Αριθμός 821/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Γ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γρατσία και 2)Γ. Μ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μυλωνόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.4597/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις: α)από 29 Ιουλίου 2013 και β)υπ'αριθμ.πρωτ.5686/29 Ιουλίου 2013, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 934/2013.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου: α)η από 29-7-2013 αίτηση δήλωση του Γ. Μ. και β)η από 29-7-2013 αίτηση του Γ. Ε., για αναίρεση της με αριθμό 4597/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφ. α' του Π.Κ, απαιτούνται: α)παραβίαση υπηρεσιακού καθήκοντος το οποίο καθορίζεται με νόμο ή διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β)πρόθεση του δράστη δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και (γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον ίδιο ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του. Μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μία τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποιήσεως της σκοπούμενης βλάβης ή του σκοπουμένου οφέλους, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η σκοπούμενη βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος (ΑΠ 976/2013, ΑΠ 296/2013, ΑΠ 74/2013). Κατά το άρθρο δε 80 παρ.5 του ν3463/2006 που ισχύει, ως προς τη διάταξη αυτή από 20-3-2006 και είναι ανάλογη της διάταξης του άρθρου 6παρ5 της Αιβ8577/1983 Υγειονομικής Διάταξης, που ίσχυε παραλλήλως "Δεν απαιτείται νέα άδεια ίδρυσης και λειτουργίας σε περίπτωση μεταβίβασης του καταστήματος σε νέο πρόσωπο, εφόσον δεν έχει γίνει μεταφορά, επέκταση, αλλαγή ή ουσιώδης τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας αυτού. Στην περίπτωση αυτή η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας αντικαθίσταται υποχρεωτικά με νέα, η οποία εκδίδεται στο όνομα του προσώπου, που μεταβιβάστηκε το κατάστημα, χωρίς να ακολουθείται η διαδικασία, που προβλέπεται για τη χορήγηση της αρχικής άδειας".
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Η εσφαλμένη δε ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ ΑΠ 3/1998, ΑΠ 1007/2010, ΑΠ 50/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ο μεν πρώτος της παράβασης καθήκοντος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ο δε δεύτερος για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ. "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) ετών. Εξ αυτού προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α Π.Κ., απαιτούνται: α)παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της Προϊσταμένης Αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β)πρόθεση του δράστη, ήτοι δόλος, που περιέχει τη θέληση παράβασης του υπηρεσιακού καθήκοντος και γ)σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλο. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος δεν απαιτείται να πραγματωθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η πιο πάνω διάταξη και το οποίο προσβάλλεται από την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και διαφάνεια (ΑΠ 811/2010, ΑΠ 1402/2003). Περαιτέρω, από το άρθρο 6 παρ.5 της Υ.Α. ΑΙβ/8577/1983, συνάγεται ότι η επέκταση, ή μεταβίβαση ή μεταφορά ή οποιαδήποτε ουσιώδης τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας καταστήματος ή επιχειρήσεως υγειονομικού ενδιαφέροντος θεωρείται ως ίδρυση νέου καταστήματος και συνεπώς απαιτείται νέα άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας τούτου. Εξάλλου, με το Ν.2307/1995, ως αδειοδοτούσα αρχή στις ως άνω περιπτώσεις, αντί των αστυνομικών αρχών, ορίστηκαν οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης, στην εδαφική περιφέρεια των οποίων πρόκειται να ιδρυθούν (ΑΠ 1402/2003, 1687/2009 και 1507/2009). Εξάλλου, και ο νέος Ν.3463/2006 (ΔΚΚ) ΦΕΚ Α
ΙΙ4/8.6.2006 και μας ορίζει ότι σε περίπτωση μεταβιβάσεως του καταστήματος ή της επιχειρήσεως υγειονομικού ενδιαφέροντος χορηγείται νέα άδεια στο όνομα του προσώπου στο οποίο αυτό μεταβιβάζεται χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία εκδόσεως αδείας, πλήν όμως στην περίπτωση που έχει γίνει επέκταση ή μεταφορά ή αλλαγή χρήσεως, τότε απαιτείται άδεια (αρ.80 Ν.3463/2006), ρύθμιση που στο κρίσιμο θέμα χορηγήσεως ή μη νέας αδείας δεν υφίσταται από το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς κατά τα εν προκειμένω ενδιαφέρον ζήτημα, απορριπτομένων των αντιθέτων αιτιάσεων που προβάλλουν οι κατηγορούμενοι, περί ελλείψεως νομοθετικού πλαισίου. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, ασκώντας αρμοδιότητα αναπληρωτή Δημάρχου, την 29.12.2006, με την ως άνω ιδιότητά του υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13α Π.Κ., έκανε δεκτή την υπ'αριθμ. πρωτ.10929/13.4.2006 αίτηση του συγκατηγορουμένου του Γ. Ε. και χορήγησε στο όνομα του τελευταίου την υπ'αριθμ.36380/29.12.2006 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια), με την ειδικότερη μορφή της "αντικαταστάσεως λόγω αλλαγής εκπροσώπου της εταιρίας", ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "ESCHER ΕΠΕ", για το κατάστημα που λειτουργούσε στην οδό Βεϊκου αριθμ.105. Με την πράξη του αυτή ο εν λόγω κατηγορούμενος παραβίασε το υπηρεσιακό του καθήκον, όπως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 6 παρ.5 της ανωτέρω Υ.Α. και ήδη από το άρθρο 80 Ν.3463/2006 (ΔΚΚ). Συγκεκριμένα, ο ως άνω κατηγορούμενος, με την ιδιότητα που προεκτέθηκε, και στα καθήκοντα του οποίου συνέπιπτε η έκδοση αδειών, αρμοδιότητα του δεν αρνείται, προέβη στην έκδοση της πιο πάνω αδείας, λόγω "αντικαταστάσεως λόγω αλλαγής εκπροσώπου της εταιρίας", μολονότι γνώριζε ότι στο εν λόγω κατάστημα είχε διαπιστωθεί παράβαση της πολεοδομικής νομοθεσίας, με την επέκταση του καταστήματος στον κοινόχρηστο χώρο, η οποία (παράβαση) κατεγράφη στις από 19.1.2006 και 20.1.2006 εκθέσεις αυτοψίας του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Β.Τομέα Νομαρχίας Αθηνών, που είχε κοινοποιηθεί νομίμως στο Δήμο Γαλατσίου με το υπ'αριθμ.πρωτ.3267/657, 1371/307, 2422/503, 9210/2164, 4036/832, 6903/1394 - 27-1-2006 έγγραφο της Πολεοδομίας. Όμως, οι προαναφερθείσες διατάξεις επέβαλαν σ'αυτόν να ακολουθήσει τη διαδικασία που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 8 της Υπ.Αποφ. (και ήδη 80 ΔΚΚ) περί "διαδικασίας εκδόσεως της άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας", οπότε θα γινόταν εκ νέου έλεγχος απ'όλες τις συναρμόδιες Υπηρεσίες (Υγειονομικές, Πολεοδομία, Πυροσβεστική κ.λπ) που με βεβαιότητα θα κατέληγε στην άρνηση χορηγήσεως άδειας λειτουργίας, εφόσον το κατάστημα αυθαιρέτως είχε επεκταθεί στο χώρο της πρασιάς και στον κοινόχρηστο χώρο. Το γεγονός ότι ο ως άνω κατηγορούμενος είχε γνώσει της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος, προκύπτει και από το ότι μία ημέρα προ της εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως, ζήτησε και έλαβε τόσο από το 2ο κατηγορούμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "ESCHER ΕΠΕ", όσο και από την υπεύθυνη του καταστήματος Ό. Π., τις από 28.1.2006 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 Ν.1599/86, στις οποίες αυτοί βεβαιώνουν ότι έχουν αρχίσει και θα συνεχισθούν οι εργασίες αποκαταστάσεως των πολεοδομικών παραβάσεων μέχρι περατώσεως. Η απόδειξη της γνώσης του κατηγορουμένου ........και από τα υπ'αριθμ.164/29.5.2006 πρακτικά συνεδριάσεως του Δημ.Συμβ. Δήμου Γαλατσίου, από τα οποία προκύπτει ότι γενομένης συζητήσεως περί της ανακλήσεως αδείας των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, που λειτουργούσαν στην οδό Βεϊκου, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, ο υπάλληλος ....που προέβη σε αυτοψία, βεβαίωσε ότι ναι μεν έχουν απομακρυνθεί οι εξωτερικές κατασκευές (κατακόρυφα μεταλλικά στοιχεία), πλην όμως έχουν παραμείνει οι ξύλινες κατασκευές στο δάπεδο, τα φωτιστικά, οι ομπρέλες και τα τραπεζοκαθίσματα, συζήτηση που υποδηλώνει ότι και το Δημ.Συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχε και ο κατηγορούμενος είχαν σαφή γνώση των υφισταμένων παραβάσεων. Το γεγονός ότι το Δημ.Συμβούλιο, με την ως άνω απόφασή του έκρινε ότι δεν έπρεπε να ανακαλέσει τις άδειες λειτουργίας των επτά (7) καταστημάτων που λειτουργούσαν στην οδό Βεϊκου, σε καμία περίπτωση δεν συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού του 1ου κατηγορουμένου ότι βρισκόταν σε συγγνωστή νομική πλάνη, διότι η συμμετοχή του στις συζητήσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το μορφωτικό (πανεπιστημιακή μόρφωση) και πνευματικό επίπεδο τούτου καθώς και οι επαγγελματικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό επίσης και με τη γνώση τούτου, που προκύπτει από την ενασχόλησή του με τα δημόσια πράγματα και τη θέση του ως αντιδημάρχου, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την κατάφαση οποιασδήποτε πλάνης στο πρόσωπό του και συνακόλουθα είναι απορριπτέος ο συναφής εγγράφως υποβληθείς ισχυρισμός του. Άλλωστε, δεν αποδεικνύεται ότι αυτός κατέβαλε την επιβαλλόμενη επιμέλεια για να πληροφορηθεί το νόμιμο πλαίσιο εκδόσεως αδειών και εντεύθεν την έκταση των δικών του συναφών υπηρεσιακών καθηκόντων, ώστε η τυχόν νομική του πλάνη να κριθεί συγγνωστή, ενόψει του ότι είναι βέβαιον ότι στο Δήμο λειτουργούσε Νομική Υπηρεσίας, από την οποία ευχερώς μπορούσε να αποκτήσει τη σχετική ενημέρωση. Εξάλλου, το ότι η έκδοση της προκειμένης αδείας ήταν παράνομη και κατά παράβαση καθήκοντος εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο, αποδεικνύεται πλήρως και από το υπ'αριθμ.30373/29.9.2008 έγγραφο του Δήμου Γαλατσίου, από το οποίο προκύπτει ότι ο Δήμος δεν νομιμοποιείται να εκδώσει άδεια λειτουργίας για το εν λόγω κατάστημα, διότι υφίσταται αυθαίρετη κατασκευή. Την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε με σκοπό να ωφελήσει το 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος όχι μόνο συνέχισε παρανόμως τη λειτουργία και άρα την αποκομιδή κερδών, αλλ'επιπλέον παρέσχε σ'αυτόν την ευχέρεια πωλήσεως της επιχειρήσεως. Και έτσι πώλησε στον Ν. Κ. το μερίδιό του στην προαναφερόμενη εταιρία αντί ποσού 300.000 ευρώ, ο οποίος προέβει στην αγορά, δίδοντας πίστη στην άδεια με την οποία ήταν εφοδιασμένο το κατάστημα, ενώ δεν θα προέβαινε στην αγορά, αν δεν ήταν βέβαιος για τη νομιμότητα της άδειας και επομένως την ανυπαρξία πολεοδομικών παραβάσεων (ΑΠ 1316/10, 760/04). Εξάλλου και ο δεύτερος κατηγορούμενος, γνωρίζοντας ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, ώστε να τύχει απλής αντικαταστάσεως της αδείας, λόγω των πολεοδομικών παραβάσεων, οι οποίες είχαν γνωστοποιηθεί στην υπεύθυνη του καταστήματος του με την κοινοποίηση της από 27.1.2006 εκθέσεως αυτοψίας και μάλιστα είχε μεσολαβήσει αυτόφωρη σύλληψη για την αιτία αυτή, εν τούτοις με πειθώ και φορτικότητα, έπεισε τον 1ο κατηγορούμενο, εγχειρίζοντας μάλιστα σ'αυτόν την από 28.12.2006 υπεύθυνη δήλωση, να δεχθεί την από 143.4.2006 αίτησή του, να παραβεί εν γνώσει του τα υπηρεσιακά καθήκοντα και να εκδώσει την ως άνω παράνομη άδεια με σκοπό να προσπορίσει σ'αυτόν παράνομο όφελος, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σ'αυτούς πράξεων.
Α)Αναίρεση Γ. Μ.: Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1β, 259 παρ.1 Π.Κ., 80 παρ.5 ν.3463/2006 και 6 παρ.5 της Α.Β/8577/1983 Υγειονομικής Διάταξης τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα: α)προσδιορίζεται το καθήκον που είχε ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του αντιδημάρχου του Δήμου Γαλατσίου να μη χορηγήσει στον δεύτερο συγκατηγορούμενό του Γ. Ε. την με αριθμό πρωτ. 36380/29-12-2006 "άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος αντικατάσταση λόγω αλλαγής του εκπροσώπου της εταιρίας", γιατί λόγω της επεκτάσεως του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος χρειαζόταν αντικατάσταση λόγω αλλαγής του εκπροσώπου της εταιρείας" διότι λόγω της επεκτάσεως του καταστήματος χρειαζόταν όχι η αντικατάσταση της προϋπάρχουσας αδείας, αλλά έκδοση νέας αδείας στο όνομα του τελευταίου, στο πρόσωπο του οποίου μεταβιβάστηκε το κατάστημα, β)αιτιολογείται πλήρως ότι ο αναιρεσείων αντιδήμαρχος, ενήργησε με θέληση παραβάσεως του ως άνω καθήκοντος της υπηρεσίας του και ότι αυτό το έπραξε με σκοπό να ωφελήσει τον συγκατηγορούμενό του με τον εκτεθέντα τρόπο, που όπως επιχειρήθηκε ήταν πρόσφορος, γ)σωστά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 80 παρ.5 3463/2006 και 6 παρ.5 της Αιβ/8577/1993 Υγειονομικής Διάταξης, η συνδρομή των όρων των οποίων αποτελούσε προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 259 Π.Κ. Το Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι είχε επέλθει επέκταση του καταστήματος στην έννοια της οποίας σωστά υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά περιστατικά της ανάπτυξης του χώρου αυτού σε κοινόχρηστο χώρο και στη πρασιά με εξωτερικές κατασκευές και κατά συνέπεια χρειαζόταν, όχι η αντικατάσταση της προϋπάρχουσας αδείας, αλλά έκδοση νέας αδείας λόγω της μεταβίβασης του καταστήματος και δ)κατά το μέρος που με τις αιτιάσεις του αμφισβητείται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας αυτές είναι απαράδεκτες. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ λόγος αναιρέσεως του παραπάνω αναιρεσείοντος με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον, ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Προϋποτίθεται όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών να γίνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και αυτοί περί πραγματικής ή συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και κατά συνέπεια στην απαλλαγή του. Από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψη του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Επί πραγματικής δε πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορα ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 ΠΚ που ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη αυτή είναι συγγνωστή", προκύπτει ότι πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σ' αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για το καταλογισμό του αξιοποίνου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως. Το αρμόδιο δικαστήριο συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως που αναφέρονται στην ατομικότητα του δράστη. Επισημαίνεται ότι η άρνηση της κατηγορίας και ειδικότερα της συνδρομής, γενικώς της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο ν' απαντήσει ειδικά επι αναλόγων ισχυρισμών, χωρίς να πάσχει η απόφασή του από έλλειψη αιτιολογίας. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ουδόλως ο αναιρεσείων πρόβαλε στο δικαστήριο, ότι η πράξη που του αποδίδεται δεν πρέπει να του καταλογισθεί, γιατί η οποιαδήποτε ενέργειά του ήταν αποτέλεσμα πραγματικής πλάνης. Απλώς αρνήθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι όροι του υποκειμενικού στοιχείου της πράξης τη συνδρομή των οποίων, όμως δέχθηκε, το δικαστήριο, παραθέτοντας εκτενώς με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυπταν και τις σκέψεις με τις οποίες συνήγαγε τούτο. Όσο δε αφορά τον ισχυρισμό νομικής συγγνωστής πλάνης ο αιτών επικαλέστηκε, ότι είχε άγνοια του άδικου χαρακτήρα της πράξεώς του, την οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: "δεν συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου ότι βρισκόταν σε συγγνωστή νομική πλάνη, διότι η συμμετοχή του στις συζητήσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το μορφωτικό (πανεπιστημιακή μόρφωση) και πνευματικό επίπεδο, καθώς και οι επαγγελματικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό επίσης και με τη γνώση τούτου που προκύπτει από την ενασχόλησή του με τα δημόσια πράγματα και τη θέση του ως αντιδημάρχου, σε καμμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την κατάφαση οποιαδήποτε πλάνης στο πρόσωπό του....Άλλωστε δεν αποδεικνύεται ότι αυτός κατέβαλε την επιβαλλόμενη επιμέλεια για να πληροφορηθούν το νόμιμο πλαίσιο εκδόσεως αδειών και εντεύθεν την έκταση των δικών του συναφών υπηρεσιακών καθηκόντων ώστε η τυχών νομική του πλάνη να κριθεί συγγνωστή, ενόψει του ότι είναι βέβαιο ότι στο Δήμο λειτουργεί αρμόδια νομική υπηρεσία, από την οποία ευχερώς μπορούσε να ζητήσει ενημέρωση. Εξάλλου το ότι η έκδοση της προκειμένης άδειας ήταν παράνομη και κατά παράβαση καθήκοντος εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο αποδεικνύεται πλήρως και από το υπ'αριθμ.30373/29-7-2008 έγγραφο του Δήμου Γαλατσίου από το οποίο προκύπτει ότι ο Δήμος δεν νομιμοποιείται να εκδώσει άδεια λειτουργίας για το εν λόγω κατάστημα, διότι υφίσταται αυθαίρετη κατασκευή". Η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού είναι πλήρης και σαφής και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με σχετικό λόγο της αναιρέσεως αυτού είναι, απορριπτέα ως αβάσιμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ'του ίδιου Κώδικα η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση στην ενδιαφέρουσα περικοπή της αιτιολογία της απόφασης (σελ. 14) για την συναγωγή, της συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου της πράξεως και σε αναφορά με την αιτίαση στην οποία επιστηρίζεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, διαλαμβάνεται: "Το γεγονός ότι ο ως άνω κατηγορούμενος είχε γνώση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος, προκύπτει και από το ότι μια ημέρα προ της εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως, ζήτησε και έλαβε τόσο από το 2° κατηγορούμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ESCHER ΕΠΕ", όσο και από την υπεύθυνη του καταστήματος Ό. Π., τις από 28-1-2006 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 ν.1599/86, στις οποίες αυτές βεβαιώνουν ότι έχουν αρχίσει και θα συνεχισθούν οι εργασίες αποκαταστάσεως των πολυδομικών παραβάσεων μέχρι περατώσεως"". Οι δηλώσεις όμως αυτές αναγνώστη καν, ως έγραφα με αύξοντες αριθμούς 9 και 8, αντίστοιχα στη σελ 10 της αποφάσεως, αναγράφονται δε ως εξής: "8) Η από 28-12-2006 υπεύθυνη δήλωση της Ό. Π., 9) Η από 28-12-2006 υπεύθυνη δήλωση του Ε. Γ.". Τα έγγραφα αυτά, υπεύθυνες δηλώσεις, τόσο ως αναφερόμενα στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων, όσο και ως αξιοποιούμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως, είναι τα ίδια πέραν κάθε αμφιβολίας και ανεγνώσθηκαν. Η εσφαλμένη στο σκεπτικό αναγραφή του μηνός εκδόσεως των υπεύθυνων δηλώσεων, 1ος αντί 12ος (28-1-2006 αντί του ορθού 28-12-2006) δεν μπορεί να θεμελιώσει ούτε καθ' υπερβολή, τον ισχυρισμό του ενάγοντα για διαφορετικότητα των δηλώσεων και μη εν τέλει ανάγνωση τους ή και για σύγχυση ως προς την ταυτότητα των εγγράφων αυτών, με εντεύθεν στέρηση των από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιωμάτων του. Η ταυτότητα των εγγράφων και στις δύο (2) περιπτώσεις, δεν αναιρείται από την εσφαλμένη , στη περίπτωση του αιτιολογικού, αναγραφή του μήνα εκδόσεως, μετά και την ταύτιση των λοιπών στοιχείων της χρονολογίας, δηλαδή ημέρας του μηνός και έτους συντάξεως των εγγράφων αυτών. Άλλωστε, όχι μόνο δεν αναγνώστηκαν έτερες υπεύθυνες, επί εντύπου μάλιστα του άρθρου 8 ν.1599/1986, δηλώσεις των προσώπων που τις συνέταξαν και υπέγραψαν, ούτε καν υπάρχουν στη δικογραφία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας, άλλες δικές τους υπεύθυνες δηλώσεις ή, ακόμη έτερα έγγραφα με ομοιάζοντα ή παρεμφερή στοιχεία, η ανάγνωσή τους δε εν τέλει παρέσχε στον αιτούντα και τον παριστάμενο συνήγορό του τη δυνατότητα να παρέμβουν, να ζητήσουν διευκρινίσεις και να παράσχουν εξηγήσεις. Επομένως ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως αυτού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Β)Αναίρεση Γ. Ε..
Σύμφωνα με το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παρατίθεται παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του και για την ενοχή του κατηγορουμένου αυτού αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε παράβασης καθήκοντος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 β, 46 παρ.1α, 259 παρ.1 ΠΚ και 80 παρ.5 ν.3463/2006 και 6 παρ.5 της Αιβ/ 8577/1983 Υγειονομικής Διάταξης τις οποίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα αυτού είναι αβάσιμες, αφού, α) η διάταξη του άρθρου 6 παρ.5 της Αιβ/ 8577/1983 Υγειονομικής Διάταξης, εξακολουθούσε, όπως αναφέρθηκε να ισχύει, μέχρι την κατάργησή της με την Υ. Α. Υ1γ/Γ.Π/Οικ.96967/2012, καθόσον δεν είχε προηγουμένως καταργηθεί ρητώς ή σιωπηρώς με αντίθεση του περιεχομένου της άλλη νεώτερη νομική διάταξη. Απλώς ήδη με το νόμο 2307/1995, μεταβιβάστηκαν στα αρμόδια όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης οι αρμοδιότητες για τη χορήγηση άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και β)παρατίθεται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παραδοχή του δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων αυτός προκάλεσε την απόφαση στον φυσικό αυτουργό, να τελέσει την πράξη, δεχόμενο ότι αυτός' του προκάλεσε την απόφαση με "πειθώ και φορτικότητα", κατά τη συναφή λεκτική διατύπωση της αποφάσεως, χωρίς να ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων προσθέτων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τι συνίστανται αυτά (ΑΠ 463/2012, ΑΠ 384/2012, ΑΠ 28/2012, ΑΠ 1032/2011). Ο νόμος, πλέον, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα διάταξη του αρ, 56 περ.3 του Π.Ν, που καθόριζε περιοριστικά τα μέσα και τον τρόπο τελέσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν αναφέρεται στον τρόπο της προκλήσεως της αποφάσεως στον φυσικό αυτουργό, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο. Τέλος, οι ισχυρισμοί του ιδίου κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχόμενου των αποδείξεων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία όμως είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Ελλείπει δε η προϋπόθεση αυτή και όταν ο ισχυρισμός προβάλλεται μόνο με αναφορά της διατύπωσης της διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση της οποίας ζητείται η αναγνώριση, μη υφισταμένης σε τέτοια περίσταση της υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη (ΑΠ 320/2013, ΑΠ 446/2012, ΑΠ 1390/2011). Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του Π Κ, με στοιχείο στοιχεία α και β, που συνίστανται στο : "α)το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ,β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, στο στάδιο της αγορεύσεώς του, ζήτησε " να αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 § 2α και 84 § 2β στον κατηγορούμενο και ανέπτυξε προφορικώς τον ισχυρισμό, λέγοντας ότι είμαι μεροκαματιάρης με τέσσερα τέκνα"". Όπως, όμως, προβλήθηκε ο αυτοτελής, όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση από το εδ.β του άρθρου 84παρ.2 ΠΚ, ισχυρισμός, ήταν παντελώς αόριστος, αφού αναφέρεται απλώς η νομική διάταξη που προβλέπει την από τη διάταξη αυτή ελαφρυντική περίσταση, ενώ ως προς την πρώτη ελαφρυντική περίσταση από το εδ.α'της αυτής διατάξεως δεν επικαλέστηκε, ο αιτών για το ορισμένο του ισχυρισμού αυτού ότι ο έντιμος βίος του αναγόταν σ'όλες τις μορφές της συμπεριφοράς που προβλέπει η διάταξη. Επομένως το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν'απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση και συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζονται με σχετικό λόγο αναιρέσεως του αναιρεσείοντος αυτού είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Τέλος ο αναιρεσείων αυτός υποστηρίζει ότι δεν παρατίθεται στην απόφαση η αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 80 παρ.5 ν.3463/2006. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Η μη παράθεση στην οικεία θέση της προσβαλλόμενης αποφάσεως της ανωτέρω διατάξεως που αποτελεί προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρου 259 ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, μετά την τροποποίηση του άρθρου 518 του ιδίου Κώδικα με την παραγ.9 της αυτής ως άνω διατάξεως δεν αποτελεί πλέον λόγο αναιρέσεως. Μάλιστα η διάταξη παρατίθεται σε άλλο σημείο της αποφάσεως και δή στο σκεπτικό της και δεν τίθεται θέμα παραθέσεώς της, κατ'άρθρο 514 ΚΠΔ.
Μετά ταύτα πρέπει ν'απορριφθούν οι αναιρέσεις στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α)την από 29-7-2013 αίτηση του Γ. Μ. και β)την από 29-7-2013 αίτηση του Γ. Ε. για αναίρεση της με αριθμό 4597/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ