Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 760 / 2020    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 760/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Β. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του υπ' αρ. ΚΠ… απαλλοτριούμενου ακινήτου, 2) Χ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του υπ' αρ. ΚΠ ... απαλλοτριούμενου ακινήτου, 3) Β. Ρ. του Ι., συζ. Χ. Μ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του υπ' αρ. ΚΠ … απαλλοτριούμενου ακινήτου, 4) Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη των υπ' αρ. ΚΠ ... απαλλοτριούμενων ακινήτων, 5) Ι. Κ. συζ. Χ. Μ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας των υπ' αρ. ΚΠ ..., ... απαλλοτριούμενων ακινήτων, 6) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του υπ' αρ. ΚΠ ... απαλλοτριούμενου ακινήτου και 7) Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του υπ' αρ. ΚΠ ... απαλλοτριούμενου ακινήτου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο ’τσιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που κατοικοεδρεύουν στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 1/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με είκοσι (20) αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 154/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με αριθμ. καταθ. 15/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 4-3-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου της 15/2015 αίτησης αναίρεσης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ως προς τους 4ο, 5η, 6η και 7η των αναιρεσειόντων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της 15/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 28.11.2018 κλήση των αναιρεσειόντων επαναφέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 8.4.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 15/2015 αίτηση, με την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της 154/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, μετά από ματαίωση της συζητήσεως αυτής κατά την αρμοδίως ορισθείσα δικάσιμο της 17.11.2017. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλομένους λόγους της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά την διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 418/2014). Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (Φ.Ε.Κ. Α' 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 844/2015). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1329/2013). Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του νόμου 4070/2012, που ισχύει και στην ένδικη εκκρεμή υπόθεση, κατ' άρθρο 146 του ν. 4070/2012, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου ως εκ της οποίας το απομένον εις τον ιδιοκτήτη τμήμα υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας αυτού σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την απόφαση περί καθορισμού της αποζημιώσεως προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη, η ιδιαίτερη δε αποζημίωση καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριωμένο τμήμα. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005). Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητος μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος. Με την προαναφερθείσα τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής μειώσεως", της αξίας του απομένοντος τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος όμως "σημαντική" ως αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, το δε δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 96/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. Ολομ. 28/1998, Α.Π. Ολομ. 32/1996). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στην διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δικ. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον ’ρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς, υπό στοιχ. Α1, κατά το πρώτο μέρος τους και Α5 λόγους αναιρέσεως, για όλα τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, όπως αυτά αναφέρονται στο αναιρετήριο, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2, 25 παρ. 1, 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 13 ν. 2882/2001, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 3, 6 και 7 ν. 2882/2001, 1 παρ. Γ1, Γ7 και Γ8 ν. 4152/2013 και της 19928/292/13-5-2013 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών "Θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας Πιστοποιημένων Εκτιμητών", διότι το Εφετείο καθόρισε "εξευτελιστικές" τιμές για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων, "χωρίς να παραθέσει επαρκείς αιτιολογίες και στοιχεία, ώστε να δικαιολογήσει την κρίση του και να αντικρούσει τους ισχυρισμούς τους και χωρίς να εξειδικεύει τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα", προσέτι δε χωρίς να λάβει υπόψη του την πραγματική κατάσταση των ακινήτων τους, ούτε τα συγκριτικά και αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν με επίκληση, ενώ, αντίθετα, έλαβε υπόψη τις δύο εκθέσεις εκτιμήσεως του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών και συγκεκριμένα την από τον Μάρτιο του έτους 2008 (των εκτιμητών Π. και Κ.) με αριθμό .../26.3.2008 και την από τον Οκτώβριο του έτους 2013 (της εκτιμήτριας Γ.) με αριθμό .../4.10.2013, τις οποίες προσκόμισε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αν και αυτές είναι εσφαλμένες, επειδή εκτιμούν την αγοραία αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, η οποία, όμως, σύμφωνα με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, στις οποίες ο καθορισμός της αποζημιώσεως βασίζεται στην "ειδική αξία απαλλοτρίωσης" και, επιπλέον, δεν συνυπολόγισαν την πραγματική κατάσταση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ακινήτων τους, καθώς δεν διενεργήθηκε σε αυτά αυτοψία και δεν λήφθηκαν υπόψη σημαντικά στοιχεία που προσκομίστηκαν. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως, γιατί δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επ' αυτών επικειμένων (παρά μόνο για την μείωση της αξίας του εδαφικού τμήματος που απομένει μετά την απαλλοτρίωση της με ΑΚΠ …ιδιοκτησίας), με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το ζήτημα τούτο, ούτε προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων (όσων είναι ουσιαστικού δικαίου) οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή τους ή ψευδή ερμηνεία, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ενώ, κατά το μέρος των με στοιχ. Α5 λόγων, με το οποίο γίνεται επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών και του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., χωρίς, όμως, στους λόγους αυτούς να περιέχονται πραγματικά περιστατικά που να τους στοιχειοθετούν, αλλά εξαντλούνται στην αναφορά της υπόψη διατάξεως (Α.Π. 1491/2009, Α.Π. 1645/2007), οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1111717/8401/Δ0010/11-1-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ'28/20-1-2007), όπως διορθώθηκε με την επίσης νόμιμη δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. 1082338/5389/Δ0010/8-9-2008 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες της ΓΓΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ και ειδικότερα σε βάρος του έργου ...3/2006 ΣΕ ... του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 653/1977, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "... του Δυτικού Οδικού ’ξονα Β-Ν της Ιόνιας Οδού στο υποτμήμα από χ.θ. 24+200 - χ.θ. 33+531, έκταση συνολικού εμβαδού 606.423,97 τ.μ., κατά τη διορθωτική από το Φεβρουάριο του 2014 έκθεση εκτίμησης, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Μεσολογγίου. Η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων με αρ. σχεδίων ... και των αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων ... Ειδική Υπηρεσία Δημ. Έργων Οδικοί ’ξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ, ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία συντάχθηκαν από την ανάδοχο μελέτης Κοινοπραξία "... Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές ΑΕ και ..." και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της Δ-12 Διεύθυνσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. την 31-5-2006, καθώς και στα ακριβή αντίγραφα των συνταχθέντων στις 30-7-2007 από τους Α Π., Γ. Π., Γ. Κ. και Β. Ν. με κλίμακα 1:1000 και αρ. σχεδίων ... κτηματολογικών διαγραμμάτων και των αντίστοιχων διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων (τεύχη 2) της ΕΥΔΕ - Οδικοί ’ξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων, τα οποία έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ-12 Διεύθυνσης του ίδιου Υπουργείου Ι. Σ. την 28-3-2008. Για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1082338/5389/0010/8-9-2008 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης (διορθωτικοί κτηματολογικοί πίνακες και αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα) της Γ.Γ.Δ.Ε Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί ’ξονες Παραχώρησης ΕΤΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ επακολούθησε και δεύτερη διόρθωση, κατά την οποία συντάχθηκε η από Φεβρουάριος 2014 διορθωτική έκθεση εκτίμησης με αντίστοιχη διόρθωση των κτηματολογικών πινάκων. Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα (34 οικόπεδα και 213 αγροτεμάχια) που αποτυπώνονται στους παραπάνω διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες και διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα με ΑΚΠ:..., ..., ..., ......, στα οποία προβάλλουν δικαίωμα κυριότητος οι καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, οι αιτούντες, ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται στα Δ.Δ. Ευηνοχωρίου και .... Εκτείνονται νοτιοανατολικά του οικισμού ... και μέχρι τη διασταύρωση της Ε.Ο. για το Μεσολόγγι και βρίσκονται σε απόσταση 1.500 μ. από τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. Η χάραξη της νέας οδού κινείται βόρεια της υφιστάμενης Ε.Ο, δυτικά του ποταμού Ευήνου, από την περιοχή του Ευηνοχωρίου μέχρι το Μεσολόγγι, ενδιάμεσα διέρχεται από τους οριοθετημένους οικισμούς "...". Η εγγύς περιοχή είναι κατά βάση γεωργική με εκτεταμένες και συστηματικές καλλιέργειες κυρίως ελαιόδενδρων και κτηνοτροφική. Υπάρχουν βιοτεχνικές - βιομηχανικές χρήσεις στην απαλλοτριούμενη περιοχή, οι οποίες όμως δεν αναιρούν τον αγροτικό χαρακτήρα της, καθώς είναι ελάχιστες και απαντώνται στην περιοχή ... και τον οικισμό .... Οικίες απαντώνται, κυρίως, εντός των κεντρικών σημείων των οικισμών, αλλά και στην περιοχή κοντά στο Μεσολόγγι, ενώ στους άνω οριοθετημένους οικισμούς η δόμηση είναι αραιή προς τα όρια αυτών, με πολλά αδόμητα οικόπεδα, καλλιεργούμενα συστηματικά. Θα μπορούσαν δε να χαρακτηρισθούν ως στάσιμοι από πλευράς δόμησης οικισμοί. Συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τα διερχόμενα από την Ε.Ο. λεωφορεία του ΚΤΕΛ, ενώ από πλευράς υποδομής υπάρχουν δίκτυα όλων των οργανισμών κοινής ωφέλειας, πλην αποχέτευσης. Εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα Ε.Ο., τις επαρχιακές και αγροτικές οδούς και έχουν όλα δυνατότητα σύνδεσης με το δίκτυο ηλεκτροδότησης. Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι οριοθετημένη, εκτός από τους προαναφερόμενους οικισμούς και έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου χρήσεις. Τα απαλλοτριούμενα είναι στην πλειοψηφία τους αγροτικά καλλιεργήσιμα ακίνητα, πεδινά και αρδευόμενα, με εξαίρεση ορισμένα που βρίσκονται εντός οικισμού και έχουν προοπτική για μελλοντική οικοδομική αξιοποίηση, ενώ είναι μεγαλύτερης εμπορικής αξίας εκείνα που είναι άρτια και οικοδομήσιμα, με πρόσωπο μεγαλύτερο των 45 μέτρων στην Ε.Ο. και τις επαρχιακές και ειδικότερα κοντά στους οικισμούς, όπου υπάρχει δυνατότητα να αποκτήσουν κυκλοφοριακή σύνδεση. Χρησιμοποιούνται ως ελαιώνες, αλλά μερικά και για μόνιμες κατοικίες, έχουν μικρή οικοπεδική αξία, βρίσκονται σε καλή θέση, αλλά παρουσιάζουν μέτριο εμπορικό ενδιαφέρον. Έχουν αρτιότητα 4.000 τ.μ. και συντελεστή δόμησης που εξαρτάται από τη χρήση, σύμφωνα με το ΠΔ 24/31.5.1985, εκτός από τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται εντός ορίων οικισμού, καθώς και αυτές που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. ή στο επαρχιακό οδικό δίκτυο, όπου η αρτιότητα διαμορφώνεται στα 2000 τ.μ., ή και μικρότερη. Σημειωτέον, ότι για τους πιο πάνω οριοθετημένους οικισμούς δεν προβλέπεται οικιστική ζώνη πέραν των ορίων αυτών, όπως από τις πράξεις οριοθέτησης αυτών προκύπτει, αλλά και από τους προσκομιζόμενους ορθοφωτοχάρτες της επίδικης περιοχής. Το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο με την αρχική από Μάρτιος του 2008 έκθεση εκτίμησης αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων καθόρισε την αξία αυτών από 7 έως 12 ευρώ/μ2 για τα αμιγώς αγροτεμάχια, από 22-28 ευρώ/μ2 για τα αγροτεμάχια με πρόσωπο στην Ε.Ο., από 38-42 ευρώ/μ2 για αγροτεμάχια εντός ζώνης οικισμού με αρτιότητα ίση ή μικρότερη των 2000 μ2 και από 58-65 ευρώ/μ2 για τα εντός οικισμών οικόπεδα. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με την 1/2012 απόφασή του περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των επιδίκων ακινήτων καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος για μεν την πρώτη κατηγορία ακινήτων από 9,03 έως 26,50 ευρώ/μ2, για τη δεύτερη από 24 έως 42,30 ευρώ/μ2, για την τρίτη από 42 έως 76 ευρώ/μ2 και για την τέταρτη από 70 έως 86,40 ευρώ/μ2. Ειδικότερα, η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης καθορίστηκε για τα ακίνητα με την πιο πάνω απόφαση ως εξής: 1) Αγροί εκτός οικισμού, με ΑΚΠ:...... στο ποσό των 13,54 ευρώ/τ.μ.,...... στο ποσό των 14,96 ευρώ/τ.μ.,........., ...... στο ποσό των 16 ευρώ/τ.μ.,......, ......, στο ποσό των 21,50 ευρώ/τ.μ... 2) Ακίνητα με πρόσωπο στην Ε.Ο. Αντιρρίου - Ιωαννίνων: με ΑΚΠ..., ...... στο ποσό των 25,50 ευρώ/τ.μ.,... ..... στο ποσό των 26 ευρώ/τ.μ... Ήδη, το Ελληνικό Δημόσιο με την από Φεβρουαρίου 2014 διορθωτική έκθεση εκτίμησης που συνέταξε η πιστοποιημένη ορκωτός εκτιμητής Ε. Γ., επικαλούμενο μείωση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ιδίως των αγροτεμαχίων, συνεπεία της οικονομικής κρίσης, αλλά και εσφαλμένη παραδοχή της από Μαρτίου 2008 ανάλογης έκθεσης εκτίμησης ως προς την οικιστική ζώνη των οριοθετημένων εντός της απαλλοτριωθείσας ζώνης οικισμών (... και ...), προσδιορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 10 ευρώ/μ2 για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ......, ..., ...... Για τις ιδιοκτησίες που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο., ήτοι με ΑΚΠ ......, …, ...... σε 15 ευρώ/τ.μ. Για τις ιδιοκτησίες που έχουν πρόσωπο σε σημαντική επαρχιακή ή κεντρική δημοτική οδό, ήτοι με ΑΚΠ... ..., …...... σε 12 ευρώ/τ.μ... Οι άνω ορισθείσες τιμές αποζημιώσεως αποτελούν τις βασικές τιμές μονάδος των ακινήτων, προσαυξανόμενες δε ακολούθως με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου ακινήτου με τους ειδικούς συντελεστές (μέγεθος ακινήτου, καλλιεργούμενο - αρδευόμενο ή μη ακίνητο, έδαφος, προσβασιμότητα κ.λπ.) η τελική τιμή αποζημιώσεως προσαυξάνεται σε ποσοστό 20-25% επί της βασικής τιμής. Τις πιο πάνω τιμές μονάδος της διορθωτικής έκθεσης εκτίμησης υιοθέτησε το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο και με τις προτάσεις τις παρούσας συζήτησης περιόρισε το αίτημα της αιτήσεώς του, προσδιορίζοντας την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στις άνω τιμές, αν και όπως από το συνημμένο στις προτάσεις πίνακα απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών από 10.2.2014 της Γενικής Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η εκτίμηση της Υπηρεσίας αφίσταται αυτών απομειωτικά σε ποσοστό 20% περίπου. Ο περιορισμός αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (υπό στ. 4) είναι παραδεκτός και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατ' άρθρο 223 Κ.Πολ.Δικ., της ιστορικής βάσεως της αίτησης. Οι παραδοχές όμως της επικαιροποιημένης έκθεσης εκτίμησης δεν είναι δυνατόν να υιοθετηθούν απόλυτα από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον, κατά το μέρος που αφορά τα αγροτεμάχια ουδεμία απομείωση της αγοραίας αξίας τους έχει επέλθει συνεπεία της οικονομικής κρίσης, όπως και ο μάρτυρας Ν. Π. καταθέτει, δεδομένου ότι αυτή έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή των πολιτών στον πρωτογενή αγροτικό παραγωγικό τομέα, η παρατηρούμενη δε ύφεση των αγοραπωλησιών στα αγροτικά ακίνητα αποτελεί παροδικό φαινόμενο και δεν επηρεάζει αρνητικά την αξία αυτών. Αντίθετα, ως προς τον ισχυρισμό περί μη υπάρξεως ζώνης οικισμού, πλάτους 500 μέτρων από τα όρια των οριοθετημένων οικισμών ... και ..., οι καθ' ων η αίτηση - αιτούντες δεν επικαλούνται ούτε και αποδεικνύουν ότι υπάρχει τέτοια οικιστική ζώνη με την προσκόμιση σαφών πράξεων χαρακτηρισμού Ζ.Ο, αλλά όλως αορίστως επικαλούνται την ύπαρξή της.
Συνεπώς τα εκτός των οριοθετημένων οικισμών ακίνητα έχουν το χαρακτήρα αγροτεμαχίων με ενδεχόμενη οικοπεδική αξιοποίησή τους ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητα, προσαυξανόμενης όμως της αξίας τους αντανακλαστικά ως εκ της άμεσης γειτνίασης αυτών με τα εντός οικισμού οικόπεδα. Ως συγκριτικά στοιχεία από το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζονται, ελλείψει μεταβιβαστικών κυριότητος συμβολαιογραφικών εγγράφων κατά την τελευταία τετραετία, συνεπεία της οικονομικής κρίσης οι με αριθμ. …2012 του Μ. Πρ. Αγρινίου, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το τμήμα της Ιόνιας οδού από χ.θ. 96 + 587,5 έως χ.θ. 102 + 149,5 από 5,00 έως 9,00 ευρώ/μ2, η με αριθμ. 75/2013 απόφαση του Μ.Πρ.’ρτας, για το τμήμα της Ιόνιας οδού από χ.θ. 106 + 624 έως χ.θ. 115 + 500,3 με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος από 6,00 έως 12,00 ευρώ/μ2. Επίσης για την ίδια απαλλοτρίωση και από χ.θ. 123 + 589 έως χ.θ. 129 + 053,27 προσκόμισε με επίκληση την 59/2013 απόφαση του Μ.Πρ.’ρτας με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος από 1,30 έως 2,50 ευρώ/μ2. Ωστόσο, αν και πρόκειται για απαλλοτρίωση ακινήτων της ίδιας οδού, οι άνω μη οριστικές αποφάσεις αφορούν ακίνητα κείμενα σε άλλες περιοχές της Δυτικής Ελλάδος που διαφέρουν των επιδίκων ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά και, συνεπώς, καθίστανται εν μέρει απρόσφορες ως συγκριτικά στοιχεία. Περαιτέρω, προσκομίζει διάφορα δημοσιεύματα της κτηματαγοράς καθώς και αγγελίες της ιστοσελίδας "...", με αγγελίες πώλησης αγροτεμαχίων, πλην όμως και αυτά είναι απρόσφορα στοιχεία, καθώς δεν πρόκειται για μεταβιβάσεις ακινήτων, αλλά για εκδήλωση ενδιαφέροντος. Εκ μέρους των καθ' ων προσκομίζονται, αντίστοιχα, με επίκληση οι με αριθμ. 114/2010 και 141/2006 αποφάσεις του Μ.Πρ.Κατερίνης, καθώς και οι με αριθμ. 196/2009 και 210/2009 αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας. Όμως, οι άνω αποφάσεις και οι δια αυτών καθορισθείσες τιμές είναι παντελώς απρόσφορες ως συγκριτικό στοιχείο της εκτίμησης των επίδικων ακινήτων, καθόσον απέχουν χρονικά 4-5 έτη από την παρούσα εκτίμηση, λήφθηκαν υπό διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, δεν προκύπτουν δε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου των ακινήτων (έδαφος, μέγεθος απαλλοτριωθέντων, ποιοτικά χαρακτηριστικά, παραγωγικές δυνατότητες κ.λπ.), ώστε να αποτελέσουν πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο. Ο μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου που εξετάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το Ελληνικό Δημόσιο δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρος), ως προς την αξία των απαλλοτριούμενων εκτάσεων και των επικειμένων τους, αναφέρθηκε στην υπ' αριθ. Φ592/8133/26.3.2008 έκθεση εκτίμησης του Σ.Ο.Ε, το οποίο καθόρισε αυτήν, ως προς το έδαφος στις προτεινόμενες με την αρχική αίτηση τιμές. Αντίθετα εξετάστηκαν μάρτυρες μερικών εκ των καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου - ανταιτούντων και συγκεκριμένα εκ μέρους των με αρίθμηση 47ου, 62ου και 63ου των καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντων εξετάστηκε ο Ν. Π., ανεξάρτητος πιστοποιημένος εκτιμητής του παλαιού ΣΟΕ και εκ των συντακτών της από Μάρτιος του 2008 έκθεσης εκτίμησης ακινήτων, ο οποίος χαρακτήρισε ιδιαίτερα συμπιεσμένες τις προτεινόμενες από το Ελληνικό Δημόσιο με τις διορθωτικές εκθέσεις εκτίμησης αξίας των ακινήτων τιμές, επέμενε στην άποψη ότι ως προς τα αγροτικά ακίνητα, λόγω της επιστροφής των πολιτών στον παραγωγικό πρωτογενή τομέα δεν υπάρχει καμία μείωση της αξίας τους, λόγω της οικονομικής κρίσης, ενώ, λόγω της κατασκευής κλειστού αυτοκινητόδρομου, κατά την κρίση του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών, λόγω παροδιότητας για τα επίδικα ακίνητα. Οι λοιποί εξετασθέντες για επιμέρους ακίνητα μάρτυρες αναφέρθηκαν στις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης σε συγκεκριμένα ακίνητα. Μετά από αυτά, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από τις εφετειακές και άλλες αποφάσεις για άλλες απαλλοτριώσεις (προσκομιζόμενες από τους καθ' ων η απαλλοτρίωση), αλλά και την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση και δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, σε συνδυασμό με το ότι από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού (Μάιος 2011) μέχρι σήμερα (Φεβρουάριος 2014) δεν μεσολάβησε ουσιαστική ανατίμηση των αξιών στην επίδικη περιοχή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (14.2.2014) η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα κατωτέρω και στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους. Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες [....]. Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 19.5.2011 έως τη συζήτηση της αιτήσεως για την οριστική αποζημίωση (11.2.2014) παρήλθε έτος. Πρέπει να σημειωθεί ότι για τα ακίνητα εκείνων των δικαιούχων (κυρίων απαλλοτριωθέντων), οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως (είτε ως αιτούντες είτε ως ανταιτούντες, είτε ως κυρίως παρεμβαίνοντες), η αποζημίωση πρέπει να καθορισθεί στο ποσό που καθορίσθηκε προσωρινά με την υπ' αριθ. 1/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου [....]. Διευκρινίζεται ότι οι ανωτέρω τιμές μονάδος (τόσο για το έδαφος, όσο και για τα επικείμενα) ισχύουν όχι μόνο για τα ακίνητα που φέρουν απόλυτο αριθμό αρίθμησης (λ.χ. 15, 20), αλλά και για εκείνα που φέρουν συμπληρωματικό συνοδευτικό γράμμα (λχ. 15Α, 20Α ), βάσει του αναθεωρημένου κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, η αποζημίωση για τα ακίνητα πρέπει να καθοριστεί ως εξής: 1. Έδαφος: Α] Ακίνητα μη παρασταθέντων διαδίκων:... Β] Ακίνητα (αγροτεμάχια) εκτός οικισμού: ΑΚΠ........., ...... στο ποσό των 14 ευρώ/τ.μ., ...... στο ποσό των 16 ευρώ/τ.μ... Γ] Ακίνητα (αγροτεμάχια) με πρόσωπο στην Ε.Ο.: ......, ...... στο ποσό των 23 ευρώ/τ.μ... Δ] Ακίνητα (αγροτεμάχια) με πρόσωπο σε σημαντικό ασφαλτόδρομο: ΑΚΠ......... στο ποσό των 18 ευρώ/τ.μ. ... (βλ. 37ο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως). ΣΤ] ’λλα επικείμενα:...217 θερμοκήπια της υπ' αριθμ. … ιδιοκτησίας (...) προς 15 ευρώ/τ.μ....". (βλ. 43ο φύλλο οπίσθια όψη της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξ άλλου, και καθ' όσον αφορά στο ζήτημα της μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων, εκτός της απαλλοτριώσεως, τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσειόντων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Φεβρουαρίου 2014 έκθεση εκτίμησης …εναπομενόντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών που συνέταξε η πιστοποιημένη ορκωτή εκτιμητής ’. Μ., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες από τους καθ' ων η αίτηση τεχνικές εκθέσεις ειδικών επιστημόνων, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απαλλοτριωθέντων ακινήτων συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και, επομένως, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη ειπώθηκαν επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά. Ειδικότερα:... "124] η με ΑΚΠ ... εκτός οικισμού ιδιοκτησία Χ. Μ., έχει εμβαδόν 8.265,29 μ 2, πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 7.037,19 μ2 και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1228,10 μ2, το οποίο διατηρεί την υπάρχουσα πρόσβαση, όμως καθίσταται ασύμφορη η αγροτική του εκμετάλλευση, λόγω σχήματος και μικρού εμβαδού, ενώ καθίσταται και μη οικοδομήσιμο (βλ. από Ιανουαρίου 2011 τεχνική έκθεση Α. Π.). Πρέπει επομένως να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 30% της αξίας του..." (βλ. 59ο φύλλο, οπίσθια όψη, της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα πιο πάνω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσειόντων και των εντός αυτών επικειμένων στα προαναφερθέντα ποσά, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της πληττομένης αποφάσεώς του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αυτών, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων, την θέση των απαλλοτριουμένων, την φύση τους, τις εκθέσεις της εκτιμητικής επιτροπής και των ανεξάρτητων εκτιμητών, την 1/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως, τις τιμές μονάδας αποζημιώσεως που καθορίστηκαν από το ίδιο δικαστήριο και από άλλα για απαλλοτριωμένα ακίνητα στην ίδια περιοχή με σχετικές αποφάσεις τους, οι οποίες προσκομίστηκαν σ' αυτό ως συγκριτικά στοιχεία, τα υπόλοιπα συγκριτικά στοιχεία που παρατίθενται στην απόφασή του και, επιπλέον τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον χρόνο της συζητήσεως. Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από την συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των προαναφερθέντων επικειμένων που προσδιόρισε από εκείνη που αναφέρουν οι πιο πάνω ανεξάρτητοι εκτιμητές στις εκθέσεις τους, καθώς και από εκείνη που προκύπτει κατά το αντικειμενικό σύστημα, χωρίς να είναι υποχρεωτικές, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, οι κρίσεις των ανεξάρτητων εκτιμητών και της εκτιμητικής επιτροπής. Ακόμη παρέθεσε για το προαναφερθέν ακίνητο τους λόγους για τους οποίους το απομένον τμήμα υφίσταται υποτίμηση της αξίας του και καθόρισε με βάση αυτούς το ποσοστό μειώσεως της αξίας αυτού.
Συνεπώς, οι ως άνω, υπό στοιχ. Α1 και Α5, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κατά το μέρος αυτών, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τους ίδιους λόγους (υπό στοιχ. Α1 και Α5) και κατά το υπόλοιπο μέρος τους, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται πλέον, υπό το πρόσχημα της εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειας, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά ζητήματα και, συνεπώς, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι. Κατά την διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Α.Π. 87/2013). Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος. Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον ’ρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δικ.). Στην προκειμένη περίπτωση με τους ίδιους πιο πάνω, υπό στοιχ. Α1, λόγους της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτά, πρώτη φορά, στο παρόν Δικαστήριο, η αιτίαση ότι "...οι αιτιολογίες και διατάξεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατικές και λίαν ανεπαρκείς". Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι δεν προσδιορίζεται ποία είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 570/2010), η οποία, και μόνο αυτή, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, με την επισήμανση ότι όσα εκθέτουν οι αναιρεσείοντες ανάγονται σε αντιφάσεις και ανεπάρκειες, κατ' αυτούς, του αιτιολογικού της προσβαλλομένης ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού της.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Α.Π. Ολομ. 11/1996, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421 - 425/2009). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Α.Π. Ολομ. 14/2004, Α.Π. 87/2013). Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (Α.Π. 87/2013). Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1455/2009, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 94/2008). Ειδικότερα, η μη λήψη υπόψη των εγγράφων που συγκαταλέγονται στα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δικ. αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο, αλλά ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με το εδάφιο γ' του οποίου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται και στην δίκη προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 19 παρ. 9 και 10, 20 παρ. 6 και 8 ν. 2882/2001 (Α.Π. 1359/2010, Α.Π. 124/2009), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 1456/2014, Α.Π. 292/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς, υπό στοιχ. Α2, λόγους της αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττομένη απόφαση, με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 11 του Κ.Πολ.Δικ., τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) τους ισχυρισμούς τους που προέβαλαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για το ότι τα ακίνητά τους έχουν πλεονεκτήματα και ιδιαίτερα, το καθένα, χαρακτηριστικά (είναι άρτια, οικοδομήσιμα, αρδευόμενα, με αυξημένες δυνατότητες οικοπεδικής και αγροτικής αξιοποιήσεως, πληρούν τις προϋποθέσεις για κυκλοφοριακή σύνδεση, βρίσκονται σε μικρή απόσταση από την Εθνική Οδό και σε απόσταση μικρότερη των 500 μ. από το όριο του οικισμού ή ακόμα και εντός της ζώνης οικισμού), βάσει των οποίων η αξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που καθόρισε το Εφετείο και 2) τα αναφερόμενα, σε καθένα λόγο ξεχωριστά, αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις, ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, τεχνικές εκθέσεις, μεταξύ των οποίων της αγρονόμου και τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ., του οικονομολόγου - ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων Γ. Κ., του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Π., καθώς και τους σχετικούς κτηματολογικούς πίνακες, τα κτηματολογικά διαγράμματα και τις οριζοντιογραφίες της μελέτης για την κατασκευή της ...), τα οποία δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε ειδικά, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση. Οι λόγοι αυτοί: 1) από τον αριθμό 8, είναι, κυρίως, απαράδεκτοι, διότι: α) δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, τα οριζόμενα, περιοριστικώς, στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δικ. αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, β) οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, ως προς την αξία των εδαφικών εκτάσεών τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και, συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα που επιδρούν στην αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, γ) με το πρόσχημα αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το παραπάνω ζήτημα και δ) σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και, εκ του πράγματος, τους απέρριψε και 2) από τον αριθμό 11 εδ. γ', είναι αβάσιμοι, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου ρητά αναφέρει (33ο φύλλο, οπίσθια όψη αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου. Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν και συγκεκριμένα σε μεγαλύτερες τιμές μονάδας αποζημιώσεως, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Κατά την διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Α.Π. Ολομ. 25/2003, Α.Π. 845/2009), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων ή των επικειμένων τους (Α.Π. 998/2011, Α.Π. 21/2010, Α.Π. 124/2009). Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, για την θεμελίωση του προβλεπομένου απ' αυτήν λόγου αναιρέσεως, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται με βάση την διάταξη αυτή, πρέπει να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποίο είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεώς του. Εξάλλου, ο ίδιος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου. Η τελευταία αυτή κρίση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ανέλεγκτη από τον ’ρειο Πάγο (Α.Π. 1491/2009). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους ίδιους, υπό στοιχ. Α2, λόγους αναιρέσεως, γίνεται επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 9, 12 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., χωρίς όμως να προβάλλονται συγκεκριμένες αιτιάσεις. Επομένως, και κατά τούτο, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους (Α.Π. 1491/2009, Α.Π. 1645/2007). Σε κάθε περίπτωση, όμως, με την εκδοχή ότι οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις ότι δεν έγιναν δεκτά τα αιτήματά τους να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους στο ύψος των ποσών που ζήτησαν αυτοί, αλλά καθορίστηκαν σε μικρότερο ύψος, δεν θεμελιώνονται οι παρόντες λόγοι: α) του αριθμού 9, αφού τα αιτήματά τους έγιναν, κατά ένα μέρος, δεκτά, κατά μερική παραδοχή των αιτήσεών τους (Α.Π. 844/2015, Α.Π. 588/2014), β) του αριθμού 12, καθόσον δεν προσδιορίζεται, πρωτίστως, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και σε ποίο επακριβώς αποδεικτικό μέσο και γ) του αριθμού 19, γιατί, με το πρόσχημα της παραβιάσεως της διατάξεως αυτής, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς τα ζητήματα αυτά (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) και, συνακόλουθα, οι παρόντες λόγοι είναι απαράδεκτοι και για την αιτία αυτή.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσειόντων Χ. Μ. και Ι. Κ. αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία τους. Η αιτίαση αυτή κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, καθ' όσον η ως άνω ιδιοκτησία (...) αποτελεί τμήμα της ΑΚΠ ... ιδιοκτησίας, όπως οι ίδιοι οι ως άνω αναιρεσείοντες δέχονται, για την τελευταία δε αυτή ιδιοκτησία (ΑΚΠ ...) έχει καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως στο ποσό των 14 ευρώ/τ.μ. (65ο φύλλο οπίσθια όψη). Στην προσβαλλομένη απόφαση επίσης αναφέρεται, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της (προσβαλλομένης αποφάσεως), ότι "οι ανωτέρω τιμές μονάδος.... ισχύουν όχι μόνο για τα ακίνητα που φέρουν απόλυτο αριθμό αρίθμησης (λ.χ. 15, 20), αλλά και για εκείνα που φέρουν συμπληρωματικό συνοδευτικό γράμμα (λ.χ. 15Α, 20Α) βάσει του αναθεωρημένου κτηματολογικού πίνακα)".
Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 9 και 20 παρ. 6 του ν. 2882/2001, τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται στην διαδικασία τόσο της προσωρινής όσο και της οριστικής αποζημιώσεως είναι τα προβλεπόμενα από τον Κ.Πολ.Δικ. (άρθρο 339), με εξαίρεση τις ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η δυνατότητα αυτή επικλήσεως αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, άρα και κάθε είδους εγγράφων, με εξαίρεση τα πλαστά και τα μη γνήσια έγγραφα (Α.Π. 277/2010), δικαιολογείται από το ότι στην δίκη της απαλλοτριώσεως, με την χρήση τους, επιτυγχάνεται ταχύτητα της διαδικασίας και περιορισμός των δικαστικών εξόδων. Εξάλλου, η τυπικότητα των κανόνων αυστηρής αποδείξεως δεν συνάδει με την ανάγκη για ταχεία και ολιγοδάπανη διαδικασία καθορισμού της αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα. Περαιτέρω, η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων στην εν λόγω δίκη γίνεται ελεύθερα από το δικαστήριο στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος, όπως προβλέπεται ρητά στις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 10 εδάφ. α' και 20 παρ. 8 ν. 28882/2001 (Α.Π. 209/2019). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Α.Π. 49/2015, Α.Π. 1047/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς, υπό στοιχ. Α3, λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 εδάφ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των εντός αυτών επικειμένων και, συνακόλουθα, για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεώς τους, τις προαναφερόμενες δύο εκθέσεις εκτιμήσεως του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, οι οποίες, όμως, για τις αιτίες που εκτέθηκαν στην αρχική σκέψη της παρούσας, αναφορικά με τους Α1 και Α5 λόγους της αναιρέσεως, είναι εσφαλμένες. Οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος τους τούτο, είναι αλυσιτελείς, διότι, και με την εκδοχή ότι αληθεύουν οι ισχυρισμοί που τους θεμελιώνουν, το δικαστήριο της ουσίας μπορούσε να λάβει υπόψη τις εκθέσεις αυτές, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων για το απαράδεκτο των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων (που αποτελούν συγχρόνως και στοιχεία της προδικασίας, κατ' άρθρ. 17 παρ. 3 ν. 2882/2001), προβλήθηκαν στο Εφετείο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 74/2008, Α.Π. 1419/2007). Κατά τα λοιπά, με τους ίδιους λόγους γίνεται επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με την απλή αναφορά της διατάξεως αυτής, χωρίς, όμως, να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να τους στοιχειοθετούν. Επομένως, οι λόγοι αυτοί, κατά το ως άνω μέρος τους, είναι αόριστοι. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, κατά το συγκεκριμένο μέρος τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις μαρτυρικές καταθέσεις και στα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να στηρίξει στα πιο πάνω έγγραφα (που αφορά ο αναιρετικός αυτός λόγος) αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π. Ολομ. 15/2000, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1059/2017, Α.Π. 841/2017, Α.Π. 386/2017). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 189 του Κ.Πολ.Δικ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, που οφείλεται από απαλλοτρίωση στον δικηγόρο του για την σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (Ολομ.Α.Π. 17/ 2000, ΑΠ 502/2005). Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 2 παρ. 1 περ. α' , 3, 19 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, που παρέχει τις υπηρεσίας του στο δικαιούχο της αποζημιώσεως, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημιώσεως, επιπρόσθετα δε ότι βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημιώσεως και φαλκιδεύεται αυτή κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημιώσεως (ΑΠ 875/2019, ΑΠ 1681/ 2018, ΑΠ 78/2018, 1175/2015, ΑΠ 844/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους επιγραφόμενους ως 1ο και 5ο λόγους αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 4 Ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6 ΕΣΔΑ, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Συντάγματος και 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις αυτές με το να μην επιδικάσει τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας στην επιδικασθείσα δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1, 12, 17 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.). Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ανταιτήσεως που οι αναιρεσείοντες με αύξ. αριθμ. αναιρετηρίου: 4ος (Χ. Μ.), 5η (Ι. Κ.), 6η (Α. Κ.) και 7η (Ι. Σ.), άσκησαν παραδεκτώς με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν στις 27.9.2013, υπέβαλαν σχετικό αίτημα. Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, παρά την παραδεκτή υποβολή του αιτήματος αυτού, δεν επεδίκασε τον αναλογούντα στην δικηγορική αμοιβή φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Συνεπώς, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες οι συναφείς ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον θεμελιωτικό των λόγων αυτών ισχυρισμό τους δεν είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα. Ειδικότερα, αίτημα περί επιδικάσεως του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας στην δικηγορική αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των τότε αιτούντων και ήδη 1ου, 2ης και 3ης των αναιρεσειόντων δεν είχε υποβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ανταιτήσεως που ασκήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις τους, που κατατέθηκαν στις 27.9.2013. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον το ως άνω αίτημα υποβάλλεται για πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. εξαιρέσεις, οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, κατά τα προεκτεθέντα (Α.Π. 209/2019, Α.Π. 875/2019, Α.Π. 1681/2018, Α.Π. 1615/2017, πρβλ. Α.Π. 78/2018). Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχήν των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τους με αύξ. αριθμ. αναιρετηρίου: 4ο (Χ. Μ.), 5η (Ι. Κ.), 6η (Α. Κ.) και 7η (Ι. Σ.) και μόνο κατά το μέρος αυτής που αφορά στην επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης στους ανωτέρω αναιρεσείοντες και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012), να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα των ως άνω αναιρεσειόντων και να καταδικασθεί το υπόχρεο προς αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει ως δικαστική δαπάνη των ως άνω αναιρεσειόντων (για τους οποίους οι συναφείς αναιρετικοί λόγοι έγιναν δεκτοί) για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, στις δίκες του προσωρινού και του οριστικού προσδιορισμού, το ποσό των 900 (300 + 600, αντίστοιχα) ευρώ, την αμοιβή του (πληρεξουσίου δικηγόρου τους), υπολογιζόμενη σε ποσοστό 1% για την σύνταξη της ανταιτήσεως που ασκήθηκε με τις προτάσεις, επί του ποσού της οριστικής αποζημιώσεως που τους οφείλεται για την απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών τους, καθώς και τον ανάλογο Φ.Π.Α. επί της ως άνω αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου τους. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στους καταθέσαντες τούτο ως άνω αναιρεσείοντες, λόγω της μερικής νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των ως άνω αναιρεσειόντων [4ου (Χ. Μ.), 5ης (Ι. Κ.), 6ης (Α. Κ.) και 7 (Ι. Σ.)], που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), τα οποία ορίζονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/ 1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ.) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/18-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται στο διατακτικό, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναιρέσεως κατ` αποφάσεως εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001) (Α.Π. 148/2018). Τέλος, δεν πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των λοιπών αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.) δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, διότι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, αυτό (αναιρεσίβλητο) παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα περί επιδικάσεως δικαστικής δαπάνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 154/2014 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, κατά το μέρος αυτής που αφορά στο κεφάλαιο της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης στους με αύξ. αριθμ. αναιρετηρίου 4ο, 5η, 6η και 7η αναιρεσείοντες.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ως άνω αναιρεσείοντες ως δικαστική δαπάνη για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους το ποσό των 900 ευρώ, την αμοιβή αυτού (πληρεξουσίου δικηγόρου τους), υπολογιζόμενη σε ποσοστό 1% για την σύνταξη της ασκηθείσας με τις προτάσεις ανταιτήσεώς τους επί του ποσού της αποζημιώσεως που τους οφείλεται για την απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών τους, καθώς και τον ανάλογο Φ.Π.Α. επί της ως άνω αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου τους.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο ως άνω αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των ως άνω (4ου, 5ης, 6ης και 7ης) αναιρεσειόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή