική υπηρεσία, παρέχεται από επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δηλαδή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο παρέχει κατ' επάγγελμα προς τρίτους μία ή περισσότερες κύριες επενδυτικές υπηρεσίες (άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α' του νόμου 2396/1996, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 92 παρ. α' περ. 11 του νόμου 3601/2007), στο πλαίσιο εντολής των πελατών προς την Ε.Π.Ε.Υ., τα οποία -χαρτοφυλάκια- περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τίτλων και κινητές αξίες και ειδικότερα μετοχές και λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, αποτελεί ειδικότερη μορφή σύμβασης έμμισθης εντολής, στην οποία εφαρμόζονται μεταξύ άλλων και οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Τούτο δε, διότι κατά το άρθρο 713 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, πλην όμως η διάταξη του άρθρου αυτού δεν έχει τον χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης και επομένως οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν, εκ των προτέρων, ότι στον εντολοδόχο θα καταβάλλεται αμοιβή για την εκτέλεση της εντολής, οπότε στην περίπτωση αυτή η σύμβαση θα έχει τον χαρακτήρα της έμμισθης εντολής (ΑΠ 82/2023, ΑΠ 1768/2022), η δε συμφωνία για την αμοιβή πρέπει να είναι ρητή, γιατί ο κανόνας του άρθρου 713 ΑΚ σχετικά με τον άμισθο χαρακτήρα της εντολής, μόνο με ρητή συμφωνία μπορεί να διασπαστεί (ΑΠ 1382/2022, ΑΠ 679/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ενώ στο άρθρο 714 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων, αξιώνεται όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ. Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε.

Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και, επομένως, η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1378/2024, ΑΠ 1027/2024, ΑΠ 1771/2023, ΑΠ 711/2023, ΑΠ 874/2022). Ο ενάγων, εντολέας, ως δικαιούχος της αξίωσης προς αποκατάσταση της ζημίας του, η οποία προκλήθηκε από πταίσμα του εντολοδόχου κατά την εκτέλεση της εντολής, οφείλει να προσδιορίσει στο δικόγραφο της αγωγής του, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τη διαδικαστική πληρότητα της ιστορικής βάσης αυτής, ευσύνοπτα και σαφώς, τα προσδιοριστικά της σχέσης της εντολής στοιχεία και ειδικότερα τη σύμβαση εντολής, με την οποία αυτός αναθέτει και ο εντολοδόχος αναλαμβάνει τη διεξαγωγή υπόθεσης για λογαριασμό αυτού (εντολέα), το περιεχόμενο της εντολής και το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, το πταίσμα του εντολοδόχου, τη ζημία του, τον νομικό λόγο που γεννά την ευθύνη και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας και του ζημιογόνου γεγονότος (ΑΠ 633/2024, ΑΠ 624/2023, ΑΠ 133/2023).

7.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα κρίνονται νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται με την αγωγή και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία σχετικά με την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται σ' αυτά, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 715/2024, ΑΠ 326/2024). Η νομική ανεπάρκεια των αναφερόμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής, οι οποίες (δηλαδή, η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία της αγωγής) και οι δύο ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 492/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1223/2022). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, τα οποία δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη, την αγωγή, παραγνωρίζοντας γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτή για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 786/2024, ΑΠ 715/2024, ΑΠ 326/2024), ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή, αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 786/2024, ΑΠ 715/2024, ΑΠ 326/2024, ΑΠ 628/2023, ΑΠ 257/2023).

8.- Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεστεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν έναν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν το σύνδεσμο αυτό, αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι οι -κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 76/2024, ΑΠ 795/2023, ΑΠ 483/2023, ΑΠ 413/2023, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 1738/2022, ΑΠ 55/2022).

9.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 321/2024, ΑΠ 93/2024). Ελέγχεται, δηλαδή, μεταξύ άλλων και αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 550/2024, ΑΠ 738/2023).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 524/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 93/2024, ΑΠ 90/2024). Στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός μεν, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αφετέρου δε, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι -ερμηνευτικοί κανόνες-εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης. Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων μερών, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 711/2024, ΑΠ 311/2024). Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφαση, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων μερών, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στον συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό της (ΑΠ 311/2024).

10.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με τη διάταξη αυτή εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται τις αναγκαίες προϋποθέσεις του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 442/2024, ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1001/2022, ΑΠ 833/2022, ΑΠ 353/2022). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, όπως επίσης και το παραδεκτό οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή και ένδικου μέσου (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 523/2023, ΑΠ 325/2023), μεταξύ δε αυτών και του ένδικου μέσου της έφεσης (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 1136/2023, ΑΠ 660/2023).

11.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τον νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 855/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 381/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 373/2024, ΑΠ 321/2024).

Περαιτέρω, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 706/2022). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και σύνταξη ελάσσονος πρότασης με τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1399/2024, ΑΠ 685/2024, ΑΠ 557/2024, ΑΠ 240/2024, ΑΠ 1005/2023, ΑΠ 294/2023), ή όταν απορρίπτει τον λόγο ανακοπής ως νομικά αβάσιμο (ΑΠ 294/2023, ΑΠ 816/2020), αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, ούτε εκτιμά τα αποδεικτικά μέσα και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις ή αντιφάσεις στην περιγραφή τους (ΑΠ 782/2024, ΑΠ 323/2024).

12.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, ως αιτιολογικό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού. Κατά συνέπεια τούτων, η ευδοκίμηση λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τα άρθρα 559 ή 560 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 435/2024, ΑΠ 434/2024, ΑΠ 311/2024, ΑΠ 655/2023, ΑΠ 269/2023, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 1102/2021).

13.- Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και, επομένως, και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί λυσιτελώς όλα ή ορισμένα μόνο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται, κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν. Ως κεφάλαια, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 579 ΚΠολΔ, νοούνται οι διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης που αποφαίνονται για τα αιτήματα παροχής δικαστικής προστασίας. Ωστόσο, αν τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, είναι συναφή με αυτά που αναιρέθηκαν, τότε πρέπει να θεωρηθεί ότι συναναιρούνται και αυτά. Η έννοια των αναγκαίως συνεχόμενων κεφαλαίων, δηλαδή εκείνων που τελούν σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας με τα προσβαλλόμενα με την αναίρεση κεφάλαια, ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και στη διάταξη για τα δικαστικά έξοδα της απόφασης που αναιρέθηκε, είτε ολικά είτε εν μέρει, εφόσον τα δικαστικά έξοδα συνιστούν αίτηση με παρακολουθηματικό χαρακτήρα ως προς το κεφάλαιο της κύριας απαίτησης (ΑΠ 1487/2024, ΑΠ 572/2021, ΑΠ 237/2018).

14.- Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: "[...] Με την από 20.05.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47843/1551/2019 αγωγή της η ενάγουσα εταιρεία εκθέτει, ότι, η εταιρεία με την επωνυμία International Reefer Services S.A. (IRS), που εδρεύει στον Παναμά της Δημοκρατίας του Παναμά και είναι εταιρεία διαχείρισης εμπορικών πλοίων, κατήρτισε στα τέλη του 1998 και αρχές του 1999 συμβάσεις δανείου και πίστωσης με ανοικτό, αλληλόχρεο λογαριασμό με την Τράπεζα Κύπρου. Ότι οι συμβάσεις δανείου εξασφαλίστηκαν, αφενός, με την παροχή εγγύησης εκ μέρους της ενάγουσας εταιρίας και του Κωνσταντίνου Κομνηνού, αφετέρου με τη σύσταση ενεχύρου υπέρ της δανείστριας επί των αναφερόμενων στην αγωγή μετοχών της ίδιας της Τράπεζας καθώς και της Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, των οποίων η ενάγουσα ήταν κυρία. Ότι, πιο συγκεκριμένα, μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της IRS καταρτίστηκε η 211Τ/23.09.1998 σύμβαση δανείου ποσού 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε 12 ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη ορίστηκε εξοφλητέα στις 02.01.1999. Ότι την καλή εκτέλεση της συγκεκριμένης οφειλής εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτιδα, η ενάγουσα δυνάμει της από 23.09.1998 σύμβασης παροχής εγγύησης. Ότι δυνάμει της από 20.10.1998 σύμβασης εκχώρησης - ενεχύρασης απαίτησης συστάθηκε ενέχυρο υπέρ της Τράπεζας: α) επί 171.683 ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" σύμφωνα με τον προσωρινό τίτλο 204/24.02.1997, ονομαστικής αξίας κάθε μίας από αυτές 4.000 δρχ., β) επί 29.000 ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", σύμφωνα με τον προσωρινό τίτλο 233/05.01.1998, ονομαστικής αξίας κάθε μίας από αυτές 4.000 δρχ., επί των οποίων οι απαιτήσεις εκχωρήθηκαν στην πρώτη εναγόμενη. Ότι στη συνέχεια, μεταξύ της εταιρίας IRS και της πρώτης εναγόμενης καταρτίστηκε η ....1998 σύμβαση δανείου ποσού 271.000.000 Ιαπωνικών γιέν (το ισόποσο με την ισχύουσα τότε ισοτιμία του ποσού των 2.000.000 δολαρίων ΗΠΑ), το οποίο συμφωνήθηκε εξοφλητέο σε 12 ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη ορίστηκε να εξοφληθεί στις 02.01.1999. Ότι η ενάγουσα εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτιδα, την καλή εκτέλεση της οφειλής της εταιρίας IRS με την από 18.09.1998 σύμβαση παροχής εγγύησης, ενώ δυνάμει της από 24.11.1998 σύμβασης εκχώρησης - ενεχύρασης απαίτησης συστήθηκε υπέρ της Τράπεζας ενέχυρο: α) επί 686.732 ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" με αριθμούς ..., ονομαστικής αξίας 4.000 δρχ. η κάθε μία και β) επί 116.000 ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" με αριθμούς ..., ονομαστικής αξίας 4.000 δρχ. η κάθε μία με εκχώρηση των απαιτήσεων επί των μετοχών αυτών. Ότι, στη συνέχεια καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρίας IRS και της πρώτης εναγόμενης η ....1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με την οποία η εταιρεία IRS έλαβε από την πρώτη εναγόμενη πίστωση ποσού 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ και έκανε χρήση της πίστωσης. Ότι η ενάγουσα εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτιδα, την καλή εκτέλεση της οφειλής δυνάμει της από 29.04.1999 σύμβασης παροχής εγγύησης. Ότι δυνάμει της από 29.04.1999 σύμβασης εκχώρησης και ενεχύρασης απαίτησης συστήθηκε ενέχυρο επί 202.950 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία Bank of Cyprus Ltd ονομαστικής αξίας 1 λίρας Κύπρου η καθεμιά και εκχώρησε τις απαιτήσεις της επί των μετοχών αυτών. Ότι μεταξύ της εταιρίας IRS και της πρώτης εναγόμενης καταρτίστηκε και η ....1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με την οποία η IRS έλαβε πίστωση ποσού 2.500.000 δολαρίων ΗΠΑ και έκανε χρήση της πίστωσης. Ότι η ενάγουσα εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτιδα την καλή εκτέλεση της σύμβασης δυνάμει της από 15.12.1999 σύμβασης παροχής εγγύησης. Ότι δυνάμει της από 15.12.1999 σύμβασης εκχώρησης και ενεχύρασης απαίτησης συνέστησε υπέρ της πρώτης εναγόμενης ενέχυρο επί 180.000 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία Bank of Cyprus Ltd ονομαστικής αξίας αρχικά 1 λίρας Κύπρου και από την 09.08.1999 0.5 λιρών Κύπρου η καθεμιά και εκχώρησε τις απαιτήσεις της επί των μετοχών αυτών. Ότι μεταξύ της εταιρίας IRS και της πρώτης εναγόμενης καταρτίστηκε η ....1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας IRS έλαβε πίστωση ποσού 2.000.000 δολαρίων ΗΠΑ και έκανε χρήση της πίστωσης. Ότι η ενάγουσα, δυνάμει της από 03.09.1999 σύμβασης παροχής εγγύησης, εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτιδα, την καλή εκτέλεση της οφειλής, ενώ δυνάμει της από 18.04.2000 σύμβασης εκχώρησης και ενεχύρασης απαίτησης συστήθηκε υπέρ της πρώτης εναγόμενης ενέχυρο επί 1.820.297 άυλων κοινών ονομαστικών μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" ονομαστικής αξίας 4.000 δρχ. η κάθε μία και 239.446 άυλων προνομιούχων μετοχών της ίδιας ως άνω εταιρείας, ονομαστικής αξίας 4.000 δρχ. η κάθε μία και εκχώρησε τις απαιτήσεις της επί των μετοχών αυτών, για την εξασφάλιση κάθε απαίτησης από όλες τις ως άνω συμβάσεις δανείου ή πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Ότι στις 18.06.1999 συμφωνήθηκε μεταξύ της ίδιας (ενάγουσας) και της Τράπεζας να προχωρήσει η τελευταία σε εκποίηση των μετοχών έως το τέλος του έτους προκειμένου να εξοφληθούν όλες οι οφειλές από τις ως άνω δανειακές συμβάσεις και συμβάσεις χορήγησης πίστωσης και το υπερβάλλον τίμημα να πιστωθεί στην ενάγουσα. Ότι για το σκοπό αυτό η ενάγουσα άρχισε να εκδίδει τις σχετικές γραπτές ρητές εντολές προς την Τράπεζα. Ότι πιο συγκεκριμένα η συμφωνία εκποίησης αφορούσε 90.500 τίτλους της Τράπεζας Κύπρου, 8.200 τίτλους δικαιωμάτων αγοράς της ίδιας Τράπεζας και 602.732 μετοχές της Εγνατίας Τράπεζας. Ότι στη συνέχεια η Τράπεζα πρότεινε και η ενάγουσα αποδέχθηκε την με τον ίδιο τρόπο εξόφληση και των μεταγενέστερων οφειλών. Ότι στις 11.11.1999, 16.11.1999, 22.12.1999, 28.12.1999 και 11.01.2000 η ενάγουσα χορήγησε στην Τράπεζα επτά συνολικά επιστολές, από τις οποίες η κάθε μία περιείχε ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα προς την πρώτη εναγόμενη, προκειμένου να προβεί στην πώληση των αναφερόμενων στην κάθε εντολή μετοχών και στην αντίστοιχη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών πίστωσης με το προϊόν της εκποίησης. Ότι η πρώτη εναγόμενη, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, προέβη στις 10.02.2000 στην πώληση μόνο 55.000 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου αντί τιμήματος 565.636,36 λιρών Κύπρου και 16.400 δικαιωμάτων αγοράς μετοχών της ίδιας Τράπεζας αντί τιμήματος 143.517,72 ΛΚ, με συνέπεια να καλυφθεί μέρος μόνο των οφειλών. Ότι εν όψει του γεγονότος ότι η τιμή πώλησης των αξιών ήταν υψηλή, αν είχαν εκποιηθεί όλες οι μετοχές, για τις οποίες είχε δοθεί ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα, το τίμημα που θα είχαν αποκομίσει θα υπερέβαινε τα 8 εκ ευρώ. Ότι τα έτη 2001 και 2002 η πρώτη εναγόμενη προέβη στην εκποίηση συνολικά 181.500 μετοχών της Τράπεζας Εγνατίας έναντι τιμήματος 641.663,61 ευρώ, με το οποίο καλύφθηκε μέρος των οφειλών, ενώ στις 16.02.2006 εξακολουθούσε να κατέχει ως ενεχυρούχος δανείστρια 120.344 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου στο ΧΑ Κύπρου, 129.996 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου στο ΧΑ Αθηνών, 1.921.409 κοινές ονομαστικές μετοχές της Εγνατίας Τράπεζας και 289.729 προνομιούχες ονομαστικές μετοχές της Εγνατίας Τράπεζας. Ότι η μη αποπληρωμή των δανείων κατά τα συμφωνηθέντα, λόγω των περιορισμένων και καθυστερημένων εκποιήσεων εκ μέρους της εναγόμενης, δημιούργησε ένταση στις σχέσεις των συμβαλλόμενων και ανταλλαγή επιστολών με σχετικές διαμαρτυρίες της ενάγουσας για τη μη εκποίηση των μετοχών. Ότι στις 02.11.2006 η Τράπεζα κοινοποίησε στην ενάγουσα, τον έτερο εγγυητή και την πρωτοφειλέτιδα εταιρία την από 29.10.2006 επιστολή της, με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι θα ανταποκριθεί στο αίτημά τους και θα προβεί σε άμεση εκποίηση των αξιών, εξόφληση των οφειλών και απόδοση του υπολοίπου του τιμήματος. Ότι, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, η εναγόμενη ουδέποτε προέβη σε εκποίηση των λοιπών ενεχυρασμένων μετοχών, με αποτέλεσμα, λόγω της πτωτικής πορείας των μετοχών και της κρίσης του κυπριακού χρηματιστηρίου, να έχει εκμηδενισθεί η αξία των μετοχών. Ότι, από τον Ιούνιο του 1999, μεταξύ της ίδιας (ενάγουσας) και της πρώτης εναγόμενης καταρτίστηκε σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου με αντικείμενο την εκποίηση στο συντομότερο δυνατό χρόνο και πάντως μέχρι 31.05.2000, ικανού αριθμού μετοχών κυριότητας της ενάγουσας, που είχαν ενεχυριαστεί προς εξασφάλιση των ως άνω συμβάσεων παροχής χρηματοδότησης, την εξόφληση των οφειλών από τις ως άνω αναφερόμενες συμβάσεις δανείων και χορήγησης πίστωσης και την απόδοση του υπερβάλλοντος τιμήματος στην ενάγουσα εταιρεία. Ότι η πρώτη εναγόμενη, μη προβαίνοντας στη συμφωνημένη εκποίηση των μετοχών, προκάλεσε στην ενάγουσα ζημία, η οποία συνίσταται στους τόκους με τους οποίους επιβαρύνθηκαν οι δανειακές και πιστωτικές συμβάσεις, οι οποίοι ανέρχονται στο ποσό των 591.361,80 ευρώ την 01.05.2002 και σε ποσό 832.247,00 ευρώ στις 10.12.2010. Ότι, λόγω τη μη εκποίησης των μετοχών προκλήθηκε ζημία στην ενάγουσα συνδεόμενη με τη μηδενική πια αξία των μετοχών, η οποία στις 31.05.2000 ανερχόταν στο ποσό των 23.806.959,16 ευρώ και στις 25.10.2006 στο ποσό των 19.418.532.16 ευρώ. Ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται για την σε βάρος της ενάγουσας ζημία και κατά τις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης (914 Α.Κ.), αφού παρέβη την παρεπόμενη υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή την υποχρέωση κατά την εκπλήρωση της παροχής να μη θέτει σε κίνδυνο τα αγαθά του πελάτη και να μη τον ζημιώνει υπαίτια, επιδεικνύοντας συμπεριφορά καταχρηστική ως αντικείμενη στους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Ότι η πρώτη εναγόμενη, αν και γνώριζε ότι από την συμπεριφορά της μπορούσε να προκληθεί ζημία στην ενάγουσα, δεν απείχε από την ζημιογόνα συμπεριφορά, αποδεχόμενη το γεγονός της επέλευσης της ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς της και σε κάθε περίπτωση δεν κατέβαλε, δια των νόμιμων εκπροσώπων της, την κατά την αντικειμενική κρίση δέουσα προσοχή, που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει βάσει των νομικών κανόνων, της κοινής πείρας και της λογικής, ιδίως εντός του κύκλου της δραστηριότητάς της και βάσει των γνώσεων και ικανοτήτων των εκπροσωπούντων αυτή προσώπων. Ότι λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, που αποτιμάται στο ποσό του 1.000.000 ευρώ. Ότι η δεύτερη εναγόμενη κατέστη ειδική διάδοχος της πρώτης εναγόμενης δυνάμει της από ....2013 σύμβασης μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του υποκαταστήματος, που διατηρούσε στην Ελλάδα, σε κάθε αξίωση που είχε γεννηθεί κατά το χρόνο της διαδοχής ενδοσυμβατικής ή αδικοπρακτικής φύσης. Ότι, άλλως, η δεύτερη εναγόμενη ευθύνεται έναντι της ίδιας (ενάγουσας) σε αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 479 Α.Κ., αφού έλαβε χώρα αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρέους λόγω της μεταβίβασης περιουσίας ως συνόλου, δεδομένου ότι η μεταβίβαση εν συνόλω των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος στην Ελλάδα της πρώτης εναγόμενης προς τη δεύτερη εναγόμενη συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης υπό την έννοια του ανωτέρω άρθρου. Με βάση τα ως άνω η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων, ευθυνόμενη η κάθε μία εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το ποσό των 25.230.567,96 ευρώ, άλλως επικουρικά το ποσό των 20.842.141 ευρώ, ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστη, καθώς και το ποσό του 1.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγική βάση την ερειδόμενη στις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης του ενεχυρούχου δανειστή, έκρινε δε ως νόμιμες τις σωρευόμενες αγωγικές βάσεις τις ερειδόμενες αφενός στην ενδοσυμβατική ευθύνη από τη σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, αφετέρου στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, τις οποίες απέρριψε στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμες, όσον δε αφορά στη τελευταία, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση παραγραφής που πρόβαλε η πρώτη εναγόμενη. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται τώρα η ενάγουσα - εκκαλούσα, για τους λόγους που αναφέρονται στην έφεσή της, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως ειδικότερα κατωτέρω εκτίθεται και ζητεί, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη προκειμένου να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρία η αγωγή. Με βάση τις προαναφερόμενες νομικές παραδοχές, η ένδικη αγωγή, ως προς την βάση με την οποία η ενάγουσα επικαλείται την κατάρτιση μεταξύ της ίδιας και της πρώτης εναγόμενης σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, με βάση και τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο ΙΙ μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν εκτίθενται στην υπό κρίση αγωγή τα αναγκαία στοιχεία μίας τέτοιας σύμβασης διαχείρισης, ήτοι η ακριβής φύση των συμφωνημένων υπηρεσιών, οι οικονομικές υποχρεώσεις της ενάγουσας προς την πρώτη εναγόμενη για την καταβολή αμοιβής για την διαχείριση και την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων ή τη διενέργεια διαχειριστικών ενεργειών, η συμφωνημένη ευθύνη της εταιρίας για τυχόν διακίνηση ή φύλαξη αξιών και κεφαλαίων, οι παρεχόμενες εξουσιοδοτήσεις στην εταιρία, η ευθύνη της ενάγουσας σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της, η υποχρέωση ενημέρωσης της ενάγουσας από την πρώτη εναγόμενη και οι τρόποι λύσης της σύμβασης από τα συμβαλλόμενα μέρη, δεδομένου ότι οι όροι αυτοί αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της καταρτιζόμενης, έστω και προφορικά, σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου κατά τις οικείες (δημοσίου δικαίου) διατάξεις εποπτείας. Αντίθετα, η τυχόν συμφωνία μεταξύ ενεχυραστή οφειλέτη και ενεχυρούχου δανειστή περί εκποίησης του ενεχύρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αρκεί για τη θεμελίωση τέτοιας συμβατικής σχέσης (σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου) ή ότι δύναται να ενταχθεί στο συμβατικό αυτό πλαίσιο, αφού αυτό θα συνεπαγόταν ότι ο ενεχυρούχος δανειστής θα είχε εξουσία διαχείρισης (με κίνδυνο οριστικής απώλειας) του ενεχύρου και δικαίωμα χωριστής αμοιβής (κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο ΙΙ μείζονα σκέψη της παρούσας), ήτοι θα έπρεπε να γίνει δεκτή η αλλοίωση του περιεχομένου της σύμβασης ενεχύρου κατά πλήρη κατάργηση των σχετικών διατάξεων του ΑΚ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη τη συγκεκριμένη βάση της αγωγής και ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση και περαίωση των αποδείξεων, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, γεγονός που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που εκτίθενται ανωτέρω. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας κατά το άρθρο 534 του ΚΠολΔ δεν αρκεί, αφού η απόρριψη της αγωγής για τυπικό λόγο οδηγεί σε διάφορο κατ' αποτέλεσμα διατακτικό, ως προς τη συγκεκριμένη βάση της αγωγής, θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγική βάση που η ενάγουσα αποπειράται να θεμελιώσει στις διατάξεις περί σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου ως αόριστη, διότι η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για την εκκαλούσα από την εκκαλουμένη, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη με την αιτιολογία ότι η τελευταία δεν υπεισήλθε συμβατικά στο σύνολο των υποχρεώσεων της πρώτης εναγόμενης καθώς και ότι εν προκειμένω δεν εφαρμόζεται το άρθρο 479 ΑΚ, ενώ εάν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε την ως άνω διάταξη θα έκρινε την αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη παραδεκτή και νόμιμη και θα προχωρούσε σε εκτίμηση των αποδείξεων αποδεχόμενη την αγωγή στο σύνολό της. Επί του συγκεκριμένου λόγου έφεσης λεκτέα τα ακόλουθα: Με το Ν. 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 Ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την "εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης, που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος.

Περαιτέρω, τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του Ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων και η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος, σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ περ. (δ) του Ν. 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, που συστήνεται για το σκοπό αυτό κατ` άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα. Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η Τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφασή της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (παρ. 1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρεπομένων δικαιωμάτων, όπως οι υποθήκες, οι εγγυήσεις, τα ενέχυρα ή άλλα δικαιώματα, που εξασφαλίζουν την απαίτηση, τα προνόμια, που συνδέονται με τη φύση της απαίτησης, (πλην των συνδεόμενων με το πρόσωπο του δανειστή) και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις (458 ΑΚ). Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 Ν. 3601/2007). Με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ' άρθρο 63Δ του Ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Το πιστωτικό ίδρυμα, που αποκτά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του μεταβιβάζοντος, δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του τελευταίου, ως σύνολο, το οποίο (μεταβιβάζον) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις, που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων, που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους. Ενώ οι εκκρεμείς δίκες, που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ` αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις δίκες, που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία [...].

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 Ν. 3458/2006: "αποκλειστικά αρμόδιες να αποφασίζουν για την εφαρμογή ενός ή περισσότερων μέτρων εξυγίανσης σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, με καταστατική έδρα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων του που είναι εγκατεστημένα σε κράτη - μέλη υποδοχής, είναι οι αρμόδιες ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 3. Εφόσον αρχίσουν να παράγουν τα αποτελέσματά τους στην Ελλάδα, τα μέτρα εξυγίανσης, που λαμβάνουν οι αρμόδιες ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές παράγουν τα αποτελέσματά τους και σε ολόκληρη την Κοινότητα, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, καθώς και έναντι τρίτων στα άλλα κράτη - μέλη, ακόμα και αν το ισχύον δίκαιο στα κράτη - μέλη υποδοχής δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται." (παρ. 1). Και, "αντιστοίχως, όταν η εξυγίανση αφορά πιστωτικό ίδρυμα που έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, αποκλειστικά αρμόδιες για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων είναι οι αρχές του κράτους - μέλους αυτού. Τα λαμβανόμενα από αυτές μέτρα εξυγίανσης ή εκκαθάρισης παράγουν στην Ελλάδα αποτελέσματα χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, ακόμη και αν το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται." (παρ. 2) [...]. Αντίστοιχο νομικό πλαίσιο θεσπίστηκε και στην Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 17 (I) "περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων" της 22-3-2013. Ειδικότερα: Α) κατά το άρθρο 3 "Γενικές αρχές εξυγίανσης" του Νόμου αυτού: "Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης δύναται να αποφασίζει από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των πιο κάτω στόχων: (α) Τη συνέχιση προσφοράς κρίσιμων τραπεζικών ή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, (β) την πρόληψη δημιουργίας ή εξάπλωσης κινδύνων, που πιθανόν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, εντός ή εκτός της Δημοκρατίας, (γ) τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοοικονομικό σύστημα, (δ) την προστασία των δημόσιων πόρων αποτρέποντας επηρεαζόμενα ιδρύματα από το να βασίζονται σε δημόσια στήριξη για τη διάσωσή τους, (ε) την προστασία των καταθετών, που καλύπτονται από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, (στ) την ελαχιστοποίηση του κόστους εξυγίανσης για τους φορολογούμενους, (ζ) την προαγωγή της δημοσίας ωφελείας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος". Β) Κατά το άρθρο 7 "Λήψη και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης" του ίδιου νόμου: "Η Αρχή Εξυγίανσης, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, την έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του επηρεαζόμενου ιδρύματος και το σχέδιο εξυγίανσης, που ετοιμάζεται από την Αρχή Εξυγίανσης σε συνεργασία με την αρμόδια εποπτική αρχή βάσει του άρθρου 30Β των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013 και του άρθρου 12Γ των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013, ανάλογα με την περίπτωση, έχει την εξουσία να απαιτήσει από το εν λόγω ίδρυμα να εφαρμόσει τα ακόλουθα μέτρα εξυγίανσης είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό... (β) πώληση εργασιών, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9, (γ) μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε ενδιάμεση τράπεζα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10, (δ) μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 ...". Γ) Κατά το άρθρο 9 "Πώληση εργασιών" του ίδιου νόμου: "Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης διατάγματος την πώληση εργασιών ιδρύματος, που υπόκειται σε εξυγίανση σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη άδεια διεξαγωγής τέτοιων εργασιών, προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες αυτές, μη περιλαμβανομένης ενδιάμεσης τράπεζας, με εμπορικούς όρους, σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετικά με κρατικές ενισχύσεις και τηρουμένης της διαδικασίας του εδαφίου (4), ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου ή των μετόχων ή μελών του εν λόγω ιδρύματος ... Για την πώληση εργασιών, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, μία ή περισσότερες φορές, διαδοχικά ή παράλληλα, την σε ένα ή περισσότερα, πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα: (α) μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας του ιδρύματος, που υπόκειται σε εξυγίανση, (β) μεταβίβαση μερικών ή όλων των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του εν λόγω ιδρύματος. Η μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας του ιδρύματος, που υπόκειται σε εξυγίανση δύναται: (ί) να αναφέρεται σε μεταβίβαση συγκεκριμένων τίτλων ή τίτλων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (ίί) να καθορίζει πρόνοιες για, ή σε σχέση με, τη μεταβίβαση των εν λόγω τίτλων". Επίσης, στο άρθρο 13 "Μεταβίβαση τίτλων" του αυτού ως άνω νόμου, μεταξύ άλλων, ορίζονται τα ακόλουθα: "... (3) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (I), στο διάταγμα, που εκδίδει η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει των άρθρων 9, 10, και 11, δύνανται να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, πρόνοιες αναφορικά με: ... (γ) την αντιμετώπιση του αποκτώντος προσώπου ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με το ίδρυμα, που υπόκειται σε εξυγίανση, σε σχέση με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, που μεταβιβάζονται ... Στην περίπτωση όπου τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις διέπονται από νόμους άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας: α) εάν οι νόμοι αυτοί επιτρέπουν τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, τότε το ίδρυμα, που υπόκειται σε εξυγίανση και το αποκτών πρόσωπο, προβαίνουν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να γίνει η εν λόγω μεταβίβαση. Για σκοπούς μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 9, 10 και 11, χρέη ή υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης (δευτεροβάθμιο κεφάλαιο) και μετοχικό κεφάλαιο εξαιρούνται, και παραμένουν στην ιδιοκτησία του ιδρύματος, που τίθεται σε εκκαθάριση". Τέλος, με το άρθρο 28 του ιδίου ως άνω νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας "Εκκρεμούσες κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης αγωγές" ορίζεται ότι: "(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 13, οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή άλλη διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα, που κατά το χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του ιδρύματος, που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αλλά μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την περίπτωση ...". Τα παραπάνω μέτρα εξυγίανσης, που έχει θεσπίσει η Κυπριακή Δημοκρατία παράγουν και στην Ελλάδα αποτελέσματα χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν. 3458/2006. Η πρώτη εναγόμενη, η οποία τυγχάνει κυπριακό πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Λευκωσία της Κύπρου, τέθηκε σε συλλογική διαδικασία εξυγίανσης, διεπόμενη από τον Κυπριακό Νόμο περί εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων του 2013.

Περαιτέρω, δυνάμει διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, ως αρμόδιας εποπτικής αρχής και δη του 94/2013 Διατάγματος περί Πώλησης Εργασιών, του ... Διατάγματος περί πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών και του 105/2013 Διατάγματος περί Πώλησης ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο, τέθηκαν σε ισχύ συγκεκριμένα μέτρα εξυγίανσης, συνιστάμενα κυρίως στο διαχωρισμό και την πώληση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και εργασιών της σε έτερα πιστωτικά ιδρύματα. Στην συνέχεια με την από ....2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης που καταρτίσθηκε ανάμεσα στις εναγόμενες, και η οποία μεταβίβαση υλοποιήθηκε με το προαναφερθέν ως άνω Διάταγμα ... με την ...2013 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ενέκρινε τη μεταβίβαση και την προαναφερθείσα από ....2013 Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης, η δεύτερη εναγόμενη απέκτησε συγκεκριμένα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της πωλήτριας πρώτης εναγόμενης. Ειδικότερα από το περιεχόμενο των ανωτέρω κειμένων σαφώς προκύπτει ο χαρακτήρας της συναλλαγής ως "ειδικής διαδοχής", ιδίως η παρ. 5 του ... Διατάγματος προβλέπει ότι ο πωλητής μεταβιβάζει δια πωλήσεως στον αγοραστή τα προβλεπόμενα στη σύμβαση αγοράς και πώλησης περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, υπό τους όρους του παρόντος Διατάγματος και σύμφωνα με τη σύμβαση αγοράς και πώλησης". Στο Προοίμιο της από ....2013 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης, υπό την παρ. Δ ορίζεται: "Η Πωλήτρια επιθυμεί να πωλήσει και η Αγοράστρια επιθυμεί να αγοράσει και να αναλάβει αντιστοίχως ορισμένα περιουσιακά στοιχεία και Καταθέσεις των Ελληνικών Εργασιών της Πωλήτριας (όπως ορίζονται παρακάτω) με ισχύ από τον Χρόνο Μεταβίβασης σύμφωνα με τους όρους που εκτίθενται στην παρούσα Σύμβαση". Δηλαδή από τα παραπάνω προκύπτει ότι η μεταβίβαση αφορούσε σε στοιχεία του ενεργητικού ("περιουσιακά στοιχεία"), τα οποία εξειδικεύονται στο Παράρτημα I ως "τα ελληνικά δάνεια, η υπεραξία των ελληνικών εργασιών, τα ακίνητα, ο εξοπλισμός, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που ανήκουν στην πωλήτρια και που σχετίζονταν αποκλειστικά με τις Ελληνικές Εργασίες και όλα τα βιβλία και στοιχεία που αφορούν αποκλειστικά στις Ελληνικές Εργασίες". Αναφορικά με το παθητικό η μεταβίβαση αφορούσε μόνον στις καταθέσεις, που αποτελούν υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος προς τους πελάτες του. Ειδικότερα ως προς τα στοιχεία του παθητικού στον όρο 2.7, ορίζεται ότι "Η Αγοράστρια δια της παρούσας συμφωνεί με την πωλήτρια να αναλάβει σωρευτικά, κατά τον Χρόνο Μεταβίβασης την υποχρέωση καταβολής των Καταθέσεων προς τους αντίστοιχους καταθέτες ...". Με άλλα λόγια από το παθητικό (δηλαδή τις υποχρεώσεις) της ανωτέρω πρώτης εναγόμενης στη δεύτερη εναγόμενη, μεταβιβάστηκαν αποκλειστικά και μόνο οι καταθέσεις, που τηρούνταν στο δίκτυο των ελληνικών υποκαταστημάτων της. Επομένως από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η δεύτερη εναγόμενη υπεισήλθε συμβατικά στο σύνολο των υποχρεώσεων της πρώτης εναγόμενης, ώστε να ευθύνεται για τυχόν άλλα χρέη ή υποχρεώσεις της πρώτης εναγόμενης, πέραν αυτών που ρητά έχει αναλάβει και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι ανέλαβε υποχρεώσεις από οποιαδήποτε άλλη απαίτηση απορρέουσα από ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική αιτία, γεννηθείσα κατά το χρονικό διάστημα το προγενέστερο της μεταβιβαστικής σύμβασης [...]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63Δ παρ. 5 εδ. β του Ν. 3601/2007 που ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το ν. 4261/2014 "... Το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται ...". Η ανωτέρω διάταξη είναι ειδική και προβλέπει ότι στην περίπτωση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 479 του Α.Κ. Ζήτημα εφαρμογής της τελευταίας διάταξης δεν τίθεται για υποχρεώσεις του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος που μεταβιβάζονται, αλλά ανακύπτει ζήτημα προστασίας για δανειστές υποχρεώσεων, που διατηρούνται στο αρχικό πιστωτικό ίδρυμα, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι οποίοι με τη μεταβίβαση του ενεργητικού αποστερούνται τα υπέγγυα για την ικανοποίησή τους περιουσιακά στοιχεία. Έτσι, εάν έλειπε η παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 63Δ, το πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία θα ευθυνόταν εις ολόκληρον με το αρχικό πιστωτικό ίδρυμα, έναντι των δανειστών του τελευταίου, ακόμη και αν δεν είχε μεταβιβαστεί το σύνολο της περιουσίας του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος. Ο αποκλεισμός της εφαρμογής άρθρου 479 του Α.Κ. συνεπάγεται ότι, το πρόσωπο που αποκτά τα περιουσιακά στοιχεία, δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις των οποίων φορέας μένει το αρχικό πιστωτικό ίδρυμα. Υπέγγυα για τις υποχρεώσεις αυτές είναι όση τυχόν περιουσία του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος δεν έχει μεταβιβασθεί. Παραμερίζεται, δηλαδή, η εξαιρετική ρύθμιση του άρθρου 479 του Α.Κ., που προβλέπει ex lege ευθύνη του αποκτώντας περιουσία για αλλότρια χρέη και γίνεται επάνοδος στο γενικό κανόνα ότι, υπέγγυα για ικανοποίηση των δανειστών είναι, κατ' αρχήν, μόνο η περιουσία του οφειλέτη τους. Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 479 του Α.Κ., οποιοδήποτε πρόσωπο θα ήταν απρόθυμο να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η προοπτική επιτυχίας των εργαλείων εξυγίανσης. Δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής -όμοια της οποίας είναι αυτή της παρ. 5 εδ. β' του ήδη ισχύοντος άρθρου 141 του Ν. 4261/2014 (ΦΕΚ Α' 107/05.05.2014)- αποτελεί το γεγονός ότι η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος, που έχει υπαχθεί σε καθεστώς εξυγίανσης, σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, πραγματοποιείται ως διαδικασία ρευστοποίησης της εταιρικής περιουσίας, με πρωταρχικό, όμως, σκοπό τη διασφάλιση της συστημικής ευστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όταν τα περιουσιακά στοιχεία του υπό εξυγίανση τιθέμενου πιστωτικού ιδρύματος, που μεταβιβάζονται σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, είναι "βασικές τραπεζικές εργασίες", κύριος σκοπός του νομοθέτη, αλλά και των εποπτικών αρχών, κατά τη διαδικασία ανεύρεσης αγοραστή, δεν είναι η, υπό στενή έννοια, επωφελέστερη για το μεταβιβάζοντα διάθεση του κάθε περιουσιακού στοιχείου, αλλά η ομαλή μετάβαση του συνόλου των μεταβιβαζόμενων βασικών τραπεζικών εργασιών, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η συστημική ευστάθεια. Αυτό απαιτεί, αρχικά, προθυμία άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων να αποκτήσουν τις προς μεταβίβαση τραπεζικές εργασίες, που είναι μέρος των μεταβιβαζόμενων, ως συνόλου εννόμων σχέσεων, περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος. Εξ ορισμού, πραγματοποιείται, σε αυτές τις περιπτώσεις μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από αφερέγγυο πιστωτικό ίδρυμα. Αν, λοιπόν, δημιουργούνταν ο κίνδυνος μολυσματικής μετάδοσης των οικονομικών προβλημάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος στο αποκτών χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, αν δηλαδή ετίθετο θέμα εφαρμογής του άρθρου 479 Α.Κ. κανένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεν θα επεδείκνυε προθυμία να αποκτήσει τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Αποτέλεσμα τούτου θα ήταν η αδυναμία μεταβίβασης των βασικών τραπεζικών εργασιών του αφερέγγυου πιστωτικού ιδρύματος και, κατ` επέκταση η μη επίτευξη των σκοπών της διαδικασίας εξυγίανσης και, ως εκ τούτου, η μη προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος, κατά το άρθρο 63Δ του Ν. 3601/2007 (και ήδη κατά το άρθρο 141 του Ν. 4261/2014) σε άλλο πρόσωπο, ακόμα και σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, δεν συνιστά μορφή καθολικής διαδοχής. Αντίστοιχο νομικό πλαίσιο θεσπίστηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 17 (I) του 2013 "Περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων" της 22.03.2013, σύμφωνα με τον οποίο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, δύναται να αποφασίζει από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, μεταξύ των οποίων και η πώληση εργασιών του ιδρύματος, που υπόκειται σε εξυγίανση σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη άδεια διεξαγωγής τέτοιων εργασιών, προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες αυτές (άρθρο 9.1). Σε περίπτωση δε που μέτοχος, πιστωτής ή αντισυμβαλλόμενος του ιδρύματος, που υπόκειται σε εξυγίανση, θεωρεί ότι η οικονομική του θέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με αυτή, στην οποία θα βρισκόταν εάν δεν είχαν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης και το επηρεαζόμενο ίδρυμα τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση, η απαίτηση του οικονομικά θιγόμενου προσώπου περιορίζεται στην απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεων για ζημία, την οποία έχει υποστεί δυνάμει της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης (άρθρο 26). Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων, με εκείνες του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007 συνάγεται ότι, η κατά το άρθρο 9 του παραπάνω κυπριακού νόμου "πώληση εργασιών", δεν είναι απλά συμβατή, αλλά ρυθμίζεται, κατά ουσιαστικά όμοιο τρόπο, με την κατά το άρθρο 63Δ του Ν. 3601/2007 (και ήδη το άρθρο 141 του ν. 4261/2014) "εντολή μεταβίβασης". Στο πνεύμα δε των διατάξεων αυτών, για την περίπτωση που Αρχή εξυγίανσης άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. αποφασίζει, ως μέτρο εξυγίανσης ενός πιστωτικού ιδρύματος που εποπτεύει, τη μεταβίβαση στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού των υποκαταστημάτων του στην Ελλάδα, το άρθρο 68 του Ν. 4150/2013 (όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 168 του Ν. 4261/2014), ρητά εξαιρεί την εφαρμογή του άρθρου 479 του Α.Κ., ανεξαρτήτως του χρόνου συντέλεσης της μεταβίβασης αυτής [...]. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον η δεύτερη εναγόμενη δεν υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της πρώτης εναγόμενης, συνάγεται ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη αγωγή ούτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 479 ΑΚ. Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής της νομιμοποίησης, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσία. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης η εκκαλούσα βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης επικαλούμενη ότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τη βάση περί ευθύνης της πρώτης εναγόμενης ως ενεχυρούχου δανείστριας, "εσφαλμένως εκτιμήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ως εκ τούτου έκανε εσφαλμένη υπαγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, μη χαρακτηρίζοντας αυτά ως καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και εναντίον κάθε καλόπιστης συναλλακτικής συμπεριφοράς, την οποία έπρεπε να επιδείξει η πρώτη εναγόμενη στις εκτιθέμενες στην αγωγή συναλλαγές, και έτσι εσφαλμένα την απέρριψε ως μη νόμιμη, ενώ αν τα χαρακτήριζε ορθώς θα υπελάμβανε την βάση αυτή ως νόμιμη και θα την εξέταζε περαιτέρω κατ' ουσία και θα την έκανε δεκτή. Ειδικότερα, με τον τρόπο που ενήργησε η πρώτη εναγόμενη, δηλαδή ασκώντας τα δικαιώματα της καταχρηστικά και εναντίον της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ως ενεχυρούχος δανείστρια των μετοχών που με τις προαναφερόμενες συμβάσεις κατείχε ως ενέχυρο παρέλειψε να αποτρέψει την εκμηδένιση της αξίας των ενεχυρασθέντων μετοχών ζημιώνοντας τόσο την ίδια την ενάγουσα όσο και την περιουσία της Τράπεζας Κύπρου και των μετόχων της και μάλιστα με ποσά πολλών εκατομμυρίων ευρώ". Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η συγκεκριμένη αγωγική βάση δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα, δεν συνιστά παράνομη πράξη ούτε άλλωστε συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη, στα συναλλακτικά ήθη, στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της καθώς και στα χρηστά ήθη εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης το γεγονός ότι, ως ενεχυρούχος δανείστρια, δεν εκποίησε κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους τις μετοχές που είχε ενεχυράσει προς αυτή η εκκαλούσα ως κυρία των μετοχών και συνακόλουθα δεν θεμελιώνεται ευθύνη αυτής προς αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα, συνιστάμενη στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών και στη μη αποπληρωμή του χρέους της προς την εναγόμενη - εφεσίβλητη. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο Ι μείζονα σκέψη, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να φυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση της απαιτήσεως, και μόνο εφόσον απειλείται ουσιώδης μείωση της αξίας του ενεχύρου (πράγματος ή απαιτήσεως) παρέχεται το δικαίωμα και δεν δημιουργείται υποχρέωση στον εκάστοτε ενεχυρούχο δανειστή να ζητήσει από το δικαστήριο να του παρασχεθεί η άδεια να πωλήσει το ενέχυρο με πλειστηριασμό, εκτός αν ο ενεχυραστής οφειλέτης συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα στην εύλογη προθεσμία που του τάσσεται [...]. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ομοίως και απέρριψε τη συγκεκριμένη αγωγική βάση ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. [...]". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, στο μέτρο που στρεφόταν εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως καθολικής διαδόχου της δεύτερης εναγομένης, δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, στο μέτρο που στρεφόταν εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς τη σωρευόμενη βάση από την ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, από τη σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου που με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή, κατά τη βάση της αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.

15.- Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας εναντίον της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης και κατά το κεφάλαιο της απόρριψης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, της αγωγής της αναιρεσείουσας που θεμελιωνόταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης ως εντολοδόχου, τον οποίο -λόγο έφεσης- δέχθηκε ως βάσιμο και στη συνέχεια, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά τη βάση της αυτή, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Τούτο δε, διότι με το προαναφερόμενο ιστορικό η αγωγή της αναιρεσείουσας δεν έπασχε από ποσοτική αοριστία, αφού σε αυτήν επαρκώς μνημονεύονται και εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των αντίστοιχων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι επαρκώς ορισμένη, περαιτέρω δε, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που μνημονεύονται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε. Ειδικότερα, στην αγωγή με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται α) η έννομη σχέση που συνέδεε την αναιρεσείουσα και την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως σύμβαση εντολής, με την ειδικότερη μορφή της διαχείρισης του επενδυτικού χαρτοφυλακίου της αναιρεσείουσας που περιελάμβανε τις μνημονευόμενες στην αγωγή τραπεζικές μετοχές, κυριότητας της αναιρεσείουσας, β) το περιεχόμενο της εντολής που συνίστατο στην εκποίηση, με πώληση, από την πρώτη αναιρεσίβλητη, μετά τη χορήγηση σε αυτήν γενικών εντολών πώλησης από την αναιρεσείουσα, στον πλέον συμφέροντα χρόνο και πάντως μέχρι τις 31-5-2000, των μετοχών, οι οποίες είχαν ενεχυριαστεί προς εξασφάλιση των απαιτήσεων που απέρρεαν από τις μνημονευόμενες στην αγωγή συμβάσεις, την εξόφληση των οφειλών από τις συμβάσεις αυτές και την απόδοση του υπερβάλλοντος τιμήματος στην αναιρεσείουσα, γ) το πταίσμα της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως εντολοδόχου, το οποίο συνίστατο στην παράλειψη εκποίησης των μετοχών, κατά παράβαση της υποχρέωσης προς εκπλήρωση της εντολής, δ) η ζημία της αναιρεσείουσας, η οποία συνίσταται, αφενός μεν, στους τόκους, με τους οποίους επιβαρύνθηκαν οι ανεξόφλητες δανειακές υποχρεώσεις, αφετέρου δε, στην, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, μηδενική αξία των μετοχών, ε) ο νομικός λόγος που γεννά στην προκείμενη περίπτωση την ευθύνη προς αποζημίωση και συνίσταται στη μη εκπλήρωση της σύμβασης από την πλευρά της εντολοδόχου και στ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ζημίας της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή την παρά τον νόμο κήρυξη ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της αγωγής που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης ως εντολοδόχου, τυγχάνει βάσιμος.

16.- Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας εναντίον της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης και κατά το κεφάλαιο της απόρριψης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, της αγωγής της αναιρεσείουσας, στο μέτρο που στρεφόταν εναντίον της δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τον οποίο -λόγο έφεσης- απέρριψε ως αβάσιμο και ειδικότερα δεχόμενο το Εφετείο ότι η αγωγή, κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον της δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης παρίστατο απορριπτέα λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της διαδίκου αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 62 έως 63Ζ και 68 του νόμου 3601/2007, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργηση του νόμου 3601/2007 με τον νόμο 4261/2014, 3 και 4 του νόμου 3458/2006, 3, 7, 9, 10, 11, 13, 28 του νόμου 17 (I) "περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων" της Κυπριακής Δημοκρατίας 22-3-2013 και 68 ΚΠολΔ, για την εφαρμογή των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, προκειμένου να κριθεί ως παθητικά ανομιμοποίητη η αγωγή της αναιρεσείουσας, στο μέτρο που στρεφόταν εναντίον της δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Τούτο δε, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε προκύπτει ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, των οποίων η αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής διώκεται με την αγωγή, για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις, αφενός μεν, για την ενδοσυμβατική ευθύνη, αφετέρου δε, για τις αδικοπραξίες, για την αποκατάσταση της περιουσιακής και μη ζημίας, η οποία προκλήθηκε στην αναιρεσείουσα από την παράνομη, υπαίτια, αντισυμβατική και ζημιογόνα συμπεριφορά που επέδειξε η πρώτη αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο των συμβάσεων διαχείρισης χαρτοφυλακίου και ενεχυρίασης μετοχών που είχαν καταρτιστεί μεταξύ της διαδίκου αυτής και της αναιρεσείουσας, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από την κατάρτιση της από 26-3-2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης και είχε ως αποτέλεσμα η τελευταία να αποκτήσει συγκεκριμένα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της πωλήτριας, πρώτης από αυτές, συνιστούν -δηλαδή, οι ένδικες αξιώσεις συνιστούν- υποχρεώσεις της τελευταίας, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία (ειδικότερα δε, στο παθητικό) που μεταβιβάστηκαν με τη σύμβαση από την πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό εξυγίανση, πωλήτρια κυπριακή τραπεζική εταιρεία στην αγοράστρια ελληνική τραπεζική εταιρεία.

Συνεπώς, η τελευταία δεν είναι καθολική διάδοχος της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά ούτε και ειδική διάδοχος αυτής ως προς τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν στη δικαιοπάροχο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στα οποία, σε ό,τι αφορά το παθητικό, δηλαδή τις προς τρίτους υποχρεώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, με την προαναφερόμενη σύμβαση μεταβιβάστηκαν στη δικαιοπάροχο της δεύτερης αναιρεσίβλητης μόνο οι καταθέσεις που τηρούνταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο δίκτυο των υποκαταστημάτων της πρώτης αναιρεσίβλητης και όχι άλλες αξιώσεις τρίτων κατά της τράπεζας, όπως οι αγωγικές αξιώσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ στην περίπτωση της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος, κατ' άρθρο 63Δ του νόμου 3601/2007, όπως αυτός ίσχυε πριν από την κατάργησή του από τον νόμο 4261/2014, δεν εφαρμόζεται ούτε και η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, κατ' άρθρο 63Δ παρ. 5 εδ. β' του νόμου αυτού. Συνακόλουθα, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν έχει υπεισέλθει, από τον νόμο ή από τη σύμβαση, στη θέση της πρώτης αναιρεσίβλητης ως διάδοχος της τελευταίας, στις έννομες σχέσεις που τη συνέδεαν με την αναιρεσείουσα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, τούτο δε διότι όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος εκτιμώντας το δικόγραφο υπάγει αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται επίκληση, ή γίνεται εσφαλμένη επίκληση, του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ - ΑΠ 76/2024, ΑΠ 172/2023), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονούταν για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης, στο μέτρο που αυτή στρεφόταν εναντίον της δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της διαδίκου αυτής, ως μη διαδόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονούταν για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης, στο μέτρο που αυτή στρεφόταν εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της διαδίκου αυτής, ως μη διαδόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι από τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο δεν διέγνωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στην, περιεχόμενη στην από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δικαιοπρακτική βούληση των μερών και συνεπώς για τον λόγο αυτό δεν βαρυνόταν με την υποχρέωση προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε άλλωστε το Εφετείο προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά αντίθετα, εκτιμώντας το περιεχόμενο της σύμβασης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη προς τούτο κρίση του, ότι αποτέλεσμα της σύμβασης αυτής ήταν η απόκτηση από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη συγκεκριμένων μόνο στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της πρώτης αναιρεσίβλητης, στο παθητικό δε που μεταβιβάστηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν συγκαταλέγονται οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας.

17.- Επίσης, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας εναντίον της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης και κατά το κεφάλαιο της απόρριψης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμης, της αγωγής της αναιρεσείουσας που θεμελιωνόταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης ως ενεχυρούχου δανείστριας, τον οποίο -λόγο έφεσης- απέρριψε ως αβάσιμο και ειδικότερα δεχόμενο το Εφετείο ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά τη βάση της αυτή, ορθά μεν, κατ' αποτέλεσμα, ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 297, 298, 330, 1224 εδ. α', 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1, 1256 ΑΚ, διότι από τα πραγματικά περιστατικά που ιστορούνταν στο δικόγραφο της αγωγής προκύπτει ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ούτως ώστε η αγωγή της αναιρεσείουσας να κριθεί νόμιμη, πλην όμως με ανεπαρκή αιτιολογία, η οποία χρήζει συμπλήρωσης. Τούτο δε, διότι από τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις προκύπτει μεν πως ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να φυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση της απαίτησης αυτής και μόνο εφόσον απειλείται ουσιώδης μείωση της αξίας του ενεχύρου (πράγματος ή απαίτησης) παρέχεται το δικαίωμα και δεν δημιουργείται υποχρέωση στον εκάστοτε ενεχυρούχο δανειστή να ζητήσει από το δικαστήριο να του παρασχεθεί η άδεια να πωλήσει το ενέχυρο με πλειστηριασμό, εκτός αν ο ενεχυραστής οφειλέτης συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα στην εύλογη προθεσμία που του τάσσεται, όπως ορίζεται στο άρθρο 1228 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1298/2017), πλην όμως η άσκηση, όσο και -κατά κύριο λόγο- η μη άσκηση του δικαιώματος αυτού από την πλευρά του ενεχυρούχου δανειστή προδήλως ελέγχονται υπό το πρίσμα των αντικειμενικών αξιολογικών κριτηρίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, τα οποία θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτως ώστε να διακριβώνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και μετά από στάθμιση των δεδομένων της, εάν υφίσταται ή όχι υπέρβαση των ορίων που τίθενται, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια, στην άσκηση του δικαιώματος του ενεχυρούχου δανειστή και εάν από την αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών επέρχεται ως συνέπεια, σε περίπτωση προφανούς υπέρβασης των τιθέμενων ορίων, η απαγόρευση της άσκησης ή της παράλειψης οφειλόμενης άσκησης του δικαιώματος αυτού. Τούτο όμως προϋποθέτει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, την, κατά τον χρόνο άσκησης, ή παράλειψης οφειλόμενης άσκησης, του δικαιώματος αυτού, απειλή επέλευσης του κινδύνου ουσιώδους μείωσης της αξίας του ενεχύρου (πράγματος ή απαίτησης).

Στην προκείμενη δε περίπτωση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ιστορούνται στο δικόγραφο της αγωγής και παρατίθενται ειδικότερα προηγουμένως, δεν συνάγεται η προβολή συγκεκριμένου ισχυρισμού από την πλευρά της αναιρεσείουσας, ότι καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από τις 31-5-2000 μέχρι και τις 25-10-2006, κατά το οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, παρέλειψε να ασκήσει το δικαίωμα εκποίησης των ενεχυρασθεισών μετοχών, με αποτέλεσμα να προκληθεί, από την παράλειψη αυτή, περιουσιακή και μη ζημία στην αναιρεσείουσα, πράγματι συνέτρεχε κίνδυνος ουσιώδους μείωσης της αξίας των μετοχών, ούτως ώστε να παρέχεται στην ενεχυρούχο δανείστρια το δικαίωμα εκποίησης αυτών με πλειστηριασμό, κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, η άσκηση ή μη άσκηση του οποίου να ελέγχεται με βάση τα αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, την παράλειψη δε επίκλησης του ουσιώδους αυτού ισχυρισμού στο αγωγικό δικόγραφο είναι πρόδηλο ότι δεν αναπληρώνει η μνεία της, κατά τον χρόνο άσκησης της από 20-5-2019 αγωγής, μηδενικής αξίας των ενεχυρασθεισών μετοχών. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την απόρριψη ως αβάσιμου του δεύτερου λόγου της έφεσης που αφορούσε την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμης, της βάσης της αγωγής της αναιρεσείουσας εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης που θεμελιωνόταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της τελευταίας ως ενεχυρούχου δανείστριας, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, μετά τη συμπλήρωση των ανεπαρκών αιτιολογιών, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 539/2024, ΑΠ 444/2024, ΑΠ 59/2024, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 655/2023), της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

18.- Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας εναντίον της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης, κατά το κεφάλαιο της απόρριψης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμης, της αγωγής της αναιρεσείουσας που θεμελιωνόταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης ως ενεχυρούχου δανείστριας, τον οποίο -λόγο έφεσης- απέρριψε ως αβάσιμο και ειδικότερα δεχόμενο ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά τη βάση της αυτή, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 297, 298, 330, 1224 εδ. α', 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1, 1256 ΑΚ, με το να μην διαλάβει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες και πάντως με το να διαλάβει σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με τον τρόπο αυτό στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση. Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος αφορά αποκλειστικά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή ή μη εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτη ή ως νομικά αβάσιμη.

Στην προκείμενη δε περίπτωση, το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, διατυπώνοντας σχετικό αποδεικτικό πόρισμα ως προς την προαναφερόμενη αγωγική βάση, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως έχει ήδη αναφερθεί προηγουμένως, απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο της έφεσης που αφορούσε την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμης, της βάσης της αγωγής της αναιρεσείουσας εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης, που θεμελιωνόταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της τελευταίας ως ενεχυρούχου δανείστριας.

19.- Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στο μέτρο που στρέφεται εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης, πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η ευδοκίμηση της κρινόμενης αίτησης άγει στην εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το πιο πάνω αναφερόμενο κεφάλαιό της και ειδικότερα κατά τη βάση της αγωγής που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης ως εντολοδόχου, στο πλαίσιο της σύμβασης διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που φέρεται ότι έχει καταρτιστεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας, ως εντολέα, συναναιρείται, ως αναγκαίως συνεχόμενο κεφάλαιο, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία επιβλήθηκε μέρος της δικαστικής δαπάνης της πρώτης αναιρεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της αναιρεσείουσας. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του Εφετείου, λόγω της μερικής νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), τα δικαστικά δε έξοδα των διαδίκων (αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτων) πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. α και 183 εδ. β ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με τον αριθμό 5503/2022, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό και ειδικότερα κατά τη βάση της αγωγής που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης ως εντολοδόχου, στο πλαίσιο της σύμβασης διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που φέρεται ότι έχει καταρτιστεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας, ως εντολέα.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 24-2-2023 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "BRIGHTSTAR HOLDINGS & INVESTMENTS S.A." για την αναίρεση της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με τον αριθμό 5503/2022, στο μέτρο που στρέφεται εναντίον των αναιρεσιβλήτων.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή