Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1183 / 2025    (Α3, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1183/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A3' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη-Εισηγητή, Χρυσούλα Πλατιά, Ηλία Γιαρένη και Αικατερίνη Πατσιαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Μ. Σ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντα: Π. Κ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο Όλγα Χαριτίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΑΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Επαμεινώνδα Στυλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.05.2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8568/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1546/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 05.10.2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 05.10.2022 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 283/ 10.10.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1546/ 21.07.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (εργατικών διαφορών), και η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής της τότε εκκαλούσας-ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 8568/07.09.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, επαναδικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και υποχρέωσε τον ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 10.000 ευρώ, λόγω κατάπτωσης ποινικής ρήτρας, συνεπεία άσκησης αθέμιτων ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος της τελευταίας κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του με αυτήν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 652, 288 ΑΚ και 16 του Ν.146/1914 προκύπτει ότι ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση πίστης προς τον εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η υποχρέωση εχεμύθειας και μη ενέργειας ανταγωνιστικών πράξεων, οι οποίες βλάπτουν τα συμφέροντα του εργοδότη του. Η υποχρέωση αυτή ισχύει, κατ' αρχήν, κατά το χρονικό διάστημα της διάρκειας της εργασιακής σχέσης, δεν αποκλείεται όμως να δεσμευθεί ο εργαζόμενος συμβατικά να μην ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, όμοια με αυτή του εργοδότη του ή να απασχοληθεί σε επιχείρηση, που είναι ανταγωνιστική του εργοδότη του, σε εργασία που είναι συναφής με την εργασία που ασκεί στον αντισυμβαλλόμενο εργοδότη του και, επί πλέον, να συνομολογηθεί, για την περίπτωση της αθέτησης της υποχρέωσής του αυτής, ποινική ρήτρα υπέρ του εργοδότη. Η σύμβαση αυτή δεν αντιβαίνει στα άρθρα 5 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, με τα οποία καθιερώνεται το κοινωνικό δικαίωμα της εργασίας, εφόσον κείται, αφενός εντός των πλαισίων της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), και, αφετέρου, δεν προσκρούει στο νόμο και, ιδίως, στις διατάξεις των άρθρων 281,288, 178 και 179 ΑΚ, με τις οποίες απαγορεύεται η υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνεται και η κατοχυρούμενη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις ελευθερία της εργασίας, το κύρος δε της ρήτρας απαγόρευσης της εργασίας σε ανταγωνιστική επιχείρηση του τέως εργοδότη, μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, εξαρτάται από τη διάρκειά της, την τοπική της έκταση και το είδος της επαγγελματικής δραστηριότητας, που απαγορεύθηκε συμβατικά(ΑΠ 1591/2002,ΑΠ 1285/1984, ΑΠ 1168/1976). Ρήτρες μη ανταγωνισμού, που δεν προβλέπουν περιορισμό της μετασυμβατικής απαγόρευσης σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή, είναι προφανώς άκυρες, γιατί πρακτικά εξαναγκάζουν τον εργαζόμενο να παραιτηθεί από την άσκηση του επαγγέλματός του.

Περαιτέρω στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από την καλή πίστη στάθμισης των συγκρουόμενων συμφερόντων εργοδότη και εργαζόμενου, κρίσιμο και απαραίτητο κριτήριο για το έγκυρο μίας τέτοιας ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού του εργαζόμενου, μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης, αποτελεί και η πρόβλεψη ή όχι στη σύμβαση μίας εύλογης αποζημίωσης υπέρ του εργαζόμενου, υπό την έννοια ότι η συμφωνία, που απαγορεύει στον εργαζόμενο τον ανταγωνισμό μετά τη λύση της σύμβασης, δεν πρέπει και δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη, όταν για τη σχετική δέσμευση του εργαζόμενου δεν προβλέφθηκε ως αντάλλαγμα, η καταβολή από την πλευρά του εργοδότη μίας εύλογης αποζημίωσης. Τέλος, η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπόμενη σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σ` αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως μεν στοχεύει, ως ένα μέσο πίεσης, στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημίωσης, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς, ωστόσο, ο τελευταίος για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του (άρθρο 405 παρ. 2 ΑΚ). Μεταξύ των προϋποθέσεων της γνήσιας ποινικής ρήτρας είναι η ύπαρξη κύριας ενοχής, η τύχη της οποίας αμέσως επηρεάζει και εκείνη της παρεπόμενης ενοχής της ποινικής ρήτρας, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 408 ΑΚ, αν η υπόσχεση της παροχής είναι άκυρη, άκυρη είναι και η ποινική ρήτρα, έστω και αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της κύριας ενοχής (ΑΠ 582/2024,ΑΠ 17/2011, ΑΠ 554/2011, ΑΠ 611/1998).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε(ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που κατά το νόμο είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013). Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή(ΟλΑΠ 24/1992,ΑΠ 590/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 951/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 652,281,288,178,179,408 ΑΚ και 16 του Ν.146/1914, όσον αφορά την απόρριψη από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με ελλιπείς παραδοχές, της νομότυπα προβληθείσας, πρωτοδίκως, που επανέφερε, νομίμως και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ένστασής του, προς απόρριψη της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του, ότι η συνομολογηθείσα με την επίδικη από 02.01.2017 έγγραφη σύμβαση εργασίας ρήτρα υποχρέωσης εχεμύθειας και απαγόρευσης ανταγωνισμού, επί μια διετία μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του, πάσχει ακυρότητας, αντιβαίνουσα στις προεκτεθείσες διατάξεις, επειδή η δέσμευσή του να μη ασκεί όχι μόνο τις ίδιες, αλλά και παρόμοιες εμπορικές δραστηριότητες με την αναιρεσίβλητη επί δύο έτη μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια και χωρίς την καταβολή σ' αυτόν οποιασδήποτε εύλογης αποζημίωσης, είναι αντίθετη, όχι μόνο προς την καλή πίστη και υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, αφού δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του και συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό του προστατευόμενου από τα άρθρα 5 και 22 παρ.1 του Συντάγματος δικαιώματος στην εργασία.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος της τα ακόλουθα: "...Την 2-1-2017, η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία προσέλαβε τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έναντι μικτού μηνιαίου μισθού 904 ευρώ, του διέθεσε δε επιπλέον αυτοκίνητο της εταιρίας, κινητό τηλέφωνο, έξτρα αποδοχές (bonus) και πακέτο ασφαλιστικής και ιατρικής κάλυψης, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του, ως τεχνικός στο τμήμα τεχνικής υποστήριξης, στην επιχείρηση εισαγωγής, εξαγωγής, εμπορίας, διανομής, παραγωγής και κατασκευής ιατροτεχνολογικών διαγνωστικών προϊόντων, ειδών ιατρικού, εργαστηριακού και παραϊατρικού αντικειμένου, ανταλλακτικών εξαρτημάτων, πρώτων υλών παρασκευής των ως άνω προϊόντων, παροχής και τεχνικής υποστήριξης στους πελάτες που προμηθεύονται τα ως άνω προϊόντα τους (μικροβιολογικά εργαστήρια, διαγνωστικά κέντρα, κλινικές), την οποία αυτή διατηρεί, με έδρα την πόλη της Θεσσαλονίκης, επί της οδού ... Στην ατομική σύμβαση εργασίας του εναγομένου, κατά πάγια τακτική της ενάγουσας με όλους τους εργαζομένους σε αυτήν, λόγω της ιδιαιτερότητας της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η οποία απαιτεί ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, όπως εμπιστευθεί σε αυτούς, στοιχεία της ιδιαίτερης τεχνογνωσίας των προϊόντων της, προκειμένου αυτοί να εκπληρώσουν με επάρκεια την εργασία τους, συμπεριλήφθηκαν πλην άλλων και οι υπ' αριθ. 11 και 12 ρητοί όροι περί υποχρέωσης εχεμύθειας και απαγόρευσης ανταγωνισμού αντίστοιχα. Ειδικότερα με τον όρο υπ' αρ. 11, υπό τον τίτλο "Απαγορεύσεις και καθήκοντα" συμφωνήθηκε: ¨Ο εργαζόμενος, είτε κατά τη διάρκεια απασχόλησής του στην επιχείρηση βάσει της παρούσης ή οποιασδήποτε άλλης σύμβασης, είτε μετά τη λήξη της απασχόλησής του στην επιχείρηση για οποιοδήποτε λόγο, δεν θα αποκαλύπτει σε οποιονδήποτε τρίτο, ούτε θα κάνει χρήση με οποιονδήποτε τρόπο, οποιασδήποτε πληροφορίας ή στοιχείων σχετικών με την επιχείρηση, τις εργασίες, τα προϊόντα, επιχειρηματικές, διοικητικές και οικονομικές μεθόδους και πρακτικές, μελλοντικές προθέσεις και επιχειρηματικά σχέδια, εμπορικά απόρρητα, λογαριασμούς και οικονομικά στοιχεία, καταλόγους πελατών και προμηθευτών, το προσωπικό της επιχείρησης, πολιτική της επιχείρησης και συγγενικών ή θυγατρικών προς αυτήν εταιρειών ή οποιουδήποτε πελάτη της, που περιήλθαν σε γνώση του υπό την ιδιότητά του σαν εργαζομένου της επιχείρησης ή άλλως, και θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να εμποδίσει την περιέλευση τέτοιων πληροφοριών σε τρίτους ... Επί τη λήξει της απασχόλησής του για οποιοδήποτε λόγο ο εργαζόμενος θα επιστρέφει αμέσως στην επιχείρηση, χωρίς ανάγκη όχλησης ή άλλης ενέργειας από την πλευρά της επιχείρησης, οποιαδήποτε αλληλογραφία, έγγραφο, σημειώσεις, αρχεία, αναφορές, φακέλους, προδιαγραφές και οποιαδήποτε άλλα αντικείμενα που ανήκουν στην Επιχείρηση, που τυχόν θα βρίσκονται στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του μαζί με όποια τυχόν αντίγραφα των ανωτέρω", ενώ με τον όρο υπ' αρ. 12 υπό τον τίτλο "Απαγόρευση ανταγωνισμού" συμφωνήθηκε: Ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια ισχύος του παρόντος συμφωνητικού καθώς και για δύο έτη μετά την καταγγελία του καθ' οιονδήποτε τρόπο, δεν θα αποκτήσει συμφέροντα, ούτε θα αναλάβει υποχρεώσεις, ούτε θα απασχοληθεί υπό οποιαδήποτε σχέση, είτε άμεσα είτε έμμεσα, είτε για ίδιο αυτού λογαριασμό, είτε για λογαριασμό άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου και είτε επ' αμοιβή είτε όχι, σε οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα ή επιχείρηση παρόμοια με εκείνη που ασκείται από την επιχείρηση ή τις συγγενείς της εταιρείες, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια της επιχείρησης ή των συγγενών της εταιρειών, ανάλογα με την περίπτωση ... Στην περίπτωση που ο εργαζόμενος αθετήσει τον συγκεκριμένο όρο της παραγράφου 12, θα επιβληθεί εις βάρος του και υπέρ της Τ. Διαγνωστικά, ποινική ρήτρα ύψους 15.000 ευρώ κατ' ελάχιστον, ποσό που αντιστοιχεί στις ετήσιες μικτές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου χρόνου απασχόλησής του, προσαυξανόμενο με τα επιδόματα Πάσχα, άδειας και Χριστουγέννων, καθώς επίσης και όποιων επιπρόσθετων αποδοχών του έχουν καταβληθεί υπό μορφή bonus ή άλλων αποζημιώσεων". Ο εναγόμενος αφού εκπαιδεύθηκε από την εναγομένη, ώστε να εξοικειωθεί με τα ειδικά χαρακτηριστικά και τη λειτουργία των μηχανημάτων και των εν γένει προϊόντων επί των οποίων θα προσέφερε τις υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης, (σημειωμένου ότι κατά κύριο λόγο η ενάγουσα συνεργαζόταν με την εταιρία ROCHE), προσέφερε πράγματι τις εν λόγω υπηρεσίες του, περίπου ένα έτος μετά την πρόσληψη του και την 2-2-2018 εγχείρησε στην ενάγουσα έγγραφο υπογεγραμμένο από τον ίδιο τιτλοφορούμενο "ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΟΥΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ", το οποίο προσκομίζει με επίκληση η τελευταία, με το οποίο ο πρώτος γνωστοποιεί στην εταιρία κατά το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου τα εξής: "...δηλώνω σήμερα 2-2-2018 την οικειοθελή αποχώρηση μου από την εταιρία... και δεσμεύομαι μέχρι και την οριστική αποχώρηση μου από την εταιρία να εκτελώ στο ακέραιο τις εργασιακές μου αρμοδιότητες, όπως αυτές έχουν συμφωνηθεί κατά την πρόσληψη μου". Στη συνέχεια την 26-3-2018, ο εναγόμενος κατέθεσε στην εταιρία υπεύθυνη δήλωση, κατά το περιεχόμενο της οποίας αυτός αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του στην επιχείρηση, από την οποία έχει πληρωθεί όλες τις συμφωνημένες αποδοχές και ουδεμία απαίτησή του, εκκρεμεί κατ' αυτής, αποχώρηση που αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ. Η ενάγουσα μετά την αποχώρηση, δυνάμει της από 29-3-2018 εξώδικης δήλωσης-διαμαρτυρίας-πρόσκλησής της, κάλεσε τον εναγόμενο να παραδώσει μέσο αποθήκευσης ηλεκτρονικών δεδομένων της επιχείρησης, και να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια περαιτέρω μεταφοράς, διάδοσης και χρήσης των δεδομένων της, καθώς και από κάθε παράνομη και αθέμιτη πρακτική σε βάρος της εταιρίας. Ειδικότερα με την ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία, η ενάγουσα επικαλέστηκε ότι κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στο λειτουργικό σύστημα που υποστηρίζει το δίκτυο των ηλεκτρονικών υπολογιστών της επιχείρησης, διαπιστώθηκε ότι την 16-8-2017 και ώρα 03.39 ο εναγόμενος αντέγραψε 19,86 GB από τον server της εταιρίας και συγκεκριμένα ότι αντέγραψε ολόκληρο το φάκελο "μηχανήματα" που τηρείται στο server, και μετέφερε αυτόν στο φάκελο E/keppas/intruments του φορητού μέσου αποθήκευσης sandisk cruzer blade 60GB του ιδίου (εναγομένου). Σχετικά αποδείχθηκε ότι πράγματι ο εναγόμενος την 16-8-2017, χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, προέβη σε αντιγραφή αρχείου ηλεκτρονικών δεδομένων και επικόλληση αυτών σε δικό του μέσο αποθήκευσης (stick), μάλιστα ο ίδιος παραδέχθηκε τον Νοέμβριο του έτους 2018, ενώπιον των στελεχών της ενάγουσας, το γεγονός της αντιγραφής, ισχυριζόμενος όμως ότι αντέγραψε μόνο τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τους κωδικούς των μηχανημάτων και αντιδραστηρίων που εμπορεύεται η εταιρία και τη λίστα με τα ανταλλακτικά και τις οδηγίες βλαβών, προκειμένου να διευκολύνει την εργασία του, με την ευκολότερη πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία κατά την διάρκεια της εργασίας του, ήτοι χωρίς την ανάγκη να επικοινωνεί με την επιχείρηση προς αντίστοιχη πληροφόρησή του. Κατά εκείνο το χρονικό σημείο (Νοέμβριο του έτους 2017), η ενάγουσα δεχόμενη την αιτιολόγηση του εναγομένου δεν διερεύνησε περαιτέρω το ζήτημα. Όμως μετά την δήλωση του εναγομένου, ότι θα αποχωρήσει από την εργασία του, η ενάγουσα συνδυάζοντας το προαναφερόμενο γεγονός που είχε γίνει αντιληπτό, ήτοι της αντιγραφής ηλεκτρονικών δεδομένων της επιχείρησης καθώς του ότι αποχωρούσε από την εργασία του αναιτίως, ένα μόλις έτος από την πρόσληψη του, ζήτησε τη διενέργεια ελέγχου στο ηλεκτρονικό σύστημα της εταιρίας. Κατά τον διενεργηθέντα τον Μάρτιο του έτους 2018 σχετικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι την 17-8-2017, ο εναγόμενος ξεκίνησε διαδικασία αντιγραφής στον υπολογιστή service-pc της ενάγουσας, ο οποίος βρίσκεται στο χώρο της επιχείρησης, ώρα 11.08 π.μ. με την προετοιμασία του μέσου αποθήκευσης USB-STICK και ολοκληρώθηκε ώρα 17.53 μ.μ., με εκκρεμότητα ένα αρχείο για το οποίο απαιτούνταν επιβεβαίωση προκειμένου να αντιγράφει, όμοιο δε στιγμιότυπο εμφανιζόταν και ώρα 23.16 μ.μ. Κατά τη διαδικασία αντιγραφής αντιγράφηκαν αρχεία συνολικής χωρητικότητας 19,86 GB του φακέλου με την ονομασία "μηχανήματα", στο φορητό μέσο αποθήκευσης sandisk cruzer blade 60GB ιδιοκτησίας του εναγομένου, με ονομασία E/keppas/instruments ... Ο εν λόγω φάκελος της ενάγουσας περιείχε: καταλόγους ανταλλακτικών με τους κωδικούς των κατασκευαστών, τιμοκαταλόγους ανταλλακτικών, τεχνικά εγχειρίδια, τεχνικές προδιαγραφές μηχανημάτων, εγχειρίδια χρηστών, λειτουργικά προγράμματα αναλυτών, κωδικούς administrator των εγκατεστημένων αναλυτών και πελατολόγιο που βρίσκονται αυτοί εγκατεστημένοι, λίστες απαιτούμενων ανταλλακτικών για την ετήσια συντήρηση των αναλυτών, πληροφορίες που αφορούν τις πηγές προμήθειας και τις τιμές των εναλλακτικών προμηθευτών των ανταλλακτικών, οδηγίες που αφορούν την αντιμετώπιση βλαβών, ένθετα αντιδραστηρίων και εφαρμογής τους στους αναλυτές, χρονοδιαγράμματα συντηρήσεων, αρχεία επισκέψεων των πραγματοποιηθέντων συντηρήσεων, ενημερώσεις των κατασκευαστών που αφορούν αλλαγές σε διαδικασίες συντήρησης και αντιμετώπισης βλαβών, κωδικούς και συσκευασίες των αντιδραστηρίων των κατασκευαστών, interactive προγράμματα εκμάθησης της λειτουργίας των αναλυτών, αρχεία με εκπαιδευτικό υλικό και πρωτόκολλα εκπαίδευσης, οδηγίες για download αρχείων από τις επίσημες ιστοσελίδες των κατασκευαστών. Ουσιαστικά δηλαδή ο εν λόγω φάκελος του ηλεκτρονικού αρχείου της ενάγουσας, περιείχε όλα τα στοιχεία της τεχνογνωσίας των μηχανημάτων που προμήθευε η ενάγουσα στους πελάτες της και στα οποία παρείχε τεχνική υποστήριξη, καθώς και τα οικονομικά στοιχεία και το πελατολόγιο της ενάγουσας και ουσιαστικά αποτελούσε την "περιουσία της επιχείρησης" ... και όχι μόνο τα τεχνικά χαρακτηριστικά, τους κωδικούς και τις οδηγίες βλαβών, όπως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ενώπιον των στελεχών της ενάγουσας τον Νοέμβριο του έτους 2018 ... δεδομένα τα οποία όποιος τα γνώριζε, θα μπορούσε να ασκήσει ανταγωνιστική τεχνολογική και τιμολογιακή πολιτική. Ακριβώς δε για το λόγο αυτό, η ενάγουσα απαγόρευε την πρόσβαση του υπαλληλικού προσωπικού στο εν λόγω αρχείο και επίσης για τον ίδιο λόγο όταν έγινε αντιληπτή η ενέργεια του εναγομένου έγινε μεν ζήτημα στην εταιρία, πλην όμως η υπόθεση δεν διερευνήθηκε περαιτέρω, πριν την πρόωρη οικειοθελή αποχώρηση αυτού, διότι η εταιρία ήταν ευχαριστημένη από τις υπηρεσίες του τελευταίου ως εργαζομένου ... και κρίθηκε πειστικός ο ισχυρισμός του, ότι αντέγραψε μόνο τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τους κωδικούς των προϊόντων, τις οδηγίες βλαβών και τις λίστες ανταλλακτικών προς διευκόλυνση της παροχής εργασίας του. Ο εναγόμενος μετά την επίδοση σε αυτόν του ως άνω εξωδίκου εγγράφου, επικοινώνησε με τον εκπρόσωπο της εταιρίας Ε. Τ., στη συνέχεια δε ήρθαν σε επαφή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των δύο διαδίκων πλευρών προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα με την επιστροφή του μέσου αποθήκευσης ή ολοκλήρου του περιεχομένου αυτού, πλην όμως ενόψει της θέσης του εναγομένου ότι το περιεχόμενο του αρχείου που αντέγραψε στο μέσο αποθήκευσης (stick), το είχε ήδη διαγράψει αμέσως μετά το χρόνο αντιγραφής, αφού πρώτα το είχε περάσει στο δικό (του) υπηρεσιακό laptop που του είχε παραχωρήσει η εταιρία, προκειμένου να χρησιμοποιεί τα στοιχεία αυτού στην εργασία του, οι επαφές διήλθαν σε αδιέξοδο. Από τα παραπάνω λοιπόν πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται καταρχήν ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας αθέμιτα παράνομα και υπαίτια, προέβη, χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, σε αντιγραφή επαγγελματικών απόρρητων ηλεκτρονικών δεδομένων αυτής, μεταφέροντας αυτά παράνομα εκτός ηλεκτρονικών συστημάτων της εταιρίας, με δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν από τον ίδιο οποτεδήποτε. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι προέβη σε αντιγραφή επιλεγμένων μόνο αρχείων, προκειμένου να ταξινομήσει και οργανώσει αυτά, προς σκοπό διευκόλυνσης αναζήτησης στοχευμένων πληροφοριών, απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος ως αναληθής, διότι σε αντίστοιχη περίπτωση δεν θα γινόταν αυτό εν κρυπτώ, και μάλιστα κατά την θερινή περίοδο (μήνα Αύγουστο), που ως γνωστόν οι συναφείς επιχειρηματικές δραστηριότητες υπολειτουργούν, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεση της εργοδότριας, δεδομένου, όπως αποδεικνύεται και από τους ένδικους όρους της σύμβασης, κατέστη γνωστό στον εναγόμενο ήδη από της προσλήψεως του, η σημασία που έδινε η ενάγουσα στη διαχείριση των δεδομένων της και ειδικά αυτά που αφορούσαν την τεχνογνωσία της επαγγελματικής της δραστηριότητας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, αμέσως μετά την αποχώρησή του από την ενάγουσα εταιρία, δραστηριοποιήθηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας, συνεργαζόμενος με τις ανταγωνίστριες αυτής εταιρίες, ΒΙΟΠΡΟΜ ΙΚΕ και Α. ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ. Η ανωτέρω δραστηριότητα του εναγομένου παραβιάζει τον προαναφερόμενο υπ' αρ. 12 ρητό όρο της σύμβασης εργασίας του εναγομένου περί απαγόρευσης ανταγωνισμού, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος, κατά το χρόνο ισχύος της σύμβασης αλλά και για δύο έτη μετά την καταγγελία αυτής δεν μπορούσε να αναλάβει υποχρεώσεις, ούτε να απασχοληθεί είτε για ίδιο λογαριασμό, είτε για λογαριασμό τρίτου, σε οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα παρόμοια με εκείνη της ενάγουσας χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια της επιχείρησης ή των συγγενών της εταιρειών. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αφού επιδίωξε και προσελήφθη από την ενάγουσα εταιρία, εκπαιδεύθηκε και απασχολήθηκε σε αυτήν, και αφού απέκτησε την αναγκαία τεχνογνωσία του αντικειμένου της δραστηριότητας της τελευταίας αποχώρησε οικειοθελώς, δραστηριοποιούμενος στη συνέχεια ατομικά, με έδρα της επιχείρησής του, την διεύθυνση της οικίας του, συνεργαζόμενος με τις ως άνω ανταγωνίστριες της ενάγουσας επιχειρήσεις, προσφέροντας καθόλα όμοιες υπηρεσίες σε αυτές. Μάλιστα αποδείχθηκε ότι τεχνικοί της ενάγουσας συνέπεσαν να επισκεφθούν ιατρεία πελατών της, κατά χρόνο που βρισκόταν εκεί και ο εναγόμενος διενεργώντας συντήρηση μηχανημάτων και συγκεκριμένα τα μικροβιολογικά ιατρεία της Θ. Π. και Φ. Μ. Με βάση δε τα κριτήρια της χρονικής και χωρικής έκτασης της ρήτρας, σε συνδυασμό με το είδος της απαγορευόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και το δικαιολογημένο συμφέρον της εργοδότριας, καθίσταται σαφές το γεγονός ... ότι όσον αφορά την τεθείσα στη σύμβαση, ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού, δεν πρόκειται για γενική και αόριστη ρήτρα περί μη ανταγωνισμού, αλλά για πολύ στενά ορισμένη και συγκεκριμένη, με την οποία περιορίζονται στο μέγιστο βαθμό οι επιχειρήσεις που θεωρούνται ανταγωνιστικές στο πλαίσιο της ρήτρας αυτής και οι ανταγωνιστικές πράξεις που απαγορεύονται στον εναγόμενο. Ειδικότερα με τον όρο "παρόμοια" επιχείρηση, η ενάγουσα σαφώς και οριοθετεί το αντικείμενο της δραστηριότητας των επιχειρήσεων τεχνικής υποστήριξης, και δη στα διαγνωστικά ιατρικά μηχανήματα και στον παρεμφερή εξοπλισμό ιατρικού εργαστηρίου. Όσον αφορά δε τους ειδικότερους όρους της σύμβασης: Η χρονική διάρκεια των δύο ετών αποτελεί απόλυτα θεμιτή και εύλογη δέσμευση σε χρονικό επίπεδο, η οποία και συνομολογείται κατά τη συναλλακτική πρακτική. Όσον αφορά το χωρικό περιορισμό, η εγκυρότητα της σχετικής απαγόρευσης πρέπει να κριθεί, με βάση το αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας του εναγομένου και το εύρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας.

Εν προκειμένω καταρχήν δεν διευκρινίζεται στον ως άνω όρο, ο χωρικός περιορισμός της απαγόρευσης, με βάση όμως την προεκτεθείσα επιχειρηματική ανάπτυξη της ενάγουσας, και δη της εμπορίας ιατρικών μηχανημάτων και εξοπλισμού αυτών, συνάγεται με ασφάλεια ότι εννοείται το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, απαγόρευση θεμιτή και απαραίτητη, καθώς η ενάγουσα, οι ανταγωνίστριές της, αλλά και οι πελάτες τους, λόγω της φύσεως του σκοπού και των εργασιών τους, δραστηριοποιούνται στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, ενόψει και των αποκλειστικών αντιπροσωπειών που λειτουργούν στον εν λόγω χώρο. Η ως άνω έκταση του περιορισμού της επαγγελματικής δραστηριότητας του εναγομένου ως εργαζομένου, σαφώς και δεν συνιστά αποκλεισμό αυτού από την αγορά εργασίας, που να οδηγεί σε πλήρη αδυναμία απασχόλησής του, ενόψει του πολύ εξειδικευμένου τομέα τεχνικής υποστήριξης ιατρικών διαγνωστικών μηχανημάτων στον οποίο και μόνο δραστηριοποιείται η ενάγουσα. Τέτοιες υφίστανται περιορισμένες, οι οποίες είναι μεταξύ τους ανταγωνίστριες εταιρίες, με πολλαπλώς αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, μεταξύ των οποίων και το συμφέρον διερεύνησης των απορρήτων της κάθε επιχείρησης.
Συνεπώς είναι περιορισμένος και συγκεκριμένος ο αριθμός των εταιριών που συνιστούν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια αυτού του όρου. Ο εναγόμενος, ήταν ελεύθερος να παράσχει τις υπηρεσίες του σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε οποιονδήποτε άλλο κλάδο τεχνικής υποστήριξης, πλην του ιδιαίτερα εξειδικευμένου τομέα των ιατρικών μηχανημάτων που εξοπλίζουν διαγνωστικά κέντρα, μικροβιολογικά εργαστήρια κλινικές. Δεν πληρούται, συνεπώς, και σε αυτήν την περίπτωση, το υπέρμετρο της δέσμευσης του δικαιώματος του εναγομένου στην εργασία. Επιπλέον υπάρχει άμεσο, σαφές συμφέρον της ενάγουσας για την επιβολή της ως άνω ρήτρας στη σύμβαση εργασίας του εναγομένου, και δικαιολογείται απολύτως από την νευραλγικής φύσεως θέση στην οποία είχε τοποθετηθεί και απασχολείτο ο εναγόμενος ως εργαζόμενος, ήτοι ως τεχνικός επισκευής συντήρησης και υποστήριξης των ως άνω μηχανημάτων, αφού καταρχήν απαιτούνταν ειδική εκπαίδευση που παρείχε η εταιρία, προς γνώση της λειτουργίας και τεχνικών χαρακτηριστικών κάθε μηχανήματος, και έτσι γινόταν κοινωνός του πελατολογίου αλλά και των αναγκών κάθε πελάτη ανάλογα με τα μηχανήματα που είχε προμηθευτεί και είχε εγκατεστημένα στον επαγγελματικό του χώρο, σε κάθε δε περίπτωση ήταν ο κύριος σύνδεσμος του πελάτη με την εργοδότρια εταιρία, καθόσον αυτός ερχόταν σε άμεση επαφή, με δυνατότητα ανάπτυξης και προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης με τον πελάτη, που μπορούσε κάλλιστα να ιδιοποιηθεί κατά βούληση. Κατά συνέπεια, ευλόγως η ενάγουσα, ενόψει του κινδύνου να απολέσει μελλοντικώς την αποτελεσματικότητα των μυστικών της, θέσπισε από κοινού με τον εναγόμενο μία, συνήθη στις συναλλαγές, δικλίδα ασφαλείας, απορρέουσα, σε κάθε περίπτωση, από την υποχρέωση πίστης του εναγομένου προς το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Επιπλέον για τις ανωτέρω συμβατικές δεσμεύσεις του εναγομένου, δεν συμφωνήθηκε ρητά ως αντιπαροχή κάποιο οικονομικό αντάλλαγμα, πλην όμως από τη σύμβαση αποδεικνύεται ... ότι συμφωνήθηκε η παροχή στον εναγόμενο, πέραν των σταθερών μηνιαίων αποδοχών του, επιπλέον bonus ανάλογα με την τεχνική δραστηριότητα αυτού, αυτοκινήτου, κινητού τηλεφώνου, ιατρική και ασφαλιστική κάλυψη, παροχές που αντισταθμίζονται ικανώς και αναλόγως με τις ένδικες δεσμεύσεις. Επομένως η ένδικη ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εναγόμενος και ως εκ τούτου, η σχετική νόμιμη ένσταση που προβάλλει αυτός περί ακυρότητας της εν λόγω ρήτρας, λόγω αντίθεσής της στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 Α.Κ., τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από τα παραπάνω λοιπόν πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, μετά την αποχώρησή του από την ενάγουσα, συνεργάστηκε ως τεχνικός-εξωτερικός συνεργάτης με τις ανωτέρω ανταγωνιστικές της τελευταίας, εταιρίες "ΒΙΟΠΡΟΜ ΙΚΕ" και "Α. ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ", ενεργώντας αθέμιτα σε βάρος της ενάγουσας, καταχρώμενος την προηγούμενη εκπαίδευση και απασχόληση του σε αυτήν, με σκοπό να επωφεληθεί επαγγελματικά ο ίδιος, ασκώντας πλέον ατομική επιχείρηση, με έδρα την διεύθυνση της οικίας του, (ήτοι χωρίς την έκθεση και δαπάνη που απαιτεί το στήσιμο μίας εξαρχής εργασιακής δραστηριότητας), επωφελούμενος από τα στοιχεία τεχνογνωσίας, πελατολογίου και προμηθευτών της ενάγουσας επιχείρησης, τα οποία εν αγνοία της τελευταίας είχε αντιγράψει από το ηλεκτρονικό της αρχείο. Η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου σαφώς και ελέγχεται παράνομη ως αθέμιτη, καθότι ενεργήθηκε κατά παράβαση των ως άνω έγκυρων συμβατικών όρων της σύμβασης εργασίας του, περί εχεμύθειας και απαγόρευσης ανταγωνισμού. Συνακόλουθα των παραπάνω ο εναγόμενος, στη σύναψη της ως άνω επαγγελματικής συνεργασίας με τις ανταγωνιστικές της ενάγουσας εταιρίες, παραβίασε τους προαναφερθέντες υπ' αρ. 11 και 12 όρους της μεταξύ αυτού και της ενάγουσας εργασιακής σύμβασης, περί υποχρέωσης εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού, καθόσον πριν την πάροδο δύο ετών από την λήξη της εργασιακής του σχέσης με την ενάγουσα προέβη σε ενέργεια που ενέπιπτε στην απαγόρευση που του είχε τεθεί με τις παραπάνω ρήτρες, και συγκεκριμένα προσέφερε τις υπηρεσίες του σε ανταγωνίστριες εταιρίες, μάλιστα δε και σε πελάτες της ενάγουσας, υπό την νέα ατομική του δραστηριοποίηση ως συνεργάτης των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Η παραβίαση, εν προκειμένω, των επίμαχων ρητρών εκ μέρους του εναγομένου έθιξε καταφανώς τα οικονομικά συμφέροντα της ενάγουσας, αφού έθετε σε κίνδυνο ώστε τα ανωτέρω απόρρητα στοιχεία και εμπιστευτικά δεδομένα της τελευταίας, αναφορικά με την τεχνογνωσία, την τεχνολογία, την μεθοδολογία σχεδιασμού προϊόντων και την εμπορική και οικονομική της πολιτική, να διαρρεύσουν και να περιέλθουν σε γνώση των ως άνω ανταγωνιστριών της εταιρίας, με άμεσο επακόλουθο την απόσπαση της πελατείας της και την συνακόλουθη μείωση των εσόδων της.

Συνεπώς, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας, για αξίωση από τον εναγόμενο της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας, ως ποινής για την διενέργεια εκ μέρους του τελευταίου των ως άνω ανταγωνιστικών πράξεων, οι οποίες έθεταν σε κίνδυνο τα προαναφερόμενα συμφέροντά της, συντελείται εντός των ορίων της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και προς επίτευξη του κοινωνικοοικονομικού σκοπού για τον οποίο αυτό θεσπίσθηκε, αποτελώντας πρόσφορο μέτρο για την επιδίωξη του σκοπού αυτού. Η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε αφενός ότι δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου για παράνομη και υπαίτια οικειοποίηση απόρρητων ηλεκτρονικών δεδομένων της ενάγουσας, αφετέρου ότι ο εναγόμενος παραβίασε μεν τον όρο της σύμβασης περί απαγόρευσης ανταγωνισμού, πλην όμως έκρινε ότι ο εν λόγω όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός και αντίθετος στα χρηστά ήθη, με την αιτιολογία ότι δεσμεύει υπερβολικά το δικαίωμα του εναγομένου στην εργασία, απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς τις αποδείξεις εκτίμησε, δεκτών γενομένων των λόγων έφεσης (πρώτου, δεύτερου και τρίτου) της εκκαλούσας-ενάγουσας, καθώς και των συναφών πρόσθετων λόγων αυτής, ως βασίμων ... Κατόπιν όλων των ως άνω αποδεδειγμένων, εφόσον ο εναγόμενος παραβίασε τον προαναφερθέντα όρο της ένδικης εργασιακής σύμβασης περί υποχρέωσης πίστης και μη ανταγωνισμού, συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης εις βάρος του, της συμφωνηθείσας ποινής των 15.000 ευρώ. Το Δικαστήριο όμως, εκτιμώντας τις ανωτέρω περιστάσεις, και συγκεκριμένα την έκταση της εκ μέρους του εναγομένου παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων, τις συνέπειες που είχε η συμπεριφορά του στη λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας, την έκταση του οφέλους που προσδοκούσε ο εναγόμενος από την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του, για την οποία συμφωνήθηκε η ποινή, την ωφέλεια που πράγματι προέκυψε στον ίδιο, καθώς και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ποινική ρήτρα που συμφωνήθηκε στην προκειμένη περίπτωση είναι υπέρμετρη. Για το λόγο αυτό και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η προβληθείσα ένσταση του εναγομένου περί μείωσης αυτής στο προσήκον μέτρο ... και να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται προσήκον. Τέλος, δεν αποδείχθηκε από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας ότι εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγομένου, επλήγη η φήμη και το κύρος της ενάγουσας εταιρίας έναντι των εργαζομένων και των συνεργατών της, με τη δημιουργία δυσμενούς εντύπωσης σ' αυτούς ότι η ενάγουσα αδυνατεί να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα και τις απόρρητες επαγγελματικές πληροφορίες της και, ως εκ τούτου, η σχετική αξίωση της τελευταίας για καταβολή σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει δεκτών γενομένων των λόγων έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ... να δικασθεί, εκ νέου η αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής ...". Υπό τις ανωτέρω, όμως, παραδοχές του το Εφετείο, καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα περί κατάπτωσης της επίδικης ποινικής ρήτρας, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού, ως καταχρηστικής και λόγω αντίθεσής της στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, κρίνοντας ότι αυτή υπήρξε έγκυρη και ισχυρή, καθώς δεν δέσμευε υπερβολικά το δικαίωμα του αναιρεσείοντος στην εργασία, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 408,652,281,288,178,179 ΑΚ και 16 Ν.146/1914, τις οποίες πλημμελώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται (βλ. 19η -20ή σελίδες προσβαλλόμενης απόφασης) ότι η περιληφθείσα στην έγγραφη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος ρήτρα περί απαγόρευσης ανταγωνισμού εκ μέρους αυτού επί μία διετία μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας του, αφορά ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, θεωρεί ότι η εν λόγω ρήτρα, ως προς τη χωρική έκταση του περιορισμού της επαγγελματικής του δραστηριότητας ως εργαζόμενου, δεν συνιστά αποκλεισμό του από την αγορά εργασίας, που να οδηγεί σε πλήρη αδυναμία απασχόλησής του, ενόψει του πολύ εξειδικευμένου τομέα τεχνικής υποστήριξης ιατρικών διαγνωστικών μηχανημάτων, στον οποίο και μόνο δραστηριοποιείται η αναιρεσίβλητη εταιρεία, ενόψει και του περιορισμένου και συγκεκριμένου αριθμού των εταιρειών, που συνιστούν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, κατά την έννοια του σχετικού απαγορευτικού όρου της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια, προς θεμελίωση της εν λόγω κρίσης της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχεται μεν ότι ο αναιρεσείων ήταν ελεύθερος, μετά τη λύση της εργασιακής του σύμβασης, να παρέχει τις υπηρεσίες του σε επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται σε οποιοδήποτε άλλο κλάδο τεχνικής υποστήριξης, πλην του ιδιαίτερα εξειδικευμένου τομέα των ιατρικών μηχανημάτων, που εξοπλίζουν διαγνωστικά κέντρα, μικροβιολογικά εργαστήρια και κλινικές, χωρίς, όμως, συγχρόνως να διαλαμβάνει στις παραδοχές της ότι αυτός (αναιρεσείων) έχει τις απαραίτητες γνώσεις, την επιστημονική επάρκεια και την αναγκαία εμπειρία, για την παροχή των υπηρεσιών του σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε άλλους κλάδους τεχνικής υποστήριξης(τομέα τεχνικής υποστήριξης ιατρικών διαγνωστικών μηχανημάτων), μετά τη λήξη της εργασιακής του σύμβασης με την αναιρεσίβλητη, προκειμένου να κριθεί το υπέρμετρο ή μη της δέσμευσης του συνταγματικά προστατευόμενου δικαιώματός του προς εργασία.

Περαιτέρω, εφόσον, και κατά τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από την καλή πίστη στάθμισης των συγκρουόμενων συμφερόντων εργοδότη και εργαζόμενου, κρίσιμο και απαραίτητο κριτήριο για το έγκυρο μίας ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού του εργαζόμενου, μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης, αποτελεί και η πρόβλεψη ή όχι στη σύμβαση μίας εύλογης αποζημίωσης υπέρ του εργαζόμενου, υπό την έννοια ότι η συμφωνία, που απαγορεύει στον εργαζόμενο τον ανταγωνισμό μετά τη λύση της σύμβασης, δεν πρέπει και δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη, όταν για τη σχετική δέσμευση του εργαζόμενου δεν προβλέφθηκε ως αντάλλαγμα, η καταβολή από την πλευρά του εργοδότη μίας εύλογης αποζημίωσης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης(βλ. 20ή σελίδα αυτής) ότι "... για τις ανωτέρω συμβατικές δεσμεύσεις του εναγομένου(ήδη αναιρεσείοντος), δεν συμφωνήθηκε ρητά ως αντιπαροχή κάποιο οικονομικό αντάλλαγμα, πλην όμως από τη σύμβαση αποδεικνύεται ... ότι συμφωνήθηκε η παροχή στον εναγόμενο, πέραν των σταθερών μηνιαίων αποδοχών του, επιπλέον bonus ανάλογα με την τεχνική δραστηριότητα αυτού, αυτοκινήτου, κινητού τηλεφώνου, ιατρική και ασφαλιστική κάλυψη, παροχές που αντισταθμίζονται ικανώς και αναλόγως με τις ένδικες δεσμεύσεις...", χωρίς να διαλαμβάνεται, αν οι παροχές αυτές της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα συμφωνήθηκαν ως εύλογη αποζημίωση για την επί μία διετία από τη λήξη της σύμβασής του απαγόρευση άσκησης δραστηριότητας παρόμοιας με αυτή, που ασκεί η ίδια ως άνω εργοδότριά του, ούτε αν οι πρόσθετες αυτές παροχές, καταβλήθηκαν ή όχι στον αναιρεσείοντα κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης, αλλ' ούτε και αν οι παροχές αυτές εξακολούθησαν να καταβάλλονται στον τελευταίο από την αναιρεσίβλητη και κατά τη διετία, κατά την οποία διαρκούσε η δέσμευση μη ανταγωνισμού εκ μέρους του, μετά τη λήξη τη εργασιακής του σύμβασης, κρίνονται, επίσης, ελλιπείς και ανεπαρκείς. Σημειώνεται, τέλος, ότι, όπως προεκτέθηκε, το υπέρμετρο ή μη της δέσμευσης του αναιρεσείοντος εργαζόμενου από την ένδικη ρήτρα μη ανταγωνισμού και κατ' επέκταση η νομιμότητα ή μη της ρήτρας αυτής, αποτελεί και αναγκαία προϋπόθεση για τη νομιμότητα ή μη και της συμφωνηθείσας επίδικης ποινικής ρήτρας, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα αυτής (άρθρο 408 ΑΚ).Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 652,281,288,178,179,408 ΑΚ και 16 του Ν.146/1914, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστή άλλον, από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 εδ. β' ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, διότι τέτοιο δεν καταβλήθηκε, αφού η υπόθεση αφορά εργατική διαφορά(άρθρ.495 παρ.3 τελευτ. εδάφιο). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1546/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και του αρχαιότερου αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου

<< Επιστροφή