Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1141 / 2023    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1141/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Δ. Λ., 2) Α. Λ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Κ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Καραμήτσα και κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1338/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/3/2018 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 72/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τη προσδιορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η από 20.3.2018 αίτηση αναίρεσης, ύστερα από την έκδοση της με αριθμό 72/2022 πράξης του Προέδρου του παρόντος πολιτικού τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατά την οποία (δικάσιμο) δεν παρέστησαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν οι αναιρεσείοντες οι οποίοι, όμως, είχαν εκπροσωπηθεί, η μεν πρώτη μετά, ο δε δεύτερος διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά την αρχική συζήτηση στη δικάσιμο της 4-3-2019, συνέχεια της οποίας αποτελεί η σημερινή συζήτηση (ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/2018). Η κρινόμενη αίτηση με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό 1338/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, είναι παραδεκτή καθόσον ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 30.8.2012 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι του περιουσιακού δικαιώματος εκμετάλλευσης καθώς και των υλικών φορέων, μεταξύ άλλων, και των ελληνικών κινηματογραφικών ταινιών με τίτλους "ΕΝΑΣ ΒΛΑΚΑΣ ΜΕ ΠΑΤΕΝΤΑ" και "Ο ΤΡΕΛΛΑΡΑΣ", δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων, με απώτερη αυτών, τη σύμβαση που περιλαμβάνεται στο από 21.8.1976 ιδιωτικό συμφωνητικό, καταρτισθέντος μεταξύ της εμπορικής ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.. Π. - Δ.. Λ. Κ. Ε. «Ο. και τον διακριτικό τίτλο «Π. «Φ. [αποτελουμένης από τον δικαιοπάροχό τους, θανόντα το έτος 2001 (σύζυγο της πρώτης και πατέρα του δευτέρου) Δ. Λ. και τον έτερο των εταίρων (μη διάδικο) Δ. Π.], και του κινηματογραφιστού Δ. Κ. (μη διαδίκου). Ότι κατέστησαν συγκύριοι, του παραπάνω δικαιώματος και των αντικειμένων στα οποία αφορούν, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά, παραγώγως κατά τις διατάξεις για την κτήση κινητού με σύμβαση (αρθ. 1034 ΑΚ) αλλά και πρωτοτύπως και δη, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, δοθέντος ότι από το 2005 και εντεύθεν, συνεχώς και αδιαταράκτως, νέμονται διανοία κυρίου τους υλικούς φορείς των άνω ταινιών, ασκούντες περιουσιακό δικαίωμα, με όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στην εκμετάλλευσή τους, και ιδιαιτέρως τη μίσθωσή τους για τηλεοπτική μετάδοση. Ότι στις 14.5.2012, το πρώτον, υπέπεσε στην αντίληψή τους, ότι ο εναγόμενος αντιποιούμενος το αποκλειστικό τους δικαίωμα επί των άνω ταινιών, παρανόμως παραχώρησε το δικαίωμα προβολής τους στον τηλεοπτικό σταθμό ΕΤ3 Θεσσαλονίκης, ισχυριζόμενος ότι είναι αποκλειστικός κύριος αυτών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, επικαλούμενοι την εντεύθεν διατάραξη του δικαιώματος συγκυριότητός τους, καθώς και προσβολή των περιουσιακών δικαιωμάτων τους με βάση τις διατάξεις για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι είναι συνδικαιούχοι, κατά το λόγο της ιδανικής μερίδας τους, των περιουσιακών δικαιωμάτων επί των άνω ταινιών, καθώς και συγκύριοι, κατά το ήμισυ έκαστος, των υλικών φορέων των ταινιών αυτών και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παύσει στο παρόν και στο μέλλον κάθε διατάραξη του δικαιώματος συγκυριότητάς τους, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής του κράτησης. Επί πλέον, οι ενάγοντες άσκησαν την από 31.8.2012 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση κατά του Δ. Π., ζητώντας τη παρέμβασή του στη παραπάνω ανοιγείσα από αυτούς δίκη. Η προσεπίκληση συνεκδικάσθηκε με την κύρια αγωγή, λόγω της σχέσης τους ως κυρίου και παρεπομένου (αρθ. 31 παρ. 1 ΚΠολΔ) και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 101/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, η μεν αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, προεχόντως ως αόριστη και σε κάθε περίπτωση ως μη νόμιμη, η δε προσεπίκληση του φερομένου ως δικονομικού εγγυητή (ο οποίος ερημοδικάσθηκε χωρίς να ασκήσει παρέμβαση) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την από 9.7.2014 έφεσή τους με λόγους που έπλητταν την εκκαλουμένη για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, οι οποίοι απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι, δυνάμει της με αριθμό 1338/2015 τελεσίδικης απόφασης (αναιρεσιβαλλομένης), χωρίς το Εφετείο να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Κατά τις διατάξεις του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων", οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σε αυτό πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή και εμφανίζει ιδιαίτερη ατομικότητα οφειλόμενη στην προσωπική συμβολή του δημιουργού, που το διαφοροποιεί από όσα προϋπάρχουν ως προς το περιεχόμενο και τη μορφή του. Εφόσον υπάρχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις ο νόμος προστατεύει το έργο ως άυλο αγαθό (όχι ως υλικό αντικείμενο καθεαυτό που ενσωματώνει το πνευματικό δημιούργημα) και μόνο σε σχέση με τη συγκεκριμένη μορφή που έδωσε σε αυτό ο δημιουργός του. Ο τελευταίος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του ν. 2121/1993 με την δημιουργία του έργου αποκτά πρωτογενώς και αυτοδικαίως (χωρίς τυπικές διατυπώσεις) το αποκλειστικό και απόλυτο δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού του δεσμού με αυτό (ηθικό δικαίωμα). Το περιουσιακό δικαίωμα δίνει στο δημιουργό, ιδίως, την εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την εγγραφή και την αναπαραγωγή του έργου με κάθε μέσο και να θέτει σε κυκλοφορία το πρωτότυπο ή αντίτυπα του έργου με μεταβίβαση της κυριότητας. Εγγραφή, είναι (η χρονικά προγενέστερη και διακεκριμένη από την αναπαραγωγική φάση πολλαπλασιασμού του έργου) πρώτη υλική ενσωμάτωση του έργου πάνω σε υλικό φορέα (π.χ. το αποκαλούμενο "negative" σειράς εικόνων και ήχου κινηματογραφικής ταινίας) ο οποίος αποτελεί τη βάση για την αναπαραγωγή του έργου σε αντίτυπα με προορισμό συνήθως, τη δημόσια χρήση. Το δικαίωμα θέσης του έργου σε κυκλοφορία αναφέρεται μόνο σε ενσώματα αντικείμενα (πρωτότυπο έργο μοναδικής ενσωμάτωσης ή αντίτυπα έργων) περιλαμβάνει τις πράξεις με τις οποίες το έργο γίνεται προσιτό στο κοινό (κυρίως διάδοση και διανομή) και υλοποιείται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του υλικού φορέα της πρώτης εγγραφής που ενσωματώνει το έργο, ή ιδίως της κυριότητας των αντιτύπων αυτού σε τρίτους, καθώς και με τα άλλα μέσα κυκλοφορίας που προβλέπονται στο άρθρο 3 του ν. 2121/1993, η δε μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω υλικού φορέα ενσωμάτωσης του έργου (πρωτοτύπου, αντιγράφου ή αντιτύπου) δεν επιφέρει μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας στον κτήτορα και δεν παρέχει σε αυτόν εξουσίες εκμετάλλευσης του έργου, παρεκτός και αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία με τον δημιουργό (αρθ. 17 ν. 2121/1993). Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας, ο δημιουργός μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματός του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον και όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι προσβολή των απόλυτων και αποκλειστικών δικαιωμάτων (περιουσιακού και ηθικού) της πνευματικής ιδιοκτησίας του δημιουργού πάνω στο έργο, αποτελεί κάθε πράξη που έχει ως αντικείμενο και περιεχόμενο όμοιο με το αντικείμενο και το περιεχόμενο της πνευματικής ιδιοκτησίας, εφόσον η πράξη δεν γίνεται από το δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του. Το περιουσιακό δικαίωμα δίνει στο δημιουργό, μεταξύ άλλων, την εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την εγγραφή και την αναπαραγωγή του έργου με κάθε μέσο και να θέτει σε κυκλοφορία το πρωτότυπο ή αντίτυπα του έργου με μεταβίβαση της κυριότητας. Κατά το περιουσιακό αυτό περιεχόμενό του, το δικαίωμα στην πνευματική δημιουργία μπορεί να αποτελεί αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης (άρθρο 3) και είναι ελεύθερα μεταβιβαστό είτε με συστατική μεταβίβαση όλων των επί μέρους εξουσιών του σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο γίνεται έτσι μόνος δικαιούχος με αντίστοιχη αποξένωση του δημιουργού από αυτές, είτε με συμβάσεις ή άδειες εκμετάλλευσης συγκεκριμένων εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να συμφωνηθούν ως αποκλειστικές ή μη (άρθρα 12 και 13). Η διαφορά μεταξύ άδειας και σύμβασης εκμετάλλευσης (και οι δύο αποτελούν υποσχετικές δικαιοπραξίες) συνίσταται στο ότι στη σύμβαση εκμετάλλευσης ο αντισυμβαλλόμενος με τον πνευματικό δημιουργό αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει τις εξουσίες που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα και για τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση, ενώ στην άδεια, η άσκηση αποτελεί ευχέρεια του αντισυμβαλλόμενου (άρθρο 13).
Συνεπώς, όποιος αποκτήσει το περιουσιακό δικαίωμα κατά τρόπο δευτερογενή γίνεται πλήρως δικαιούχος και μπορεί να ασκήσει όλες ή σε κάθε περίπτωση όσες από τις εξουσίες του έχουν μεταβιβασθεί. Για το ηθικό δικαίωμα (άρθρο 4) προβλέπεται το αμεταβίβαστο εν ζωή (άρθρο 12), ορίζεται ωστόσο ότι η συναίνεση του δημιουργού για πράξεις ή παραλείψεις, που αλλιώς θα αποτελούσαν προσβολή του ηθικού δικαιώματος, αποτελεί τρόπο άσκησης αυτού του δικαιώματος και δεσμεύει τον δημιουργό (άρθρο 16). Οι παραπάνω κανόνες ίσχυαν βασικά και υπό το καθεστώς του ν. 2357/1920. Ωστόσο, με το ν. 2121/1993 θεσπίζονται νέοι κανόνες, που ειδικότερα προβλέπουν ότι τόσο η μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος όσο και οι συμβάσεις εκμετάλλευσης ή άδειας εκμετάλλευσης του δικαιώματος αυτού μπορούν να είναι περιορισμένες από την άποψη των εξουσιών, του σκοπού, της διάρκειας, της τοπικής ισχύος και της έκτασης ή των μέσων εκμετάλλευσης, εισάγεται δε, ερμηνευτικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο, αν δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό στη σύμβαση εκμετάλλευσης της πνευματικής ιδιοκτησίας, η διάρκειά της θεωρείται ότι περιορίζεται σε πέντε χρόνια (άρθρο 15 παρ. 1). Εξ άλλου, με το άρθρο 68 του ως άνω νόμου (2121/1993), που φέρει τον τίτλο "μη αναδρομικότητα νόμου" θεσπίζεται διαχρονικό δίκαιο, στην παράγραφο 3 δε αυτού ορίζεται ότι "συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διέπονται από το προγενέστερο δίκαιο για ένα χρόνο από την έναρξη ισχύος του νόμου". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι βασική γραμμή της ρύθμισης του άρθρου 68 παρ. 3 του ν. 2121/1993 είναι να υπαχθούν στο νόμο αυτό και προγενέστερες δημιουργίες και εκτελέσεις, αλλά μόνο για τον εφεξής (μετά την έναρξη ισχύος του νόμου) χρόνο. Απορρίπτεται, δηλαδή, η λύση της γνήσιας αναδρομικότητας του νόμου, (όπως άλλωστε σαφώς δηλώνεται με τον τίτλο του ως άνω άρθρου), κατά την οποία τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της νέας ρύθμισης θα ίσχυαν και για τον παρελθόντα χρόνο (π.χ. θα οφείλονταν αμοιβές και για το χρόνο αυτό) και επιλέγεται η λύση της άμεσης εφαρμογής του νόμου (μη γνήσια αναδρομικότητα) κατά την οποία, περιλαμβάνονται στην προστασία του νέου νόμου (2121/1993) και παλαιά μεν έργα, αλλά μόνο για την εκμετάλλευση τους κατά τον εφεξής (μετά την έναρξη ισχύος του νόμου) χρόνο. Ειδικότερα, σχετικά με τις συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, για τον παρελθόντα χρόνο, οι δικαιούχοι θα περιορισθούν σε όσα δικαιώματα τους έδινε το προϊσχύσαν δίκαιο και οι υπόχρεοι δεν θα έχουν αναδρομική αύξηση των υποχρεώσεών τους. Μετά την παρέλευση όμως έτους από την ισχύ του ως άνω νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 3 αυτού, δηλαδή από 5-3-1994 [ο νόμος 2121/1993 δημοσιεύθηκε στις 4-3-1993 - ΦΕΚ 25/4-3-1993 τεύχος Α' - και άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του, κατ' άρθρο 77 αυτού, και επομένως η εφαρμογή του προγενέστερου δικαίου για τις παλαιές συμβάσεις λήγει στις 4-3-1994 - (άρθρο 243 παρ. 3 ΑΚ ], οι σχέσεις των δικαιούχων και των υποχρέων διέπονται πλέον από το νέο νόμο, χωρίς όμως να καταλαμβάνεται από αυτόν και ο τύπος των σχετικών δικαιοπραξιών, ως προς τον οποίο εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο δίκαιο. Οι συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 3 του ν. 2121/1993, εφόσον δεν γίνεται σ` αυτήν καμιά διάκριση, αφορούν όλες τις συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί για την εκμετάλλευση κάθε είδους, υπό την ευρύτερη έννοια του όρου, πνευματικού έργου και επομένως, τόσον τις "συμβάσεις μεταβίβασης" του (περιουσιακού) δικαιώματος, όσο και τις "συμβάσεις εκμετάλλευσης" του έργου ή "άδειας εκμετάλλευσής" του. Ο σκοπός της παραπάνω διάταξης συνίσταται στην προστασία του δημιουργού πνευματικής ιδιοκτησίας από παλαιότερες συμβατικές ρυθμίσεις που δεσμεύουν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας με ολική ή μερική απαλλοτρίωση του περιουσιακού δικαιώματος ή με συμβατικούς περιορισμούς του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού κατά τρόπο που δεν γίνεται αποδεκτός από το σύγχρονο νομοθέτη. Εξάλλου, στη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος δεν έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις που αφορούν την μεταβίβαση της κυριότητος ενσωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων, όπου πράγματι ο μεταβιβάζων αποξενώνεται οριστικά από το δικαίωμά του επί του πράγματος. Αντίθετα από τη φύση των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως δικαιωμάτων με αντικείμενα άυλα αγαθά και όχι πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 947 ΑΚ, συνεπάγεται ότι για τη μεταβίβασή τους εφαρμόζονται, κατ` αρχήν, ανάλογα (άρθρο 470 ΑΚ) οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εκχώρηση απαιτήσεων. Η τοιαύτη δε φύση των δικαιωμάτων από το πνευματικό έργο, όπως το αμεταβίβαστο του ηθικού δικαιώματος από τον πνευματικό δημιουργό (άρθρο 15 παρ. 2 ν. 2121/1993), κάτι που γινόταν δεκτό και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, καθώς και η διάρκεια προστασίας της πνευματικής δημιουργίας (50 χρόνια κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, 70 χρόνια κατά το νέο από το θάνατο του δημιουργού), η οποία δεν επιτρέπει την εκμετάλλευση του περιουσιακού δικαιώματος στο πνευματικό έργο κι αν ακόμη έχει καταρτισθεί σύμβαση για την πλήρη μεταβίβασή του, στοιχεία τα οποία είναι ξένα προς την μεταβίβαση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων, δεν αφήνει περιθώριο εξομοίωσης της τελευταίας αυτής μεταβίβασης, προς εκείνη του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικού έργου, και δεν μπορεί να θεωρείται αποπερατωμένη η μεταβιβαστική αυτή σύμβαση (σε αντίθεση με τις παραχωρήσεις εκμετάλλευσης), όπως συμβαίνει αντίστοιχα με τις συμβάσεις μεταβίβασης πράγματος, παρά τέτοια αποπεράτωση υφίσταται μόνο, αν παρέλθει η παραπάνω (κατά το προϊσχύσαν και το νέο δίκαιο) διάρκεια προστασίας του πνευματικού έργου, οπότε, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, αν αυτό είχε συμβεί πριν την ισχύ του, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του, υπό την έννοια, ότι δεν αναβιώνουν δικαιώματα που απορρέουν από πνευματικά έργα, αν έχει παρέλθει η υπό το προηγούμενο δίκαιο διάρκεια της προστασίας τους (50 χρόνια), ενόψει του ότι με το νέο νόμο η διάρκεια της προστασίας αυτής καθιερώνεται σε 70 χρόνια (άρθρο 29 παρ. 1). Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993, κατά την οποία "αν δεν καθορίζεται η διάρκεια της μεταβίβασης ή των συμβάσεων ή της άδειας εκμετάλλευσης και αν κάτι διάφορο δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη, η διάρκεια αυτή θεωρείται ότι περιορίζεται σε πέντε χρόνια", εφαρμόζεται κατά το άρθρο 68 παρ. 3 του ως άνω νόμου και στις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν την ισχύ του, εφόσον βεβαίως σ` αυτές δεν υπάρχει συμφωνημένη διάρκεια. Η πενταετία που αναφέρεται στην παραπάνω διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έτρεξε στο παρελθόν (άρα έληξε πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου), γιατί αυτό θα προσέδιδε στην εν λόγω διάταξη (άρθρο 15 παρ. 2) γνήσια αναδρομική ενέργεια, δηλαδή θα προκαλούσε έννομες συνέπειες για τον παρελθόντα χρόνο, κάτι όμως που δεν μπορεί να συμβεί, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο ν. 2121/1993, είναι μεν κατά το άρθρο 68 άμεσης εφαρμογής, αλλά όχι γνήσια αναδρομικός. Η νομοθετική αυτή λύση είναι εύλογη αφού οι συμβαλλόμενοι δεν μπορούσαν πριν από το νέο νόμο να γνωρίζουν τον εν λόγω περιορισμό της διάρκειας της μεταβίβασης, ώστε να ενεργήσουν ανάλογα στις συμβάσεις τους. Έτσι η πενταετία του άρθρου 15 παρ. 2 του ως άνω νόμου θα πρέπει, αφού δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, να τρέξει όλη υπό το κράτος του νόμου αυτού. Η πενταετία δε αυτή αρχίζει κατά το άρθρο 68 παρ. 3 ν. 2121/1993, ένα χρόνο μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή, κατά τα προαναφερόμενα από 5-3-1994 και συμπληρώνεται στις 5-3-1999. Επομένως, εφόσον δεν αποδειχθεί ότι είχε καθορισθεί διαφορετική διάρκεια της μεταβίβασης, για όσες συμβάσεις είχαν καταρτισθεί πριν από την ισχύ του νόμου 2121/1993, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του νόμου αυτού, η διάρκεια των συμβάσεων αυτών λήγει, ως προς όλες τις εξουσίες που μεταβιβάσθηκαν, στις 5-3-1999 και έκτοτε δικαιούχοι εκμετάλλευσης του πνευματικού έργου είναι οι δημιουργοί αυτού. Με την απόδειξη αντίθετης συμφωνίας ως προς τη διάρκεια της μεταβίβασης βαρύνεται ο συμβαλλόμενος που τυχόν θα επικαλεσθεί την αντίθετη συμφωνία, δηλαδή οι παραγωγοί αν επικαλούνται μεγαλύτερη διάρκεια (ΑΠ 395/2022, ΑΠ 498/2019, ΑΠ 1065/2014). Εξ άλλου, η εν ζωή μεταβίβαση του υλικού φορέα μοναδικής ενσωμάτωσης του έργου, του υλικού φορέα του πρωτοτύπου και των αντιτύπων του διέπεται ευθέως από τις οικείες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ανάλογα με τη φύση του έργου ως κινητού ή ακινήτου (αρθ. 1033 επ. ΑΚ). Η εν ζωή όμως μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος επί του έργου και των επί μέρους εξουσιών από αυτό διέπεται ευθέως από τις διατάξεις των άρθρων 12-13 και 32-39 του νόμου 2121/1993 και αναλογικά και συμπληρωματικά από τις διατάξεις της εκχώρησης (αρ. 455 επ., 470 του ΑΚ). Η ρύθμιση των εν λόγω διατάξεων προσιδιάζει στη φύση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ως απολύτου και αποκλειστικού δικαιώματος επί αΰλου αγαθού, του οποίου η γέννηση και άσκηση δεν συνδέεται με κανέναν τύπο δημοσιότητας και ευνοεί το συμφέρον του πνευματικού δημιουργού, στο οποίο πρωτίστως αποσκοπούν οι διατάξεις του ν. 2121/1993, χωρίς να προκαλείται από την αναλογική εφαρμογή τους διατάραξη της ασφάλειας των συναλλαγών στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας, η προστασία της οποίας υπηρετείται θεσμικά, ιδίως με το τεκμήριο δημιουργού/δικαιούχου (άρθρο 10 ν. 2121/1993) και με την αρχή της εξάντλησης ή ανάλωσης του δικαιώματος του δημιουργού/δικαιούχου, να θέσει σε κυκλοφορία αντίτυπο του έργου (αρθ. 41 ν. 2121/1993). Αντίθετα, δεν είναι αναλογικά εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1034 επ. του ΑΚ, καθόσον στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υπάρχει η αρχή της καλόπιστης κτήσης και το φαινόμενο δικαίου από το εξωτερικό στοιχείο της κατοχής, όπως συμβαίνει στον χώρο του εμπραγμάτου δικαίου, ούτε προέχει ως σκοπός η προστασία των συναλλαγών, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η αναλογική εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, η οποία δεν θα παρείχε επαρκή προστασία στον πνευματικό δημιουργό, ιδίως υπό τα σύγχρονα δεδομένα της δυναμικής και πολύπλοκης τεχνολογικής εξέλιξης των συναλλαγών στο χώρο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η δε διατύπωση του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 2121/1993 (για εξουσία θέσης σε κυκλοφορία του πρωτοτύπου ή αντιτύπων του έργου με μεταβίβαση της κυριότητάς τους σε τρίτους), αναφερόμενη αποκλειστικά σε μεταβίβαση ενσωμάτων αντικειμένων, ως τρόπου υλοποίησης της εξουσίας για θέση σε κυκλοφορία του έργου και όχι ως τρόπου μεταβίβασης καθεαυτού του δικαιώματος σε τρίτο, υποδηλώνει μάλλον αρνητική θέση του νομοθέτη για τη θεωρητική και νομολογιακή άποψη που δέχεται την αναλογική εφαρμογή των άρθρων 1034 επ. του ΑΚ σε περιπτώσεις μεταβίβασης του περιουσιακού δικαιώματος. Συνακολούθως, δεν είναι νομικά δυνατή η απόκτηση του περιουσιακού δικαιώματος ή επί μέρους εξουσιών αυτού από καλόπιστο τρίτο ή με χρησικτησία (ΑΠ 1065/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών και συγκεκριμένα, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο προσέδωσε σ'αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, είτε εφαρμόστηκε εσφαλμένα, ελέγχονται δηλαδή, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ή των ισχυρισμών ενστάσεων των διαδίκων. Ελέγχονται επίσης, τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον προέβη στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 282/2022, ΑΠ 192/2019) αποκλειστικώς και μόνον βάσει των παραδοχών της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005). Mε τον πρώτο λόγο αναίρεσής τους, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, σύμφωνα με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 68 και 15 του ν. 2121/1993 δέχθηκε ότι εφαρμόζονται αυτές στη προκειμένη περίπτωση, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου των αγωγικών αξιώσεων τους, απορρίπτοντας τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις τους, όπως είχαν διατυπωθεί στην έφεσή τους, και παρά την προσκομιδή της από 9.10.1967 σύμβασης από την οποία προέκυπτε η συμφωνημένη διάρκεια της σύμβασης εφ' όρου ζωής, κατά δε, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, ότι το Εφετείο εσφαλμένως παρέλειψε να εφαρμόσει τις αναλογικώς εφαρμοστέες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, συναφώς προς την κτήση του δικαιώματος κυριότητος επί των περιουσιακών δικαιωμάτων επί των εν λόγω κινηματογραφικών ταινιών, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του. Ειδικότερα, και ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, διότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 68 και 15 του ν. 2121/1993 και αποφάνθηκε, ότι εφαρμόζονται στη προκειμένη περίπτωση, καθόσον οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι απέκτησαν παραγώγως περιουσιακό δικαίωμα (δικαίωμα εκμετάλλευσης) επί των εν λόγω ελληνικών κινηματογραφικών ταινιών, χωρίς όμως επίκληση της διάρκειας μεταβίβασής του, με συνέπεια η κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, καταρτισθείσα στις 21.8.1976 σύμβαση που παρείχε στον δικαιοπάροχο των εναγόντων το δικαίωμα τηλεοπτικής εκμετάλλευσης αυτών (ταινιών), εφόσον δεν καθορίστηκε (κατά τα εκτιθέμενα) διάρκεια της μεταβίβασης ή της άδειας εκμετάλλευσης, να έχει λήξει στις 5.3.1999, δηλαδή μετά πενταετία από τη πάροδο έτους από την έναρξη ισχύος του ν. 2121/1993 (4.3.1993), και ως προς όλες τις εξουσίες που μεταβιβάστηκαν με την άνω σύμβαση, ενόψει της κατάρτισης της εν λόγω σύμβασης προ της ισχύος του άνω νόμου, και από την επομένη (6.3.1999) δικαιούχοι εκμετάλλευσής τους να είναι οι δημιουργοί τους, ήτοι οι σκηνοθέτες αυτών κατά τα οριζόμενα στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, όπως ορθώς έκρινε η προσβαλλομένη. Σημειώνεται, ότι η κρίση της προσβαλλομένης προέκυψε από την απουσία επίκλησης στο αγωγικό δικόγραφο, του στοιχείου της καθορισθείσας διάρκειας της μεταβίβασης των περιουσιακών δικαιωμάτων επί των εν λόγω ταινιών, ώστε αναγκαίως το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ώστε να ερευνήσει το περιεχόμενο της προσκομισθείσας, αρχικής, από 9.10.1967 σύμβασης στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, διαλαμβάνεται συμφωνία για τη διάρκεια της μεταβίβασης. Περαιτέρω, και ως προς τις αιτιάσεις για την εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων του αστικού κώδικα στην ιστορούμενη μεταβίβαση των περιουσιακών δικαιωμάτων επί των υπόψη κινηματογραφικών ταινιών, ορθώς η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε αυτές μη εφαρμοστέες, ενόψει της φύσεως του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ως απολύτου και αποκλειστικού δικαιώματος επί αΰλου αγαθού, ελλείποντος του εξωτερικού στοιχείου της κατοχής που θα οδηγούσε στην εφαρμογή των διατάξεων του εμπραγμάτου δικαίου του αστικού κώδικα.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005), αλλά και ιδίως, όταν το δικαστήριο εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και κατήρτισε ελάσσονα πρόταση στον δικανικό του συλλογισμό και όχι όταν απέρριψε την αγωγή, ένσταση κλπ. ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1409/2018, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 481/1991). Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως, όπως δικαστικές αποφάσεις (νομολογία), γνωμοδοτήσεις και ειδικώς την από 9.10.1967 σύμβαση στην οποία αναφέρεται ρητώς η διάρκεια της συμφωνημένης εκμεταλλεύσεως των εν λόγω ταινιών στο διηνεκές, από τα οποία προέκυπτε η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών τους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων εναγόντων ως μη νομίμους και έτσι δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελούν έγγραφα αποδεικτικά μέσα η νομολογία και οι γνωμοδοτήσεις νομομαθών, που αποτελούν εξωδικονομική προέκταση των νομικών επιχειρημάτων των διαδίκων και δεν έχουν σχέση με την πραγματογνωμοσύνη ή τη γνωμοδότηση του άρθρου 390 του ΚΠολΔ, αφού σε αντίθεση με αυτές αποσκοπούν στο να βοηθήσουν το δικαστή για την κατάστρωση της μείζονος πρότασης του συλλογισμού του και όχι των πραγματικών περιστατικών της ελάσσονος πρότασης (ΑΠ 2197/2007), εκτός εάν οι τελευταίες αφορούν την ορθή έννοια και το περιεχόμενο αλλοδαπού δικαίου (ΑΠ 581/2010). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αναίρεση που δεν περιλαμβάνει άλλο λόγο προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 εδ.Β ΚΠολΔ) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις εις βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων (αρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.3.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1338/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή