Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 193 / 2025    (Α3, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Φ.Σ
Αριθμός 193/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Χρυσούλα Πλατιά-Εισηγήτρια, Ηλία Γιαρένη και Αικατερίνη Πατσιαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2.Χ. Β. του Μ. κατοίκου ... και 3.Β. Α. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Σπυράκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατατέθηκαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "C. Ζ. Μ. Α. Α. Ε." με τον διακριτικό τίτλο "C. Ζ. Μ..Α..Α..Ε..", (όπως η επωνυμία της τροποποιήθηκε από "C. Ζ. Α. Α. Ε.", πρώην "M. Ζ. Α. Α. «Ε.) που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους α)Χρήστο Παρασκευόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και β)Πελαγία Λεοντιάδου που ανακάλεσε την από 11.10.2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.09.2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 707/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3834/2022 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29.06.2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξουσία δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική της δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 29.6.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 3834/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 1.3.2019 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 707/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η στρεφόμενη κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας από 19.9.2016 αγωγή τους για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της εκτιθέμενης σε βάρος τους αδικοπραξίας. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 29.6.2023, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή δημοσιεύθηκε την 18.7.2022 χωρίς να προκύπτει επίδοσή της στους αναιρεσείοντες (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) συμπεριφορά παράνομη β) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), γ) επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και δ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 46/2020). Ειδικότερα, για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 693/2020). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, ενώ δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 460/2023, ΑΠ 156/2021). Η σχετική με την αιτιώδη συνάφεια κρίση, όμως, του δικαστηρίου ουσίας ότι η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 156/2021, ΑΠ 649/2019). Εξάλλου, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών" (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 Ν. 3587/2007), το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: "Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο" (παρ. 1), "Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), "Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας του" (παρ. 4 εδ. α'), "Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν" (παρ. 4 εδ. β') και "Η ύπαρξη ή η δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα." (παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτήν συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της, ενώ ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο, δηλαδή η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 170/2024, ΑΠ 1111/2020, ΑΠ 974/2018). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 4 και 13γ του Ν.Δ. 400/1970 (όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 252/1996, που εκδόθηκε προς συμμόρφωση της ελληνικής νομοθεσίας με διατάξεις της "κοινοτικής νομοθεσίας"), το οποίο ίσχυε, κατά τον κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρόνο (καταργήθηκε με το άρθρο 278 παρ. 1 Ν. 4364/2016, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016), προκύπτει ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες δύνανται να ασκούν εν μέρει τραπεζικές-επενδυτικές εργασίες στο πλαίσιο των ασφαλίσεων ζωής, καθώς μπορούν να σχηματίζουν "εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια", στα οποία οι ασφαλισμένοι συμμετέχουν αποκτώντας "μονάδες" (Unit Linked). Τα κεφάλαια αυτά συγκροτούμενα από κινητές αξίες, προθεσμιακές καταθέσεις, συνιστούν αυτοτελή, λογιστικά απλώς σύνολα στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς αυτονομία. Συγκεκριμένα, δυνάμει του Ν.Δ. 400/1970, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να προβαίνουν σε άσκηση εργασιών παροχής εγγυήσεων στον κλάδο των ασφαλίσεων κατά ζημιών (άρθρο 13 παρ. 1Α περ. 15 Ν.Δ. 400/1970) και εργασιών, που εκτελούνται άμεσα ή έμμεσα στο πλαίσιο ασφαλίσεων ζωής, για να εξασφαλίζονται παροχές στον ασφαλισμένο συνδεδεμένες με τις επενδύσεις αυτές, για να εξυπηρετούνται εργασίες κεφαλαιοποίησης και ομαδικά προγράμματα πρόνοιας και για να υλοποιείται η αναλαμβανόμενη διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών ταμείων- κεφαλαίων (άρθρο 13 παρ. 2 περ. VII και VIII Ν.Δ. 400/1970). Ειδικότερα, όσον αφορά στις ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις, το άρθρο 13γ του Ν.Δ. 400/1970 προβαίνει σε μία διττή διάκριση. Διακρίνει, δηλαδή, μεταξύ των επενδύσεων σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και επενδύσεων σε κινητές αξίες, ομόλογα, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, που στο σύνολο τους συγκροτούν το λεγόμενο "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" της ασφαλιστικής επιχείρησης. Αυτές οι δύο διακεκριμένες περιπτώσεις είναι γνωστές στην ασφαλιστική και τραπεζική ορολογία και πρακτική ως προγράμματα ή προϊόντα ή ασφαλιστήρια ή ασφαλίσεις ζωής τύπου "Unit Linked". Χαρακτηριστικό τους είναι η εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης επένδυση των καταβαλλόμενων από τον ασφαλισμένο ασφαλίστρων, είτε σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, είτε σε σχηματιζόμενα, κατά τα ανωτέρω, από την ίδια "ιδιαίτερα", αυτοτελή περιουσιακά σύνολα. Ο ασφαλισμένος, δηλαδή, αποκτά συνήθως σταδιακά με την καταβολή των ασφαλίστρων λογιστικές μονάδες (unit), των οποίων η αξία προσδιορίζεται εκάστοτε από την αξία των αντίστοιχων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή την αξία των μονάδων (μεριδίων), στα οποία είναι διηρημένο το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, με τα οποία κεφάλαια -αμοιβαία ή μεταβλητά- είναι συνδεδεμένες (Linked) ως προς την οικονομική τους απόδοση, οι αποκτώμενες μονάδες. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 περ. Δ σημ. xii και 13γ παρ. Α περ. ια και ιδ σημ. ii του Ν.Δ. 400/1970, το "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" συγκροτείται από στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης, προσδιοριζόμενα κατά τρόπο ορισμένο με "ειδικό κανονισμό λειτουργίας". Συνιστά κατά κανόνα αδιάσπαστο τμήμα της εταιρικής περιουσίας, διακρινόμενο απλώς λογιστικά, τεχνικά από την λοιπή περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης. Χαρακτηρίζεται, όμως, τόσο από την ιδιαιτερότητα του τρόπου σύστασής του, της επένδυσης των καταβαλλόμενων ασφαλίστρων και του σκοπού που εξυπηρετεί, των παροχών ασφάλισης ζωής, όσο και από την ιδιαιτερότητα του τρόπου λειτουργίας του, αφού, υποκείμενο σε διαχειριστικούς επενδυτικούς κανόνες, είναι εξ ορισμού, κατά τα στοιχεία που το συγκροτούν, συνεχώς μεταβαλλόμενο ("μεταβλητό"). Ο σκοπός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου συνιστάμενος σε μεγιστοποίηση της απόδοσής του, υποχρεώνει συνήθως την ασφαλιστική επιχείρηση σε "διαχείριση" των μετοχικών δικαιωμάτων που αποκτά στο πλαίσιο του, με εντελώς διαφοροποιημένη κατεύθυνση από εκείνη ενός "σταθερού" μετόχου, επειδή αυτή αποβλέπει πρωτίστως στη βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση του κεφαλαίου και την εκμετάλλευση κερδοφόρων ευκαιριών της χρηματιστηριακής αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, οι ασφαλίσεις αυτές εμπεριέχουν υψηλό ποσοστό κινδύνου για τους ασφαλισμένους, γι` αυτό ο νόμος θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τις ασκούν και κανόνες διαφάνειας προς προστασία των ασφαλισμένων. Τέλος, με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, θεσπίστηκαν κανόνες για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος. Οι διατάξεις της ως άνω Οδηγίας μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το Π.Δ. 190/2006, στο άρθρο 2 του οποίου δίδονται ορισμοί των εννοιών της ασφαλιστικής επιχείρησης, της αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, καθώς και του συνδεδεμένου αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, στο άρθρο 3 προβλέπεται η εγγραφή σε ειδικό μητρώο των φυσικών και νομικών προσώπων που ασκούν πράξεις ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, στο άρθρο 4 ορίζονται οι απαιτούμενες κατά μορφή ασφαλιστικής διαμεσολάβησης (ασφαλιστικός σύμβουλος, ασφαλιστικός πράκτορας, μεσίτης ασφαλίσεων) προϋποθέσεις εγγραφής στο οικείο μητρώο, ενώ στα άρθρα 11 και 12 ορίζονται οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν οι διαμεσολαβητές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 7 του Π.Δ. 190/2006 ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής νοείται κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή περισσότερων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εφόσον τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αλλά το οποίο δεν εισπράττει τα ασφάλιστρα ή τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μία από αυτές. Θεωρείται, επίσης, ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μια από αυτές, κάθε πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η οποία είναι συμπληρωματική προς την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, όταν η ασφάλιση αποτελεί συμπλήρωμα των αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης του και το οποίο δεν εισπράττει ούτε τα ασφάλιστρα, ούτε τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει εκ του νόμου πληρεξουσιότητα αντιπροσώπευσης της ασφαλιστικής εταιρείας, υπό την πλήρη ευθύνη της οποίας ενεργεί ως προστηθείς αυτής (ΑΠ 170/2024, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1111/2020). Επίσης, με το ισχύον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, άρθρο 12 παρ. 1 του Π.Δ. 190/2006, με τον τίτλο "Όροι ενημέρωσης", ρυθμίζεται ο τρόπος εκπλήρωσης της από το άρθρο 11 του ιδίου Π.Δ. υποχρέωσης του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή για παροχή πληροφοριών πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και συγκεκριμένα προβλέπεται ότι κάθε πληροφορία που πρέπει να παρέχεται στους πελάτες, γνωστοποιείται α) γραπτώς ή επί σταθερού εναποθέματος διαθέσιμου και προσιτού στον πελάτη και β) με σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε να είναι κατανοητή από τον πελάτη.
Β. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1382/2019). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 24/1992). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αντίφαση πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των κύριων αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν εκάστη, αυτοτελώς, το διατακτικό της, οπότε δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Δηλαδή, όταν στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, οι οποίες, διατυπούμενες επαλλήλως ή επικουρικώς, στηρίζουν αυτοτελώς εκάστη το διατακτικό της και αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν ιδρύεται, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο προβλεπόμενος, από αυτήν λόγος αναίρεσης, γιατί το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία από αυτές και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια αιτιολογία και επικουρικώς στις λοιπές (ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 1431/2015, ΑΠ 1390/2012). Επίσης, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019). Τέλος, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 492/2024, 1137/2019, ΑΠ 185/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο ... με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η εφεσίβλητη εταιρεία (αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία ζωής, η οποία συστάθηκε στις 14.2.2002 με την επωνυμία «Λ. Ζ. Α. Α. «Ε. με σκοπό τη διενέργεια ασφαλίσεων ζωής, αντασφαλίσεων στις ασφαλίσεις ζωής και στην εκχώρηση τους καθώς και αντιπροσώπευση αλλοδαπών επιχειρήσεων ασφαλίσεως ζωής στην Ελλάδα. Με την από 11.6.2007 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας αποφασίσθηκε η αλλαγή της επωνυμίας αυτής σε "M. Ζ. Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία", στη συνέχεια με την από 23.1.2013 όμοια απόφαση αποφασίσθηκε η αλλαγή της επωνυμίας της σε "C. Λ. Ζ. Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" και τέλος με την από 04.7.2013 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, αποφασίσθηκε η αλλαγή της επωνυμίας της σε "CNP Ζωής Ανώνυμη Ασφαλιστική". Από τον Οκτώβριο του 2009, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Μ. Ε. Τ. Α. «Ε. λειτουργούσε ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής εξ ονόματος και για λογαριασμό της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, που, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το χρόνο εκείνο έφερε την επωνυμία "M. Ζ. Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία", για την παρουσίαση, πρόταση και παροχή προπαρασκευαστικών εργασιών στις συμβάσεις ασφαλίσεως ζωής, διαμέσου του δικτύου των καταστημάτων της. Περί τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η τελευταία διέθετε στο κοινό, μεταξύ άλλων, το ασφαλιστικό πρόγραμμα ζωής συνδεδεμένο με επενδύσεις το οποίο αποτελούνταν από δύο σκέλη, το ασφαλιστικό, κατά το οποίο ο συμβαλλόμενος ασφαλίζονταν για την περίπτωση θανάτου από ατύχημα, και το επενδυτικό, το οποίο παρείχε εφάπαξ κεφάλαιο στη λήξη της ασφάλισης, ενώ η απόδοση του προϊόντος ήταν συνδεδεμένη με την απόδοση ομολόγου σταθερού επιτοκίου. Ειδικότερα, η εναγόμενη, για τους σκοπούς του εν λόγω προγράμματος, θα συγκροτούσε Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο, από 20.11.2009 έως 20.11.2019, με καθαρή τιμή έκδοσης του μεριδίου δέκα (10) ευρώ, το οποίο θα επενδύονταν, στο σύνολό του, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, από 20.11.2009 έως 20.11.2014, στο ομόλογο πενταετούς διάρκειας με ΙSΙΝ ... έκδοσης της κυπριακής τράπεζας "M. P. B. C. «L., η οποία μετονομάσθηκε σε "C. P. B. C. L.", εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και, έκτοτε, θα τοποθετούνταν σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις, η δε αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού θα γίνονταν σε τρέχουσες τιμές αγοράς. Το ομόλογο αυτό, το οποίο αποτελούσε το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου για την περίοδο από 20.11.2009 έως 20.11.2014, σύμφωνα με το ενημερωτικό έντυπο πληροφορικών "M. Εισόδημα-US08", παρείχε προστασία του επενδυόμενου ποσού στη λήξη της διάρκειάς του (20.11.2014) από τον εκδότη του και ετήσιο κουπόνι (τοκομερίδιο) με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδυόμενου ποσού, ανερχόμενη σε 4,35% ετησίως. Έτσι, σε εκάστη ετήσια επέτειο της ασφάλισης θα καταβάλλονταν στον ασφαλισμένο τοκομερίδιο μικτής αξίας 4,35% επί του επενδυόμενου ποσού, που αντιστοιχεί σε καθαρή αξία ίση με 90% της μικτής αξίας, η δε αξία του ομολόγου μπορούσε να αυξηθεί ή να μειωθεί, ανάλογα με τη διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά. Εξάλλου, οι πρώτος, τρίτος και τέταρτη (εννοεί τέταρτος) των εκκαλούντων (πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες) διατηρούσαν ήδη από τα παρελθόν και προ του Οκτωβρίου 2009 τραπεζικές καταθέσεις στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Ε. Τ. Α. «Ε., η οποία λειτουργούσε, κατά τα προαναφερόμενα, ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής εξ ονόματος και λογαριασμό της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, στα καταστήματα αυτής στη Λεωφόρο ... ο πρώτος εκκαλών, όπου διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό με καταθέσεις περίπου 60.000 ευρώ, στους Αμπελοκήπους ... ο τρίτος αυτών, όπου διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό με καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ, και στη Ν. Ιωνία (Λεωφόρο Ηρακλείου) ο τέταρτος αυτών, όπου διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό με καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ.... Τον Οκτώβριο του 2009 όλοι οι ανωτέρω υπέβαλαν στα ανωτέρω αναφερόμενα καταστήματα της τραπεζικής εταιρείας "Μ. Ε. Τ. Α. «Ε., "ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής που συνδέονται με επενδύσεις" για την υπαγωγή εκάστου αυτών στο προαναφερόμενο ασφαλιστικό πρόγραμμα "M. Εισόδημα-US08" (υπό την τότε προγενέστερη επωνυμία της "M. Ζ. Α. Α. «Ε. και το δ.τ. "M. LIFE") και, συγκεκριμένα, α) ο πρώτος εκκαλών, στις 26.10.2009 στο με κωδικό 275 κατάστημα (Λ. ...) της ανωτέρω τράπεζας, ατομική αίτηση ασφάλισης για υπαγωγή στο ασφαλιστικό πρόγραμμα "M. Εισόδημα-US08" υπό την ιδιότητα του ασφαλισμένου και λήπτη της ασφάλισης, με καθοριζόμενο συνολικό εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλιστρο ποσού 45.000 ευρώ..., γ) ο τρίτος εκκαλών, στις 20.10.2009 στο με κωδικό 211 κατάστημα (Αμπελοκήπων) της ανωτέρω τράπεζας ατομική αίτηση ασφάλισης για υπαγωγή στο ασφαλιστικό πρόγραμμα "M. Εισόδημα-US08" υπό την ιδιότητα του ασφαλισμένου και λήπτη της ασφάλισης, με καθοριζόμενο συνολικό εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλιστρο ποσού 100.000 ευρώ, και δ) ο τέταρτος εκκαλών, στις 21.10.2009 στο με κωδικό 203 κατάστημα (Ν. Ιωνίας) της ανωτέρω τράπεζας ατομική αίτηση ασφάλισης για υπαγωγή στο ασφαλιστικό πρόγραμμα "M. Εισόδημα-US08" υπό την ιδιότητα του ασφαλισμένου και λήπτη της ασφάλισης, με καθοριζόμενο συνολικό εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλιστρο ποσού 20.000 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά θα καταβάλλονταν με χρέωση των τραπεζικών τους λογαριασμών που τηρούσαν στην ανωτέρω τράπεζα, ως αυτοί (τραπεζικοί λογαριασμοί) δηλώνονταν στις ανωτέρω αιτήσεις. Σε κάθε μια εκ των ανωτέρω αιτήσεων, που φέρουν τις υπογραφές όλων των ανωτέρω, δηλωνόταν από καθένα εκ των ανωτέρω αιτούντων, υπό στοιχείο γ' με τίτλο "Παραλαβή ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών", ότι "δηλώνω ότι παρέλαβα ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΝΤΥΠΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ προς τους υποψηφίους για ασφάλιση της Εταιρίας M. ΖΩΗΣ Α.Α.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 περ. Δ του Ν.Δ. 400/70 όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του Π.Δ. 252/1996". Περαιτέρω, από την επισκόπηση των ανωτέρω αιτήσεων προκύπτει ότι πρόκειται για ατομικές αιτήσεις ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για προθεσμιακή κατάθεση ή ισοδύναμο με αυτή πρόγραμμα καταθέσεων, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, καθόσον, πέραν του τίτλου της παραπάνω αίτησης, απευθύνεται σε ασφαλιστική εταιρία ενώ στο τέλος της αίτησης ασφάλισης υπάρχει πεδίο "ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΩΛΗΣΕΩΝ" και πεδίο "ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΠΌ ΤΗ M. ΖΩΗΣ Α.Α.Ε." ενώ στο τέλος της πρώτης σελίδας της αίτησης όλοι οι ανωτέρω υπέγραψαν τη δήλωση ότι "Δηλώνω υπεύθυνα ότι, απ' ότι γνωρίζω και πιστεύω είμαι υγιής, όλα τα στοιχεία που έχω παραπάνω δηλώσει είναι αληθή και πλήρη και δέχομαι οι δηλώσεις μου να αποτελέσουν τους όρους συμμετοχής μου στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο. Επίσης δέχομαι ότι κάθε ψευδής ή λανθασμένη δήλωση καθιστά άκυρη την ασφάλισή μου. Εξουσιοδοτώ επίσης κάθε γιατρό, νοσοκομείο/κλινική ή άλλη ασφαλιστική εταιρία να δώσει στη M. ΖΩΗΣ Α.Α.Ε. οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία σχετική με νοσηλεία, συμβουλή, εξέταση, θεραπεία ή ασφάλισή μου". Επιπλέον, στο πλαίσιο της υπ' αριθ. 3 της αίτησης ασφάλισης το πρόγραμμα αυτό περιγράφεται και καθορίζεται το συνολικό εφάπαξ ασφάλιστρο (ως ανωτέρω καθορίσθηκε για καθένα των συμμετεχόντων) και η διάρκεια ασφάλισης σε 10 έτη, σε όλο δε το κείμενο της ασφάλισης γίνεται λόγος για ασφάλιση, ασφαλιζόμενο, ασφαλιστικό πρόγραμμα και ασφάλιστρα. Επίσης, αποδείχθηκε ότι για την εφάπαξ καταβολή των συμφωνηθέντων κατά τα ανωτέρω ασφαλίστρων κάθε συμβαλλόμενος υπέγραφε και έντυπη εξουσιοδότηση για την αυτόματη χρέωση του τραπεζικού του λογαριασμού (υπό στοιχείο 5 όρος ως άνω αναφερόμενων ατομικών αιτήσεων ασφάλισης) στην οποία (εξουσιοδότηση χρέωσης) αναγράφονταν επί λέξει: "Ο υπογράφων την παρούσα σας δηλώνω ότι επιθυμώ την εφάπαξ πληρωμή των ασφαλίστρων για το προϊόν M. UNIT LINKED (ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΖΩΗΣ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ ΜΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) M. ΕΙΣΟΔΗΜΑ-US08 M. LIFE, με χρέωση του τηρούμενου στη τράπεζά σας επ' ονόματί μου λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό [αναφερόταν κατά περίπτωση ο τραπεζικός λογαριασμός κάθε συμβαλλόμενου], προς τούτο δε σας εξουσιοδοτώ για τις απαραίτητες ενέργειες χρέωσης του ανωτέρω λογαριασμού και πληρωμής ασφαλίστρων". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η βούληση κάθε συμβαλλόμενου ενάγοντος ήταν πράγματι να τοποθετήσει το κεφάλαιό του στο ως άνω ασφαλιστικό προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση τους και είχαν γίνει αποδεκτά από εκείνη (εννοεί εκείνους). Επιπλέον, στην παράγραφο 3 της εξουσιοδότησης χρέωσης προβλέπεται το δικαίωμα των εξουσιοδοτούντων να ανακαλέσουν την εντολή τους εντός της προσυμφωνημένης διάρκειας του προγράμματος (19.10.2009 έως και 13.11.2009). Από τον όρο αυτό προκύπτει ότι, ακόμα και αν οι ενάγοντες έλαβαν τις αποφάσεις τους στηριζόμενοι αποκλειστικά στις διαβεβαιώσεις των προστηθέντων τραπεζικών υπαλλήλων, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, τους παρουσίασαν το εν λόγω πρόγραμμα ως προθεσμιακή κατάθεση, είχαν είκοσι δύο ημέρες έως τη λήξη της περιόδου διάθεσης του προγράμματος στις 13.11.2009 να ανακαλέσουν την εξουσιοδότηση αυτή, πλην όμως ουδόλως το έπραξαν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι όλοι οι ενάγοντες με την υπογραφή της ατομικής αίτησης ασφάλισης παρέλαβε (εννοεί παρέλαβαν) και το τρισέλιδο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών. Το γεγονός της παραλαβής του ως άνω εντύπου, το οποίο έχει συνταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 περ. δ του ν.δ/τος 400/70, όπως τούτο τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του π.δ/τος 252/96, προκύπτει σαφώς από τις ιδιόχειρες υπογραφές, που οι ίδιοι οι ενάγοντες έθεσαν επί της ως άνω ατομικής αίτησης ασφάλισης, ως ειδικά ανωτέρω επισημαίνεται. Το έντυπο, δε, αυτό που φέρει τίτλο "ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΝΤΥΠΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ M. Εισόδημα-US08", ώστε να συμπίπτει με την περιγραφή του στον όρο γ' της ατομικής αίτησης ασφάλισης, παρουσίαζε συνοπτικά τους κυριότερους όρους του προγράμματος "M. Εισόδημα-US08", ώστε ο ενδιαφερόμενος να λάβει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για τη φύση και τους κινδύνους του προϊόντος και να αποφασίσει αν επιθυμεί ή όχι να το επιλέξει. Ειδικότερα, στο ως άνω έντυπο περιγράφεται με σαφήνεια το διατιθέμενο προϊόν, κατά το ασφαλιστικό και επενδυτικό σκέλος του, με ακριβή περιγραφή, και με χρήση παραδειγμάτων, της λειτουργίας του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, το οποίο ρητώς αναγράφεται ότι για την περίοδο 20.11.2009 έως 20.11.2014 τοποθετείται σε ομόλογο εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, εκδόσεως της τραπεζικής εταιρείας «M.. P. B. C. «L. με έδρα την Κύπρο και ακολούθως (δηλαδή μετά την 20.11.2014) σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις. Επίσης, στο ίδιο ενημερωτικό έντυπο περιέχονται αναλυτικές πληροφορίες για την άσκηση του δικαιώματος της ολικής εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης εκ μέρους του συμβαλλόμενου, αλλά και για τα δικαιώματα εναντίωσης και υπαναχώρησης από τη σύμβαση και επισημαίνονται οι κίνδυνοι του προϊόντος. Ειδικότερα, στον όρο 8 με τίτλο "ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" διαλαμβάνεται "... Το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο θα συγκροτηθεί την 20η Νοεμβρίου 2009 και θα διαρκέσει έως την 20η Νοεμβρίου 2019. Βασικός σκοπός της επενδυτικής στρατηγικής του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου είναι η επίτευξη μακροπρόθεσμων αποδόσεων, με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση του επενδυτικού κινδύνου. Το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, ειδικά για την περίοδο από 20.11.2009 έως 20.11.2014, τοποθετείται σε ομόλογο και ακολούθως (δηλαδή μετά την 20.11.2014) σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις. Το ομόλογο που αποτελεί το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου για την περίοδο από 20.11.2009 έως 20.11.2014 παρέχει προστασία του επενδυόμενου ποσού στη λήξη της διάρκειας του από τον εκδότη του, ήτοι στις 20.11.2014, και ετήσιο τοκομερίδιο με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδυόμενου ποσού που ανέρχεται στο ύψος 4,35% ετησίως. Το ομόλογο είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου. Εκδότης του ομολόγου είναι η M.. P. B. C. L. με έδρα την Κύπρο, στον όρο 11, υπό τον τίτλο "ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ", ορίζεται "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα να εναντιωθεί ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της σχετικής σύμβασης, εφόσον αυτή παρεκκλίνει από την αίτηση ασφάλισης, βάσει της οποίας εκδόθηκε, ή εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παραλαβή της, αν δεν περιέχει τους γενικούς και ειδικούς όρους ή αν δεν παρέλαβε το παρόν ενημερωτικό έντυπο. Σε περίπτωση εναντίωσης επιστρέφεται το εφάπαξ ασφάλιστρο και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ, στον όρο 12 με τίτλο "ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ" ορίζεται "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα, για οποιονδήποτε λόγο να υπαναχωρήσει, ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός τριάντα (30) μερών από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής σύμβασης. Σε περίπτωση υπαναχώρησης καταβάλλεται η αξία εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ" και στον όρο 17 με τίτλο "ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ", συνομολογείται ότι "I. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΡΟΩΡΗΣ - ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ: πριν από τη λήξη του ομολόγου, η αξία του επηρεάζεται από ένα σύνολο παραγόντων, που περιλαμβάνουν, αλλά δεν εξαντλούνται, τα επιτόκια και το χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη του ομολόγου. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το ποσό της πρόωρης ρευστοποίησης θα είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το 100% του Επενδυόμενου Ποσού στο ομόλογο. Η προεξόφληση αυτή εν έχεται να επιφέρει μείωση του Επενδυόμενου Ποσού. II. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΓΟΡΑΣ: Η αξία του ομολόγου μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με την διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά. Ο επενδυτής θα πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τις μετοχές και τα ομόλογα και γενικά τις επενδύσεις σε αλλοδαπές κεφαλαιαγορές, οι οποίες υπόκεινται σε οικονομικούς, πολιτικούς και άλλους κινδύνους που ενδέχεται να έχουν ουσιώδη επίπτωση στις επενδύσεις στις χώρες αυτές. III. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΥΝΘΗΚΩΝ: Μπορεί να υπάρξουν αλλαγές σχετικά με τους όρους του ομολόγου λόγω γεγονότων όπως συγχωνεύσεις και διασπάσεις, διαταραχή τιμολόγησης, αναστολή διαπραγμάτευσης, σημαντική αλλαγή στη μέθοδο υπολογισμού και το περιεχόμενο, καθώς και αλλαγή στη φορολογία, όπως καθορίζεται στην παρούσα αίτηση, ιν. ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ: Η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του. Η αδυναμία του εκδότη να καταβάλλει την αξία του ομολόγου θα έχει ως συνέπεια την απώλεια του Επενδυόμενου Ποσού. Επομένως, από το ως άνω ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών που παρέλαβαν η αρχική δεύτερη ενάγουσα και οι λοιποί εκκαλούντες, το οποίο ήταν σύντομο και περιεκτικό και μάλιστα στο άρθρο 8 του εν λόγω εντύπου περιλαμβανόταν ακόμα και ενδεικτικό παράδειγμα για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης του επενδυόμενου κεφαλαίου έως τη λήξη του προγράμματος, προκύπτει σαφώς ότι επρόκειτο για ατομική ασφάλιση ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για προθεσμιακή κατάθεση ή καταθετικό προϊόν ή άλλο τραπεζικό προϊόν, ότι αντισυμβαλλόμενη θα ήταν ασφαλιστική εταιρεία και όχι τράπεζα, ότι το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του προγράμματος θα τοποθετείτο σε ομόλογο εκδόσεως της M.. P. B. C. L. με έδρα την Κύπρο, ότι αυτοί θα είχαν δικαίωμα εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης και δικαίωμα εναντίωσης στο συμβόλαιο και ότι η επένδυση στο ομόλογο υπόκειτο σε σειρά κινδύνων. Σημειωτέον ότι τα διαλαμβανόμενα από τους εκκαλούντες ότι δηλαδή δεν γίνεται λόγος για το ως άνω ομόλογο στην ατομική αίτηση ασφάλισης που υπέβαλε ο κάθε συμβαλλόμενος, ουδόλως αναιρούν τα ανωτέρω αφού ουδεμία τέτοια σχετική υποχρέωση υφίστατο αφού όλα τα αναγκαία στοιχεία (με πλήρη περιγραφή του ομολόγου και του τρόπου διάθεσης του κεφαλαίου) περιλαμβάνεται στο οικείο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών, που παραδόθηκε με την υποβολή της αίτησης σε κάθε ένα των αιτούντων. Εξάλλου, το ανωτέρω έντυπο ήταν πλήρως κατανοητό από κάθε συμβαλλόμενο και δη από την αρχικώς δεύτερη ενάγουσα και τους λοιπούς εκκαλούντες, οι οποίοι μπορούσαν να ζητήσουν διευκρινιστικές πληροφορίες στην περίπτωση που δεν κατανοούσαν το εν λόγω πρόγραμμα ενώ περιελάμβανε ειδική επισήμανση κινδύνων, γεγονός το οποίο ουδόλως μπορούσε να διαφύγει της προσοχής κάθε μέσου κοινωνικού ανθρώπου και ουδόλως μπορούσε να παραπλανήσει ως προς τη λειτουργία του προϊόντος και των κινδύνων αυτού. Σημειωτέον ότι το εν λόγω ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών είχε συνταχθεί με βάση τις απαιτήσεις και τις προϋποθέσεις της τότε ισχύουσα νομοθεσίας, ήτοι του ν.δ/τος 400/1970 και ήταν πλήρης (τον εν λόγω χρόνο δεν ίσχυε ο Κανονισμός 1286/2014 που επικαλούνται οι εκκαλούντες, αφού περιήλθε σε ισχύ στις 31.12.2016 κατ' άρθρο 43 αυτού, επιπλέον, δε, ο εν λόγω Κανονισμός δεν εφαρμοζόταν στο επίμαχο προϊόν, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 περ. β' αυτού, ως συμβόλαιο ασφάλισης ζωής όπου οι παροχές από τη σύμβαση είναι πληρωτέες μόνο σε περίπτωση θανάτου) με σαφές και κατανοητό περιεχόμενο, ως αυτό είχε εγκριθεί από τις τότε εποπτικές αρχές, ενώ οι προστηθέντες υπάλληλοι της ως άνω διαμεσολαβήτριας τραπεζικής εταιρείας, ακόμη και αν δεν είχαν προβεί σε προφορική επισήμανση των κινδύνων, ως διατείνονται οι εκκαλούντες, η αναλυτική περιγραφή τους στο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών παρείχε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να είναι πλήρως ενημερωμένος ο υποψήφιος επενδυτής για το ρίσκο που αναλάμβανε. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι όλοι οι τραπεζικοί υπάλληλοι της ως άνω διαμεσολαβήτριας τράπεζας που ασχολήθηκαν με την διάθεση του επίδικου προϊόντος στους πρώτο, τρίτο, τέταρτο των εκκαλούντων... (ήτοι οι Μ.. Χ., Σ.. Κ., Ν.. Μ., Ε.. Γ., Ν.. Τ. και I.. Π.) ήταν πιστοποιημένοι στην προώθηση ασφαλιστικών ή/και επενδυτικών προϊόντων...
Συνεπώς, γνώρισαν και είχαν κάθε αναγκαία εμπειρία στην παροχή όλων των απαιτούμενων πληροφοριών ως προς το επίδικο προϊόν, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι είχαν λαμβάνειν ή ότι έλαβαν, ως διατείνονται οι εκκαλούντες, προσωπικά οποιαδήποτε προμήθεια ή άλλου τύπου ανταμοιβή από τη διάθεση του επίδικου προϊόντος στους εκκαλούντες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ως άνω αιτήσεις ασφάλισης εγκρίθηκαν από την εφεσίβλητη, η οποία εν συνεχεία εξέδωσε τα υπ' αριθμ. 53410..., 53273 και 53190 για τον πρώτο των εκκαλούντων..., και τρίτο και τέταρτο των εκκαλούντων, αντίστοιχα, ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής, συνδεόμενα με επενδύσεις, τα οποία παραδόθηκαν στους τελευταίους τον Δεκέμβριο 2009, με τους συνημμένους σε αυτά γενικούς και ειδικούς όρους και διατάξεις που διέπουν την ένδικη ασφάλιση καθώς και τα υποδείγματα δηλώσεων εναντίωσης και υπαναχώρησης από τη σύμβαση ασφάλισης. Το γεγονός της παράδοσης και παραλαβής των ως άνω συμβολαίων προκύπτει, όσον αφορά στους πρώτο εκκαλούντα..., από τις οικείες από 23.12.2009... αποδείξεις παραλαβής αυτών, όσον αφορά στον τρίτο εκκαλούντα, ο οποίος σημειωτέον διέθετε περαιτέρω γνώσεις ως προς την όλη διαδικασία και το ένδικο προϊόν (ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνδεόμενο με επένδυση) καθόσον είχε συνάψει την επίδικη περίοδο και έτερα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής της εφεσίβλητης που συνδέονταν με επενδύσεις (ήτοι τα 52280, 52281 και 52465 ασφαλιστήρια), συνομολογεί την παραλαβή του ένδικου (υπ' αριθμ. 53273) ασφαλιστηρίου, ενώ ως προς τον τέταρτο εκκαλούντα η παράδοση αυτού προκύπτει εναργώς αφενός από την εναρμονισμένη πρακτική της εφεσίβλητης ως προς την έκδοση και παράδοση των συμβολαίων ζωής, αφετέρου από την αναφορά του εν λόγω συμβολαίου σε όλες τις ετήσιες ενημερώσεις του (όπου γινόταν ειδική του συμβολαίου και ειδική ανάλυση λογαριασμού επένδυσης), μη αποδεικνυόμενου του ισχυρισμού του τελευταίου (τέταρτου εκκαλούντος) περί μη παράδοσης του ένδικου συμβολαίου αφού, αφενός, εάν πράγματι δεν είχε παραδοθεί δεν δικαιολογείται από έναν άνθρωπο ο οποίος επενδύει το σύνολο σχεδόν των οικονομιών του σε ένα προϊόν να μην οχλήσει την εφεσίβλητη για παράδοση αυτού παρά μόνον, ως διατείνεται, το πρώτον στις 3.6.2016 ενόψει άσκησης της κρινόμενης αγωγής, υποβάλλοντας αίτηση στην οποία, μάλιστα, διελάμβανε ότι ζητούσε και αντίγραφο της βεβαίωσης παραλαβής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, το οποίο προϋποθέτει ότι πράγματι υφίστατο τέτοια βεβαίωση, που είχε υπογράφει από τον ίδιο. Ενόψει των ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντων, προκύπτει εναργώς ότι άπαντες οι... πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εκκαλούντων, είχαν επιλέξει το επίδικο προϊόν "M. Εισόδημα-US508" συνειδητά, αποσκοπώντας στην επίτευξη του ετήσιου τοκομεριδίου (4,35%) και στην ασφαλιστική κάλυψη αυτού, αφού αλλιώς (εάν πράγματι δεν το είχαν επιλέξει συνειδητά) θα είχαν τουλάχιστον ασκήσει είτε το δικαίωμα εναντίωσης και, μάλιστα, εάν κατά το χρόνο άσκησής του η αξία εξαγοράς των μεριδίων ήταν μεγαλύτερη της αξίας κτήσης (όπως συνέβαινε την πρώτη περίοδο του επίδικου προϊόντος), τότε θα είχαν αποχωρήσει και με κέρδος, είτε το δικαίωμα ανάκλησης της εντολής για χρέωση του λογαριασμού τους με το ποσό του ασφαλίστρου, για το οποίο είχαν πλήρως ενημερωθεί μέσω της εξουσιοδότησης χρέωσης και μπορούσαν να ασκήσουν οποτεδήποτε μέχρι τη λήξη της περιόδου διάθεσης στις 13.11.2009, χωρίς επίκληση συγκεκριμένου λόγου, οπότε και θα τους επιστρεφόταν το κεφάλαιο χωρίς την παραμικρή απώλεια. Έτι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη απέστειλε ετησίως, στους πρώτο, τρίτο, τέταρτο των εκκαλούντων..., έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ. Α του ν.δ/τος 400/1970, ενημερώνοντας αυτούς για την εξέλιξη της επένδυσής τους και την αξία του λογαριασμού τους την τελευταία ημέρα εκάστου έτους, άπαντες εξ αυτών εκκινούσαν επί λέξει "Στα πλαίσια της ετήσιας ενημέρωσής σας για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας που συνδέεται με επενδύσεις". Ειδικότερα, η εφεσίβλητη απέστειλε σε όλους τους ενάγοντες ενημερωτικές επιστολές για την αξία του λογαριασμού τους στις 31.12 των ετών 2009, 2010 και 2011, οι οποίες περιείχαν όλες τις προβλεπόμενες στο άρθρο 13Γ παρ. Α σημείο (ιζ) του ν.δ/τος 400/1970 πληροφορίες. Από τα παραπάνω ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου ότι.... οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εκκαλούντων είχαν αντιληφθεί πλήρως τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου προγράμματος, αφού κατά τα ανωτέρω διαστήματα ήταν εμφανής η απομείωση του κεφαλαίου τους κατά τις επιστολές της εφεσίβλητης, γεγονός, εξάλλου, που δεν συνάδει με τα χαρακτηριστικά της προθεσμιακής κατάθεσης, πλην όμως ενέμειναν στην καταρτιθείσα ασφαλιστική της σύμβαση, ένεκα του τοκομεριδίου 4,35% επί του επενδυόμενου ποσού που συγχρόνως, απόλαυσαν, χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίδραση για τέσσερα έτη. Εξάλλου, το εν λόγω προϊόν ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13 Γ παρ. Α περ. ια σημείο (ι) του ν.δ/τος 400/1970, το οποίο ορίζει ότι περιουσιακά στοιχεία του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου μπορεί να είναι και κινητές αξίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξιών των κρατών μελών της Ε.Ε. και του ΕΟΧ. Η εφεσίβλητη, εξάλλου, δεν ήταν, εκ του νόμου, υποχρεωμένη να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησής του από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Άλλωστε, ο Κανονισμός του Μεταβλητού Κεφαλαίου, M. Εισόδημα-US508, στον οποίο αναφέρονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, υποβλήθηκε στις 26.11.2009 από την εφεσίβλητη και στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε σύσταση για τροποποίηση ή κύρωση λόγω παράβασης του νόμου, ενώ και η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα, στην οποία επενδύθηκε το τελευταίο, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, παρά ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της. Επίσης, η εκδότρια του ομολόγου λάμβανε τον Νοέμβριο 2009, ήτοι αμέσως προ έκδοσης των επίδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων που ήταν συνδεδεμένα με επένδυση σε αυτό, βαθμό αξιολόγησης Α3 και ΒΒΒ+ από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης MOODY'S και FITCH, αντίστοιχα, εκ των οποίων ο βαθμός Α αντιστοιχεί σε υποχρεώσεις που αξιολογούνται ως "μέτριας προς υψηλής ποιότητας και υπόκεινται σε χαμηλό χρηματοπιστωτικό κίνδυνο" και ο βαθμός ΒΒΒ+ σε "Καλή πιστοληπτική ικανότητα: Οι κλίμακες "ΒΒΒ" υποδεικνύουν ότι η προσδοκία για πιστωτικό κίνδυνο είναι προς το παρόν χαμηλή. Η δυνατότητα εξόφλησης των οικονομικών υποχρεώσεων θεωρείται επαρκής, αλλά οι δυσμενείς επιχειρηματικές ή οικονομικές συνθήκες ενδέχεται να παραβλάψουν την εν λόγω δυνατότητα"... Σημειωτέον ότι όσον αφορά στην ενημερωτική επιστολή για την αξία των μεριδίων στις 31.12.2012, που κατά τους εκκαλούντες, εστάλη καθυστερημένα στις 17.6.2013 οπότε και δεν υφίστατο πλέον δυνατότητα εξαγοράς του προϊόντος αφού ήδη το Μάρτιο 2013 είχε επέλθει κατάρρευση της κυπριακής εκδότριας του ομολόγου τράπεζας, προέκυψε ότι πράγματι η εφεσίβλητη, ενόψει της οικονομικής κρίσης που τη συγκεκριμένη περίοδο μάστιζε την Κύπρο και οδήγησε σε κατάρρευση της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας, δεν ηδύνατο να αποστείλει εκείνη τη χρονική περίοδο ενημερωτική επιστολή χωρίς ταυτόχρονα να συμπεριλάβει ενημέρωση για το πως επηρεάζει η εν λόγω οικονομική κατάσταση τη λειτουργία του προϊόντος της, προβαίνοντας προς τούτο σε όλες τις αναγκαίες επικοινωνίες με την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, την εκδότρια τράπεζα του ομολόγου και την τράπεζα Πειραιώς, ενώ ήδη το γεγονός αυτό είχε καταστεί άμεσα γνωστό.... στους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των εκκαλούντων μέσω του ημερήσιου τύπου της εποχής αλλά και από την επικοινωνία τους με τους υπαλλήλους της ως άνω διαμεσολαβήτριας τράπεζας. Εξάλλου, αναφορικά με τη φερόμενη, κατά τους εκκαλούντες, αποσιώπηση της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ της εκδότριας του ομολόγου κυπριακής τράπεζας και της εφεσίβλητης - διαμεσολαβήτριας στην πώληση του ένδικου προϊόντος που ήταν συνδεδεμένο με το εν λόγω ομόλογο πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Οι εκκαλούντες επιχειρούν να επιστηρίξουν το εν λόγω επιχείρημά τους περί σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αφενός της εφεσίβλητης και της διαμεσολαβούσας τράπεζας και αφετέρου.... των πρώτου, τρίτου και τέταρτου των εκκαλούντων ως πελατών του επίδικου ασφαλιστικού προϊόντος, η οποία υφίστατο και όφειλε να γνωστοποιηθεί στους τελευταίους, στην αρχή της καλής πίστης, στο άρθρο 11 παρ.1 του π.δ/τος 190/2006 και στη φερόμενη ως συναφθείσα μεταξύ της τράπεζας και των ιδίων σύμβαση παροχής συμβουλών, κάνοντας λόγο για "ώσμωση συμφερόντων", σχέση εξάρτησης και ιδίου οικονομικού οφέλους. Πλην όμως, ήδη από τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή προκύπτει ότι οι ως άνω εκκαλούντες εκθέτουν ότι τον Οκτώβριο του έτους 2009 η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα κατείχε, πρώτον, το 49,90% των μετοχών της C. C. I. H. L., που κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εφεσίβλητης, και δεύτερον το 97,02% του μετοχικού κεφαλαίου της διαμεσολαβούσας τράπεζας, η συγχώνευση με την οποία είχε ήδη δρομολογηθεί. Τα ισχυριζόμενα από τους εκκαλούντες ως προς τις μετοχικές σχέσεις δεν στοιχειοθετούν σύγκρουση συμφερόντων εν του νόμου απαγορευμένη ή χρήζουσα γνωστοποίησης στον πελάτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 13γ του ν.δ/τος 400/1970, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προβλέπει υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να γνωστοποιήσει τις μετοχικές της σχέσεις στους υποψήφιους πελάτες της, ούτε όριζε ότι κάποιες μετοχικές σχέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων, ούτε όριζε ότι υπήρχε υποχρέωση γνωστοποίησης των σχέσεων αυτών.... Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε η εκδότρια του ομολόγου κυπριακή τράπεζα δεν είναι μητρική εταιρεία της εφεσίβλητης, ούτε καν βασικός μέτοχος αυτής, καθώς το σύνολο των μετοχών της εφεσίβλητης ανήκει στην "C. C. I. H. L." (ΦΕΚ 14253/31.12.2008), η οποία τυγχάνει και μητρική εταιρεία του ομίλου, έτσι ώστε η τελευταία, κατά το κρίσιμο χρόνο, ήταν και μοναδικός της (εφεσίβλητης) μέτοχος. Η δε εκδότρια του ομολόγου τράπεζα δεν κατείχε κατά τον κρίσιμο χρόνο το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών αυτής (C. C. I. H. L.) αλλά ποσοστό 49,90% ενώ το υπόλοιπο 50,1% ανήκε στην εταιρεία ασφαλειών C. A.. Ούτε, εξάλλου, ήταν μεμπτό εν προκειμένω, ως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες (ούτε υπήρξε προσπάθεια απόκρυψης αυτού αφού είχε ήδη αποτυπωθεί ΣΕΟ [εννοεί στο] εσωτερικό έντυπο ΦΠ 250.1/19.10.2009), ότι η διαμεσολαβήτρια τράπεζα λάμβανε προμήθεια από την εφεσίβλητη για την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης, η οποία μάλιστα πλαισιωνόταν από γραπτή Σύμβαση Συνεργασίας με ημερομηνία 1.1.2003, καθόσον ουδεμία σύγκρουση συμφερόντων δημιουργούσε η εν λόγω συνεργασία που είναι θεμιτή εμπορική συμφωνία, διαφανής και μη μεμπτή, και ουδεμία υποχρέωση υπήρχε με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών για γνωστοποίηση στους πελάτες της εν λόγω συμφωνίας ή καταβολής προμήθειας. Ωσαύτως, ουδεμία υποχρέωση υπείχε η εφεσίβλητη ή η διαμεσολαβούσα τράπεζα για τη διεξαγωγή ελέγχου καταλληλότητας του επίδικου ασφαλιστικού προϊόντος, συνδεδεμένου με επενδυτικό προϊόν και δη ομολόγου, και αντίστοιχης συμβουλευτικής καθοδήγησης των εκκαλούντων, δοθέντος ότι ουδόλως εμπίπτουν στο Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, ούτε σχετική υποχρέωση θεμελιώνεται στο άρθρο 11 παρ. 3 του π.δ. 190/2006 ούτε στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, πολλώ μάλλον αφ' ης στιγμής το επίδικο προϊόν υποβλήθηκε στους οικείους ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές προληπτικής εποπτείας, οι οποίες το ενέκριναν, ενώ, όπως αποδείχθηκε το προϊόν αυτό ήταν πράγματι σύμφωνο με την ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 13Γ παρ. Α περ. ια του ν.δ/τος 400/70). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι.... οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εκκαλούντων απώλεσαν τα ποσά της επένδυσής τους, ως παραπάνω αυτά διαλαμβάνονται, λόγω αδυναμίας της εκδότριας τράπεζας να τους καταβάλει την αξία του ομολόγου, μετά την ένταξη της τράπεζας αυτής σε ειδική διαχείριση, τον διορισμό ειδικής διαχειρίστριας για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και την απόφαση του χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, μετά τις εξελίξεις αυτές, για αναστολή διαπραγμάτευσης του ομολόγου στο οποίο είχε τοποθετηθεί το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος. Η περίπτωση δε αυτή συμπεριλαμβανόταν στους κινδύνους (άρθρο 8) των γενικών όρων ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που συνήψαν... οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εκκαλούντων. Η κατάρρευση δε της κυπριακής εκδότριας του ομολόγου τράπεζας "M. P. B. P. C. «L. συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο το διάστημα 2012-2013, ήταν γεγονός έκτακτο κι απρόβλεπτο, ενόψει, ιδίως, του ότι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Κυβέρνησης της Κύπρου, του ΔΝΤ και της ΕΕ, είχαν προταθεί περισσότερα σχέδια αντιμετώπισης της κρίσης, το δε κυπριακό Κοινοβούλιο ψήφισε, εν τέλει, στις 22.3.2013, μεταξύ άλλων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(1)2013). Επομένως, η ζημία... των πρώτου, τρίτου και τέταρτου των εκκαλούντων δεν τελεί σε σχέση λόγου και ακολουθίας με επιλήψιμη συμπεριφορά της εφεσίβλητης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα και δη στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή του, την οποία δεν θα μπορούσε να προβλέψει η εφεσίβλητη, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου. Η συμπεριφορά της εφεσίβλητης στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τους ανωτέρω αντισυμβαλλόμενους της ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, και ως εκ τούτου η συμπεριφορά της αυτή ούτε παράνομη ήταν ούτε υπαίτια και δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας των τελευταίων. Επομένως, δεν γεννάται αδικοπρακτική ευθύνη της εφεσίβλητης ούτε κατά τις κοινές διατάξεις (άρθρα 281, 288, 914 ΑΚ) ούτε κατά τους λοιπούς επικαλούμενους νόμιμους λόγους ευθύνης της, όπως οι διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή κατά τον ν. 2251/1994, γενομένων δεκτών των ισχυρισμών της εφεσίβλητης, ως παραδεκτώς προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρονται και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την ίδια, κατά βάση, ως άνω αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεχόμενο ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν ήταν παράνομη, ούτε υπαίτια και, σε κάθε περίπτωση, ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας των αναιρεσειόντων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των τελευταίων, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την από 19.9.2016 αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 και 3 του ΠΔ 190/2006, 288, 281, 330, 914 του ΑΚ και 8 του Ν. 2251/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμόδιων υπαλλήλων της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "M.. Ε. Τ. Α. «Ε., που λειτουργούσε ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με βάση την εκτιθέμενη στην προηγούμενη νομική σκέψη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, ώστε να θεμελιώνεται, συνακόλουθα, υποχρέωση της τελευταίας για ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) οι ως άνω αναφερόμενοι αρμόδιοι υπάλληλοι της συνδεδεμένης ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας τραπεζικής εταιρίας, οι οποίοι ήταν πιστοποιημένοι στην προώθηση ασφαλιστικών ή/και επενδυτικών προϊόντων και είχαν κάθε αναγκαία εμπειρία στην παροχή όλων των απαιτούμενων πληροφοριών ως προς το επίδικο προϊόν, παρείχαν πλήρη ενημέρωση στους αναιρεσείοντες, τόσο κατά το προσυμβατικό στάδιο όσο και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, ως προς τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου προϊόντος, καθιστώντας σε αυτούς σαφές, ότι δεν πρόκειται για προθεσμιακή κατάθεση αλλά για ασφαλιστικό-επενδυτικό προϊόν, που ενείχε τα πλεονεκτήματα αφενός της ασφαλιστικής κάλυψης για την περίπτωση θανάτου από ατύχημα και αφετέρου της υψηλής απόδοσης λόγω του υψηλού ετήσιου τοκομεριδίου (4,35%), αλλά συγχρόνως ενείχε και το μειονέκτημα ότι δεν ήταν εγγυημένο το κεφάλαιο που επρόκειτο να επενδυθεί, β) τα χαρακτηριστικά της επένδυσης αυτής έγιναν πλήρως κατανοητά από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι, διατηρώντας ήδη από το παρελθόν τραπεζικές καταθέσεις στην ανωτέρω τράπεζα (και μάλιστα ο δεύτερος αυτών διαθέτοντας περαιτέρω γνώσεις ως προς τη διαδικασία, αφού είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη κατά την επίδικη περίοδο και έτερα ασφαλιστήρια ζωής που συνδέονταν με επενδύσεις), επέλεξαν συνειδητά το ασφαλιστικό - επενδυτικό προϊόν "M. Εισόδημα US08", έχοντας ενημερωθεί από τους αρμόδιους τραπεζικούς υπαλλήλους, κατά τη σύναψη των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, με τρόπο πλήρη, σαφή, αναλυτικό και κατανοητό σχετικά με το ανωτέρω προϊόν, και μάλιστα, ενημερώθηκαν εγγράφως, από το περιεχόμενο του ενημερωτικού εντύπου πληροφοριών που παρέλαβαν, και για τους κινδύνους του προϊόντος, στους οποίους περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και ο πιστωτικός κίνδυνος, με την έννοια ότι η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του και ότι η αδυναμία του εκδότη να καταβάλει την αξία του ομολόγου θα έχει ως συνέπεια την απώλεια του επενδυόμενου ποσού, αλλά, παρ' όλα αυτά, οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν τις αιτήσεις συμμετοχής στο εν λόγω πρόγραμμα, κρίνοντας αυτό ως περισσότερο συμφέρον σε σύγκριση με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, που πρόσφεραν χαμηλότερο επιτόκιο και χαμηλότερη απόδοση, γ) οι υποπροστηθέντες της αναιρεσίβλητης τραπεζικοί υπάλληλοι δεν παρασιώπησαν ή απέκρυψαν από τους αναιρεσείοντες την τοποθέτηση των ως άνω κεφαλαίων τους ως εφάπαξ ασφάλιστρα στο ενεργητικό του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που θα συγκροτούσε η αναιρεσίβλητη και θα επενδυόταν σε ένα και μόνο προϊόν και συγκεκριμένα στο εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ομόλογο έκδοσης της κυπριακής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "M.. P. Β. C. «L., δ) η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δεν παρέβη, στο πλαίσιο της συναλλακτικής της δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι των πελατών της-αναιρεσειόντων, η δε συμπεριφορά της ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ήτοι στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τους αναιρεσείοντες, ε) ουδεμία υποχρέωση είχε η αναιρεσίβλητη ή η διαμεσολαβούσα τράπεζα για συμβουλευτική καθοδήγηση των αναιρεσειόντων καθώς και για τη διεξαγωγή ελέγχου καταλληλότητας του επίδικου ασφαλιστικού προϊόντος, συνδεδεμένου με επενδυτικό προϊόν και δη ομολόγου, ενόψει και του ότι το προϊόν αυτό υποβλήθηκε στους οικείους ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές προληπτικής εποπτείας, οι οποίες το ενέκριναν, στ) το επίδικο προϊόν "M. Εισόδημα US08" ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13γ παρ. Α περ. ια' σημείο i του Ν.Δ. 400/1970, που ορίζει ότι περιουσιακά στοιχεία του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου μπορεί να είναι και κινητές αξίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξιών των κρατών μελών της Ε.Ε. και του ΕΟΧ, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υπόχρεη εκ του νόμου να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του εν λόγω προϊόντος από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης και ζ) κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα η εκδότρια του ομολόγου Τράπεζα δεν αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία έθεταν σε αμφισβήτηση τη φερεγγυότητά της. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων και πρωτίστως του άρθρου 914 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και έτσι δεν δέχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του), τρίτος (κατά το πρώτο σκέλος του) και τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος του), από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, διατεινόμενοι ότι η αναιρεσίβλητη παραβίασε τις υποχρεώσεις της προς τους ίδιους α) για συμβουλευτική καθοδήγηση και αιτιολόγηση της καταλληλότητας του ασφαλιστικού-επενδυτικού προϊόντος, β) για γνωστοποίηση της υφιστάμενης σύγκρουσης συμφερόντων λόγω της έμμεσης συμμετοχής της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και γ) για ενημέρωση ως προς την αξιολόγηση του ομολόγου και ως προς την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας αυτού, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου θα τοποθετείτο σε ομόλογο σταθερού επιτοκίου, εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, έκδοσης της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "M.. P. Β. C. «L., η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε "C. P. Β. C. L." και έδρα την Κύπρο, η οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, κατείχε το 49,9% του μετοχικού κεφαλαίου της μητρικής εταιρίας της αναιρεσίβλητης, δεν στοιχειοθετείται σύγκρουση συμφερόντων εκ του νόμου απαγορευμένη ή χρήζουσα γνωστοποίησης στον πελάτη, καθόσον το άρθρο 13γ του Ν.Δ. 400/1970, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προέβλεπε υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να γνωστοποιήσει τις μετοχικές της σχέσεις στους υποψήφιους πελάτες της, ούτε όριζε ότι κάποιες μετοχικές σχέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων, ούτε προέβλεπε ότι υπήρχε υποχρέωση γνωστοποίησης των σχέσεων αυτών (ΑΠ 170/2024, ΑΠ 1111/2020). Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου. Και τούτο, γιατί παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι, δηλαδή, η ζημία των αναιρεσειόντων δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των υποπροστηθέντων τραπεζικών υπαλλήλων και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι κατωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι από τις με ημερομηνίες 26.10.2009, 20.10.2009 και 21.10.2009 αιτήσεις, που υπέβαλαν αντίστοιχα οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες, προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόκειται για ατομικές αιτήσεις ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για αιτήσεις προθεσμιακής κατάθεσης, β) ότι οι αναιρεσείοντες συμπλήρωσαν, υπέγραψαν και επισύναψαν στις ανωτέρω αιτήσεις τις αναφερόμενες έντυπες εξουσιοδοτήσεις, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούλησή τους ήταν να τοποθετήσουν τα ως άνω κεφάλαιά τους στο εν λόγω ασφαλιστικό προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση τους και είχαν γίνει αποδεκτά από αυτούς, γ) ότι οι αναιρεσείοντες, κατά την υπογραφή των ανωτέρω ατομικών αιτήσεων ασφάλισης, παρέλαβαν και το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών, το οποίο περιείχε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, από τις οποίες ο εκάστοτε κάτοχος είχε τη δυνατότητα να ενημερωθεί πλήρως για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του ανωτέρω προϊόντος, στο οποίο επρόκειτο να τοποθετήσει τα χρήματά του, αφού γινόταν σαφής και ακριβής περιγραφή του προγράμματος "M. Εισόδημα US08" κατά το ασφαλιστικό και το επενδυτικό σκέλος του με χρήση παραδειγμάτων, του τρόπου υπολογισμού της απόδοσης του επενδυόμενου κεφαλαίου έως τη λήξη του προγράμματος, γινόταν αναφορά στην άσκηση του δικαιώματος ολικής εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης εκ μέρους του συμβαλλομένου, αλλά και στα δικαιώματα του τελευταίου για εναντίωση και υπαναχώρηση από τη σύμβαση, ενώ επισημαίνονταν και οι κίνδυνοι του προϊόντος, δ) ότι οι αναιρεσείοντες ενημερώθηκαν, κατά τη σύναψη των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, με τρόπο πλήρη, σαφή, αναλυτικό και κατανοητό από τους αρμόδιους τραπεζικούς υπαλλήλους σχετικά με το ασφαλιστικό-επενδυτικό προϊόν "M. Εισόδημα US08", το οποίο οι ίδιοι επέλεξαν συνειδητά, γιατί το έκριναν ως περισσότερο συμφέρον σε σύγκριση με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις που πρόσφεραν χαμηλότερο επιτόκιο και χαμηλότερη απόδοση, ε) ότι η αναιρεσίβλητη απέστειλε ετησίως κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011 στους αναιρεσείοντες έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ. Α περ. iζ' του Ν.Δ. 400/1970, ενημερώνοντας αυτούς για την εξέλιξη της επένδυσής τους και την αξία των λογαριασμών τους την τελευταία ημέρα εκάστου έτους, στ) ότι οι αναιρεσείοντες είχαν πλήρως αντιληφθεί τον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω προγράμματος και δεν διαμαρτυρήθηκαν ποτέ, παρά τη συνεχή απομείωση των κεφαλαίων τους, αλλά ενέμειναν στις καταρτισθείσες με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστικές συμβάσεις, εξαιτίας του τοκομεριδίου 4,35% επί των επενδυόμενων ποσών που αυτοί εισέπρατταν, ζ) ότι oι υποπροστηθέντες της αναιρεσίβλητης τραπεζικοί υπάλληλοι δεν παρασιώπησαν ή απέκρυψαν από τους ενάγοντες την τοποθέτηση των ως άνω κεφαλαίων τους ως εφάπαξ ασφάλιστρα στο ενεργητικό του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που θα συγκροτούσε η τελευταία και θα επενδυόταν σε ένα και μόνο προϊόν και συγκεκριμένα στο εισηγμένο στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ομόλογο έκδοσης της κυπριακής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "M.. P. Β. C. «L., η) ότι το επίδικο προϊόν "M. Εισόδημα US08" ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13γ παρ. Α περ. ια' σημείο i του ΝΔ 400/1970, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υπόχρεη εκ του νόμου να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του εν λόγω προϊόντος από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, θ) ότι η εκδότρια του ομολόγου ως άνω τραπεζική εταιρία, κατά το χρόνο που κυκλοφόρησε το επίδικο προϊόν, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, αλλά αντιθέτως είχε ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της, ι) ότι οι αναιρεσείοντες απώλεσαν τα ποσά της επένδυσης τους, λόγω της αδυναμίας της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να τους καταβάλει την αξία αυτού, μετά την ένταξή της σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, τον διορισμό ειδικής διαχειρίστριας για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και την απόφαση του χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου, μετά τις εξελίξεις αυτές, για την διαπραγμάτευση του ομολόγου, στο οποίο είχε τοποθετηθεί το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος, περίπτωση που συμπεριλαμβανόταν στους κινδύνους του άρθρου 8 των γενικών όρων ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις των ανωτέρω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που κατάρτισαν οι αναιρεσείοντες με την αναιρεσίβλητη, ια) ότι η εκδότρια του ομολόγου κυπριακή τράπεζα δεν είναι μητρική εταιρία της αναιρεσίβλητης, ούτε καν βασική μέτοχος αυτής, ιβ) ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο 2012 έως τον Μάρτιο 2013, η αναιρεσίβλητη, ενόψει της οικονομικής κρίσης που μάστιζε την Κύπρο, προέβη σε όλες τις αναγκαίες επικοινωνίες με την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και την εκδότρια του ομολόγου τράπεζα, ενώ τα γεγονότα αυτά είχαν ήδη καταστεί άμεσα γνωστά στους αναιρεσείοντες μέσω του ημερήσιου τύπου της εποχής αλλά και από την επικοινωνία τους με τους υπαλλήλους της ως άνω διαμεσολαβήτριας τράπεζας και ιγ) ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δεν παρέβη, στο πλαίσιο της συναλλακτικής δραστηριότητάς της, την γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι των πελατών της - αναιρεσειόντων, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, η δε συμπεριφορά της ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ήτοι στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τους ενάγοντες. Επίσης, το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών, το οποίο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, παρέλαβαν οι αναιρεσείοντες, ήταν σύμφωνο με το ισχύον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, άρθρο 12 παρ. 1 του Π.Δ. 190/2006, που, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, ρυθμίζει τον τρόπο εκπλήρωσης της από το άρθρο 11 του ιδίου Π.Δ. υποχρέωσης του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή για παροχή πληροφοριών πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, καθόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν σύντομο (τρισέλιδο), περιεκτικό και κατανοητό, παρέχοντας σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) με σαφήνεια και ακρίβεια όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την φύση, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους του επίδικου προϊόντος. Εξάλλου, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι "οι προστηθέντες υπάλληλοι της ως άνω διαμεσολαβήτριας τραπεζικής εταιρείας, ακόμη και αν δεν είχαν προβεί σε προφορική επισήμανση των κινδύνων, ως διατείνονται οι εκκαλούντες (αναιρεσείοντες), η αναλυτική περιγραφή τους στο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών παρείχε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να είναι πλήρως ενημερωμένος ο υποψήφιος επενδυτής για το ρίσκο που αναλάμβανε" και β) ότι "ακόμα και αν οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) έλαβαν τις αποφάσεις τους στηριζόμενοι αποκλειστικά στις διαβεβαιώσεις των προστηθέντων τραπεζικών υπαλλήλων, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, τους παρουσίασαν το εν λόγω πρόγραμμα ως προθεσμιακή κατάθεση, είχαν είκοσι δύο ημέρες έως τη λήξη της περιόδου διάθεσης του προγράμματος στις 13.11.2009 να ανακαλέσουν την εξουσιοδότηση αυτή, πλην όμως ουδόλως το έπραξαν", δεν δημιουργούν αντίφαση ως προς τα αντίστοιχα ζητήματα α) της ενημέρωσης των αναιρεσειόντων για τους κινδύνους του επίδικου προϊόντος, στο οποίο τοποθέτησαν τα κεφάλαιά τους και β) της ενημέρωσής τους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος αυτού. Τούτο δε, γιατί, από το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλομένης, σαφώς προκύπτει ότι εκάστη από τις ως άνω αιτιολογίες συνιστά "επάλληλη αιτιολογία", που στηρίζει αυτοτελώς τις αντίστοιχες κρίσεις του Εφετείου α) ότι οι αναιρεσείοντες ενημερώθηκαν με σαφήνεια και πληρότητα για τους κινδύνους του εν λόγω προϊόντος και β) ότι η βούλησή τους ήταν να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους στο, συνειδητά επιλεγέν από αυτούς, συγκεκριμένο ασφαλιστικό-επενδυτικό προϊόν και όχι σε προθεσμιακή κατάθεση και, κατά συνέπεια, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού οι επικαλούμενες αντιφάσεις δεν εντοπίζονται μεταξύ των κύριων αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά εντοπίζονται μεταξύ αιτιολογιών που διατυπώνονται επάλληλα και στηρίζουν εκάστη, αυτοτελώς, το διατακτικό της, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, η διαφορετική σε εκάστη από τις επάλληλες αιτιολογίες παραδοχή δεν δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του), τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του), τέταρτος (κατά το δεύτερο σκέλος του), και έκτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το αν τηρήθηκαν ή μη οι υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης α) για ενημέρωση, πληροφόρηση και διαφώτιση σχετικά με τη φύση και τους κινδύνους του εν λόγω ασφαλιστικού-επενδυτικού προϊόντος, β) για συμβουλευτική καθοδήγηση και αιτιολόγηση της καταλληλότητας του εν λόγω προϊόντος, γ) για γνωστοποίηση της υφιστάμενης σύγκρουσης συμφερόντων λόγω της έμμεσης συμμετοχής της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, δ) για ενημέρωση ως προς την αξιολόγηση του ομολόγου και ως προς την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας αυτού και ε) για ενημέρωση, στο τέλος του έτους 2012, για την επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας της εκδότριας του ομολόγου, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι δε αναιρετικοί λόγοι (κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους) ως προς τις λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων (ήτοι ότι η προστηθείσα της αναιρεσίβλητης τράπεζα, πριν τη σύναψη της σύμβασης, παρείχε σ' αυτούς ελλιπή πληροφόρηση για τους κινδύνους του ομολόγου, ότι η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα είχε έμμεση συμμετοχή στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική επιχείρηση και, τέλος, ότι η τελευταία δεν τους ενημέρωσε στο τέλος του έτους 2012 για την επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας) είναι απαράδεκτοι, γιατί, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα ανωτέρω πραγματικά ζητήματα.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, λόγου ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 630/2020). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όμως, δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 340/2023, ΑΠ 50/2020) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 340/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε εκ μέρους τους και συγκεκριμένα ότι, ενώ με την έφεσή τους επανέφεραν τον πρωτοδίκως προβληθέντα προς θεμελίωση της ένδικης αγωγής τους, ισχυρισμό περί υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για συμβουλευτική καθοδήγησή τους, απορρέουσας από την σύμβαση διαμεσολάβησης-παροχής συμβουλών, που είχε καταρτισθεί σιωπηρώς μεταξύ εκάστου αυτών (αναιρεσειόντων) και της ενεργούσας για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης διαμεσολαβούσας τράπεζας, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον άνω ισχυρισμό τους, στον οποίο θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημά τους για αποκατάσταση της ζημίας τους. Ο λόγος αυτός, όμως, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν και δη α) ότι οι αναιρεσείοντες κατάρτισαν μόνο τις επίδικες, με αριθμούς 53410, 53273 και 53190 για έκαστο αυτών αντίστοιχα, συμβάσεις ασφάλισης ζωής, συνδεόμενες με επενδύσεις και β) ότι ουδεμία υποχρέωση υπείχε η αναιρεσίβλητη ή η διαμεσολαβούσα τράπεζα από οιαδήποτε αιτία για παροχή συμβουλευτικής καθοδήγησης των αναιρεσειόντων, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.
ΙV. Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ, αντίθετα, ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 170/2024, ΑΠ 461/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1247/2019). Τέλος, από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον με εκείνες των άρθρων 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1353/2023, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έβδομο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθ. 1 εδ. β' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που πλήττουν τη δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες της απόφασης αυτής (ήτοι την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και της ζημίας των αναιρεσειόντων), με τις αντίστοιχες αιτιάσεις: α) ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, γιατί τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα η αδυναμία πληρωμής του εν λόγω ομολόγου από την εκδότριά του, δεν μπορούν να αποτελέσουν, με βάση τα διδάγματα αυτά, πρόσφορο εξωτερικό παράγοντα που προκάλεσε, με αιφνίδιο και απρόβλεπτο τρόπο, τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και την ζημία αυτών και β) ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό (της αιτιώδους συνάφειας), τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914, 288 ΑΚ, 11 παρ. 1 και 3 του ΠΔ 190/2006 και 8 του Ν. 2251/1994. Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η πρώτη (κύρια) αιτιολογία της προσβαλλομένης (ήτοι η έλλειψη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης), δεν επλήγη με επιτυχία από τους αναιρεσείοντες (δεδομένου ότι οι κατ' αυτής λοιποί λόγοι αναίρεσης απορρίφθηκαν κατά τα προεκτιθέμενα), ο λόγος αυτός (έβδομος), που αφορά τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην ως άνω, πληγείσα ανεπιτυχώς, πρώτη επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση αυτού, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η ζημία που υπέστησαν δεν συνδέεται αιτιωδώς με την συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
V. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.6.2023 αίτηση των Ι. Π., Χ. Β. και Β. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3834/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή