Αριθμός 565/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Aρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κίσσα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο-Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2006 του ίδιου δικαστηρίου και 4498/2008 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 24-11-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης και την αναίρεση της 4498/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών για τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στην ανταγωγή.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 27 παρ. 1-6 και 8 ν. 3185/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο "..." και άρχισε να ισχύει από τις 26-9-2003, ορίστηκαν τα εξής: "1. Με απόφαση της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους, οι εταιρείες του Ομίλου ... μετασχηματίζονται με απόσχιση των κλάδων ή τμημάτων ή λειτουργιών του πτητικού έργου με συγχώνευση ή απορρόφησή τους από υφιστάμενη εταιρεία του Ομίλου. Με ίδιες αποφάσεις της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους δύνανται να αποσχίζονται, απορροφώνται ή συγχωνεύονται οι κλάδοι, τμήματα ή λειτουργίες επίγειας εξυπηρέτησης και τεχνικής βάσης από υφιστάμενες ή νεοϊδρυόμενες για το σκοπό αυτόν εταιρείες. Ο μετασχηματισμός που προβλέπεται στο παρόν γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993 και 66-89 του κ.ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων του παρόντος. Το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που προέρχονται από το μετασχηματισμό αυτόν περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του παρόντος, στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου οι εταιρείες αυτές να ιδιωτικοποιηθούν. 2. Ως κλάδος, τμήμα ή λειτουργία για την εφαρμογή του παρόντος νοείται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού, ως και οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην έκθεση που τον συνοδεύει. Στη συνοδευτική έκθεση περιλαμβάνεται και κάθε άλλο στοιχείο, που μεταφέρεται κατά την παρούσα διαδικασία, και δεν αναγράφεται στον ισολογισμό, ως και τα εμπορικά δικαιώματα που συνδέονται με την άσκηση του πτητικού έργου. Ο ισολογισμός μετασχηματισμού και η συνοδευτική έκθεση συντάσσονται από ορκωτό ελεγκτή, που ορίζεται με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών από τις οποίες αποσχίζονται οι κλάδοι, εγκρίνονται από τις Γενικές Συνελεύσεις των μετασχηματιζόμενων εταιρειών και δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 7β του κ.ν. 2190/1920. 3. Η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και των στοιχείων και δικαιωμάτων, που αναφέρονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς απαλλασσόμενη κάθε φόρου, τέλους, δικαιώματος του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμού, με μόνη την καταχώριση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της απορροφούσας εταιρείας περί εγκρίσεως των ισολογισμών μετασχηματισμού, ως τίτλου, στις κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται για το σκοπό αυτόν οποιαδήποτε άλλη έγκριση, βεβαίωση, πιστοποιητικό, φορολογική δήλωση ή πράξη. Η νηολόγηση των αεροσκαφών, η μεταφορά του προσωπικού και των λοιπών στοιχείων και δικαιωμάτων στην απορροφούσα εταιρεία θα ισχύσει από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας εμπορικής εκμετάλλευσης από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. 4. Οι απορροφούσες εταιρείες αποκτούν το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, ελεύθερα παντός φόρου, τέλους, βάρους, χρέους ή δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και κάθε βάρους, χρέους, αξίωσης τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, πέραν των υποχρεώσεων, οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, εξαιρουμένων των εταιρειών αυτών από την εφαρμογή των άρθρων 479, 939 ΑΚ, 537 επ. Ε.Ν. και του ν. 2190/1994. Δεν λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα κατά των απορροφουσών εταιρειών για χρέη προγενέστερα της ημερομηνίας απόσχισης και δεν ασκούνται ποινικές διώξεις κατά των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων της ... Α.Ε. και ... Αεροπλοΐας Α.Ε. για χρέη προς το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς του Δημοσίου των εταιρειών αυτών. 5. Συστήνεται Ειδικός Λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με την ονομασία "Ελληνικό Δημόσιο - Λογαριασμός Αποκρατικοποίησης του Ομίλου της ...". Τα διαθέσιμα του λογαριασμού θα τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μπορεί να καθορίζονται οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας, ελέγχου και εμφάνισης του λογαριασμού. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ο Ειδικός Λογαριασμός: α) πιστώνεται με τα έσοδα από την πώληση, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκρατικοποίησης των εταιρειών του Ομίλου της ..., οι μετοχές των οποίων περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών της παρακάτω παραγράφου β’ μέχρι την πώληση των εταιρειών του Ομίλου, ο Ειδικός Λογαριασμός πιστώνεται με προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι της ονομαστικής αξίας των μετοχών της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, β) χρεώνεται με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για τη με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της ... και ... Αεροπλοΐας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης και μέχρι συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις ονομαστικές αξίες των μετοχών των εταιρειών του Ομίλου, οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, γ) ειδικά, χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού, προκειμένου να καταβληθούν: ι) ... στους δικαιούχους λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, στις περιπτώσεις που συμφωνούνται σε εφαρμογή του άρθρου 8 του π.δ. 178/2002, και ιι) η πρόσθετη επιβάρυνση της παρ. 8 του παρόντος στους ασφαλιστικούς φορείς, επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτή. 6. Οι Ιπτάμενοι Χειριστές της ... και ... Αεροπλοΐας, κάτοχοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, σε ισχύ του πτυχίου τους, ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. για τον κλάδο σύνταξης, που συμπληρώνουν το 53ο έτος της ηλικίας τους και 4.500 ημέρες ασφάλισης ή 7.500 ημέρες ασφάλισης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας στην ... Αεροπορία ή την ... Αεροπλοΐα έως 31-12-2004, αποχωρούν υποχρεωτικά εντός του έτους 2003 από την εταιρεία που εργάζονται με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης της εταιρείας, που τους επιδίδεται ατομικώς και καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα Πρακτικά Συμφωνίας αυτών των συλλογικών συμβάσεων αποζημίωσης. 7... 8. Ο προστιθέμενος χρόνος ασφάλισης των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης. Η πρόσθετη επιβάρυνση των ασφαλιστικών φορέων, που προκύπτει από τη συμπλήρωση των ως άνω αναφερόμενων στις παραγράφους 6 και 7 του παρόντος ορίων, καλύπτεται, κατά προτεραιότητα, από τον Ειδικό Λογαριασμό της παρ. 5 του παρόντος. Το ύψος της επιβάρυνσης καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, ύστερα από οικονομική μελέτη της Υπηρεσίας Αναλογιστικών Μελετών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων". Εξάλλου πριν από την ψήφιση του άνω νόμου και μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της ... και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ιπτάμενων χειριστών (Ε.Χ.Π.Α.), οι οποίες έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του π.δ. 178/2002 με τον τίτλο "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων..." είχε καταρτισθεί το από 16-7-2003 πρακτικό συμφωνίας, με το οποίο, υπό το κεφάλαιο με τον τίτλο "...", συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι οι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. για κλάδο συντάξεων ιπτάμενοι χειριστές του ομίλου της "... Α.Ε.", που έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι τις 31-12-2005, αποχωρούν προαιρετικά (και, στην περίπτωση που δεν συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός των 137 κατ’ ελάχιστον ιπτάμενων χειριστών, υποχρεωτικά) από την υπηρεσία τους, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη σαν να αποχωρούσαν με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους και καταβάλλεται σε αυτούς η πλήρης (100%) και χωρίς κανένα περιορισμό αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 2112/1920 (όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3198/1955) με βάση τα έτη υπηρεσίας μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, καθώς και ποσό το οποίο θα είναι ίσο με την αποπληθωρισμένη (σύμφωνα με το ποσοστό αποπληθωρισμού που ακολουθεί το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων) απώλεια εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης και του ποσού των καταβαλλομένων κατά την αποχώρηση τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής. Η ισχύς του ανωτέρω πρακτικού συμφωνήθηκε ότι τελεί υπό την αίρεση της υλοποίησής του από το Ελληνικό Δημόσιο (μέτοχο ....) δια των αναγκαίων νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων και εφόσον λειτουργήσει η …. Στη συνέχεια, μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου 3185/2003, με το από 10-11-2003 παράρτημα του προαναφερθέντος πρακτικού συμφωνίας, καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες υλοποιήσεως των προβλεπομένων στο πρακτικό και στις σχετικές διατάξεις του ν. 3185/2003. Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η υλοποίηση όσων συμφωνήθηκαν κατά τα ανωτέρω με το πρακτικό συμφωνίας, θα γίνει με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 27 παρ. 6 ν. 3185/2003 και μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με τη χορήγηση της απώλειας εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης του Ι.Κ.Α. που δικαιούται ο συνταξιοδοτούμενος με το ν. 3185/2005 ιπτάμενος χειριστής και η οποία αντιστοιχεί στα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας στον Όμιλο της ... και του ποσού των καταβαλλομένων κατά το μήνα Οκτώβριο 2003 τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής θα ισχύσουν τα προβλεπόμενα στο ν. 3185/2003. Το καταβλητέο λόγω απώλειας εισοδήματος ποσό θα μειωθεί κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του ν. 2112/1920, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2003 και της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003. Το ποσό που αντιστοιχεί στην ανωτέρω απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί στους δικαιούχους εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της διαπιστωτικής πράξης". Από το περιεχόμενο του άνω πρακτικού συμφωνίας και παραρτήματος αυτού, που έχουν ισχύ ανάλογη με συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφού προβλέπονται από το άρθρο 8 του π.δ. 178/2002 και καταρτίσθηκαν με την προβλεπομένη από το ν. 1876/1990 διαδικασία και τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3185/2003, κατά την αληθή έννοια αυτών, προκύπτουν τα εξής: Η ενόψει της σχεδιαζόμενης απόσχισης του κλάδου του πτητικού έργου της ... αποχώρηση των ιπταμένων χειριστών αυτής και της ... Αεροπλοΐας οι οποίοι συγκέντρωναν τις οριζόμενες προϋποθέσεις, θα γινόταν με την έκδοση σχετικής πράξης της εταιρείας και την καταβολή σε αυτούς της προβλεπόμενης από τις οικείες συμβάσεις και τα άνω πρακτικά συμφωνίας αποζημίωσης, δηλαδή της πλήρους αποζημίωσης του ν. 2112/1920 με βάση τα έτη υπηρεσίας τους μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους και της πρόσθετης αποζημίωσης που συμφωνήθηκε ως κίνητρο για την υποχρεωτική συνταξιοδότησή τους για την απώλεια του εισοδήματός τους εξαιτίας της πρόωρης αποχώρησής τους από την υπηρεσία. Λόγω αδυναμίας της ... να καταβάλει τα αναγκαία για την αποζημίωση των αποχωρούντων χειριστών ποσά, προβλέφθηκε από το νόμο η σύσταση ειδικού λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θα περιερχόταν χωρίς αντάλλαγμα το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που επρόκειτο να προέλθουν από τον άνω μετασχηματισμό, προκειμένου στη συνέχεια αυτό να προβεί στην ιδιωτικοποίησή τους. Ο εν λόγω ειδικός λογαριασμός που συστήθηκε στη συνέχεια με την 2/71992/Α0024/2003 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 1967/2003), θα πιστωνόταν με τα έσοδα από την πώληση των εταιρειών του ομίλου της ... οι μετοχές των οποίων θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και με προκαταβολές του τελευταίου και θα χρεωνόταν με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή του συνόλου των αποζημιώσεων των εργαζομένων που θα αποχωρούσαν και με τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της ... κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης. Ειδικότερα η καταβολή της πλήρους αποζημίωσης του ν. 2112/1920 στους αποχωρούντες θα γινόταν ταυτόχρονα με την επίδοση της διαπιστωτικής πράξης με χρέωση του άνω ειδικού λογαριασμού, ο οποίος θα πιστωνόταν για το σκοπό αυτό με αντίστοιχες προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου. Αντίθετα η καταβολή τόσο των κινήτρων προς τους αποχωρούντες δικαιούχους, στα οποία περιλαμβάνεται και η απώλεια εισοδήματος κατά τα ανωτέρω, όσο και της πρόσθετης επιβάρυνσης προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, θα γινόταν με αντίστοιχη χρέωση του ειδικού λογαριασμού μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων. Εξαρτήθηκε δηλαδή η καταβολή της άνω πρόσθετης αποζημίωσης από την τεθείσα από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 ν. 3185/2003 προϋπόθεση (αίρεση δικαίου) της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της παραπάνω εταιρείας και της είσπραξης των εσόδων εκποίησής της. Η κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου άμεση, με την έκδοση και επίδοση της διαπιστωτικής πράξης, καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα πρακτικά αυτών αποζημίωσης, αναφέρεται προδήλως στην αποζημίωση λόγω αποχώρησης και όχι στα ... τα οποία εντάσσονται στη ρύθμιση της παραγράφου 5 περ. γ του ίδιου άρθρου, κατά την οποία η χρέωση του ειδικού λογαριασμού για την καταβολή των κινήτρων και της πρόσθετης επιβάρυνσης της παραγράφου 8 του ίδιου νόμου στους ασφαλιστικούς οργανισμούς επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτές (Α.Π. 1267/2009). Εξάλλου η με τη δικαιοπραξία εξάρτηση των αποτελεσμάτων αυτής από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο αποτελεί αίρεση, ένεκα της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 201 επ. Α.Κ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 904 επ. του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι αν ηρτημένης της αιρέσεως καταβληθεί το χρέος, ο λήπτης αυτού δεν καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος παρά μόνο αν η αίρεση ματαιωθεί. Διάφορη όμως της αίρεσης αυτής και μη ρυθμιζομένη από τις πιο πάνω διατάξεις είναι η αίρεση δικαίου όπως η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 3185/2003, η οποία συνίσταται σε γεγονός το οποίο δυνάμει νομικής διάταξης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια της δικαιοπραξίας. Στην περίπτωση αυτή, αν η παροχή εκπληρωθεί χωρίς τη συνδρομή των ως άνω όρων ή προϋποθέσεων, τότε πρόκειται για εκπλήρωση που έγινε με βάση ανενεργό δικαιοπραξία, για μη υφιστάμενο δηλαδή χρέος και συνακόλουθα συντρέχει περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού υπό τους όρους του άρθρου 904 Α.Κ. Από δε την τελευταία διάταξη, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχείο της απαιτήσεως αποτελεί η παροχή, η αιτία για την οποία έγινε ή η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέσθηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη. Ειδικότερα αχρεώστητη παροχή είναι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η καταβολή για ανύπαρκτο χρέος, αποτελεί δε τυπική και συνήθη περίπτωση πλουτισμού του λήπτη χωρίς αντάλλαγμα, ο οποίος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα στη βούληση του ζημιωθέντος δικαιολογούσα τον πλουτισμό ούτε σε νόμιμη αιτία. Πρόκειται για καταβολή παροχής προς εκπλήρωση υποχρέωσης που δεν υπήρχε, είτε γιατί δεν γεννήθηκε ακόμη όπως στην αίρεση δικαίου, καταβολή ανύπαρκτου χρέους ή ακυρότητα σύμβασης κ.λπ. Για την αναζήτηση αχρεώστητης παροχής απαιτείται επίκληση της καταβολής, της αιτίας για την οποία αυτή έγινε, καθώς και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη, ο δε εναγόμενος λήπτης, προς απαλλαγή του, μπορεί να προτείνει κατ’ ένσταση ότι η καταβολή έγινε με επίγνωση εκ μέρους του δότη της ανυπαρξίας της οφειλής (άρθρο 905 Α.Κ.). Η διάταξη αυτή προϋποθέτει για την εφαρμογή της θετική γνώση από το δότη κατά το χρόνο της παροχής. Έτσι ο δότης δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την παροχή μόνο αν γνωρίζει θετικά το αχρεώστητο και όχι αν το αγνοεί, έστω και από βαριά αμέλεια, ενώ δεν ενδιαφέρει αν γνωρίζει και τον ειδικό λόγο του αχρεωστήτου, η σχετική δε ένσταση είναι καταχρηστική. Τούτο έχει την έννοια ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης δεν έχει αναγκαία ο εναγόμενος λήπτης. Η ένσταση θα γίνει δεκτή ακόμη και αν αποδειχθεί ότι συντρέχει από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (Ολ. Α.Π. 29/2002, Α.Π. 1886/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19-11-2004 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε τα εξής: Ότι στις 13-12-1971 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ως ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών με σύμβαση δοκιμίας, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου διεπόμενη από τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού εργασίας του προσωπικού της εναγομένης. Ότι υπηρέτησε με την ειδικότητα αυτή μέχρι τις 11-12-2003, οπότε αποχώρησε λόγω υποχρεωτικής λύσεως της συμβάσεως εργασίας του κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27 ν. 3185/2003. Ότι με το από 18-7-2003 πρακτικό συμφωνίας και το από 10-11-2003 παράρτημα αυτού, που υπεγράφησαν μεταξύ της εναγομένης και του εκπροσωπούντος τους ιπτάμενους χειριστές σωματείου Ε.Χ.Π.Α., καταρτίστηκαν δε και τέθηκαν σε ισχύ κατά το ν. 1876/1990, συμφωνήθηκε, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ’ αυτήν (την αγωγή), η καταβολή στους αποχωρούντες αφενός μεν αποζημίωσης του ν. 2112/1920 αφετέρου δε αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος. Ότι η εναγομένη μαζί με τη διαπιστωτική πράξη λύσεως της συμβάσεώς του επέδωσε σ’ αυτόν την αποζημίωση απολύσεως και υπηρεσιακό σημείωμα, με το οποίο του γνωστοποιούσε το τελικό ποσό που του όφειλε λόγω απώλειας εισοδήματος, το οποίο θα του κατέβαλε εντός έξι μηνών από τη λύση της σύμβασης, δηλαδή μέχρι τις 11-6-2004. Ότι κατά τον υπολογισμό του ποσού της καταβλητέας προς αυτόν αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος, η εναγομένη δεν συμπεριέλαβε σ’ αυτό την αμοιβή για υπερεργασία, που αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών του, με συνέπεια να αναγνωρίσει ότι του οφείλει το ποσό των 93.284,93 ευρώ, το οποίο ήταν κατώτερο του δικαιούμενου ποσού των 131.635,52 ευρώ. Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό εν μέρει περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 38.350,59 ευρώ, από το οποίο να του καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 11-6-2004, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η εναγομένη με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με τις προτάσεις της άσκησε παραδεκτά ανταγωγή, με την οποία εξέθεσε τα εξής: Ότι με την από 12-11-2003 διαπιστωτική πράξη της, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα-αντεναγόμενο, ιπτάμενο χειριστή αεροσκαφών της, του γνωστοποίησε ότι αποχωρεί υποχρεωτικά από την υπηρεσία του στις 15-11-2003 κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27 ν. 3185/2003 και του κατέβαλε συνολικά ως αποζημίωση το ποσό των 259.794,93 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 93.284,93 ευρώ αποτελούσε την πρόσθετη αποζημίωση-κίνητρο λόγω απωλείας του εισοδήματός του και το υπόλοιπο την αποζημίωση του ν. 2112/1920. Ότι το ποσό των 93.284,93 ευρώ καταβλήθηκε στον αντεναγόμενο αχρεωστήτως διότι η καταβολή της ανωτέρω πρόσθετης αποζημίωσης-κινήτρου τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της ιδιωτικοποίησης δια πωλήσεως της εταιρείας "...." που έχει αναλάβει το πτητικό της έργο και της είσπραξης από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων απ’ αυτήν, η οποία όμως αίρεση δεν επληρώθη διότι η ιδιωτικοποίηση της ως άνω εταιρείας δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί εντός του προβλεφθέντος από το αναφερόμενο πρακτικό συμφωνίας εξαμήνου χρονικού διαστήματος. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι ο αντεναγόμενος της οφείλει το πιο πάνω ποσό των 93.284,93 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την ανταγωγή, δέχθηκε την πρώτη και απέρριψε τη δεύτερη. Μετά από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη εταιρία την 13-12-1971 ως ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών με σύμβαση δοκιμίας, η οποία στη συνέχεια και μετά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό μετετράπη σε αορίστου χρόνου, διεπόμενη από τις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της … (ΚΕΠΟΑ). Με την άνω ειδικότητα προσέφερε τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν μέχρι την 11-12-2003, οπότε, σε εκτέλεση των προαναφερομένων διατάξεων και συμφωνιών, διεγράφη από τη δύναμη του προσωπικού της λόγω υποχρεωτικής λύσεως της συμβάσεως εργασίας του και κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 27 του ν. 3185/2003. Η εναγομένη με την από 11-12-2003 διαπιστωτική πράξη λύσεως της συμβάσεώς του, επέδωσε σ’ αυτόν και υπηρεσιακό σημείωμα, με το οποίο του γνωστοποιούσε το οφειλόμενο λόγω απωλείας εισοδήματος ποσό, που ανήρχετο σε 93.284,93 ευρώ και το οποίο του κατέβαλε ήδη, μαζί με την πλήρη αποζημίωση του ν. 2112/1920...". Στη συνέχεια δε δέχθηκε ότι "...η ανταγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού ήρτηται η αίρεση υπό την οποία τελεί η καταβολή της ειδικής αυτής αποζημίωσης στον ενάγοντα, δηλαδή δεν έχει ματαιωθεί εισέτι η πώληση ή αποκρατικοποίηση της εναγομένης, και τούτο διότι μόνο στην περίπτωση ματαίωσης της αιρέσεως παύει να υφίσταται η νόμιμη αιτία πλουτισμού. Εξ άλλου η εναγομένη κατέβαλε οικειοθελώς στον ενάγοντα, που ήταν καλόπιστος, το αιτούμενο με την ανταγωγή ποσό των 93.284,93 ευρώ, υφισταμένης της αίρεσης δικαίου, κατέστησε εαυτόν [προδήλως εννοείται: αυτόν] πλουσιότερο με νόμιμη αιτία. Επομένως δεν μπορεί να ζητά ηρτημένης της αιρέσεως αυτής την επιστροφή της ωφελείας... ο τελευταίος δεν κατέστη εισέτι πλουσιότερος λόγω αχρεωστήτου καταβολής της σ’ αυτόν". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση της εναγομένης-αντενάγουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση απέρριψε τη μεν αγωγή ως απαράδεκτη (με την αιτιολογία ότι ασκήθηκε προώρως διότι η απαίτηση του ενάγοντος τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της ιδιωτικοποίησης της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο της εναγομένης και της είσπραξης από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων απ’ αυτήν, η οποία αίρεση δεν είχε ακόμη πληρωθεί), την δε ανταγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το εφετείο και συγκεκριμένα με την κρίση του για την απόρριψη της ανταγωγής (η οποία μόνο πλήττεται με τους λόγους αναίρεσης) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 27 ν. 3185/2003 και 904 Α.Κ. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι η απαίτηση του αντεναγομένου για την είσπραξη της ένδικης αποζημιώσεως λόγω απώλειας εισοδήματος τελούσε υπό αίρεση δικαίου που δεν είχε εισέτι πληρωθεί, στη συνέχεια δέχθηκε ότι η παρά τη μη πλήρωση της αίρεσης παροχή από την αντενάγουσα προς τον αντεναγόμενο του ποσού των 93.284,93 ευρώ ως αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος δεν είχε γίνει αχρεωστήτως. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, στην αίρεση δικαίου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 201 επ. Α.Κ., με αποτέλεσμα, αν η παροχή εκπληρωθεί ηρτημένης της αναβλητικής αίρεσης δικαίου, να πρόκειται για εκπλήρωση που έγινε με βάση ανενεργό δικαιοπραξία, για μη υφιστάμενο δηλαδή χρέος και συνακόλουθα να συντρέχει περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού υπό τους όρους του άρθρου 904 Α.Κ. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλομένης ότι ο αντεναγόμενος λήπτης ήταν καλόπιστος. Τούτο διότι η παραδοχή αυτή δεν έχει εν προκειμένω οποιαδήποτε έννομη επιρροή, όπως θα είχε τυχόν παραδοχή ότι η αντενάγουσα προέβη στην ένδικη παροχή εν γνώσει της ανυπαρξίας του χρέους (άρθρο 905 Α.Κ.) που όμως δεν περιελήφθη στην προσβαλλομένη.
Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την ανταγωγή, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του ο-ποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4498/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ