Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 387 / 2019    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 387/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χάρη Νεκτάριο Βασιλειάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πέρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2018 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/5/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 72/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 18-6-2015 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 52/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε απορριφθεί ,ερήμην της αναιρεσείουσας, η κύρια βάση της από 9-1-2004 κατ' αυτής αγωγής του αναιρεσίβλητου ως αόριστη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής τη δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 102.717,53 ευρώ ,με το νόμιμο τόκο από 1-6-2001 έως την εξόφληση, με βάση τις διατάξεις περί αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ) .
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 2/2011). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω άρθρων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 22/2018,ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 748/2011 ). Επομένως, η μη προσφυγή στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, προκειμένου περί ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 113/2017,ΑΠ 599/2004). Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμούς 8 και 14 του Κ.Πολ. Δ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1392/2017, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 992/2010). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από (ανέλεγκτη αναιρετικώς) εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής ή έφεσης ή προτάσεων αναφορικά με περιεχόμενη σ' αυτές ένσταση κ.λ.π. οπωσδήποτε δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ( ολ ΑΠ 3/1997,ΑΠ 114/2013, ΑΠ 1291/2010 ) .
Τέλος, κατά το άρθρο 873 ΑΚ,<< Η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό .>> Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης , ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι' αυτό δε και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας. Αν δηλαδή, στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν ν' αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Διότι η διάταξη του εδ. β' του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας) (Ολ. ΑΠ 2088/1986, ΑΠ 654/2014, ΑΠ 114/2013, ΑΠ 748/2011). Για το ορισμένο της αγωγής από σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους ,ο ενάγων δανειστής οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με περιεχόμενο την αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους, από το οποίο ( περιεχόμενο) να προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία. Η ανωτέρω σύμβαση (αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους ) διαφέρει από τη σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, η οποία δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως διεπόμενη από το άρθρο 361 αυτού, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικά για τους συμβαλλόμενους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη. Η σύμβαση αυτή (αιτιώδης αναγνώριση χρέους ) καταρτίζεται, σε αντίθεση με την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, κατ' αρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μιας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο. Για της πληρότητα της αγωγής από αιτιώδη αναγνώριση χρέους ,όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωριζόμενο χρέος ,αρκεί παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία γι αυτήν ( ΑΠ 294/2018, ΑΠ 1086/2017 , ΑΠ 1424/ 2017, ΑΠ 1279/2012, ΑΠ 713/2012). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 9-1-2004 αγωγής ,όπως περιορίστηκε ως προς το αιτούμενο ποσό, προκύπτει ότι σ' αυτήν εκτίθεται ότι με το από 13-11-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης εταιρίας ,νόμιμα εκπροσωπούμενης, η εναγόμενη αναγνώρισε ότι οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 35.001.000 δρχ ,προερχόμενο από δάνειο του τελευταίου προς την εναγόμενη , και ανέλαβε την υποχρέωση να το εξοφλήσει από 1-6-2001 μέχρι την 31-12-2003 με επιτόκιο 7% ετησίως. Ότι η μη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού θα δικαιολογείτο από λόγους ανώτερης βίας οριζόμενους συγκεκριμένα ως: 1) η απόλυτα κακή τουριστική χρονιά, 2) περίπτωση πολέμου, 3) σοβαρή αιτία που εμποδίζει την εναγομένη να καταβάλει τα οφειλόμενα . Ότι αν και έχει παρέλθει η συμφωνηθείσα προθεσμία επιστροφής του οφειλόμενου ποσού ,η εναγόμενη , παρά τις οχλήσεις της και παρά το γεγονός ότι δεν συντρέχει κανένας από τους οριζόμενους στο ιδιωτικό συμφωνητικό λόγους ανώτερης βίας, αρνείται να το καταβάλει. Με βάση τα ανωτέρω ζητείται, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ισόποσο της οφειλής σε ευρώ ,ήτοι 102.717,53 ευρώ ,με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή είναι νόμιμη (άρθρο 873 ΑΚ) και πλήρως ορισμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη γέννηση αξίωσης του ενάγοντα κατά της εναγόμενης από αφηρημένη αναγνώριση χρέους και συγκεκριμένα η έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, με την οποία α) αναγνωρίζεται από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης σαφώς και κατηγορηματικώς η ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής σε βάρος της εναγόμενης, με γενικόλογη και εντελώς αόριστη αναφορά στην αιτία της αναγνωριζόμενης οφειλής και β) ρυθμίζεται ο τρόπος καταβολής της αναγνωρισθείσας αξίωσης (χρόνος και επιμέρους ποσά ), καθώς και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτή καθίσταται απαιτητή, δηλαδή εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που πληρούν την νομική έννοια της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, αφού, από τα εκτιθέμενα, συνάγεται με σαφήνεια, ότι τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν νέα αυτοτελή ενοχή, ανεξάρτητη από την αιτία . Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για το ορισμένο της αγωγής δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του εάν οι διάδικοι συμφώνησαν νέα ενοχή ανεξάρτητη από την παλαιά ή επιβεβαίωσαν προϋφιστάμενη ενοχή λόγω της ενεργοποίησης του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 873 εδ β ΑΚ, είναι πλεοναστική, τεθείσα προς ενίσχυση της κρίσης της αφ ενός περί του ότι η αγωγή θεμελιώνεται στη διάταξη περί αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και αφ ετέρου περί της δυνατότητας ερμηνείας της σύμβασης σε περίπτωση διαπίστωσης κενού κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθμούς 1 ,8 και 14 Κ.Πολ. Δ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο αρκέστηκε για το ορισμένο της αγωγής σε στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα από τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 873 του Α.Κ. και ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω της νομικής και ποσοτικής αοριστίας της, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και μέσω αυτών, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ , καθόσον οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, δεν εφαρμόζονται ,όμως, για την ερμηνεία διάταξης ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι η προαναφερόμενη διάταξη . Επομένως, η μη προσφυγή από το Εφετείο, κατά την εξέταση του ορισμένου και τη νομιμότητας της αγωγής , στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες , προκειμένου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ , δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθμό 1 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό, με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα , είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ) , κατά το μέρος που έκρινε την ένδικη αγωγής ως ορισμένη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , διότι, όπως προαναφέρθηκε, τυχόν σφάλμα της απόφασης συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης, η οποία προϋποθέτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ( ΑΠ 210/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 24/1992, Oλ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης ( ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 816/2017,ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 72/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Με το από 16-11-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει τίτλο << Ιδιωτικό Συμφωνητικό -Δήλωση Αναγνώρισης>> συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι αναγνωρίζεται οφειλή και υποχρέωση ποσού 35.001.000 δρχ εντός τριών ετών από 01-06-2001 έως 31-12-2003 με τόκο 7% ετησίως ,σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ήτοι ποσό 3.000.000 δρχ στις 25/07,ποσό 3.000.000 δρχ στις 25/08 ,ποσό 2.850.000 δρχ στις 25/09 και ποσό 2.817.000 δρχ στις 25/10 ,εντόκως από 01-01-2001και εξόφληση στις 31/12 κάθε έτους. Ο δεύτερος των συμβαλλομένων αποδέχεται την ως άνω συμφωνία και ουδεμία άλλη απαίτηση έχει. Η ως άνω συμφωνία είναι δυνατόν να διακοπεί μόνο για λόγους ανωτέρας βίας (όπως σεισμός, πόλεμος) οπότε συνεπάγεται κακή τουριστική χρονιά ,με αποτέλεσμα η εναγόμενη να μεταφέρει τις υποχρεώσεις της για την αμέσως επόμενη χρονιά. Η ανωτέρω σύμβαση φέρει τη μορφή της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους ΑΚ 873. Όλες οι ανωτέρω επιμέρους ημερομηνίες παρήλθαν άπρακτες χωρίς η εναγόμενη να προβεί σε κάποια καταβολή έστω και μερική. Ενώ ούτε οι οριζόμενοι στο ανωτέρω συμφωνητικό λόγοι ανώτερης βίας που θα εμπόδιζαν τις καταβολές συνέτρεξαν. Αντίθετα το ξενοδοχείο ιδιοκτησίας της εναγομένης ευρισκόμενο στην περιοχή … της νήσου … δυναμικότητας 500 κλινών λειτουργεί απρόσκοπτα. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι με την μη αναγραφή στο δικόγραφο όλων των στοιχείων της υποκείμενης σχέσης, δηλαδή το ποσό, τον χρόνο ,τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου αδυνατεί να υπερασπιστεί το εταιρικό συμφέρον και ως εκ τούτου αρνείται τη δέσμευση του νομικού προσώπου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος προεχόντως διότι τα μέρη δεν επιθυμούσαν να συνδέσουν τη δήλωση περί αναγνώρισης χρέους με το κύρος και τα όποια άλλα ζητήματα της αρχικής αιτίας . Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν επιβεβαίωσαν απλά μια προϋφιστάμενη ενοχική σχέση αλλά δημιούργησαν νέα ενοχή και μάλιστα αναιτιώδη. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ατομικό δάνειο του Τ. Κ. ,αμφισβητεί ότι κάτωθι της υπογραφής του τελευταίου βρίσκεται η εταιρική σφραγίδα διότι λόγω παραβίασης του άρθρου 1 του καταστατικού η αναγνώριση είναι ανυπόστατη ως προς την εταιρεία. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Στο επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό ο Τ. Κ. αναφέρεται ρητά ότι ενεργεί ως εκπρόσωπος της εναγομένης, το δε δυσδιάκριτο της κάτωθι της υπογραφής του φερόμενης σφραγίδας δεν μπορεί να επιστηρίξει κρίση ότι ανέλαβε ατομική και όχι εταιρική υποχρέωση . Σύμφωνα με το άρθρο 13 του καταστατικού της εναγομένης για τη δέσμευση της εταιρείας, την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης αυτής και την κατάρτιση κάθε σύμβασης με τρίτους απαιτείται υποχρεωτικώς προηγούμενη απόφαση του Δ.Σ και η υπογραφή του Προέδρου και Δ.Συμβούλου ή των πληρεξουσίων τους υπό την εταιρική επωνυμία. Την 6-05-1999 καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ το από 28-04-1998 Πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης από το οποίο προκύπτει ότι αυτό ανασυγκροτήθηκε σε σώμα ως κατωτέρω : 1.Τ. Α.Κ.ς -Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, 2. Α. Α.Κ. - Αντιπρόεδρος, 3. Δ. Α.Κ. - Μέλος,4. Ά. Α. Κ.άννη -Μέλος, και 5. Δ. Κ. του Μ. - Μέλος. Την εταιρεία εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα οι κατωτέρω :1. Τ. Α.Κ., 2. Α. Α. Κ. .Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου έληγε στις 30-06-2001. (βλ. ΦΕΚ αριθμός φύλλου 6765/18-08-1999). Επομένως ο Τ. Κ. όταν συμβλήθηκε ως εκπρόσωπος της εναγομένης διέθετε εκπροσωπευτική εξουσία. Να σημειωθεί ότι η όποια παραβίαση διατάξεων του καταστατικού, όταν ο νομοθέτης δεν την συνδέει με ποινή ακυρότητας αφορά τις εσωτερικές σχέσεις δηλαδή είναι ζήτημα διαχείρισης και όχι τις προς τα έξω σχέσεις της εταιρείας με τρίτους ,δηλαδή δεν αποτελεί ζήτημα εκπροσώπ ησης. Επειδή δεν αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για ατομική οφειλή του Τ. Κ. είναι ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η μετακύλιση του συγκεκριμένου δανείου δια του ένδικου ιδιωτικού συμφωνητικού σε βάρος της εταιρείας αποτελεί απαγορευμένη από το άρθρο 23 Α του Ν. 2190/1920 αναδοχή χρέους με το επιχείρημα από το μείζον στο έλασσον ότι δηλαδή αφού απαγορεύεται ακόμη και είναι άκυρη η παροχή εγγυήσεων (έλασσον ) απαγορεύεται κα είναι άκυρη η αναδοχή χρέους από την εταιρεία ή η αναγνώριση χρέους(μείζον ). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ 1 εδ.β του ν. 2190 /1920 ,πράξεις του Δ.Σ ακόμη και εάν είναι εκτός εταιρικού σκοπού δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους εκτός αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να την γνωρίζει. Η ανωτέρω διάταξη είναι ειδική και αποκλείει την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 235 ΑΚ. Επομένως ο ισχυρισμός ότι συντρέχει περίπτωση οιονεί αυτοδικαιοπραξίας - αυτοσύμβασης και ότι υφίσταται πράξη καθ υπέρβαση του εταιρικού σκοπού πρέπει απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε τέτοια γνώση από τον αντισυμβαλλόμενο τρίτο.>> Το Εφετείο με το να δεχτεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι ο Τ. Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας-εναγόμενης, αναγνώρισε εγγράφως το χρέος της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο- ενάγοντα με το από 16-11-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό ,στο οποίο περιλαμβάνεται σαφής και αναμφίβολη δήλωση για την ένδικη αναγνώριση, περαιτέρω δε συμφώνησε για τον τρόπο καταβολής της αναγνωρισθείσας αξίωσης (χρόνο και επιμέρους ποσά), καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτή καθίσταται απαιτητή, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και δικαιολογούν την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. Περαιτέρω το Εφετείο κατά την εκφορά του αποδεικτικού πορίσματός του δεν διέγνωσε την ύπαρξη ασάφειας ή αμφιβολίας ,ούτε προσέφυγε στην εφαρμογή της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 873 εδ β ΑΚ, ούτε όφειλε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης περί παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 873,173,200 ΑΚ, για το λόγο ότι η διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ εφαρμόστηκε εσφαλμένα δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του ερμηνευτικού κριτηρίου του εδ. β του άρθρου 873 ΑΚ, ενώ οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν εφαρμόστηκαν ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους , επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Επίσης με το συναφή τρίτο υπό στοιχείο E λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλοντας ότι το Εφετείο εσφαλμένα ενεργοποίησε την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 873 εδ.β ΑΚ παρά την έλλειψη, άλλως ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ζητήματα της <<αμφιβολίας>> και <<πρόθεσης των μερών>> για δημιουργία αναιτιώδους ενοχής, ήτοι αποσύνδεσης του χρέους από την αιτία του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συνεπώς αβάσιμος, αφού από όσα ανωτέρω ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα ,προκύπτει ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ερμηνεία της επίδικης μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης, ούτε ενεργοποίησε την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 873 εδ.β ΑΚ.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ακόλουθα ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,
α) της σαφούς πρόθεσης των μερών για την κατάρτιση αναιτιώδους σύμβασης, δεχθέν ,εκτός των άλλων, ότι << τα μέρη δεν επιθυμούσαν να συνδέσουν τη δήλωση περί αναγνώρισης με το κύρος και τα όποια άλλα ζητήματα της αρχικής αιτίας, αυτός δε ήταν και ο λόγος που δεν επιβεβαίωσαν απλά μια προϋφιστάμενη ενοχική σχέση αλλά δημιούργησαν νέα ενοχή και μάλιστα αναιτιώδη>>,
β) της κατάρτισης τόσο της σύμβασης δανείου όσο και της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους μεταξύ των διαδίκων, στις οποίες ο μεν αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα του δανειστή, η δε αναιρεσείουσα του οφειλέτη, δεχθέν ότι η αναγνωρισθείσα αξίωση προερχόταν από δάνειο του αναιρεσίβλητου προς την αναιρεσείουσα και δεν επρόκειτο για ατομική οφειλή του Τ. Κ., νομίμου εκπροσώπου της , γ) της μη μετακύλισης στην αναιρεσείουσα ατομικού χρέους του Τ. Κ.( άρθρο 23 Α του ν. 2190/1920), δεχθέν όσα ανωτέρω αναφέρονται υπό στοιχείο β . Οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων εφαρμοσθεισών από εκείνο ουσιαστικού δικαίου διάταξεων του άρθρου 873 ΑΚ και 23 Α του ν. 2190/1920(για την απόρριψη της ένστασης) ,και επομένως , η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, περαιτέρω δε περιλαμβάνει ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις .
Συνεπώς,
α) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης , κατά το μέρος του , με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το αναιτιώδες της ένδικης σύμβασης ,
β) ο τρίτος υπό στοιχείο Δ λόγος αναίρεσης , με το οποίο ,κατ εκτίμηση , αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την ταυτότητα των συμβληθέντων στο δάνειο και στην αφηρημένη αναγνώριση χρέους και
γ) ο τρίτος υπό στοιχείο ΣΤ λόγος αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 23 Α του ν. 2190/1920 ένστασης, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμό 8 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 120/2018 ). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003 ). Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός(ΑΠ 421/2009).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ 1 εδ. β του ν. 2190/1920 << περί ανωνύμων εταιρειών>>, << Πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου ,ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους ,εκτός αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει>>. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 330 τελ εδ του ΑΚ αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές . Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η ανώνυμη εταιρεία δεσμεύεται από τις εκτός εταιρικού πράξεις του διοικητικού της συμβουλίου εκτός αν αποδειχθεί ότι ο αντισυμβαλλόμενος τρίτος γνώριζε ή από αμέλεια αγνοούσε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ,η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν αυτός δεν καταβάλλει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές ,δηλαδή την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος του κύκλου δραστηριότητάς του .
Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο υπό στοιχείο Α λόγο αναίρεσης ,αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο , παρά τον νόμο ,κατά προφανή υπέρβαση του συζητητικού συστήματος, δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό αυτής, ότι η υποκείμενη σχέση δανείου συνήφθη μεταξύ ενάγοντα και Τ. Κ. ατομικά, και δεν απέρριψε την αγωγή, αφού δεν τον απέδειξε ο αναιρεσίβλητος. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, δεν αποτελεί άρνηση της ένδικης αγωγής ,όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά συνδέεται, κατ' εκτίμηση, αιτιωδώς με τον προταθέντα από αυτήν ισχυρισμό ότι το δάνειο είχε καταρτιστεί μεταξύ ενάγοντα και Τ. Κ. ατομικά και ως εκ τούτου παράνομα κατ άρθρο 23 Α του ν. 2190/1920 μετακυλίστηκε προς αυτήν ,τον οποίο (ισχυρισμό- ένσταση ) το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ,επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, όπως εκτιμάται (και όχι από τον αριθμό 19 που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα) η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης << υπαίτια αγνοούσε>> την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού . Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε στο Εφετείο η ερημοδικασθείσα στον πρώτο βαθμό αναιρεσείουσα , για τη θεμελίωση της από το άρθρο 22 παρ 1 εδ. β του ν. 2190 /1920 ένστασής της ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπαίτια αγνοούσε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού κατά την υπογραφή της ένδικης σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους επειδή <<μπορούσε και όφειλε να γνωρίζει με την προσφυγή σε δικηγόρο και εν πάση περιπτώσει με μια στοιχειώδη επιμέλεια εκ μέρους του γύρω από την επικείμενη συναλλαγή μεγάλου χρηματικού ύψους >> και ως εκ τούτου η ίδια δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση αυτή. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν μπορούν να θεμελιώσουν την απαιτούμενη από το νόμο αμελή συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, καθόσον δεν απαιτείται στις συναλλαγές η προσφυγή σε δικηγόρο από συμβαλλόμενο, πριν την υπογραφή ετεροβαρούς σύμβασης ακόμη και μεγάλου ποσού, από την οποία αυτός αντλεί μόνο δικαιώματα, όπως η ένδικη σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και συνεπώς η παράλειψη της ενέργειας αυτής από τον αναιρεσίβλητο είναι η συμπεριφορά που επιδεικνύει ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος του κύκλου δραστηριότητάς του (αναιρεσίβλητου). Επομένως, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμος , δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης και το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει.
Συνεπώς, το Εφετείο που παρέλειψε να απαντήσει στον άνω ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, γι αυτό όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το τέταρτο λόγο αναίρεσης κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αρ.13 και Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης(ΑΠ 791/2017, ΑΠ 148/2016,ΑΠ 122/2014 . Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ προκύπτει ότι ο ενάγων,με βάση την ανωτέρω διάταξη,οφείλει να ισχυριστεί και να αποδείξει την έγγραφη κατάρτιση μεταξύ αυτού και του εναγόμενου σύμβασης,με την οποία ο εναγόμενος αναγνωρίζει χρέος του, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους,δηλαδή ο ενάγων δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την αιτία του χρέους . Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον εναγόμενο, στους οποίους περιέχονται γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος,αποτελούν ενστάσεις και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ενιστάμενος εναγόμενος και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας αυτών φέρει ο ενιστάμενος εναγόμενος και όχι ο ενάγων . Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο Β σκέλος του,η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του βάρους απόδειξης,ισχυριζόμενη ότι αν το Εφετείο λάμβανε υπόψη τη ρητή άρνηση εκ μέρους της (αναιρεσείουσας - εναγομένης) του αγωγικού ισχυρισμού ότι η σύμβαση δανείου είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και του ενάγοντα, όφειλε να επιβάλει στον αναιρεσίβλητο- ενάγοντα την απόδειξή αυτού, κατ' άρθρο 338 Κ.Πολ.Δ και αφού δεν τον απέδειξε να απορρίψει την αγωγή. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της ένδικης αγωγής,των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Στη θεμελιούμενη στην σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ) ένδικη αγωγή, αναφερόταν διηγηματικά ότι η αναγνωρισθεία από την αναιρείουσα αξίωση με το από 16-11-200 ιδιωτικό συμφωνητικό,προερχόταν από σύμβαση δανείου που είχε χορηγήσει ο αναιρεσίβλητος προς την αναιρεσείουσα, αφού η αναφορά της αιτίας της αναγνωριζόμενης ενοχής δεν αποτελεί στοιχείο που θεμελιώνει την ιστορική βάση της αγωγής. Η αναιρεσείουσα προς αντίκρουση της σε βάρος της αγωγής ισχυρίστηκε ότι το δάνειο, η οφειλή εκ του οποίου αναγνωρίστηκε με την ένδικη σύμβαση είχε καταρτιστεί μεταξύ ενάγοντα και Τ. Κ. ατομικά και ως εκ τούτου η μετακύλιση του συγκεκριμένου δανείου σε βάρος της σαποτελεί απαγορευμένη από το άρθρο 23 Α του ν. 2190/1920 αναδοχή χρέους με το επιχείρημα από το μείζον στο έλασσον, ότι δηλαδή,αφού απαγορεύεται από την ανωτέρω διάταξη και είναι άκυρη η παροχή εγγυήσεων της εταιρείας προς τρίτους (έλασσον) απαγορεύεται και είναι άκυρη και η αναδοχή χρέους τρίτου . Τον ισχυρισμό αυτό, που συνιστά νόμιμη ένσταση, ως περιέχουσα γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος και όχι άρνηση της ένδικης αγωγής,όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, όφειλε να αποδείξει η τελευταία. Τον ισχυρισμό αυτό εξέτασε το Εφετείο και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του βάρους απόδειξης,καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης του επικαλούμενου γεγονότος τις έφερε η ενιστάμενη -αναιρεσείουσα και όχι ο αναιρεσίβλητος -ενάγων .
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο Β σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποιά από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποιά ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση και μνημονεύοντα στην απόφασή του, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη( ΑΠ 470/2018, 525/ 2018, ΑΠ 403/2017,ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο υπό στοιχείο Γ, από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι εσφαλμένα δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχτηκε χωρίς απόδειξη από τον ενάγοντα τον ισχυρισμό του ότι η σύμβαση δανείου καταρτίστηκε μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης. Όπως προαναφέρθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός αποτελούσε θεμελιωτικό γεγονός της προταθείσας από την αναιρεσείουσα ανωτέρω αναφερόμενης ένστασης, η οποία έφερε και το βάρος απόδειξής της, και όχι αγωγικό ισχυρισμό, όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα,ότι << δεν αποδείχτηκε ότι επρόκειτο για ατομική οφειλή του Τ. Κ. >> αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση και δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε χωρίς απόδειξη ως ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά τα παραπάνω, αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης,κατά τις προαναφερόμενης διακρίσεις και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, αφού υποβλήθηκε από τον τελευταίο το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρα 176, 183,189,191 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.Tέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495§3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-5-2018 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία << ... ΑΕ>> για αναίρεση της 72/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 121 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή