Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 779 / 2007    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 779/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. .....και 2. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Βγόντζα και Νικολέττα Ξερικού.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Καραβασίλη, ο οποίος δήλωσε ότι καθολικός διάδοχος της ως άνω εταιρείας είναι το Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16183/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 943/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους και τους από 20 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα συνεχίζεται η δίκη, ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "Αργοναυτική ΑΕΓΑ", από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων", ως διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας, της οποίας η άδεια σύστασης και λειτουργίας, όπως συνομολογείται και από τους αναιρεσείοντες, έχει ανακληθεί οριστικά με την Κ3-9118 25-7-2006 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.
ΙΙ.- Από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, όπως αυτές που προβλέπονται από την Κ4/585/1978 ΑΥΕ, αλλά και άλλες που μπορούν να συμφωνηθούν ως απαλλακτικές ρήτρες ( όροι). Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει στον παθόντα τρίτο ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. Όμως επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλόμενου, ότι σε τέτοια περίπτωση δικαιούται να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου του και να αξιώσει απ'αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Η έγκυρη συνομολόγηση τέτοιου όρου παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου - ασφαλισμένου αξιώνοντας απ'αυτόν να του καταβάλει όσα πλήρωσε στον παθόντα τρίτο. Το δικαίωμα αυτό αναγωγής ο ασφαλιστής δεν το στερείται και όταν κατέβαλε στο ζημιωθέντα αποζημίωση ύστερα από εξώδικο συμβιβασμό. Ο τελευταίος έχει υποκειμενική ενέργεια και δεν αναπτύσσει άμεση δεσμευτική ενέργεια για τον αντισυμβαλλόμενο- ασφαλισμένο. Ο ασφαλιστής, αξιώνοντας τα καταβληθέντα στον τρίτο ποσά, οφείλει για την πληρότητα ( άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ) της αγωγής του να διαλάβει σ'αυτή τις συνθήκες του ατυχήματος τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ευθύνη για το ατύχημα στο πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου (π.χ. ΑΚ 914 , 922 , αρθρ. 2 επ. ν. ΓΠΝ/1911), τη ζημιά του τρίτου και τα καταβληθέντα στον τρίτο χρηματικά ποσά (αναφορά του λόγου και της αιτίας καταβολής αναλυτικά). Πρέπει επίσης να αναφέρεται επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικά με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όπως και ότι ο σχετικός για απαλλαγή του ασφαλιστή όρος έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης κατά νόμιμο τρόπο (ΑΠ 1650 και 1488/2001). Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, για να στηρίξει παραδεκτά προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 εδ. 14 ΚΠολΔ πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, σύμφωνα δηλαδή με τις δικονομικές διατάξεις (ΑΠ 568/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες είχαν ισχυριστεί πρωτόδικα ότι "η αγωγή είναι αόριστη γιατί δεν αναφέρει αν επήλθε η παράβαση του σχετικού όρου του ασφαλιστηρίου από δόλο ή βαρεία αμέλεια εκ μέρους του ασφαλισμένου" και στο εφετείο ότι "η αγωγή είναι αόριστη γιατί δεν αναφέρει ότι η αιτούμενη αποζημίωση συνιστά την πραγματική και προσήκουσα ζημία των αποζημιωθέντων τρίτων (βλ. 16183/11-3-2003 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και τις από 25-1-2005 προτάσεις τους - αντέφεση στο Εφετείο). Αρα για πρώτη φορά με το πρόσθετο αναιρετήριο επικαλούνται αοριστία από μη αναφορά όλων των πιο πάνω αναγκαίων για την πληρότητα της αγωγής στοιχείων (συνθηκών ατυχήματος κ.λ.π.). Ομως, όπως σωστά δέχτηκε η αναιρεσιβαλλομένη και προκύπτει από την επισκοπούμενη παραδεκτά ( άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ) από 5-7-2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, αναφέρονται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο της στοιχεία. Ειδικότερα, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτού, αναφέρονται, με αντιγραφή του όλου κειμένου της από 28-5-1999 αγωγής των ζημιωθέντων κατά της αναιρεσίβλητης που η τελευταία αποδέχτηκε και έτσι κατέστησε περιεχόμενο της ένδικης αναγωγής της, : α) οι συνθήκες του ατυχήματος της 9-1-1999 και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του ζημιογόνου ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κυριότητας του δεύτερου αναιρεσείοντος και ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη εταιρία, β) τα αναγκαία από το νόμο στοιχεία (έλλειψη πόρων, περιουσίας, εισοδημάτων κ.λ.π) για θεμελίωση της υποχρέωσης για στέρηση διατροφής της συζύγου και τέκνων του θανόντος από το τροχαίο ατύχημα...... (ΑΚ 928, 1389, 1390 και 1486), γ) η ζημία από την ολοσχερή καταστροφή της μοτοσικλέτας, ...... δίκυκλης, εργοστασίου "KAWASAKI", μοντέλου 1998, αγοράς 19-5-1998, ιδιοκτησίας της εταιρείας "Σάϊς Ελλάς ΑΕ", αξίας κατά το ατύχημα 2.065.000 δραχμών, που οδηγούσε ο θανών, δ) τα αναγκαία από το νόμο στοιχεία για τον καθορισμό του ύψους της προσήκουσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των στενών συγγενών του θανόντος (συζύγου, τέκνων κ.λ.π), ε) η συνομολόγηση στο 296576/1998/Α 182669 ασφαλιστήριο συμβόλαιο όρου, ότι δεν καλύπτονται εν όλω, αλλά εν μέρει (κατά 50%) οι ζημιές που προξενούνται από οδηγό που είναι ηλικίας κάτω των 23 ετών ή έχει άδεια οδήγησης χωρίς να έχει συμπληρωθεί έτος από την απόκτησή της, στ) η παράβαση του όρου αυτού από μέρους του ασφαλισμένου της, γιατί το ατύχημα έγινε κατά το χρόνο που οδηγούσε το ζημιογόνο ως άνω αυτοκίνητο ο πρώτος αναιρεσείων ηλικίας κάτω των 23 ετών, με άδεια οδήγησης για την οποία δεν πέρασε έτος από την απόκτησή της, ζ) ο εξώδικος συμβιβασμός που συμφωνήθηκε, δυνάμει του οποίου η αναιρεσίβλητη, επειδή τον έκρινε συμφέροντα, κατέβαλε στους ζημιωθέντες το συνολικό ποσό των 93.800.000 δραχμών και συγκεκριμένα τα χρηματικά ποσά που μνημονεύονται αναλυτικά για καθένα ζημιωθέντα, με εξειδίκευση κάθε ποσού που πληρώθηκε και ειδική αναφορά του λόγου και της αιτίας της πληρωμής και η) όλα εν γένει τα στοιχεία ου θεμελιώνουν την ευθύνη των αναιρεσειόντων, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων της από 28-5-1999 αγωγής, καθώς και την υποχρέωση για πληρωμή στην αναιρεσίβλητη, όσα εκείνη έχει καταβάλει στους ενάγοντες αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298,330 εδ. β, 361, 914, 927,928,929,932,1389,1390,1486 και 904 επ ΑΚ, 2,4, και 9 του ν ΓΠΝ/1911 και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976. Με βάση αυτά, το Εφετείο που έκρινε σαφή και ορισμένη την από 5-7-2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία ζήτησε να αναγνωριστεί (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δικ), ότι οι αναιρεσείοντες υποχρεούνται να της καταβάλουν για τις ως άνω αιτίες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της, το ποσό των 137.637,56 ευρώ, δηλαδή το 50% του χρηματικού ποσού των 275.275 ευρώ που πλήρωσε στους άνω δικαιούχους ύστερα από συμφέροντα συμβιβασμό, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου. Συνακόλουθα πρέπει ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, δηλαδή ότι η αγωγή ήταν αόριστη και απορριπτέα για τις πιο πάνω αιτίες, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί από τους αναιρεσείοντες τόσο πρωτόδικα, όσο και στο Εφετείο (εκεί επικαλέστηκαν άλλους λόγους αοριστίας, όπως προαναφέρθηκε) να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος. ΙII.- Με άλλο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση στο κύριο δικόγραφο της αίτησης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί, κατ' εκτίμηση, δέχτηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη. Όμως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του στα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και συγκεκριμένα στις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση τα διάδικα μέρη. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ανεξάρτητα από την αοριστία του, ως αβάσιμος.
ΙV.- Για το ορισμένο του λόγου από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. χρειάζεται στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια: α) οι πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλόμενης απόφασης και η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, β) ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και γ) που συγκεκριμένα βρίσκεται η παραβίαση, δηλαδή σε τι ακριβώς συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων (Ολ.ΑΠ 28/1998). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο κύριο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6-7 του ν. 2251/1994 ( όπως ισχύουν μετά το άρθρο 10 παρ. 24 του ν. 2741/1999) και παραθέτουν την έννοια που αποδίδουν σ'αυτές και το άρθρο 281 ΑΚ, αναφορικά με τον τρόπο και τη διαδικασία ελέγχου του κύρους του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ), για να ισχυριστούν στην συνέχεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες των ως άνω διατάξεων και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "όπως από το σκεπτικό της προκύπτει, δεν ερεύνησε, όπως είχε υποχρέωση, την καταχρηστικότητα ή όχι του όρου του ασφαλιστηρίου της αναιρεσίβλητης κατά τον οποίο επιβάλλεται η συμμετοχή του ασφαλισμένου στην αποκατάσταση της ζημίας όταν αυτή προκλήθηκε από νέο σε ηλικία ή οδήγηση οδηγό χωρίς να έχει καταβληθεί το πρόσθετο για την αιτία αυτή ασφάλιστρο (επασφάλιστρο), η συμμετοχή δε αυτή προσδιορίζεται σε ποσοστό 50% της όλης ζημίας, και υπό το πρίσμα των σκέψεων και κριτηρίων που αναφέρονται, δηλαδή της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή και της αρχής για την απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, όταν η άσκηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ". Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, διότι το αναιρετήριο δεν περιέχει όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως τις κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, την έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε αναφέρει το σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που στηρίζει το λόγο και προβλήθηκε με κάποιο νόμιμο τρόπο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας.
V. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει ( Ολ ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο κύριο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται καταρχήν παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατά τις οποίες α) η αναιρεσίβλητη, συμμορφούμενη προς τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του ν. 2496/97, παρέδωσε στο δεύτερο απ' αυτούς (συμβαλλόμενο) το επίδικο ασφαλιστήριο που μνημονεύει και τους γενικούς όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, μεταξύ των οποίων και ο επίμαχος όρος του άρθρου 9 περ. β, για τον οποίο έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, χωρίς ο αντισυμβαλλόμενος αυτός να εναντιωθεί μέσα στο μήνα από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου ή μέσα σε διάστημα δέκα μηνών από την καταβολή του πρώτου ασφαλίστρου και β) στην πρώτη σελίδα του επίμαχου ασφαλιστηρίου υπήρχε γραπτή σημείωση μνημονεύουσα τη σελίδα που περιείχε τις εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και η ένδικη εξαίρεση για το πέραν του 50% της αποζημίωσης, έτσι εκπλήρωσε η αναιρεσίβλητη τις υποχρεώσεις της για να είναι ισχυρή η παρέκκλιση αυτή και απρόσβλητος ο επίμαχος όρος, αφού ο δεύτερος αναιρεσείων (αντισυμβαλλόμενος) δεν εναντιώθηκε εμπρόθεσμα, άρα η αναγωγή της αναιρεσίβλητης ήταν νομικά βάσιμη. Στη συνέχεια υποστηρίζουν, ότι "η εκτεθείσα αιτιολογία είναι ελλιπής, είχε υποχρέωση η αναιρεσιβαλλομένη από το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, για την πληρότητα της κρίσης της και του σκεπτικού της, να μην περιοριστεί μόνο στον έλεγχο του επίμαχου όρου, ως προς το αν αυτός είναι καταχρηστικός ή όχι, αλλά να ερευνήσει περαιτέρω αυτεπάγγελτα, αν η αναιρεσίβλητη είχε καθορίσει και εισέπραττε ως επασφάλιστρο νέου σε ηλικία οδηγού το 50% του συνήθους ασφαλίστρου που εισέπραττε για την κατηγορία του ζημιογόνου οχήματος, πότε έλαβε γνώση της παράβασης του εκτεθέντος ανωτέρω ασφαλιστικού βάρους τους και αν και πότε κατήγγειλε την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ή αν μετά και την πληροφόρηση αυτή ζήτησε την τροποποίησή της", όμως η προσβαλλομένη "κατά τον έλεγχο της νομικής βασιμότητας της σχετικής αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης, δεν διέλαβε καμία απολύτως αιτιολογία για τα ζητήματα αυτά και σε κάθε περίπτωση, όπως από το σκεπτικό της προκύπτει, δέχτηκε αναιτιολόγητα, χωρίς να κάνει μνεία για τη συνδρομή της την ουσιαστική βασιμότητα των παραπάνω πραγμάτων που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινή χωρίς απόδειξη, η οποία όμως δεν προέκυπτε, έστω και έμμεσα από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι και έλαβε η ίδια υπόψη", γι' αυτό και είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, διότι: α) δεν είναι σαφής, αλλά αντιφατικός ( αφού αρχικά αναφέρει ότι δεν ερευνήθηκαν καθόλου, αν και έπρεπε αυτεπάγγελτα, τα πιο πάνω ζητήματα για πληρωμή επασφάλιστρου νέου οδηγού κ.λ.π., τελικά όμως διαπιστώνει, ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα έκρινε την ουσιαστική βασιμότητα των ζητημάτων αυτών, β) επιπλέον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως ποιος ήταν ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π) και τα περιστατικά εκείνα που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, και γ) ενώ σε κάθε περίπτωση η αιτίαση του λόγου αυτού που πλήττει, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ., την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ( άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
VΙ. Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί "έκρινε ότι ο πρώτος απ' αυτούς είχε προστηθεί κατά το χρόνο του ατυχήματος στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου από το δεύτερο, η διαπίστωση δε αυτή αποτέλεσε έρεισμα του πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο δεύτερος απ'αυτούς έχει ευθύνη έναντι της αναιρεσίβλητης που εξόφλησε τις απορρέουσες από το ατύχημα αξιώσεις των εναγόντων της από 28-5 1999 αγωγής ύστερα από συμβιβασμό με αυτούς, και οφείλει να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη το 50% του ποσού που η ίδια κατέβαλε στους ως άνω ενάγοντες, αν και ισχυρισμός για τέτοια πρόστηση δεν προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη, ούτε υπήρχε στο δικόγραφο της από 5-7-2002 αγωγής". Από την προσβαλλομένη προκύπτει, ότι η κρίση αυτή σχηματίστηκε από διευκρινιστικά της αγωγής περιστατικά ου βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, χωρίς να χρειάζεται, ενόψει του ότι η αναγωγική υποχρέωση του δεύτερου αναιρεσείοντος (αντισυμβαλλομένου) δεν θεμελιώνεται στην ιδιότητα του προστήσαντος, όπως και η αντίστοιχη αναγωγική υποχρέωση του πρώτου αναιρεσείοντος δεν θεμελιώνεται στην ιδιότητα του προστηθέντος, αλλά στις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 και 1β του ΠΔ 237/1986 και 361 ΑΚ, καθόσον ο πρώτος ήταν οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ασφαλισμένος, ο δε δεύτερος ιδιοκτήτης, νομέας του αυτοκινήτου και αντισυμβαλλόμενος που παραχώρησε την οδήγησή του στον πρώτο ηλικίας 23 ετών, που απόκτησε άδεια οδήγησης δύο περίπου μήνες πριν το ατύχημα.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. VΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης. Ο λόγος, άρα, δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά : "Στις 9-1-1999 και ώρα 15.30 περίπου ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων .....) ηλικίας 19 ετών , που είχε αποκτήσει τη σχετική άδεια οδηγήσεως χωρίς να έχει συμπληρώσει έτος από την απόκτησή της, οδηγώντας το ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου (αναιρεσείοντος .....) ο οποίος τον είχε προστήσει στην οδήγησή του και το οποίο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην λεωφόρο ...... και με κατεύθυνση από ....προς ...... Την ίδια χρονική στιγμή ο ...... οδηγώντας την ..... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας " Σάϊενς Ελλάς ΑΕ" κινούνταν στην ίδια οδό αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από ....προς ..... Ο ..... μη οδηγώντας με σύνεση και προσοχή το ανωτέρω όχημα, ώστε να έχει σε κάθε στιγμή τον πλήρη έλεγχο του κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα και κάνοντας συνεχείς υπερβάσεις προπορευομένων αυτοκινήτων, ακόμη και σε σημεία που υπήρχε σχετική απαγόρευση, χωρίς να μειώσει αυτή στο ελάχιστο αν και στη πορεία του υπήρχε σχετική πινακίδα (ΚΙΑ), που σημαίνει επικίνδυνη αριστερή στροφή, αφού επιχείρησε επικίνδυνη υπέρβαση άλλου προπορευομένου αυτοκινήτου σε αριστερή ως προς την πορεία του στροφή, εκατόν πενήντα μέτρα περίπου από το ξενοδοχείο "...." και αφού διήλθε τη στροφή στη συνέχεια λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει στο παραπάνω αυτοκίνητο έχασε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με σφοδρότητα με την .... δίκυκλη μοτοσικλέτα τραυματίζοντας θανάσιμα τον οδηγό της ...... Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος του δικαζόμενου ατυχήματος είναι ο ...., ο οποίος μη οδηγώντας το παραπάνω όχημα με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να έχει σε κάθε στιγμή τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού αλλά με υπερβολική ταχύτητα, δεν κατόρθωσε να το συγκρατήσει μέσα στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να εισέλθει αυτό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να αποκόψει αιφνιδίως την πορεία της κινούμενης μέσα στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας, να συγκρουστούν με σφοδρότητα τα δύο οχήματα και να τραυματιστεί θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας ...... Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο θανών εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου ... όπου κινούνταν τα δύο συγκρουσθέντα οχήματα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, κι αυτό γιατί από τα αντικειμενικά ευρήματα της προανάκρισης του ΤΟΤΑ που περιλαμβάνονται στην από 9-1-1999 έκθεση αυτοψίας και στο σχετικό σχεδιάγραμμα αλλά και από την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ..... προέκυψε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ..... εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, δηλαδή στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο θανών ..... προσκρούοντας επί αυτής. Άλλωστε τα ίχνη πλαγιολίσθησης που βρέθηκαν στο τόπο του ατυχήματος και τα οποία σημειώνονται στο σχετικό σχεδιάγραμμα ξεκινούν από το ρεύμα πορείας του ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου και καταλήγουν μέσα στο ρεύμα κυκλοφορίας της ..... δίκυκλης μοτοσικλέτας. Εξάλλου τα διάσπαρτα γυαλιά και τα πλαστικά μέρη των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων βρέθηκαν μέσα στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πρόσκρουση των δύο οχημάτων έγινε μέσα στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας και ότι εκεί που βρέθηκαν τα σπασμένα γυαλιά και τα άλλα εξαρτήματα των οχημάτων η πολύ κοντά σ'αυτά είναι και το σημείο της πρόσκρουσης. Περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο οδηγός του .....ΙΧΕ αυτοκινήτου πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό της μοτοσικλέτας και γι' αυτό εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προκειμένου να την αποφύγει γιατί αυτή κινήθηκε με αυξημένη ταχύτητα στο δικό του ρεύμα πορείας για να δώσει έτσι τη δυνατότητα στη μοτοσικλέτα να τον αποφύγει διερχόμενη πίσω από το αυτοκίνητο πρέπει επίσης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Κι αυτό γιατί εκτός από το ότι δεν αποδείχθηκε, αντίκειται και στους νόμους της φυσικής κίνησης των οχημάτων καθόσον ένα όχημα με αυξημένη ταχύτητα που κινείται σε καμπύλη τροχιά, στην προκειμένη περίπτωση από το σημείο Β στο σημείο Α (Βλ. σχεδιάγραμμα Τροχαίας) βάρους 178 κιλών και το οποίο έχει απωλέσει την ικανότητα ελιγμών, επομένως κινούμενο χωρίς έλεγχο ως αδρανές σώμα, και το οποίο παρεκκλίνει της πορείας του που έπρεπε μετά τη σύγκρουση λόγω της κεκτημένης ταχύτητάς του να καταλήξει σε κάποιο σημείο του οδοστρώματος το οποίο να βρίσκεται αριστερά της πορείας του (δηλαδή της πορείας της μοτοσικλέτας) και όχι στο άκρο δεξιό αυτής (δηλαδή στο άκρο δεξιό της λεωφόρου όπως ανέρχονταν η μοτοσικλέτα). Συνυπαιτιότητα του θανόντος δεν αποδείχθηκε, αφού αυτός οδηγούσε με σύνεση και προσοχή το όχημά του μέσα στο ρεύμα πορείας του, το γεγονός δε ότι υπήρχε στο αίμα του οινόπνευμα σε ποσοστό 1,32%0 δεν είχε άμεση επίδραση στην επέλευση του ατυχήματος. Εξάλλου και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι ο θανών δεν φορούσε κράνος και πάλι λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης των ανωτέρω οχημάτων και πάλι θα επέρχονταν ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτοσικλέτας. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος (9-1-1999) η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κάλυπτε ασφαλιστικά την αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη, νομέα, κατόχου και οδηγού του ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου το οποίο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στο δεύτερο εναγόμενο, έχοντας εκδώσει για το λόγο αυτό το με αριθμό ..... ασφαλιστήριο συμβόλαιο διάρκειας από 27-8-1998 μέχρι 27-2-1999 το οποίο ο δεύτερος εναγόμενος παρέλαβε ανεπιφύλακτα και αποδέχθηκε το περιεχόμενο του. Στο παραπάνω ασφαλιστήριο προβλέπονται ως ασφαλιστικά ποσά τα 150.000.000 δρχ., για την περίπτωση των σωματικών βλαβών και τα 30.000.000 δρχ. για την περίπτωση των υλικών ζημιών. Παράλληλα η ανωτέρω ασφάλιση διέπεται από μία σειρά γενικών και ειδικών όρων οι οποίοι είναι ενσωματωμένοι στο ασφαλιστήριο αποτελώντας τους αντίστοιχους συμβατικούς όρους. Ανάμεσα στους συγκεκριμένους συμβατικούς όρους είναι και ο προβλεπόμενος στην παρ. 7 του άρθρου 9 του 1 κεφαλαίου των γενικών όρων. Σύμφωνα με τον όρο αυτό δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν όταν ο οδηγός είναι κάτω των 23 ετών ή και άνω των 70 ετών ή έχει άδεια οδήγησης που δεν συμπλήρωσε έτος, εκτός εάν ρητά και ειδικά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο. Σε περίπτωση που δεν έχει συμφωνηθεί η ως άνω κάλυψη ο ασφαλισμένος ή και ο λήπτης της ασφάλισης συμμετέχουν σε ποσοστό 50% της όλης ζημίας. Όπως προαναφέρθηκε κατά το χρόνο του ατυχήματος το ασφαλισμένο στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία όχημα (....ΙΧΕ) το οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (.....) ο οποίος είχε την με αριθμό .... ερασιτεχνική άδεια οδήγησης η οποία είχε εκδοθεί στις 3-11-1998 από την αρμόδια διεύθυνση της Νομαρχίας Αττικής. Δηλαδή κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου στην ενάγουσα αυτοκινήτου (....) είχε παραχωρήσει την οδήγηση του αυτοκινήτου του σε πρόσωπο το οποίο ήταν αφενός ηλικίας μικρότερης των 23 ετών και αφετέρου είχε αποκτήσει την άδεια οδήγησης αυτοκινήτου δύο περίπου μήνες πριν από το επίδικο ατύχημα, δηλαδή δεν είχε παρέλθει έτος από την κτήση της άδειας οδηγήσεως. Αυτά συνέβησαν χωρίς να έχει συμφωνήσει η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με το δεύτερο εναγόμενο την πρόσθετη ασφαλιστική του κάλυψη και για την περίπτωση που θα συνέτρεχαν τα αμέσως παραπάνω δεδομένα αυξημένης επικινδυνότητας και χωρίς να καταβληθεί προς την ενάγουσα το σχετικό πρόσθετο ασφάλιστρο. Ύστερα από σχετική όχληση των κυρίως εναγόντων και με σκοπό την αποφυγή περαιτέρω διόγκωσης της έκτασης της προκληθείσας ζημίας με τόκους, δικαστικές δαπάνες κλπ η ενάγουσα συμβιβάστηκε εξώδικα με τους κυρίως ενάγοντες στις 13-10-2001 (βλ. το προσκομιζόμενο από 13-10-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς 93.800.000 δρχ. ή 275.275 Ευρώ) το οποίο ποσό όπως προκύπτει από την συνολική εκκαθαριστική απόδειξη 275.275 Ευρώ κατέβαλε πλήρως στους κυρίως ενάγοντες. Συγκεκριμένα η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε: 1)Στην ..... 16.400.000 δρχ (5.000.000 δρχ ως αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής της από μέρους του συζύγου της από 9-1-199 μέχρι 9-1-2004 + 1.400.000 δρχ. ως αποζημίωση για έξοδα κηδείας και ταφής του ..... + 10.000.000 για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του τελευταίου). Το ποσό αυτό καταβλήθηκε ως εξής: Τα 3.800.000 δρχ, σε μηνιαίες δόσεις από τον Μάϊο του 2000 εως τον Φεβρουάριο του 2001 και 12.600.000 δρχ στις 23-10-2001. 2)Στη ..... (δια της ασκούσας τη γονική μέριμνα μητέρας της .....) κατέβαλε το ποσό των 25.000.000 δρχ (15.000.000 δρχ ως αποζημίωση λόγω απωλεσθείσας διατροφής εξαιτίας του θανάτου του πατέρα της από 9-1-1999 μέχρι την ενηλικίωσή της την 5-12-2015 +10.000.000 δρχ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του τελευταίου). Το ποσό αυτό καταβλήθηκε ως εξής: 7.400.000 δρχ στις 31 -10-2001 και 17.600.000 δρχ. στις 28-11-2001. 3)Στη ..... (δια της ασκούσας τη γονική της μέριμνα μητέρα της .....) κατέβαλε το ποσό των 25.000.000 δρχ (15.000.000 δρχ ως αποζημίωση λόγω απωλεσθείσας διατροφής εξαιτίας του θανάτου του πατέρα της από τη γέννησή της την 13-7-1999 μέχρι την ενηλικίωσή της την 13-7-2017 +10.000.000 δρχ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του πατέρα της). Το ποσό αυτό κατεβλήθηκε ως εξής: Στις 10-1-2002 τα 12.000.000 δρχ. και στις 30-1-2002 τα 13.000.000 δρχ. 4)Στον ..... κατέβαλε το ποσό των 7.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του γιού του. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε στις 8-4-2002. 5) Στην ..... κατέβαλε το ποσό των 7.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του γιού της. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε στις 8-4-2002. 6) Στη ...... κατέβαλε το ποσό των 5.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του αδελφού της. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε στις 28-2-2002. 7) Στον ..... κατέβαλε το ποσό των 5.000.000 δρχ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του αδελφού του. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε στις 31-5-2002. 8) Στον ..... κατέβαλε το ποσό του 1.000.000 δρχ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του γαμπρού του. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε στις 31-5-2002. 9) Στην ...... κατέβαλε το ποσό του 1.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του γαμπρού της. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε στις 31-5-2002. 10) Στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σάϊνς Ελλάς Α.Ε" κατέβαλε το ποσό του 1.400.000 δρχ ως αποζημίωση για την πλήρη καταστροφή της με αριθμό κυκλοφορίας ..... μοτοσικλέτας. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε στις 31-5-2002. μετά τις παραπάνω καταβολές οι κυρίως ενάγοντες παραιτήθηκαν από κάθε απαίτηση τους τόσο έναντι της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας όσο και έναντι των εναγομένων (.... και ....) σχετικά με το επίδικο ατύχημα. Πρέπει να αναφερθεί, ότι η παραπάνω αποζημίωση που καταβλήθηκε με εξώδικο συμβιβασμό από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία προς τους κυρίως ενάγοντες είναι η προσήκουσα, οι δε εναγόμενοι δεν αντέδρασαν στην από μέρους της ενάγουσας συμβιβαστική διευθέτηση της υπόθεσης με τους κυρίως ενάγοντες, παρόλο που όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 24-10-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό- δήλωση έλαβαν πλήρη και σαφή γνώση του από 13-10-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού και του με αυτό καταρτισθέντος συμβιβασμού. Εξάλλου αν οι εναγόμενοι δεν αποδέχονταν την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου από αυτούς στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος εύλογο είναι να αντιδρούσαν στον παραπάνω εξώδικο συμβιβασμό (κοινοποιώντας π.χ. μία εξώδικη δήλωση) και δεν θα συναλλάσσονταν με τους κυρίως ενάγοντες όπως έκαναν στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων η οποία εδράζεται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ελεύθερα να διαμορφώσουν το περιεχόμενο μιας συμβάσεως που καταρτίζουν, εφόσον με αυτή δεν παραβιάζουν το νόμο. Εξάλλου σχετικά με τη σύναψη των ασφαλιστικών συμβάσεων ισχύει ο νόμος 2496/1997. Με βάση τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του παραπάνω νόμου, όταν η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς ασφαλιστικούς όρους, ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύσει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο μαζί με το ασφαλιστήριο. Κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης, γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου στοιχειοθετούμενη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σ'αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης. Περαιτέρω με τη διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι το ασφαλιστήριο ισχύει με τους όρους που έθεσε ο ασφαλιστής εφόσον ο ασφαλισμένος δεν αντιλέξει μέσα σε δεκατέσσερις (14) ημέρες από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Η παραπάνω προθεσμία δεν αρχίζει αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά η με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και να του χορηγήσει σχετική δήλωση εναντίωσης. Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβένεται μετά πάροδο δέκα (10) μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία έγγραφα τηρήθηκαν από μέρους της όλες οι παραπάνω απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις. Ειδικότερα στην πρώτη σελίδα του σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου της επίδικης περιόδου (το οποίο ήταν χρονικής διάρκειας από 27/8/1998 μέχρι 27/2/1999 το πάνω μέρος του οποίου αποτελεί απόδειξη είσπραξης των σχετικών ασφαλίστρων), αναφέρεται μέσα σε πλαίσιο κάτω από τη λέξη ΠΡΟΣΟΧΗ (με κεφαλαία γράμματα) ότι : 1) στη δεύτερη σελίδα του ασφαλιστηρίου προβλέπονται λεπτομέρειες για το δικαίωμα εναντίωσης και υπαναχώρησης του ασφαλισμένου. 2) Ότι από την 3η έως την 5η σελίδα του ασφαλιστηρίου περιλαμβάνονται οι γενικοί και ειδικοί όροι αυτού. 3) Οτι οι εξαιρέσεις από τη χορηγούμενη ασφαλιστική κάλυψη προβλέπονται στη δεύτερη σελίδα του ασφαλιστηρίου, όπου γίνεται ρητή παραπομπή στο άρθρο 9 των όρων του ασφαλιστηρίου που περιλαμβάνονται στην τρίτη σελίδα αυτού. Η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία συμμορφούμενη με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2496/1997 παρέδωσε στον δεύτερο εναγόμενο αναλυτικούς γενικούς και ειδικούς όρους ασφάλισης οι οποίοι και είναι ενσωματωμένοι στο ασφαλιστήριο, ενημερώνοντας αυτόν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο για την ύπαρξη εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη, καθώς και για το δικαίωμα εναντίωσης του στους όρους του ασφαλιστηρίου. Επιπλέον χορήγησε σε αυτόν έντυπο εναντίωσης, όπως αυτό προκύπτει από το τέλος της δεύτερης σελίδας του παραπάνω ασφαλιστηρίου. Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω ο επίδικος όρος θα ήταν έγκυρος ακόμα και αν δεν υπήρχε η σχετική νομοθεσία ου θεσπίστηκε με το νόμο 2496/1997 και δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καταχρηστικός ο συγκεκριμένος όρος. Και αυτό γιατί σε περιβάλλον ελεύθερης οικονομίας δεν μπορεί να επιβληθεί στις ασφαλιστικές εταιρίες να καλύπτουν ασφαλιστικά μια κατηγορία ασφαλισμένων αυξημένου ασφαλιστικού κινδύνου ( όπως είναι και οι νεαρής ηλικίας οδηγοί) με το ίδιο ασφάλιστρο με το οποίο ασφαλίζουν και τους έμπειρους οδηγούς. Ούτε είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι αρκεί να πληρωθεί το σχετικό επασφάλιστρο μετά την πρόκληση ατυχήματος για να καλυφθεί ασφαλιστικά το τελευταίο, αφού σε αυτή την περίπτωση κανένας δεν θα δήλωνε εκ των προτέρων ότι το ασφαλισμένο αυτοκίνητο θα οδηγείται από νέο οδηγό ώστε να αποφύγει την εκ των προτέρων καταβολή του σχετικού επασφαλίστρου, αλλά το επασφάλιστρο θα το κατέβαλε εκ των υστέρων εάν και εφόσον προκαλούνταν κάποιο ατύχημα. Άλλωστε αντιβαίνει και στο πνεύμα των κανόνων δικαίου κάποιος ασφαλισμένος να μην πληρώνει επασφάλιστρο εκ των προτέρων, αλλά συγχρόνως να είναι και καλυμμένος και για την περίπτωση που συμβεί ο κίνδυνος τον οποίο καλύπτει η εκ των προτέρων καταβολή των επασφαλίστρων. Αυτό θα ωφελούσε προφανώς τους κακόπιστους ασφαλισμένους που αναμένουν να επέλθει πρώτα ο συγκεκριμένος κίνδυνος και ακολούθως να πληρώσουν το σχετικό επασφάλιστρο. Από όλα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με βάση τον οποίο η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δικαιούται να της καταβληθεί το 50% του ποσού που κατέβαλε για την κάλυψη της συγκεκριμένης ασφαλιστικής περίπτωσης είναι απόλυτα ισχυρός και απρόσβλητος. Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα από τα παραπάνω οι όροι του συγκεκριμένου ασφαλιστηρίου, ισχύουν όπως έχουν (με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2496/1997) και για το λόγο ότι παρήλθε διάστημα δέκα (10) μηνών από την πληρωμή του αντίστοιχου ασφαλίστρου που έγινε στις 1-8-1998 οπότε και εκδόθηκε το συγκεκριμένο ασφαλιστήριο. Η πάροδος αυτής της δεκάμηνης προθεσμίας έχει σαν συνέπεια τον αποκλεισμό της εκ των υστέρων αμφισβήτησης με οποιονδήποτε τρόπο της ισχύος ή του κύρους των συγκεκριμένων συμβατικών όρων αλλά και της επίκλησης άγνοιας των όρων αυτών. Η θέσπιση αυτής της δεκάμηνης τελικής προθεσμίας έγινε με σκοπό την εξασφάλιση της ασφάλειας δικαίου ώστε από εάν χρονικό διάστημα και πέρα να θεωρούνται οι σχετικοί όροι της ασφαλιστικής σύμβασης απρόσβλητοι. Επομένως εφόσον η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία τήρησε όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες και ο δεύτερος εναγόμενος δεν προέβαλε οιαδήποτε εναντίωση, ή αμφισβήτηση, οι ανωτέρω σχετικοί ασφαλιστικοί όροι κατέστησαν απρόσβλητοι μετά την πάροδο ενός μηνός από την παραλαβή του σχετικού συμβολαίου, σε κάθε δε περίπτωση οι συγκεκριμένοι όροι έγιναν απρόσβλητοι και για το λόγο ότι παρήλθαν δέκα μήνες από την ημερομηνία είσπραξης των σχετικών ασφαλίστρων. Έτσι σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένοι οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας στην ενάγουσα το ποσό των 137.637,75 Ευρώ (93.800.000 δρχ. δηλαδή 275.275 Ευρώ Χ 50%) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (καθόσον δεν προέκυψε ότι οι αναγόμενοι οχλήθηκαν από την ενάγουσα στις 23-10-2001 για την καταβολή του ανωτέρω ποσού). Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς μεν τον πρώτο εναγόμενο ως μη νόμιμη, ως προς δε τον δεύτερο εναγόμενο ως αβάσιμη, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Γι'αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως και ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό, να δικαστεί η αγωγή και να γίνει αυτή δεκτή, σύμφωνα με τα παρακάτω". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Η αναιρεσιβαλλομένη έχει νόμιμη βάση. Κατέληξε σε πορίσματα που είναι σαφή. Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γι'αυτό και πρέπει ο δεύτερος πρόσθετος λόγος του αναιρετηρίου που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος σε κάθε περίπτωση. Τέλος οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά το μέρος εκείνο με το οποίο πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πραγματικά γεγονότα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες ( άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.)

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7-11-2005 αίτηση και τους από 20-1-2007 πρόσθετους λόγους της, για αναίρεση της 943/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή