Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1080 / 2022    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1080/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη και Διονύσιο Παλλαδινό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μωυσίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της απόφασης 101/2020 του Τριμελούς Στρατοδικείου Ξάνθης. Με κατηγορούμενους τους: 1. Γ. Ν. του Π. και 2. Ι.-Δ. Ψ. του Δ., ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Μιχαηλίδη, 3. Α. Τ. του Δ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση και 4. Ε. Π. του Η., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Βασιλοπούλου. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Κ. Α. του Χ., κάτοικο ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ελμαλή.
Το Τριμελές Στρατοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4-11-2021 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σουλτάνας Κουφιάδου, που έλαβε αριθμό 47/2021 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1080/21.
Αφού άκουσε Τoν Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 4-11-2021, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47/2021, αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της απόφασης 101/25-9-2020 του Τριμελούς Στρατοδικείου Ξάνθης, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η κατά των κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, 1) Ν. Γ. του Π., 2) Ψ. Ι. - Δ. του Δ., 3) Τ. Α. του Δ. και 4) Π. Ε. του Η., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 27, 45, 98 και 363 του ΠΚ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 30Γ παρ. 1 και παρ. 7 εδ. ε' του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" "παρ.1. Ο νόμος αυτός, όπως ισχύει σήμερα, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 7 παράγραφος 1, 14 παράγραφοι 3 έως 10, 15, 16 παράγραφοι 5 και 7 έως 9, 18 παράγραφος 1, 19 έως 22, 23 παράγραφοι 1 και 2, 24, 26, 27 και 30, εφαρμόζεται ανάλογα, με τις ειδικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στις επόμενες παραγράφους του άρθρου αυτού και στους εν ενεργεία στρατιωτικούς όλων των Κλάδων και βαθμών των Ενόπλων Δυνάμεων, ως και των Κοινών Σωμάτων, ανεξαρτήτως προέλευσης. παρ. 7 εδ. ε'. Το σύνολο των μελών της διοίκησης των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων των εν ενεργεία στρατιωτικών .... Τα μέλη της διοίκησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων απολαμβάνουν πλήρη προστασία έναντι κάθε είδους δίωξης, λόγω της συνδικαλιστικής τους δράσης". Το, κατά τη προεκετεθείσα διάταξη της παρ. 7 εδ. ε' του Ν. 1264/1982, ακατάδιωκτο, όμως, των μελών των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων των εν ενεργεία στρατιωτικών, έχει την έννοια, ότι ισχύει κατά την εκφορά γνώμης ή διενέργεια πράξεως αυτών στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους, όταν, βέβαια, η γνώμη ή η πράξη αυτών είναι σύμφωνες με την πραγματική κρίση και αληθή πεποίθησή τους, έστω και αν αυτές είναι εσφαλμένες και όχι, όταν αυτές (γνώμη ή πράξη) είναι προϊόν δόλιας αυτών προαίρεσης, αφού η εν λόγω διάταξη δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί ως θεσπίζουσα ατιμωρησία δόλιων πράξεων και παραλείψεων της συγκεκριμένης κατηγορίας στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου και μάλιστα επί εγκλημάτων κατά της τιμής του ΠΚ. Και αυτό, διότι, αν γίνει δεκτή τέτοια ερμηνεία, που καθιερώνει το ποινικώς ανεύθυνο των μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εν ενεργεία στρατιωτικών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος, κατά την οποία "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθόσον με το ακαταδίωκτο των μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εν ενεργεία στρατιωτικών και επί δολίων πράξεων ή παραλείψεών τους επέρχεται αδικαιολόγητη ευνοϊκή μεταχείριση υπέρ αυτών και μη εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων υπέρ της συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών, δοθέντος ότι η ως άνω διάταξη του Συντάγματος κατοχυρώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Είναι γεγονός, ότι ο νομοθέτης μπορεί να προβαίνει σε διαφορετική ρύθμιση, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, για τους οποίους είναι δυνατό να κάμπτεται νομοθετικώς η προεκτεθείσα αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να ισχύσει στην περίπτωση τέλεσης εκ δόλου αξιόποινων πράξεων από τα μέλη των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων των εν ενεργεία στρατιωτικών, αφού επί αυτού του είδους των πράξεων δεν είναι νοητή ύπαρξη λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, που να δικαιολογούν συνταγματικά τη διαφορετική ρύθμιση με τη θέσπιση ακαταδίωκτου υπέρ των ανωτέρω προσώπων κατά την εκφορά γνώμης ή διενέργεια πράξεως, που ανάγονται στα καθήκοντά τους (ΑΠ σε Συμβούλιο 1221/2014). Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό 101/25-9-2020, το Τριμελές Στρατοδικείο Ξάνθης, δέχθηκε τα εξής: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 Γ παρ. 7 εδ. ε' Ν. 1264/1982 "Το σύνολο των μελών της διοίκησης των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων των εν ενεργεία στρατιωτικών δεν ... Τα μέλη της διοίκησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων απολαμβάνουν πλήρη προστασία έναντι κάθε είδους δίωξης, λόγω της συνδικαλιστικής τους δράσης. Ο χρόνος της θητείας του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα στις ανωτέρω ενώσεις λογίζεται ως χρόνος διοίκησης-ειδικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τον ν. 3883/2010.". Η ως άνω διάταξη, ως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 66 παρ. 4 Ν. 4609/2019(ΦΕΚ A 67/3.5.2019), αποτελεί διάταξη νόμου που διέπει τη συνδικαλιστική δράση εν γένει όλων των Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων. Από την γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης αβίαστα προκύπτει ότι τα μέλη των διοικήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων απολαμβάνουν προστασίας απέναντι σε κάθε είδους δίωξη για πράξεις ή παραλείψεις που συνδέονται με την συνδικαλιστική τους δράση. Για την ερμηνευτική προσπέλαση της διάταξης και τον καθορισμό του εύρους της εννοίας της "κάθε είδους δίωξης" καθώς και της χρονικής διάρκειας της προστασίας, απαραίτητη είναι η καταφυγή στις διατάξεις του Συντάγματος, οι οποίες ρυθμίζουν τα της προστασίας των βουλευτών από διώξεις, τόσο κατά τον χρόνο που αυτοί ασκούν τα καθήκοντά τους, όσο και για τον μετά την λήξη της θητείας τους χρόνο, αφού είναι φανερό ότι, κατ' αναλογία αυτών των ρυθμίσεων, συγκροτείται και η αναφερόμενη στην παραπάνω διάταξη προστασία των μελών των διοικήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Οι διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Συντάγματος συγκροτούν το συνολικό πλέγμα της προστασίας της προσωπικής ελευθερίας των βουλευτών από κάθε δίωξη που μπορεί να κινηθεί εναντίον τους, συγκροτούν δηλαδή το ειδικό καθεστώς της προσωπικής τους ελευθερίας. Ειδικότερα, με την διάταξη του άρθρου 61 του Συντάγματος, με το οποίο θεσπίζεσαι το λεγόμενο "ανεύθυνο", προστατεύεται ο βουλευτής από κάθε δίωξη για ποινική, αστική ή πειθαρχική ευθύνη, για γνώμη ή ψήφο που δίνει κατά την άσκηση των καθηκόντων του, προστασία η οποία φυσικά και καλύπτει δια βίου τους βουλευτές. Με την διάταξη του άρθρου 62 του Συντάγματος, θεσπίζεται το "ακαταδίωκτο", με το οποίο προστατεύεται ο βουλευτής από την άσκηση κάθε ποινικής εναντίον του δίωξης για οποιοδήποτε αδίκημα, ανεξάρτητα με το αν η πράξη ή η παράλειψή του σχετίζεται με την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων. Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι με την διάταξη του άρθρου 62 Σ διευρύνεται η παρεχόμενη με το άρθρο 61 προστασία, αφού πέραν της προστασίας από κάθε δίωξη για γνώμη ή ψήφο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, παρέχει επίσης προστασία από ποινική δίωξη για πράξεις που δεν σχετίζονται όμως με την άσκηση των καθηκόντων του. Βέβαια, η διεύρυνση αυτή του άρθρου 62 Σ, είναι σχετική γιατί αφορά μόνο ποινική ευθύνη και όχι κάθε είδους, όπως δηλαδή αυτή του άρθρου 61, ενώ ταυτόχρονα περιορίζεται χρονικά στα όρια της χρονικής περιόδου που είναι κάποιος βουλευτής, μπορεί δε να αρθεί η προστασία αυτή με σχετική άδεια της Βουλής (βλ. για τα παραπάνω Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β', Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας, Σάκκουλα, 1993, σελ. 254, Ε. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Παρατηρητής, 1991, σελ. 395 επ). Προσεγγίζοντας υπό το πρίσμα των παραπάνω την αναφερθείσα στην αρχή του παρόντος διάταξη του άρθρου 30 Γ παρ. 7 εδ. ε' Ν. 1264/1982 σε συνδυασμό με την ρυθμιστική του στόχευση που είναι ο εκδημοκρατισμός του Συνδικαλιστικού Κινήματος και η κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων, εύκολα συνάγουμε την πρόθεση του νομοθέτη να μεταφέρει και να εφαρμόσει την παραπάνω έννοια του "ακαταδίωκτου" και στο χώρο δράσης των διοικήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, προστατεύοντας τα μέλη της διοίκησης τους από κάθε είδους δίωξη, άρα και από ποινική, για κάθε ενέργεια και δράση τους που εκδηλώνεται μέσα στα πλαίσια της συνδικαλιστικής τους δράσης. Τα μέλη των διοικήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων δηλαδή προστατεύονται από την δίωξη, χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό, αλλά μόνο για τις πράξεις που τελούν κατά την δράση τους την συνδικαλιστική. Φυσικά ποιες πράξεις υπάγονται στο πλαίσιο της συνδικαλιστικής τους δράσης κρίνεται κατά περίπτωση από τα δικαστήρια, όταν αυτό απαιτείται. Έτσι έχει κριθεί νομολογιακά ότι υπάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους γεγονότα "που οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ως συντάκτες των ανακοινώσεων αυτών σε βάρος της ενάγουσας και των οποίων έλαβαν γνώση οι αναγνώστες των δημοσιευμάτων για τις ανωτέρω επιμέρους διαλαμβανόμενες αιτίες δεν ήταν πρόσφορα αυτά καθ' αυτά και με τον τρόπο που διατυπώθηκαν κατά τα ανωτέρω επιμέρους διαλαμβανόμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της τελευταίας, δοθέντος πως δεν έπλητταν την ηθική της υπόσταση ως άτομο, αλλά μόνο την ιδιότητά της ως εν γένει πολιτικό και συνδικαλιστικό φορέα, ούτε οι εναγόμενοι είχαν πρόθεση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, αλλά να προασπίσουν τα συνδικαλιστικά συμφέροντα των συναπαρτιζόντων την πρώτη εναγομένη μελών της σωματείων" (βλ. 3136/2018 ΜΠρΠειραιά Τμήμα Εργατικών Διαφορών, αδημ.). Τέλος, αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται αυτοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή τη μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον έχει υποβληθεί παραδεκτώς και μάλιστα κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Η ανωτέρω δε, αιτιολόγηση επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, καθώς η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Τουναντίον, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό που στην πραγματικότητα δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας (ΑΠ 506/2012 ΠοινΧρ. 2013, 22-23 και ΑΠ846/2012 ΠοινΧρ. 2013,116-117και Αδ. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, Δ' έκδοση, εκδ. Σάκκουλα Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 488 επ.). Η ποινική δίωξη, σύμφωνα με το άρθρο 368 περ. γ' ΚΠΔ, κηρύσσεται απαράδεκτη στις περιπτώσεις που υπάρχει δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία ή όταν δεν υπάρχει η έγκληση, αίτηση ή άδεια που απαιτείται για τη δίωξη. Στην τελευταία κατηγορία της έλλειψης άδειας ή αίτησης προς δίωξης πρέπει να περιληφθεί και η έλλειψη οποιοσδήποτε άλλης δικονομικής προϋπόθεσης, η οποία θα καθιστούσε απαράδεκτη την άσκηση ποινικής δίωξης. Ως τέτοια δε λογίζεται και η ρητά προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 30 Γ παρ. 7 εδ. ε' Ν. 1264/1982 απαγόρευση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος μελών της διοίκησης συνδικαλιστικών οργανώσεων λόγω της συνδικαλιστικής τους δράσης. Στην προκειμένη περίπτωση, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι Λ/γός (Φ.ΔΒ) Ν. Γ. του Π., Ανθ/στής (ΤΘ) Ψ. Ι. - Δ. του Δ., Σ/χης (ΣΔΓ) Τ. Α. του Δ. και Πλωτάρχης (Ε) Π. Ε. του Η., κατηγορούνται ότι τέλεσαν από κοινού και κατ' εξακολούθηση το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας Α (ΕΑ) Α. Κ.. Τα επίδικα συκοφαντικά στοιχεία, όμως, όπως προκύπτει από την απαγγελία με συνοπτική ακρίβεια από τον Εισαγγελέα Έδρας της κατηγορίας, όπως αυτή περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. 51/2019 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Ξάνθης, αφορούν σε έκφραση γνώμης από τους κατηγορουμένους υπό την ιδιότητά τους ως μελών διοίκησης συνδικαλιστική οργάνωσης στο πλαίσιο δράσης αυτής. Πρέπει, δηλαδή, να εκληφθούν ως αποτέλεσμα αντιπαράθεσης στο πλαίσιο προάσπισης συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των μελών των αντίστοιχων σωματείων και όχι ως απόδοση προσωπικής μομφής με πρόθεση τρώσης της τιμής και της υπόληψης του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας. Ως εκ τούτου, η ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος των Λ/γού (Φ.ΔΒ) Ν. Γ. του Π., Ανθ/στή (ΤΘ) Ψ. Ι. - Δ. του Δ., Σ/χη (ΣΔΓ) Τ. Α. του Δ. και Πλωτάρχη (Ε) Π. Ε. του Η. για συκοφαντική δυσφήμηση από κοινού και κατ' εξακολούθηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη κατ' εφαρμογή της παρ. 7 εδ. ε' του άρθρου 30 Γ του Ν. 1264/1982, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 66 παρ. 4 του Ν. 4609/2019". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με το ακόλουθο διατακτικό : "
Κηρύσσει, ομόφωνα, την ασκηθείσα, σε βάρος των παραπάνω κατηγορουμένων, ποινική δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (από κοινού και κατ' εξακολούθηση), που φέρεται ότι τελέστηκε από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους στην …. την 23-1-2018 και 28-2-2018 και από τους λοιπούς δύο κατηγορουμένους στην …. την 2-3-2018, απαράδεκτη κατ' εφαρμογή της παρ. 7 εδ. ε' του άρθρου 30 Γ του Ν. 1264/1982, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 50 του Ν. 4407/2016 και όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 66 παρ. 4 του Ν. 4609/2019".
Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Στρατοδικείο Ξάνθης που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, 1) Ν. Γ. του Π., 2) Ψ. Ι. - Δ. του Δ., 3) Τ. Α. του Δ. και 4) Π. Ε. του Η., για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 7 εδ. ε' του άρθρου 30 Γ του Ν. 1264/1982, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το ακατάδιωκτο των αναιρεσιβλήτων, μελών συνδικαλιστικών οργανώσεων εν ενεργεία στρατιωτικών, δεν ισχύει σε περίπτωση πράξεων που είναι προϊόν δόλιας προαίρεσης, όπως η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, για την οποία ασκήθηκε η ένδικη ποινική δίωξη. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμος. Με βάση τα παραπάνω και αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση με αριθμό 101/25-9-2020 του Τριμελούς Στρατοδικείου Ξάνθης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή