Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 226 / 2022    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 226/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία έχει καταστατική έδρα στη Λεωφόρο ..., πραγματική έδρα στον Δήμο…, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 349/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2017 μη οριστική και 44/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 9671Δ'/21-7-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Κερκύρας Τ. Α., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11-10-2021), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 4-3-2019 και με αριθμό κατάθεσης 9/3-4-2019 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά συνέπεια, αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14). Περαιτέρω, στο άρθρο 35 α' §§ 1 και 2 Ν. 2190/1920, που φέρει τον τίτλο "Ακυρωσία αποφάσεων της γενικής συνέλευσης", ορίζεται ότι "1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 35β και 35γ, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. 2. Ακυρώσιμη είναι και η απόφαση που λήφθηκε: α) χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες, που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 από μετόχους, οι οποίοι ζητούν την ακύρωση σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, ή β) κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα", ενώ στις λοιπές παραγράφους αναφέρονται οι προϋποθέσεις, με τις οποίες μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση απόφασης της Γενικής Συνέλευσης. Εξάλλου, στο άρθρο 35 β' § 1 του ίδιου νόμου με τον τίτλο "Ακυρότητα αποφάσεων της γενικής συνέλευσης" ορίζεται ότι "1. Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη", στις δε λοιπές διατάξεις του άρθρου αυτού αναφέρονται οι προϋποθέσεις προβολής της ακυρότητας, ειδικότερα δε, στην παρ. 4 ορίζεται ότι η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώριση της στο Μητρώο. Τέλος, κατά το άρθρο 35 γ' του ως άνω Νόμου, που φέρει τον τίτλο "Ανυπόστατες αποφάσεις" 1. Οι διατάξεις των άρθρων 35α και 35β δεν εφαρμόζονται στις ανυπόστατες αποφάσεις. 2. Μια απόφαση είναι ανυπόστατη όταν λαμβάνεται με τις ψήφους προσώπων τα οποία: α) δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, ή β) είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα. Από την τελευταία των άνω διατάξεων, οι οποίες παρατίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 42 - 44 του Ν. 3604/2007, με τον οποίο αναμορφώθηκε το καθεστώς της ακυρότητας και της ακυρωσίας των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας, ενώ παράλληλα και για πρώτη φορά έγινε ρύθμιση για τις ανυπόστατες αποφάσεις, προκύπτει ότι η ανυπόστατη απόφαση δεν φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης. Είναι, δηλαδή, νομικά ανύπαρκτη και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεραπευθεί και δεν απαιτείται για το σκοπό αυτό η έκδοση διαπλαστικής δικαστικής απόφασης, όπως συμβαίνει με τις άκυρες και τις ακυρώσιμες αποφάσεις, οι οποίες είναι υποστατές. Η ανυπαρξία της απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων μπορεί να προβληθεί από εκείνον, που έχει έννομο συμφέρον, με αναγνωριστική αγωγή ή ανταγωγή ή ένσταση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 Ν. 2190/1920, η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της ανώνυμης εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, οι δε αποφάσεις της δεσμεύουν και υποχρεώνουν και τους απόντες ή διαφωνούντες εταίρους, ενώ, κατά το άρθρο 32 § 1 εδ. α' και γ' του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 Ν. 3884/2010, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην Ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2007/36/ΕΚ, οι συζητήσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται κατά τη γενική συνέλευση καταχωρούνται σε περίληψη σε ειδικό βιβλίο, στο οποίο καταχωρίζεται και κατάλογος των μετόχων που παραστάθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη γενική συνέλευση ο οποίος συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 27. Εξάλλου, στην παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 40 Ν.3604/2007, ορίζεται ότι: "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, στις εταιρείες που δεν έχουν μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο, η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους ισοδυναμεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης, ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση". Με την τελευταία αυτή διάταξη, καθιερώθηκε για πρώτη φορά σε εταιρείες, οι οποίες δεν έχουν μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο, η με περιφορά πρακτικού λήψη αποφάσεων σε γενική συνέλευση, δηλαδή η κατάρτιση και η υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους, που ισοδυναμεί με απόφαση γενικής συνέλευσης, έστω και αν δεν έχει προηγηθεί σύγκλησή της. Με την υπογραφή του πρακτικού, ο μέτοχος που υπογράφει συναινεί στην ακολουθούμενη διαδικασία και συμφωνεί προς το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή ως απόφαση της γενικής συνέλευσης θεωρείται το περιεχόμενο του υπογραφέντος από όλους τους μετόχους πρακτικού. Σημειώνεται ότι η μέθοδος αυτή ήταν συνηθισμένη στην πράξη, κυρίως σε μικρές ή οικογενειακές ανώνυμες εταιρείες. Από τη γραμματική διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης, προκύπτει ότι αν το πρακτικό της γενικής συνέλευσης δεν υπογράφεται από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους, τότε δεν "ισοδυναμεί" με απόφαση της γενικής συνέλευσης και ως εκ τούτου η απόφαση είναι ανυπόστατη, καθόσον μόνο η υπογραφή του πρακτικού από όλους ανεξαιρέτως τους μετόχους ισοδυναμεί με τέτοια απόφαση. Με τα δεδομένα αυτά, είναι προφανές ότι η διάταξη του άρθρου 32 § 3 Ν. 2190/1920 ρυθμίζει με έμμεσο τρόπο περίπτωση ανυπόστατης απόφασης γενικής συνέλευσης, πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 35γ' § 2 του Ν. 2190/1920. Το ανυπόστατο δεν αποτελεί ελάττωμα της απόφασης με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 35α και 35β του Ν. 2190/1920, αφού μια τέτοια απόφαση δεν παράγει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έννομες συνέπειες ούτε μπορεί να θεραπευθεί. Επομένως, δεν είναι δυνατή η θεραπεία του ανυποστάτου, με την εκ των υστέρων υπογραφή του πρακτικού. Απώτατο χρονικό σημείο μέχρι το οποίο είναι δυνατό να υπογραφεί το πρακτικό αυτό, είναι η δημοσίευσή του στο Γ.Ε.ΜΗ. (ΑΠ 547/2019, ΑΠ 1259/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας την από 30.9.2013 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία εξέθετε ότι την 20.10.2011, με απόφαση που λήφθηκε κατόπιν σχετικής φερόμενης ως αυτοκλήτως συγκληθείσας έκτακτης γενικής συνέλευσης της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, όπως αυτή καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών, εκλέχθηκε νέο τριμελές διοικητικό συμβούλιο αυτής, με πενταετή θητεία, αποτελούμενο από τον ίδιο, μη μέτοχο, ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, τον Γ. Α., μη μέτοχο ως μέλος και την Μ. Σ., μη μέτοχο ως μέλος. Ότι η φερόμενη ως ληφθείσα την 20.10.2011 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης είναι ανυπόστατη, διότι α) μηδέποτε συνεδρίασε την 20.10.2011 η γενική συνέλευση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, β) μηδέποτε συμμετείχαν και συγκεντρώθηκαν στην ανωτέρω φερόμενη ως αυτόκλητη και καθολική γενική συνέλευση τα αναφερόμενα στο υποβληθέν στην αρμόδια Διεύθυνση Ανωνύμων Εταιριών πρακτικό πρόσωπα, ήτοι μηδέποτε οι αναφερόμενοι μέτοχοι προσήλθαν την 20.10.2011 στα γραφεία της εταιρίας στην …, γ) μηδέποτε τα ανωτέρω πρόσωπα εξωτερίκευσαν την βούλησή τους δια της ανωτέρω φερόμενης ως συγκληθείσης από 20.10.2011 αποφάσεως δια ψηφοφορίας στη λήψη αποφάσεως διορισμού του ως μέλους του Δ.Σ. της εταιρίας, επικουρικά δε, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι πράγματι συνήλθε και συνεδρίασε την ανωτέρω ημερομηνία, η εταιρία "...", φερόμενη μέτοχος της εναγομένης εταιρίας και φερόμενη ως ψηφίσασα την εκλογή του ως μέλους του Δ.Σ. της, δεν ήταν ούτε και είναι μέτοχος της εναγομένης εταιρίας. Ότι, επικουρικά, και δη για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η από 20.10.2011 απόφαση της Γ.Σ. της εναγομένης εταιρίας δεν ήταν ανυπόστατη και έλαβε χώρα, η ανωτέρω απόφαση είναι άκυρη, διότι α) παραλείφθηκε η δημοσίευση της πρόσκλησης της γενικής συνέλευσης και δεν εχώρησε κατά νόμο προηγούμενη ανακοίνωσή της και β) δεν συμμετείχε σε κάθε περίπτωση, αν και φέρεται ως μετέχων σ' αυτήν, ο Χ. Α., μέτοχος της εναγομένης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ως ανυπόστατη, άλλως ως άκυρη η από 20.10.2011 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 349/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή ως προς την κύρια και πρώτη επικουρική βάση, με τις οποίες πλήττονταν ως ανυπόστατη η ως άνω απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, απορριπτέα δε ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση, με την οποία πλήττονταν ως άκυρη η ίδια ως άνω απόφαση, διότι δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 35 α παρ. του κ.ν. 2190/1920. Στη συνέχεια ερευνήθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη και τελικά έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη κατά την κύρια βάση της και αναγνωρίσθηκε ότι είναι ανυπόστατη η απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης της 20.10.2011, με την παραδοχή ότι δεν πραγματοποιήθηκε πραγματική συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης στον τόπο και χρόνο που αναφέρονται στο συνταχθέν από 20.10.2011 πρακτικό, το οποίο φέρει την υπογραφή του προέδρου και του γραμματέα της γενικής συνέλευσης, ενώ δεν φέρει τις υπογραφές των λοιπών μετόχων της εταιρίας, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920, με συνέπεια να μην ισχύει ως πρακτικό της διάταξης αυτής και η περιεχόμενη σ' αυτό απόφαση να είναι ανυπόστατη και ανεπίδεκτη θεραπείας. Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε η εναγομένη την από 20.7.2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 54/2017 μη οριστική απόφαση, με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά η έφεση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθεί το αναφερόμενο αποδεικτικό έγγραφο και δη το από 20.10.2011 πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης και στη συνέχεια η ήδη πληττόμενη με αριθ. 44/2018 οριστική απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι η άνω αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της, με τις εξής σκέψεις: "Στην προκειμένη περίπτωση... οι λόγοι που αναφέρονται στην αγωγή, ότι δηλαδή μηδέποτε συνεδρίασε την 20/10/2011 η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης εταιρίας, ότι μηδέποτε συμμετείχαν και συγκεντρώθηκαν στην ως άνω καθολική Γενική Συνέλευση οι μέτοχοι Γ. Λ., Α. Λ., ... και Χ. Α., δεν είναι λόγοι που άγουν... στην κήρυξη ως ανυπόστατης μιας απόφασης γενικής συνέλευσης, εφόσον οι λόγοι του ανυποστάτου μιας απόφασης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 35 γ του ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 3604/2007, αλλά αποτελούν λόγους που άγουν σε ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 35β του ίδιου ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο, και πρέπει να ασκηθεί εντός έτους από τότε που δημοσιεύθηκε το από 20.10.2011 πρακτικό της ως άνω γενικής συνέλευσης των μετόχων στο ΦΕΚ, ήτοι εντός έτους από της 07/11/2011 (ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ .../16/11/2011), πράγμα το οποίο λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο... Η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι οι ως άνω λόγοι άγουν σε ανυπόστατο της απόφασης της ως άνω Γενικής Συνέλευσης και αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, στη συνέχεια την εξέτασε κατ' ουσίαν... Όμως η εκκαλουμένη μη ορθά τον νόμο εφάρμοσε καθόσον η αγωγή... ως προς τους ως άνω λόγους της, οι οποίοι αν εξετασθούν στην ουσία τους και γίνουν δεκτοί άγουν σε ακυρότητα, έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη επειδή ασκήθηκε μετά την παρέλευση έτους από την δημοσίευση του πρακτικού της ως άνω απόφασης της Γ.Σ στο ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ (δημοσίευση πρακτικού στις 16/11/2011 και κατάθεση ένδικης αγωγής στις 10/10/2013). Εξετάζοντας λοιπόν αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο την έλλειψη αυτή, που αφορά την νομιμότητα της αγωγής και χωρίς να υπάρχει ειδικό παράπονο, πρέπει να απορρίψει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, ως προς τους άνω λόγους, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την κρινόμενη αγωγή...". Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το μέρος της που δέχθηκε την αγωγή, κράτησε την υπόθεση ως προς το μέρος αυτό και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της περί ανυποστάτου της ως άνω απόφασης, στη συνέχεια δε ερεύνησε την επικουρικότερη βάση της αγωγής περί ανυποστάτου της ίδια ως άνω απόφασης, η οποία δεν εξετάστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι δηλαδή η ανώνυμη εταιρία "...", που φέρεται ως μέτοχος της εναγόμενης εταιρίας και συμμετείχε με την ψήφο της στη γενική συνέλευση, δεν ήταν μέτοχος, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την εν λόγω επικουρική βάση, ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 35γ του ν. 2190/1920, και τελικά απέρριψε την αγωγή και κατά την επικουρική αυτή βάση ως ουσία αβάσιμη, δεχόμενο ότι η ανώνυμη εταιρία "..." ήταν μέτοχος της εναγόμενης εταιρίας και άρα νομίμως συμμετείχε στη γενική συνέλευση. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή του κατά την κύρια βάση της, παραβίασε ευθέως αφενός μεν τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφετέρου δε τη διάταξη του άρθρου 35γ του Ν. 2190/1920, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων με την κύρια βάση της αγωγής του ισχυρίσθηκε ότι η φερόμενη ως ληφθείσα την 20.10.2011 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, με την οποία εκλέχθηκε νέο τριμελές διοικητικό συμβούλιο αυτής, είναι ανυπόστατη, διότι α) μηδέποτε συνεδρίασε την 20.10.2011 η γενική συνέλευση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, β) μηδέποτε συμμετείχαν και συγκεντρώθηκαν στην ανωτέρω φερόμενη ως αυτόκλητη και καθολική γενική συνέλευση τα αναφερόμενα στο υποβληθέν στην αρμόδια Διεύθυνση Ανωνύμων Εταιριών πρακτικό πρόσωπα, ήτοι μηδέποτε οι αναφερόμενοι μέτοχοι προσήλθαν την 20.10.2011 στα γραφεία της εταιρίας στην…, γ) μηδέποτε τα ανωτέρω πρόσωπα εξωτερίκευσαν την βούλησή τους δια της ανωτέρω φερόμενης ως συγκληθείσης από 20.10.2011 αποφάσεως δια ψηφοφορίας στη λήψη αποφάσεως διορισμού του ως μέλους του Δ.Σ. της εταιρίας. Σαφώς δηλαδή επικαλέσθηκε ως λόγους του ανυπόστατου της άνω απόφασης, ότι δεν συνεδρίασε ποτέ την 20/10/2011 η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης εταιρίας και ότι δεν συμμετείχαν και δεν συγκεντρώθηκαν στην ως άνω καθολική Γενική Συνέλευση οι μέτοχοί της, οι οποίοι και δεν εξωτερίκευσαν την βούλησή τους δια ψηφοφορίας στη λήψη αποφάσεως διορισμού του ως μέλους του Δ.Σ. της εταιρίας. Οι λόγοι όμως αυτοί δεν είναι λόγοι που συνεπάγονται το ανυπόστατο της προσβαλλόμενης απόφασης της γενικής συνέλευσης της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, καθόσον, κατά το άρθρο 35 γ' του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 42 - 44 του Ν. 3604/2007 και ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, μία απόφαση είναι ανυπόστατη όταν λαμβάνεται με τις ψήφους προσώπων τα οποία δεν είχαν μετοχική ιδιότητα ή είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα. Και ναι μεν με την διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 32 του Ν. 2190/1920, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 40 Ν.3604/2007, καθιερώθηκε για πρώτη φορά σε εταιρείες, οι οποίες δεν έχουν μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο, η με περιφορά πρακτικού λήψη αποφάσεων σε γενική συνέλευση, δηλαδή η κατάρτιση και η υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους, που ισοδυναμεί με απόφαση γενικής συνέλευσης, έστω και αν δεν έχει προηγηθεί σύγκλησή της και συνεπώς αν το πρακτικό της γενικής συνέλευσης δεν υπογράφεται από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους, τότε δεν "ισοδυναμεί" με απόφαση της γενικής συνέλευσης και ως εκ τούτου η απόφαση είναι ανυπόστατη, πλην όμως ο ενάγων δεν επικαλούνταν με την αγωγή του τέτοια περίπτωση ανυποστάτου της επίμαχης απόφασης. Ειδικότερα, ο ενάγων σε κανένα σημείο της αγωγής του δεν ανέφερε ότι η επίμαχη απόφαση ελήφθη με περιφορά πρακτικού κατά την έννοια του άρθρου 32 παρ. 3, το οποίο όμως δεν υπογράφηκε από όλους τους μετόχους, ούτως ώστε να τίθεται ζήτημα ανυποστάτου της απόφασης με βάση την άνω διάταξη. Αντίθετα ρητά και επανειλημμένα ισχυρίζεται ότι η φερόμενη ως πραγματοποιηθείσα την 20.10.2011 συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης, δυνάμει της οποίας εξελέγη και διορίσθηκε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, μηδέποτε πραγματοποιήθηκε, άλλως μηδέποτε έλαβαν μέρος σ' αυτήν οι μέτοχοι και μηδέποτε προσκλήθηκαν να λάβουν μέρος και σε κάθε περίπτωση παραβιάσθηκαν ουσιωδώς διατάξεις του καταστατικού και του νόμου, οι οποίες καθιστούν την άνω απόφαση ανυπόστατη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 35γ του Ν. 2190/1920, άλλως άκυρη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 35β του Ν. 2190/1920. Είναι σαφές, λοιπόν, ότι ο ενάγων στήριξε την αγωγή του μόνο στις άνω διατάξεις, επικαλούμενος ότι δεν έλαβε χώρα την 20.10.2011 γενική συνέλευση, μη αναφέροντας καθόλου περιστατικά, βάσει των οποίων θα μπορούσε να στηριχθεί η αγωγή του στη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 του Ν. 2190/1920. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι οι επικαλούμενοι από τον ενάγοντα λόγοι, ότι δηλαδή μηδέποτε συνεδρίασε η γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης και μηδέποτε συμμετείχαν και συγκεντρώθηκαν στην ως άνω καθολική συνέλευση οι μέτοχοι της εναγομένης, δεν είναι λόγοι που άγουν στην κήρυξη ως ανυπόστατης μιας απόφασης γενικής συνέλευσης, αλλά αποτελούν λόγους που άγουν σε ακυρότητα της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 35β του ν. 2190/1920, οι οποίοι όμως δεν προβλήθηκαν εντός έτους από τη δημοσίευση του σχετικού πρακτικού και κατόπιν αυτού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 35γ του Ν. 2190/1920, ούτε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, ενόψει και του ότι η εκτίμηση από αυτό του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, και συνεπώς ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 9/2011, Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ως ανυπόστατη η από 20.10.2011 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς την κύρια βάση της αγωγής δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αφού κατά τη βάση αυτή η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Λόγω δε του ότι η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα, δεν πρέπει να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2019 αίτηση του Α. Γ. για αναίρεση της με αριθ. 44/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή