Αριθμός 484/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο- Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "... ΕΛΛΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπόμπο. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φωκίωνα Τσίντο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2771/2018 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2121/1993 " οι πνευματικοί δημιουργοί, με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ' αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού του δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα) ". Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: " Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα, οι μουσικές συνθέσεις, με κείμενο ή χωρίς, τα θεατρικά έργα με μουσική ή χωρίς, οι φωτογραφίες, τα έργα των εφαρμοσμένων τεχνών, οι εικονογραφήσεις, οι χάρτες, τα τρισδιάστατα έργα που αναφέρονται στη γεωγραφία, την τοπογραφία, την αρχιτεκτονική ή την επιστήμη". Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων του ίδιου νόμου 4 παρ. 1 και 3, που αφορά στις επιμέρους εξουσίες του δημιουργού επί του ηθικού δικαιώματος και 12 παρ. 2, που αφορά στη μεταβίβαση του πνευματικού δικαιώματος (περιουσιακού και ηθικού), προκύπτει ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφόσον, ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ.1), δηλαδή, εφόσον είναι πρωτότυπο. Η "πρωτοτυπία", η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από το νόμο, είναι η κρίση ότι, κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι το έργο παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο "δημιουργικού ύψους", κάποια απόσταση δηλαδή από τα ήδη γνωστά ή αυτόνομα. Η κρίση αυτή στηρίζεται στην "ατομικότητα" του κάθε έργου, η οποία αντανακλά την ιδιαιτερότητα της δημιουργικής διαδικασίας του δημιουργού του, έτσι ώστε το έργο να διαθέτει "στατιστική μοναδικότητα " (ΑΠ 509/2015, ΑΠ 257/2005, ΑΠ 152/2005). Επομένως, εάν ένα πνευματικό δημιούργημα, που έχει εκφραστεί με οποιαδήποτε μορφή, είναι πρωτότυπο ή όχι αποτελεί ζήτημα πραγματικό, που υπόκειται σε απόδειξη, και για το οποίο αποφαίνονται ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (ΑΠ 715/2017, ΑΠ 537/2010, ΑΠ 196/2010, ΑΠ 1248/2003). Η πρωτοτυπία δεν συνιστά μόνον προϋπόθεση προστασίας του έργου και ειδοποιό διαφορά μεταξύ έργου και απλού πνευματικού δημιουργήματος αλλά συγχρόνως διαγράφει και την έκταση προστασίας του πρώτου. Μόνον εκείνα τα στοιχεία του έργου προστατεύονται από την ανάληψη τρίτου, τα οποία διαθέτουν την απαιτούμενη πρωτοτυπία. Τα άλλα στοιχεία είναι αντικείμενα ελεύθερης χρήσης. Επίσης, ένα έργο δεν προστατεύεται μόνον ως σύνολο. Δεκτικά προστασίας είναι και μέρη έργων, εφόσον βέβαια παρουσιάζουν την απαραίτητη πρωτοτυπία, χωρίς να ασκεί επιρροή η σχέση των μερών προς το όλο έργο. Αρκεί το μέρος, ανεξάρτητα από το συνολικό δημιούργημα, να επιδεικνύει την απαραίτητη πρωτοτυπία. Σε περίπτωση υπαίτιας προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία μπορεί να γίνει είτε με πιστή αντιγραφή χωρίς καμιά ή εντελώς επουσιώδεις αλλαγές (δουλική ανάληψη), είτε με διασκευή, με μετατροπή, δηλαδή, στη μορφή ή στη δομή του έργου, έτσι ώστε να υπάρχει ομοιότητα των δύο έργων κατά το κύριο περιεχόμενό τους, παρέχεται στο δικαιούχο πνευματικής ιδιοκτησίας αξίωση αποζημίωσης και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (ΑΠ 503/2016, ΑΠ 537/2010). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 1 και 2 του Ν. 2121/1993 "σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ή του συγγενικού δικαιώματος, ο δημιουργός ή ο δικαιούχος του συγγενικού δικαιώματος μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος του, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, ενώ όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία ή τα συγγενικά δικαιώματα άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που έκανε, χωρίς την άδεια, ο υπόχρεος". Με την διάταξη αυτή ενσωματώνεται στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας βασικώς η ρύθμιση του άρθρου 914 του ΑΚ, καθώς και οι αντίστοιχες ρυθμίσεις των άρθρων 57 εδαφ. γ, 59, 60 εδαφ. β` και 932 του ίδιου Κώδικα, το πραγματικό δε του κανόνα δικαίου που περιέχει η εν λόγω διάταξη, εις ό,τι αφορά την αποζημίωση, προϋποθέτει (περιλαμβάνει) υπαιτιότητα και προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας (ή του συγγενικού δικαιώματος), παράνομη δηλαδή συμπεριφορά (ΑΠ 509/2015, 1030/2010, 872/2009). Γενικά, ως παράνομη προσβολή θεωρείται κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες (ηθικές ή περιουσιακές) του δημιουργού και γίνεται χωρίς την άδεια του, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής. Η υπαιτιότητα απαιτείται μόνο για την αξίωση αποζημιώσεως, ενώ η ίδια η πράξη της προσβολής συνεπάγεται και το παράνομο. Ειδικότερα, το άρθρο 65 αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 914 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται μόνον όπου η ειδική διάταξη καταλείπει κενά και στο βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη η ανάλογη εφαρμογή με το νομοθετικό πνεύμα που διέπει τις διατάξεις του ν. 2121/1993 (ΑΠ 509/2015). Προς διευκόλυνση της αποδείξεως της ζημίας του δικαιούχου και προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως καθορίζεται με το άρθρο 65 παράγραφος 2 εδαφ. β` ν. 2121/1993 ένα ελάχιστο όριο αποζημιώσεως που είναι το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμεταλλεύσεως που διενήργησε χωρίς άδεια ο υπόχρεος (ΑΠ 438/2018, ΑΠ 649/2013). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων του ΑΚ 904 παρ. 1 εδ. α, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και 938, που ορίζει, ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, προκύπτει, ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από τη διάταξη του άρθρο 909 ΑΚ, κατά την οποία υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφόσον είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής, διότι απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, ούτε στο σκοπό του νομοθέτη ανταποκρίνεται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αρ. 2 ΑΚ, με ανάλογη εφαρμογή αυτής, η οποία, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδαφ. β ΑΚ, που εφαρμόζεται στην περίπτωση αποδόσεως ωφέλειας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, διότι η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση, αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής, πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθρο 937 ΑΚ) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις, ως άνω, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΟλΑΠ 8/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) τυγχάνει σεναριογράφος και από το έτος 1990 δραστηριοποιείται επιτυχώς στη δημιουργία σεναρίων για διαφημιστικές ταινίες, με σκοπό την προώθηση και προβολή προϊόντων και υπηρεσιών των εκάστοτε πελατών διαφημιστικών εταιριών. Στα πλαίσια συνεργασίας του με την διαφημιστική εταιρεία ... ... ΕΠΕ το 1992 ετοίμασε ένα διαφημιστικό έργο, το οποίο αποτελείτο από σενάριο συνδυασμένο με περιγραφόμενες εικόνες για λογαριασμό εταιρείας εμφιαλώσεως νερού με την εμπορική ονομασία "...", η οποία είχε ζητήσει από την άνω διαφημιστική εταιρεία την παραγωγή ολοκληρωμένου διαφημιστικού με σκοπό την προβολή με οπτικοακουστικά μέσα του εν λόγω προϊόντος της. Το έργο αυτό o ενάγων είχε κατοχυρώσει ως πνευματικό του δημιούργημα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας με αριθ. πρωτ. .../23.07.1992. Στη διαφήμιση αυτή παρουσιάζεται αρχικά μια φυσική πηγή με πλήθος σταγόνων να πέφτουν από τα κλαδιά δέντρων, φύλλα, ακολουθούν εικόνες από φυσικές πηγές με πεντακάθαρο νερό, μετά σχισμές βράχων που στάζουν νερό, στη συνέχεια εμφανίζεται ένα μοντέλο, που πάνω του πέφτει ποσότητα κρύου νερού και στο τέλος στην οθόνη εμφανίζεται το νερό ... παγωμένο, δίπλα σε φυσική πηγή και ακούγεται ο εκφωνητής που λέει: Τώρα το δώρο της φύσης στον άνθρωπο έχει το δικό του όνομα. ΝΕΡΟ ... ΦΥΣΙΚΑ ΠΟΛΥΤΙΜΟ. Από την καταπράσινη Ναύπακτο σε όλη την Ελλάδα. Το έργο αυτό ο ενάγων το παρέδωσε για προώθηση στην εταιρεία ... ... ΕΠΕ το 1992, η οποία στη συνέχεια το παρέδωσε ως ολοκληρωμένη διαφημιστική πρόταση στην εταιρεία εμφιαλώσεως του νερού .... Όμως ουδέποτε συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και της ως άνω εταιρίας σύμβαση οποιασδήποτε μορφής παραχώρησης της πνευματικής του αυτής δημιουργίας, ούτε τελικά έλαβε αμοιβή γι' αυτή, καθόσον η εταιρεία τελικώς δεν χρησιμοποίησε την πνευματική δημιουργία του ενάγοντος και δεν πραγματοποίησε την σχετική διαφημιστική ταινία για την προβολή του προϊόντος της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Απρίλιο του 2005 ο ενάγων διαπίστωσε στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, σε γιγαντοαφίσες σε κεντρικούς δρόμους των Αθηνών και σε σούπερ μάρκετ σε όλη την Ελλάδα διαφήμιση για το εμφιαλωμένο νερό ..., εμπορίας της πρώτης καθής, βασισμένη απόλυτα στο ως άνω δικό του πνευματικό έργο. Συγκεκριμένα, η διαφήμιση του μεταλλικού νερού ..., την οποία δημιούργησε η δεύτερη καθής (δεύτερη αναιρεσείουσα) κατ' εντολή και για λογαριασμό της επιχείρησης της πρώτης καθής (πρώτης αναιρεσείουσας), όπως ακριβώς παρουσιάστηκε από τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς ανά την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό λόγω της δορυφορικής αναμετάδοσης των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων ήταν η εξής: ΠΛΑΝΟ 1ο: Αρχικά σκοτάδι και μετά με το φως της ημέρας πλήθος σταγόνες πέφτουν από τα κλαδιά δέντρων, φύλλα κλπ στο ποτάμι/πηγή. Ακούγεται η εκφωνήτρια: όπως κάθε μητέρα έτσι και η φύση, για τα παιδιά της δίνει ό,τι καλύτερο. Το φημισμένο φυσικό μεταλλικό νερό ... από τα Ακαρνανικά βουνά. ΠΛΑΝΟ 2ο: σταγόνες πέφτουν από ένα παγωμένο μπουκάλι του εμφιαλωμένου νερού .... Ακούγεται ο εκφωνητής: Φυσικό, μεταλλικό νερό .... .... Επιπλέον, στις διαφημίσεις του μεταλλικού νερού ... σε γιγαντοαφίσες σε κεντρικούς δρόμους των Αθηνών και σε σούπερ μάρκετ σε όλη την Ελλάδα παρουσιάζεται ένα παγωμένο μπουκάλι του εμφιαλωμένου νερού ... με εικόνες από φυσικές πηγές με νερό και σχισμές βράχων που στάζουν νερό και με κεντρικό σύνθημα "..." στα ελληνικά και ορισμένες φορές στα αγγλικά ("..."). Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι οι εναγόμενες χρησιμοποίησαν παράνομα και υπαίτια στη διαφήμισή τους την κατοχυρωμένη σκηνή του ενάγοντος της πτώσης των σταγόνων από κλαδιά δέντρων, φύλλα κλπ στο ποτάμι/πηγή, τις κατοχυρωμένες από τον ενάγοντα εικόνες από φυσικές πηγές με νερό και σχισμές βράχων που στάζουν νερό, αλλά και το κεντρικό λογότυπο της διαφήμισής τους ("...") το οποίο είναι επίσης κατοχυρωμένο από αυτόν (ενάγοντα). Το ως άνω διαφημιστικό σενάριο εκμεταλλεύθηκαν οι εναγόμενες (υπό την ως άνω ιδιότητά τους εκάστη), οι οποίες αν και είχαν πλήρη γνώση ότι το εν λόγω έργο δεν τους ανήκε, εν τούτοις προέβησαν στην επεξεργασία του άνευ της αδείας του ενάγοντος και άνευ ουδεμίας αμοιβής του, προκειμένου να εισπράξουν αθέμιτα όλο το οικονομικό αντάλλαγμα αφενός από την δημιουργία και επεξεργασία οπτικοακουστικού έργου και αφετέρου από την προβολή του για την προώθηση του νερού "...". Από την ημέρα που ο ενάγων είδε το πρώτο διαφημιστικό σποτ στην τηλεόραση, τον Απρίλιο του 2005, προσπάθησε να έλθει σε επικοινωνία με τις εναγόμενες, όμως αυτές αδιαφόρησαν και απέφυγαν να τον συναντήσουν. Ο ενάγων ως δημιουργός του ως άνω έργου, έχει αποκτήσει πάνω σε αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού του δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Οι εναγόμενες, η μεν πρώτη ως επιχείρηση εμπορίας (μεταξύ άλλων και) νερού και η δεύτερη ως διαφημιστική εταιρία δημιουργός του διαφημιστικού, ενεργούσα κατ' εντολή και για λογαριασμό της πρώτης, με τις ως άνω αθέμιτες, παράνομες και υπαίτιες ενέργειες τους εις βάρος του ενάγοντος προσέβαλαν το περιουσιακό και το ηθικό του πνευματικό δικαίωμα επί του ως άνω έργου του, αφού χωρίς την άδειά του αφαίρεσαν την κατοχυρωμένη σκηνή της πτώσης των σταγόνων από κλαδιά δέντρων, φύλλα κλπ στο ποτάμι/πηγή, αλλά και το συνθηματικό λογότυπο "...", από το διαφημιστικό σενάριο, που είχε δημιουργήσει για την προβολή του νερού ... και προέβησαν σε παράνομη προσαρμογή του στο κύριο μέρος του δικού τους διαφημιστικού σεναρίου για το μεταλλικό νερό .... Η χρησιμοποίηση του ως άνω διαφημιστικού σεναρίου από τις εναγόμενες διήρκησε από το έτος 2005 έως το έτος 2008, ενώ του διαφημιστικού σλόγκαν "...", στη συσκευασία του προϊόντος ... έως το έτος 2012. Με την ως άνω αδικοπραξία των εναγομένων o ενάγων έχει απωλέσει την δυνατότητα να εκμεταλλευτεί στο μέλλον το συνθηματικό λογότυπο "..." επί οποιουδήποτε προϊόντος κλπ, καθόσον τούτο έχει συνυφαστεί με άλλο προϊόν και ουδείς, ο οποίος ενδιαφέρεται να προβάλει διαφημιστικά το προϊόν του, θα κάνει χρήση του συνθηματικού αυτού λογοτύπου. Η παράνομη κατά τα άνω χρησιμοποίηση της επιτυχούς διαφημιστικά πνευματικής δημιουργίας του ενάγοντος από τις εναγόμενες συνετέλεσε στην επαύξηση του ποσοστού των πωλήσεων του νερού ... στην αγορά με αποτέλεσμα την ωφέλεια αφενός της πρώτης εναγομένης και αφετέρου της δεύτερης από την μεγιστοποίηση της φήμης που απέκτησε στην αγορά λόγω του άκρως επιτυχούς διαφημιστικού προϊόντος, το οποίο φέρεται ότι δημιούργησε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, ως προς την οποία η σχετική αγωγική αξίωση κατά την κύρια βάση της (άρθρο 914 ΑΚ) απορρίφθηκε λόγω συμπλήρωσης πενταετούς παραγραφής (άρθρο 937 ΑΚ),... έγιναν παράλληλα και αδικαιολογήτως πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ως προς το ποσό των 50.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αμοιβή που θα κατέβαλαν στον τελευταίο, αν δεν πραγματωνόταν η ως αδικοπραξία και καταρτιζόταν μεταξύ τους σύμβαση ανάθεσης της άδειας εκμετάλλευσης του ως άνω πνευματικού του έργου σε αυτές". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή λόγω πλασματικής ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), ως προς τα αιτήματα της αναγνώρισης του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί του ενδίκου έργου, της αναγνώρισης της προσβολής αυτού, της άρσης και παράλειψης της προσβολής, καθώς και της αποζημίωσης και απόδοσης του πλουτισμού, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την αγωγή ως προς τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν, καθεμιά εις ολόκληρον, στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 50.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 2 και 65 του ν. 2121/1993, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο έργο αποτελεί πνευματικό δημιούργημα, με μορφή προσιτή στις αισθήσεις, που απορρέει από την προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου και χαρακτηρίζεται, κατά τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης, από πρωτοτυπία, ώστε να αποτελεί αντικείμενο προστασίας του ανωτέρω νόμου. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του ν. 2121/1993, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό αυτών, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, με σαφήνεια και επάρκεια, ότι το ένδικο διαφημιστικό έργο, αποτελούμενο από σενάριο συνδυασμένο με εικόνες, είναι κατοχυρωμένο στην Εθνική Βιβλιοθήκη, ενόψει δε αυτού και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, που εκτίθενται αναλυτικά στη γενομένη περιγραφή του, αποτελεί πνευματικό δημιούργημα του αναιρεσιβλήτου με δημιουργικό ύφος, χαρακτηριζόμενο από πρωτοτυπία που το διακρίνει από άλλα παρόμοια, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να είναι ο αρχικός δικαιούχος και να απολαμβάνει της έννομης προστασίας του ηθικού και περιουσιακού δικαιώματος επί αυτού. Επί πλέον, με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειουσών, συνισταμένη στην εκ μέρους τους προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, και, συνακόλουθα, την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αξίωση αυτού, ενόψει της επελθούσης παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης από την αδικοπραξία, προς απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν οι αναιρεσείουσες από τη σε βάρος του αδικοπραξία και την οποία ωφέλεια υπολόγισε με βάση την αμοιβή που θα κατέβαλαν οι αναιρεσείουσες στον αναιρεσίβλητο, αν καταρτιζόταν μεταξύ τους σύμβαση ανάθεσης της άδειας εκμετάλλευσης του πνευματικού του έργου σε αυτές, λαμβάνοντας έτσι υπόψη για τον υπολογισμό της, ορθώς, αντικειμενικά κριτήρια και συγκεκριμένα τις κρατούσες κατά το χρόνο επελεύσεως της ζημίας συνθήκες αγοράς. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση α) με το πρώτο σκέλος, ότι δέχθηκε πως το ένδικο έργο αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, αποκλειστικά και μόνον επειδή κατοχυρώθηκε ως πνευματικό του δημιούργημα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας και β) με το δεύτερο σκέλος, ότι ουδεμία αιτιολογία διέλαβε, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της πρωτοτυπίας του έργου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς επίσης και ο δεύτερος λόγος, ομοίως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι δεν διαλαμβάνεται αιτιολογία σχετικά με τον υπολογισμό της ωφέλειας, είναι αβάσιμοι. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος, έχει τη γνώμη ότι το Εφετείο, με την πιο πάνω κρίση του, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 65 του ν. 2121/1993, καθόσον για την εφαρμογή τους αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι το επίδικο έργο αποτελούσε αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας εκ μόνου του λόγου ότι ο αναιρεσίβλητος είχε κατοχυρώσει αυτό ως πνευματικό του δημιούργημα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας, καίτοι για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών απαιτείται να συντρέχει η προϋπόθεση της πρωτοτυπίας αυτού, υπό την έννοια της στατιστικής μοναδικότητας, ότι δηλαδή κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει ένα έργο όμοιο ή του ελάχιστου δημιουργικού ύψους ή ύφους, ώστε να ξεχωρίζει ή διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας. Επί πλέον δε, το Εφετείο, με όσα ανωτέρω δέχτηκε, παραβίασε και εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της πρωτοτυπίας του προαναφερόμενου έργου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συνεπώς στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού δέχθηκε ότι το συγκεκριμένο διαφημιστικό έργο αποτελούσε πνευματικό δημιούργημα, που ο αναιρεσίβλητος είχε κατοχυρώσει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας, κάνοντας ειδικότερη μνεία περί κατοχυρωμένης σκηνής και εικόνων αυτού και περί κατοχυρωμένου λογοτύπου, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει και παραδοχές ότι το επίμαχο αυτό έργο, είτε συνολικά είτε ως προς επί μέρους στοιχεία αυτού και ποία, συγκεντρώνει τις ανωτέρω προϋποθέσεις της πρωτοτυπίας και χωρίς ουδόλως να αιτιολογεί γιατί μόνη η κατοχύρωση του ως άνω έργου αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα, συνεπεία των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών, να μην προκύπτουν όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και να καθίσταται έτσι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Επομένως, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται οι ανωτέρω πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2018 αίτηση 1) της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ ΑΕ" και 2) της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (πρώην "... ΕΛΛΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2771/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ