Αριθμός 283/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία - Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον δ.τ. "ALPHA BANK A.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν διάσπασης της τελευταίας, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Γαβριηλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2173/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3489/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, επίσης ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο από 19-09-2023 κατατεθέν και τιτλοφορούμενο "ενστάσεις-αιτήματα" ως και ό,τι αναφέρεται σ'αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των αιτημάτων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 14.09.2022 με αριθμό κατάθεσης ...2022, αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 3489/04.07.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την, από 22.07.2011 και με αριθμό κατάθεσης ...2011, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και κατά της 2173/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες την κυρία εκ της συμβάσεως και την επικουρική εκ της αδικοπραξίας και ως μη νόμιμη την όλως επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσεις της, από 28.02.2009 και με αριθμό κατάθεσης ...2009, αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της άνω δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", περί επιδίκασης στον ενάγοντα αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 (σε ποσοστό όμως 40%) και ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, εκ της μη καταβολής της αποζημίωσης αυτής, [ενώ δεν εξέτασε την, επικουρικώς (για την περίπτωση ευδοκίμηση της αγωγής), ασκηθείσα με τις προτάσεις της εναγομένης, ανταγωγή], ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμό των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 287 του ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατή η κατάρτιση σύμβασης [που συντελείται, όπως και η τροποποιητική αυτής συμφωνία, κατά τα άρθρα 164, 185, 189, 192 και 193 του ΑΚ, με την αποδοχή πρότασης προς σύναψη αυτής, η οποία αποδοχή μπορεί να γίνει είτε ρητά, δηλαδή με την περί τούτου σαφή και μη καταλείπουσα αμφιβολία περί της σημασίας της δήλωσης βούλησης του λήπτη της πρότασης, είτε σιωπηρά, εφόσον από τη συμπεριφορά του λήπτη της πρότασης σε συνδυασμό προς τα αντικειμενικά δεδομένα και τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται η συμπεριφορά αυτή, προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως η περί τούτου δικαιοπρακτική βούληση του λήπτη της πρότασης (ΑΠ 1081/2018)], με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον ορισμένη παροχή (ενταύθα χρηματική), όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατάρτισης μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνίας οικειοθελούς αποχώρησης του τελευταίου ή συναινετικής "καταγγελίας" από τον εργοδότη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού με την παροχή στον τελευταίο οικονομικών προς τούτο κινήτρων από τον εργοδότη (ΑΠ 985/2024, 1081/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου διάρκειας, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, υπό την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η οποία υπολογίζεται βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδότησης των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν όρους, μειωμένης αποζημίωσης. Περαιτέρω, η σύμβαση εργασίας που διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, ο οποίος έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν, όμως, με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 30/2009, ΑΠ 419/2021, 225/2021, 375/2014, 214/2014). Ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε", διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", περιέχεται στην από 11.11.1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26.11.1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27.7.1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (ΑΠ 225/2021). Κατά το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22.06.1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που καταρτίστηκε υπό την ισχύ του ν. 1876/1990, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτήν λύεται: α) με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, οι εργαζόμενοι δε, που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και β) πριν από τη συμπλήρωση των προαναφερόμενων ορίων ηλικίας στις ακόλουθες περιπτώσεις: αα) λόγω θανάτου του εργαζομένου, ββ) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, η οποία θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γγ) λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ και δδ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε. Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (ΟλΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο περιεχόμενος στο άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της ... όρος, ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας, σε περίπτωση αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, δηλαδή παραίτηση τούτου, η οποία και επιφέρει τη λύση της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, στην ίδια δε περίπτωση εμπίπτει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και η οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου από την ως άνω Τράπεζα, λόγω παραίτησης, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, αφού και η με τον τρόπο αυτό παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την κατά τον εν λόγω τρόπο παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης, ο αποχωρών, λόγω παραίτησης πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, υπάλληλος της ... δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού της δικαίωμα παραίτησης του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται, για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραίτησης, η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων της (ΑΠ 419/2021, 70/2016, 907/2012, 1828/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, ΅ε την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί ΅ε την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ/τος 3789/1957, "Μισθωτοί εν γένει, υπαγό΅ενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισ΅ού, δια την χορήγησιν συντάξεως συ΅πληρώσαντες ή συ΅πληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν' αποχωρώσιν της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρώσιν είτε ν' απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λα΅βάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας, οι ΅εν επικουρικώς ησφαλισ΅ένοι τα 40%, οι δε ΅η ησφαλισ΅ένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου", ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου (5 ν. 435/1976). "Τυχόν ευνοϊκώτεροι δια τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι εις άλλας διατάξεις, συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικάς συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος". Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων. Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής, που συμπλέει με την επιταγή του άρθρου 22 του Συντάγματος για προστασία του δικαιώματος της εργασίας, ως "ευνοϊκότεροι όροι" νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της σύμβασης, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε αυτές ανάγονται στο ύψος της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ΅ε την ατομική σύμβαση εργασίας ή ΅ε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσης ΅ε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης, σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα, και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο. Το μόνο δε δικαίωμα που έχει αυτός, είναι να αξιώσει τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και εκείνης που καταβλήθηκε ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού (ΑΠ 985/2024, 419/2021, 375/2014, 681/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το κρίσιμο για τον αναιρετικό έλεγχο σκεπτικό της, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, προσλήφθηκε ως υπάλληλος, στις 31.3.1978 ... από την [αρχικώς] εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη, ... η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Α.Ε.", ... Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ... διεπόταν από τις διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που, ... έχει ισχύ νόμου, .... Επομένως, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν ορισμένου χρόνου, διότι ... στον διέποντα αυτή, κατά τα ανωτέρω, ως άνω Οργανισμό Προσωπικού της ... προβλέπεται [άρθρο 1] η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης με τη συμπλήρωση καθορισμένου ορίου ηλικίας και συγκεκριμένα του 58ου έτους ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους για τις γυναίκες υπαλλήλους. ... ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε την 5.8.1959, ... στις 30.9.2008, έχοντας συμπληρώσει στην εναγόμενη Τράπεζα υπηρεσία τριάντα [30] ετών και έξι [6] μηνών, και πριν συμπληρώσει το προβλεπόμενο όριο από τον Κανονισμό Προσωπικού της εναγόμενης [58°], εφόσον κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία είχε συμπληρώσει το [49] έτος της ηλικίας του, υπέβαλλε προς τον Διευθυντή Αμοιβών και Παροχών της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της ..., την από 30.9.2008 έγγραφη αίτησή του, με την οποία γνωστοποιούσε στην εναγόμενη ότι επιθυμεί να αποχωρήσει οικειοθελώς από την υπηρεσία της, από την προαναφερόμενη ημερομηνία, με τελευταία ημέρα απασχόλησής του την 29.09.2008. Η εναγόμενη, με το με αριθμό πρωτ. ... και από 30.9.2008 έγγραφο της [επιστολή], απάντησε στον ενάγοντα ότι η διαλαμβανόμενη στην ως άνω αίτησή του οικειοθελής αποχώρησή του, δεν γίνεται δεκτή, ωστόσο ο ενάγων και αφού έλαβε γνώση της εναντιώσεως της εναγόμενης, ενέμεινε στην αρχική δήλωσή του και με το από 30.9.2008 νέο έγγραφό του δήλωσε στην εναγόμενη ότι θα αποχωρήσει από την υπηρεσία αυθημερόν. Πράγματι ο ενάγων, αποχώρησε από την υπηρεσία του, την 30.09.2008, ημερομηνία, κατά την οποία η εργασιακή του σχέση λύθηκε, σε ηλικία 49 ετών, ήτοι πριν τη συμπλήρωση των 58 ετών, δηλαδή του καθορισμένου από τον ως άνω Κανονισμό, ορίου ηλικίας. Μετά την κατά τα ανωτέρω οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος, η εργασιακή τους σχέση λύθηκε χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της εναγόμενης Τράπεζας. ... με την παραπάνω οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, ... υπό την οποία τελούσε η σύμβασή του λόγω της ως άνω πρόωρης λύσεως της συμβάσεως εργασίας και με την πλήρωση αυτής μετατράπηκε η σύμβαση του ενάγοντος εξαρχής [από ορισμένου] σε αορίστου χρόνου ... Επομένως, εφόσον ..., συντρέχουν καταρχήν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 8 εδ. α' του Νόμου 2112/1920 αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασής του, ήτοι η καταβολή ποσοστού 40% της αποζημίωσης απόλυσης [δεδομένου ότι είναι επικουρικά ασφαλισμένος], που ανέρχεται στο ποσό των 60.205,82 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων την ίδια ημέρα, ήτοι την 30.9.2008, υπέβαλε με το δεύτερο ως άνω έγγραφό του, στη Διεύθυνση Αμοιβών και Παροχών της εναγόμενης Τράπεζας έγγραφη αίτηση-δήλωση παραίτησης, με την οποία δήλωσε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Με την παρούσα σας δηλώνω ότι παραιτούμαι από την Τράπεζα την 30.9.2008 με την προϋπόθεση [αναφέρεται συγκεκριμένα το αίτημα] καταβολής ποσού 250.000,00 ευρώ]. Επίσης σας δηλώνω ότι εφόσον ικανοποιήσετε το πιο πάνω αίτημά μου, παραιτούμαι ρητώς κάθε αξιώσεως ή δικαιώματος που έχω κατά της Τράπεζας από προαγωγές, μισθολογικές παροχές, κλπ". Η ως άνω αίτηση-δήλωση παραίτησης του ενάγοντος, έγινε δεκτή την ίδια ημέρα από την εναγόμενη και ακολούθως αυτή κατέβαλε στον ενάγοντα το ανωτέρω αναφερόμενο στην αίτησή του καθαρό ποσό των 250.000,00 ευρώ, και μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου το ποσό των 204.000,00, ευρώ. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ενάγων δεν δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Νόμου 3198/1955, διότι ... η νεότερη ως άνω συμφωνία, που συνήψαν οι διάδικοι, υπάγεται στη ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 435/1976, διότι όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί ατομική σύμβαση στα πλαίσια της συμβάσεως εργασίας, την οποία συνήψε ο ενάγων-εργαζόμενος με την εργοδότριά του - τράπεζα, και περιέχει ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 8 εδ. α' του Νόμου 3198/1955. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε στον ενάγοντα ως αποζημίωση για τη λύση της σύμβασης εργασίας του, η μεγαλύτερη παροχή, την οποία επέλεξε, με την ως άνω αίτησή του, ήτοι το μικτό ποσό των 250.000,00 ευρώ, και το καθαρό ποσό των 204.000,00 ευρώ, το οποίο είναι υπέρτερο από το αιτούμενο από τον ενάγοντα ποσό των 60.205,82 ευρώ, αλλά και από το ποσό των 129.012,48 ευρώ [ήτοι 24 μήνες Χ 5.375,52 ευρώ], το οποίο, με βάση τον προαναφερόμενο χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του, κατά τον τελευταίο μήνα πριν την αποχώρησή του από την υπηρεσία της εναγόμενης, που ανερχόταν σε 5.375,52 ευρώ, έπρεπε να λάβει σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ. α' του Νόμου 3198/1955. Κατά συνέπεια η επιλογή του ενάγοντος να λάβει την προαναφερόμενη υπέρτερη παροχή, του στερεί το δικαίωμα να λάβει και την προαναφερόμενη, από τις ως άνω διατάξεις, αποζημίωση, αφού υπάρχει ταυτότητα ως προς το αντικείμενο και τον σκοπό των εν λόγω παροχών αφενός και αφετέρου ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε, όμως, και αποδεικνύεται από το αποδεικτικό υλικό που εισφέρθηκε στην παρούσα δίκη, η ύπαρξη αντίθετης συμφωνίας, για δικαίωμα δηλαδή αυτού να αξιώσει αθροιστικά, πέραν από την κατά τα άνω, παροχή/αποζημίωση, που συμφωνήθηκε και έλαβε και την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Νόμου 3198/1955. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η ως άνω παροχή που έλαβε, ήταν οικονομική παροχή, ανεξάρτητη από την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Νόμου 3198/1955, κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσίαν, και απορριπτέος ως τέτοιος, καθώς τούτο έρχεται σε πλήρη αντίθεση, με το σαφές και αναμφισβήτητο περιεχόμενο του προαναφερόμενου από 30.9.2008 εγγράφου, όπου αναφέρεται ότι το ανωτέρω ποσό των 250.000,00 ευρώ, ικανοποιεί πλήρως και ολοσχερώς και οποιαδήποτε ενδεχόμενη απαίτησή του σχετικά με τη λήξη της εργασίας του στην Τράπεζα περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων παντός είδους είτε νομίμων είτε συμβατικών όπως ιδίως και εκείνης του άρθρου 8 του Νόμου 3198/1955, ως προς την οποία δεν διατήρησε καμία επιφύλαξη στο εν λόγω έγγραφο, όπως θα μπορούσε, εάν πράγματι το ποσό των 250.000,00 ευρώ, που συμφωνήθηκε και έλαβε ήταν ανεξάρτητο της αποζημίωσης του άρθρου 8 του Νόμου 3198/1955. ’λλωστε ναι, μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 του Νόμου 2112/1920, 11 του Α.Ν. 544/1937 και 10 του Β.Δ. 16/18.7.1920 απαγορεύεται και θεωρείται άκυρη η παραίτηση του μισθωτού από την αξίωση αποζημιώσεως, που δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη, λόγω της απόλυσής του, άσχετα εάν η απόλυση έγινε κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας ή μετά από καταγγελία αυτής, πλην όμως στην ένδικη περίπτωση δεν συντρέχει κάτι τέτοιο, αφού, με την ως άνω νεότερη συμφωνία με βάση την οποία αποχώρησε ο ενάγων, από την εργασία του, προβλέφθηκε και καταβλήθηκε χρηματική παροχή που υπερκαλύπτει την από το άρθρο 8 του Νόμου 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση.
Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικαίωμα αποζημίωσης λόγω λύσης της σύμβασης εργασίας του, ούτε όμως και περίπτωση συνάψεως σύμβασης συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, αλλά αντίθετα πρόκειται για [νέα] συμφωνία ευνοϊκότερη για τον ενάγοντα σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης, που δικαιούται κατά νόμο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του πρωτοδίκως προταθέντος και παραδεκτά επαναφερθέντος στον δεύτερο βαθμό ισχυρισμού της εναγόμενης, ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. α' του Νόμου 3198/1955, αποζημίωση, διότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, η λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, με ευνοϊκότερους όρους από τους προβλεπόμενους στον ανωτέρω νόμο, ως προς το ποσό της αποζημίωσης που έλαβε πράγματι ο ενάγων κατά την αποχώρησή του, υπέρτερο του νομίμου ποσό, η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη κατά την κύρια βάση της, που στηρίζεται στη συμβατική ευθύνη της εναγόμενης. ... Περαιτέρω, απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη είναι η αγωγή και ως προς την επικουρική της βάση, που στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, ένεκα -κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς- πρόκλησης περιουσιακής ζημίας, ισόποσης, μ' αυτήν που υπέστη ο ενάγων από τη μη καταβολή της αιτούμενης αποζημίωσης απόλυσης και ηθικής βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του ...." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης (2173/2010) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την ένδικη, περί επιδίκασης στον ενάγοντα αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 (σε ποσοστό όμως 40%) και ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, εκ της μη καταβολής της αποζημίωσης αυτής, αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά την κυρία, εκ της συμβατικής ευθύνης της εναγόμενης, και την επικουρική, εκ της αδικοπραξίας, βάση αυτής.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, 12/2000, 1/1999, ΑΠ 19/2022, 558/2008). Εξάλλου, η ένσταση (άρθρο 262 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 19/2022, 558/2008), ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 19/2022, 1383/2008). Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχεται και το παραδεκτό των προβληθέντων ισχυρισμών, αν δε το δικαστήριο της ουσίας δεν απορρίπτει την ένσταση, αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της ένστασης είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1451/2019, 238/2018, 856/2017, 1014/2010). Στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή το απαράδεκτο του λόγου αυτού αναίρεσης συνίσταται στη μη απόρριψη της ένστασης ως αόριστης, ο λόγος αναίρεσης, για το ορισμένο και άρα το παραδεκτό αυτού, πρέπει να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο της ένστασης και ως προς ποιο σημείο αυτής δεν υπάρχει σαφής επίκληση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο (σε τι συνίσταται δηλαδή η αοριστία) (ΑΠ 1093/2019, 1099/2019, 947/2012, 1685/2009). Περαιτέρω λόγος αναιρέσεως που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 191/2024, 1366/2023, 982/2022, 1081/2018, 175/2018, 58/2018).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο και ένατο ως προς το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ότι ο ίδιος - ενάγων, με το δεύτερο έγγραφό του προς τη Διεύθυνση Αμοιβών και Παροχών της εναγόμενης Τράπεζας, παραιτήθηκε από το δικαίωμα λήψης της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνεπώς ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις, εκτιθέμενες ανωτέρω, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχτηκε ότι δεν πρόκειται περί παραίτησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από το δικαίωμα αποζημίωσης λόγω λύσης της σύμβασης εργασίας του (απόλυσής του), αλλά αντιθέτως ότι πρόκειται για νέα συμφωνία (με βάση την οποία αποχώρησε ο ενάγων, από την εργασία του), ευνοϊκότερη για τον ενάγοντα σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης, που δικαιούται κατά το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955. Επίσης, με το πρώτο σκέλος του ένατου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του ιδίου ως άνω άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, περί νέας συμφωνίας ευνοϊκότερης για τον ενάγοντα σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης, που δικαιούται κατά νόμο. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης ως προ το παραπάνω σκέλος του είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο της ένστασης και ως προς ποιο σημείο αυτής δεν υπάρχει σαφής επίκληση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο, σε τι δηλαδή συνίσταται η αοριστία της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί αιτήματος έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 818/2023, 1033/2018, 592/2018, 1708/2014). Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, όπως ιδίως της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου, όχι όμως και των ενστάσεων (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού) (ΑΠ 1753/2023, 384/2019, 927/2018).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 9 περ. α' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν προσδιορίζεται με αυτόν σε τι συνίσταται "το επιδικασθέν" με την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο δεν είχε ζητηθεί. Οι ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο δέχτηκε χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα ότι "δεν συντρέχει περίπτωση παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικαίωμα αποζημίωσης λόγω λύσης της σύμβασης εργασίας του, ούτε και περίπτωση συνάψεως σύμβασης συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, αλλά αντίθετα πρόκειται για [νέα] συμφωνία ευνοϊκότερη για τον ενάγοντα σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης, που δικαιούται κατά νόμο", είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου δεν συνιστούν αποδοχή αιτήματος με την ανωτέρω έννοια του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο ανωτέρω, λόγος είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης (επιδίκασης για κάτι που δεν ζητήθηκε), αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του χωρίς να επιδικάσει κάτι απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ (ΑΠ 372/2024, 20/2021, 995/2019, 600/2017). Δηλαδή, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση), αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1569/2022, 1071/2015). Παραμόρφωση, κατά την έννοια του άνω άρθρου, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξεως ή βουλήσεως) (ΑΠ 431/2022, 358/2019, 1112/2018).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος προβάλλεται επικουρικά για την περίπτωση απόρριψης των πρώτου και δευτέρου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δεύτερης από 30.09.2008 αίτησης - δήλωσης παραίτησής του, διότι ενώ σ' αυτή δεν αναφέρονταν ότι ο ίδιος ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων παραιτείται από την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' ν. 3198/1955, το Εφετείο δέχτηκε ότι αναγραφόταν τούτο. Σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο παρέθεσε κατά λέξη στην απόφαση το περιεχόμενο του ως άνω δεύτερου εγγράφου του ενάγοντος (2η σελ. 8ου φύλλου προσβαλλομένης: "Με την παρούσα σας δηλώνω ότι .... μισθολογικές παροχές, κλπ"). Περαιτέρω, προέβη σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου αυτού, ήτοι σε αποδεικτική αξιολόγησή του, δεχόμενο ότι το αναφερόμενο στο έγγραφο αυτό (και εν τέλει καταβληθέν στον ενάγοντα) ποσό των 250.000 ευρώ αναφέρεται στην ικανοποίηση οποιασδήποτε ενδεχόμενης απαίτησής του (ενάγοντος) σχετικά με τη λήξη της εργασίας του στην εναγομένη περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων παντός είδους και ιδίως εκείνης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Επομένως, εφόσον το Εφετείο, αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, και παραθέτοντας μάλιστα το περιεχόμενό του όπως ακριβώς έχει στην προσβαλλόμενη απόφαση και περαιτέρω προβαίνοντας σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, -παρά δε το ότι κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων - δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση του άνω εγγράφου (εσφαλμένη ανάγνωση), και επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1366/2023, 330/2022, 517/2021, 869/2018, 130/2016, 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της, άλλως είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1366/2023, 140/2022).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 του ν. 3198|1955, 31 παρ. 4 του Οργανισμού Προσωπικού της ..., 5 παρ. 3 ν. 435/1976, 3, 174, 648, 649, 653, 679. 914, 952 ΑΚ, διότι: α) η καταβολή εκ μέρους της εναγομένης στον ίδιο (ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα) του ποσού των 250.000 ευρώ, που κατά τη δικαστική ομολογία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δόθηκε ως οικονομικό κίνητρο αποχώρησης και επομένως, κατ' αυτόν, οικειοθελώς, δεν μπορεί να επιφέρει εξόφληση της επιδίκου απαιτήσεως ούτε υπόκειται σε συμψηφισμό αυτής, β) κάθε παραίτηση εργαζομένου από τα νόμιμα δικαιώματά του, όπως και από την αξίωση αποζημιώσεως, που δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη του, λόγω της απόλυσής του, είναι άκυρη, γ) εσφαλμένως, το Εφετείο, ερμήνευσε την παρ. 3 του άρθρου 5 ν. 435/1976, καθώς αυτή ως "ευνοϊκότερη" διάταξη, σε σχέση με αυτήν του εδαφίου β του άρθρου 8 του ν. 3198|1955, δεν εννοεί, προδήλως, αυτήν του εδαφίου α του ιδίου άρθρου, αλλά αναφέρεται σε τυχόν άλλες διατάξεις, που ρυθμίζουν περιπτώσεις ανάλογες με αυτήν του εδαφίου β, καθώς και σε Σ.Σ.Ε., ατομικές συμβάσεις ή Κανονισμούς και δ) εσφαλμένως δέχτηκε συμβατική λύση της σύμβασης εργασίας του, με τροποποίηση του χρόνου λήξης της μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, καθώς το άρθρο 31 παρ. 4 του Οργανισμού Προσωπικού της ... δεν προβλέπει δυνατότητα τροποποίησης του χρόνου λήξης της σύμβασης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Οι ανωτέρω αιτιάσεις υπό στοιχεία α' και β' προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχτηκε εξόφληση της επιδίκου απαιτήσεως του ενάγοντος ούτε συμψηφισμό αυτής με το καταβληθέν ποσό των 250.000 ευρώ, ούτε παραίτηση του ενάγοντος από την αξίωση αποζημίωσης λόγω απόλυσής του, αλλά νεότερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ευνοϊκότερη για τον ενάγοντα σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης, που δικαιούται και προβλέπεται στο άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955. Η ανωτέρω υπό στοιχείο γ' αιτίαση είναι αβάσιμη, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας, η διάταξη αυτή, της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Επίσης αβάσιμη είναι και η ανωτέρω υπό στοιχείο δ' αιτίαση, διότι, όπως προαναφέρθηκε στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 164 και 287 του ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατή η κατάρτιση σύμβασης ή η τροποποίηση αυτής, μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού περί οικειοθελούς αποχώρησης του τελευταίου από την εργασία του με την παροχή σ' αυτόν οικονομικών προς τούτο κινήτρων από τον εργοδότη και δη εν προκειμένω ΅ε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης, σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του ν. 3198/1955. Επομένως ο ανωτέρω, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με τον νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για τον λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους (ΑΠ 1623/2023, 1395/2023, 286/2022, 287/2022, 722/2021). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 57/2023, 664/2021, 571/2021, 116/2020). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 79/2023, 1023/2019, 1592/1018). Δηλαδή, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 82/2023, 348/2021, 445/2019). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε σε δικαστική ομολογία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης την αποδεικτική δύναμη που δεσμευτικώς ορίζει το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα στον, περιεχόμενο στις πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης, αλλά και εκείνες ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητης, ισχυρισμό της ότι ο λόγος αποχώρησης του ενάγοντος από την υπηρεσία του δημιουργήθηκε από το οικονομικό κίνητρο που του δόθηκε, ισχυρισμό που (κατά τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα) αποτελεί δικαστική ομολογία της εναγομένης ως προς τη φύση του καταβληθέντος σ' αυτόν (μικτού) ποσού των 250.000 ευρώ ως "οικειοθελούς παροχής", που συνεπάγεται ότι αφενός δεν μπορεί να θεμελιώσει τις ενστάσεις της εναγομένης περί εξοφλήσεως και συμψηφισμού αυτού με την επίδικη απαίτηση, που έπρεπε να απορριφθούν και αφετέρου ότι ο ίδιος (ενάγων) είχε δικαίωμα να λάβει σωρευτικώς, κατά την αποχώρησή του, και την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου περί του ότι το συμφωνηθέν μεταξύ των διαδίκων και καταβληθέν στον ενάγοντα ποσό των 250.000 ευρώ (μικτά) είχε τον χαρακτήρα συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων μεγαλύτερης της νόμιμης αποζημίωσης, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης του τελευταίου από την εργασία του, δηλαδή ότι συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσης ΅ε ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, με συνέπεια ο ενάγων να μην δικαιούται αθροιστικώς (πλέον αυτής) και την αποζημίωση του άνω άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955. Καθ' ο μέρος ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στις ενστάσεις εξόφλησης και συμψηφισμού της εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνεπώς ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, το Εφετείο, όπως από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, δεν ερεύνησε και εντεύθεν δεν έκανε δεκτές τέτοιες ενστάσεις. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι η αναφορά του εναγομένου στις προτάσεις του, που παραδεκτώς επισκοπούνται από το δικαστήριο τούτου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι ο "λόγος αποχώρησης του ενάγοντος από την υπηρεσία του δημιουργήθηκε από το "οικονομικό κίνητρο" που του δόθηκε" δεν συνιστά ομολογία ότι το καταβληθέν ποσό που του δόθηκε αποτελούσε "οικειοθελή παροχή" εκ μέρους της εναγομένης - εργοδότιδος, κατά την ανωτέρω έννοια, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αλλά, όπως ρητώς αναφέρεται σ' αυτές (προτάσεις), επρόκειτο για τους ευνοϊκότερους όρους ως προς το ύψος της αποζημίωσης για τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 1702/2022, 559/2020, 262/2020, 1334/2018, 1199/2018). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα, προσκομισθέντα από τους διαδίκους και, μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 205/2024, 1785/2022, 262/2020, 677/2015). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον έκτο, εκ του επικαλούμενου αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς όμως εκ του αριθμού 10 του ιδίου άρθρου, ως εκ του αποδιδόμενου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, λόγο αναίρεσης και τον όγδοο λόγο αναίρεσης εκ του ιδίου αριθμού 10 του αυτού άρθρου την αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο, χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δέχτηκε την ύπαρξη νέας συμφωνίας ευνοϊκότερης για τον ενάγοντα σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης, που δικαιούται κατά νόμο, χωρίς αυτή να έχει αποδειχθεί. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι πρωτίστως απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη. Σε κάθε όμως, περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα), τα οποία, προσκομιζόμενα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, μνημονεύονται σ' αυτή και συνεπώς, δεν δέχθηκε, παρά τον νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Η διάταξη αυτή, αναφερομένη στο υποκειμενικό βάρος απόδειξης που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του απαιτουμένου αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, και στην κατανομή αυτού (βάρους), προϋποθέτει (η διάταξη) την έκδοση μη οριστικής (παρεμπίπτουσας) απόφασης για αποδείξεις' τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 670, 671, 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μέχρι την 01.01.2016 πριν τη σιωπηρή κατάργησή τους από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και ήδη περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614, 621 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους αποδείξεις και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί. Κατά συνέπεια, στην διαδικασία αυτή δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος απόδειξης (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άνω άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ. Αντίθετα, τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 922/2022, 447/2015).
Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το υποκειμενικό βάρος απόδειξης με το να δεχτεί τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι, με νέα συμφωνία, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, η λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, με ευνοϊκότερους όρους για τον ενάγοντα σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, στην διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, όπως η προκείμενη, δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το υποκειμενικό βάρος απόδειξης (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άνω άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ. Ακόμη όμως και αν εκτιμηθεί ότι ο αναιρεσείων με το λόγο αυτό αναίρεσης αιτιάται το Εφετείο ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την προεκτιθέμενη έννοια, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την παραδοχή ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, αποζημίωση, διότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας με ευνοϊκότερους όρους από τους προβλεπόμενους στον ανωτέρω νόμο ως προς το ποσό της αποζημίωσης, που έλαβε πράγματι ο ενάγων κατά την αποχώρησή του και ήταν υπέρτερο του νόμιμου ποσού, δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης και εντεύθεν απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, και, επομένως, δεν προέβη σε εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, αφού η εναγομένη ήταν εκείνη που έφερε το αντικειμενικό, κατά την ανωτέρω έννοια, βάρος του καταλυτικού της αγωγής, ισχυρισμού της αυτού. Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκαν υπ' όψη συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008), χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση (ΑΠ 1109/2022, 993/2022, 20/2021, 801/2014). Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΑΠ 961/2023, 1630/2022, 20/2021, 515/2017). Δηλαδή, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 868/2020, 1394/2019, 1719/2017). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος την από 31.03.1978 σύμβαση εργασίας του από την οποία αποδεικνύεται η πρόσληψή του στην εναγομένη και την από 30.09.2008 έγγραφη αίτησή του, με την οποία γνωστοποιούσε στην εναγόμενη ότι επιθυμεί να αποχωρήσει οικειοθελώς από την υπηρεσία της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, αβάσιμος και επομένως απορριπτέος, καθόσον από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση, ότι το δικαστήριο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος (αν και διαφορετικό σε σχέση με εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων) και τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη ανωτέρω έγγραφα, τα οποία, εξάλλου, ρητώς αναφέρει και αξιολογεί, καθένα εξ αυτών στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης.
Οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλόμενη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 1787/2023, 338/2023). Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά τον εκκαλούντα στοιχειοθετούν την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 237/2024, 173/2024, 574/2018). Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης (ΑΠ 1283/2020, 584/2019, 889/2017). Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση (ΑΠ 1283/2020, 889/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, 12/2000, 1/1999, ΑΠ 19/2022, 558/2008).
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το κρίσιμο για τον αναιρετικό έλεγχο σκεπτικό της, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών ισχυρίζεται με τον δεύτερο λόγο έφεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη του [κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης], ότι η αιτούμενη από αυτόν ειδική αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Νόμου 3198/1955 [που δεν επιδικάστηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο], θα έπρεπε να του επιδικαστεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 2 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., του άρθρου 24 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του άρθρου 2 παρ. 3 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, του άρθρου 7 στοιχ. Δ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, του άρθρου 8 του Κοινοτικού Χάρτη Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων της 9.12.1989, του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' και 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών, του άρθρου 17 παρ. 1 και 2, του άρθρου 2 παρ. 1, του άρθρου 5 παρ. 1, του άρθρου 20 του Συντάγματος, του άρθρου 52 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., τις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου και του άρθρου 17 της Ε.Σ.Δ.Α. Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη με στοιχείο [I] μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς ο εκκαλών αναφέρει στο δικόγραφο της έφεσής του διατάξεις, που δεν είχαν ληφθεί υπόψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, άνευ άλλου στοιχείου το οποίο, να στοιχειοθετεί τη συγκεκριμένη πλημμέλεια της εκκαλούμενης, ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων αυτών, χωρίς δηλαδή να συγκεκριμενοποιεί σε ποιο σφάλμα υπέπεσε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά ούτε και γίνεται επίκληση στην αγωγή πραγματικών περιστατικών τα οποία, αληθή, υποτιθέμενα, να θεμελιώνουν εφαρμογή των επικαλούμενων με τους ως άνω λόγους νομικών διατάξεων.". Με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης (εσφαλμένα αριθμημένο στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και πάλι ως "δέκατο") ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση αυτού, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκριμένα ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αόριστο τον δεύτερο λόγο έφεσή του, όπως συμπληρώθηκε με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του, ότι η μη επιδίκαση (πρωτοδίκως) της αιτούμενης αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 αντιβαίνει στις, αναφερόμενες το πρώτον, ανωτέρω συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι ορθώς το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο τον δεύτερο κατά τα οικεία του σκέλη λόγο έφεση, όπως συμπληρώθηκε με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, αφού όντως ο τότε εκκαλών - ενάγων και ήδη αναιρεσείων ανέφερε στο δικόγραφο της έφεσής του (όπως συμπληρώθηκε με τις προτάσεις του κατά τα ανωτέρω), που παραδεκτώς επισκοπούνται από το δικαστήριο τούτου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τις διαλαμβανόμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση άνω διατάξεις, χωρίς όμως να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που, κατ' αυτόν, στοιχειοθετούσαν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια της εκκαλούμενης πρωτοβάθμιας απόφασης. Εξάλλου, ούτε στην αγωγή επικαλείτο ο ενάγων πραγματικά περιστατικά, που, αληθή υποτιθέμενα, θεμελίωναν την εφαρμογή των άνω επικαλούμενων, συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεων. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιανδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου [όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 170/2023, 19/2020, 869/2018)], της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού - ΑΠ 1753/2023) και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί υποχρεωτικώς την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης (ΑΠ 1034/2022, 1278/2019, 1286/2018, 729/2016, 1450/2012). Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι σ' αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 203/2022, 917/2020, 353/2020, 409/2016). Δεν ιδρύεται, ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αίτημα, με το οποίο ζητούνταν να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια (στην κυριαρχική του εξουσία) (ΑΠ 1587/2022, 155/2022, 1309/2021, 11/2021, 96/2019, 708/2008). Κατά την αληθινή έννοια της ως άνω διάταξης, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης. Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 1444/2022, 94/2020, 1014/2019, 1632/2017). Επίσης δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 647/2022, 75/2022, 344/2020, 615/2019). Περαιτέρω, με το άρθρο 267 της συνθήκης για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής ένωσης - ΣΛΕΕ (ενοποιημένη απόδοση) (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) ορίζεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και ότι Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού, ενώ Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.
Εν προκειμένω, με τους δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο (εσφαλμένα αριθμημένους στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο αντιστοίχως) λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο: α) άφησε αδίκαστο το υποβληθέν, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, αίτημα αναστολής της συζητήσεως και υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, επί των αναφερόμενων θεμάτων, στο ΔΕΕ κατ' άρθρο 267 Σ.Λ.Ε.Ε., β) άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, επικουρικώς, για την περίπτωση που προταθεί από την εναγομένη ένσταση εξοφλήσεως ή συμψηφισμού του επιδίκου ποσού με το καταβληθέν ως κίνητρο αποχώρησης ποσού, ένσταση συμψηφισμού του καταβληθέντος στον ίδιο κίνητρο αποχώρησης 250.000 με το ποσό των 392.574,22 που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές (εργατικές και εργοδοτικές) που θα κατέβαλε η εναγόμενη για λογαριασμό του στο ταμείο Ε.Τ.Α.Τ. αν έμενε αυτός στην υπηρεσία του μέχρι και το έτος 2017. ’λλως απέρριψε σιωπηρά την ανωτέρω ένστασή του, παραβαίνοντας τις διατάξεις του όρθρου 440 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γ) άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, επικουρικώς, για την περίπτωση που η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυριστεί ότι του κατέβαλε αχρεωστήτως το ποσό των 250.000 , ένσταση, εκ της διάταξης του άρθρου 905 εδ. α' ΑΚ, περί γνώσεως του αχρεωστήτου, ώστε να μην μπορεί να προταθεί από την αναιρεσίβλητη προς συμψηφισμό με την ένδικη απαίτηση αποζημίωσης. ’λλως απέρριψε σιωπηρά την ανωτέρω ένστασή του, παραβαίνοντας τις διατάξεις του όρθρου 905 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στη αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δ) άφησε αδίκαστο το, υποβληθέν, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, αίτημα επίδειξης εγγράφων κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ [ενταλμάτων πληρωμής ασφαλιστικών εισφορών για λογαριασμό του στο Ε.Τ.Α.Τ. και νέας σύμβασης που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων προκειμένου αυτός (ενάγων) να αποχωρήσει από την υπηρεσία του]' άλλως απέρριψε σιωπηρά το ανωτέρω αίτημά του, παραβαίνοντας τις διατάξεις του όρθρου 450 ΚΠολΔ και έτσι υπέπεσε στη αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η ανωτέρω αιτίαση με στοιχείο α, που συνιστά τον ανωτέρω δωδέκατο λόγο αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτη, ενόψει του ότι το Εφετείο, σύμφωνα με το προπαρατιθέμενο άρθρο 267 της Σ.Λ.Ε.Ε., δεν ήταν υποχρεωμένο, αλλά εναπόκειτο στη διακριτική του ευχέρεια (στην κυριαρχική του εξουσία -"δύναται"-) να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και, επομένως, όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη, η παράλειψη του Εφετείου να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού, δεν ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ. Η ανωτέρω αιτίαση με στοιχείο β, που συνιστά τον ανωτέρω δέκατο τρίτο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο, όπως από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, δεν ερεύνησε τέτοιες ενστάσεις (εξόφλησης και συμψηφισμού, υπό την προϋπόθεση της έρευνας των οποίων προσβλήθηκε η άνω ένσταση συμψηφισμού), ενόψει του ότι δέχτηκε ότι η επίδικη αποζημίωση δεν λαμβάνεται αθροιστικά με το συμφωνηθέν και καταβληθέν υπέρτερο αυτής ποσό αποζημίωσης και οι εν λόγω ενστάσεις δεν ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα. Για τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και ο επικουρικός, για την περίπτωση απόρριψης του άνω λόγου, προβαλλόμενος στο δεύτερος σκέλος αυτού λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί σιωπηρής απόρριψης της ανωτέρω ένστασής του, και εντεύθεν παραβίασης της διάταξης του όρθρου 440 ΑΚ Για τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέα προεχόντως ως αλυσιτελής και η ανωτέρω αιτίαση με στοιχείο γ', που συνιστά τον ανωτέρω δέκατο τέταρτο λόγο αναίρεσης και αφορά την ένστασής του όρθρου 905 ΑΚ περί γνώσεως του αχρεωστήτου, τόσο ως προς το κυρίως σκέλος του εκ του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ όσο και ως προς το επικουρικό εκ του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε τέτοιο ισχυρισμό περί καταβολής αχρεωστήτου του αναφερόμενου ποσού, υπό την προϋπόθεση της έρευνας του οποίου προσβλήθηκε η άνω ένσταση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς το κυρίως σκέλος του εκ του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επιπροσθέτως απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η ένσταση (για την οποία παραπονείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο την άφησε αδίκαστη) δεν νοείται ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου559 ΚΠολΔ. Η ανωτέρω αιτίαση με στοιχείο δ, που συνιστά τον ανωτέρω δέκατο πέμπτο λόγο αναίρεσης και αφορά την επίδειξη των ενταλμάτων πληρωμής ασφαλιστικών εισφορών για λογαριασμό του στο Ε.Τ.Α.Τ. είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, τόσο ως προς το κυρίως σκέλος της εκ του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ όσο και ως προς το επικουρικό εκ του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου, ενόψει του ότι τα έγγραφα αυτά, επικαλούμενα προς απόδειξη της επικουρικώς, για την περίπτωση που προταθεί από την εναγομένη ένσταση εξοφλήσεως ή συμψηφισμού του επιδίκου ποσού με το καταβληθέν ως κίνητρο αποχώρησης ποσού, προβληθείσας από τον ενάγοντα, ένστασης συμψηφισμού του καταβληθέντος στον ίδιο (ενάγοντα) κίνητρο αποχώρησης 250.000 με το ποσό των 392.574,22 που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές (εργατικές και εργοδοτικές) που θα κατέβαλε η εναγόμενη για λογαριασμό του στο ταμείο Ε.Τ.Α.Τ. αν έμενε στην υπηρεσία του μέχρι και το έτος 2017, που το Εφετείο, για τους ειδικότερους λόγους που αναφέρεται ανωτέρω κατά την απόρριψη του δέκατου τρίτου λόγου αναίρεσης (αιτίαση με στοιχείο β), δεν ερεύνησε, αφορούσαν απόδειξη αλυσιτελούς ισχυρισμού του ενάγοντος με αποτέλεσμα να στερείται ο ίδιος εννόμου συμφέροντος προς επίδειξη των εγγράφων αυτών. Τέλος, απορριπτέα ως αβάσιμη είναι και η ανωτέρω αιτίαση με στοιχείο δ', που συνιστά τον ανωτέρω δέκατο έκτο λόγο αναίρεσης, τόσο ως προς το κυρίως σκέλος του, εκ του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ όσο και ως προς το επικουρικό εκ του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου, και αφορά την επίδειξης της "νέας" σύμβασης μεταξύ των διαδίκων προκειμένου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων να αποχωρήσει από την υπηρεσία του. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει, από τις αναφερόμενες ανωτέρω παραδοχές της αναρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε ότι καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ των διαδίκων προκειμένου ο ενάγων να αποχωρήσει από την υπηρεσία του ΅ε ευνοϊκότερους όρους, ως προς το ύψος της αποζημίωσης, σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του ν. 3198/1955, συνιστάμενους σε καταβολή ποσού 250.000 ευρώ, με την πρόταση του ενάγοντος που υπέβαλε, στις 30.09.2008 με το αναφερόμενο δεύτερο έγγραφο, στην εναγομένη και αποδοχή της πρότασης αυτής από την τελευταία, η οποία κατέβαλε στον ενάγοντα το ανωτέρω αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό και αυτός αποχώρησε από την υπηρεσία του, σύμφωνα με τα άρθρα 185, 189, 192 και 361 του ΑΚ, και ως εκ τούτου δεν επρόκειτο περί ενός εγγράφου συμβάσεως με δύο υπογραφές όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι ανωτέρω δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος (εσφαλμένα αριθμημένοι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος αντιστοίχως) λόγοι αναίρεσης εκ του αριθμού 9 περ. γ' του και επικουρικώς αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (ΑΠ 190/2024, 839/2023, 16/2023, 1022/2022).
Εν προκειμένω, με τον δέκατο έβδομο (εσφαλμένως αριθμημένο στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως δέκατο έκτο) λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αφενός εκ του αριθμού 1 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε την προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ του Συντάγματος και το άρθρο 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) αρχή της αναλογικότητας και αφετέρου εκ, του αριθμού 9 περ. γ' του ιδίου άρθρου, πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απάντησε επί του υποβληθέντος, με την προσθήκη των προτάσεών του σε αντίκρουση των προτάσεων της εναγομένης, αιτήματός του να αποφανθεί ότι "η συμπεριφορά της εναγομένης σε σχέση με το ασκούμενο δικαίωμά της παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, ενόψει του ότι δεν καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς προς τούτο να αρκεί ως προς την δεύτερη αιτίαση η γενικόλογη, και χωρίς εξειδίκευση, αναφορά της "συμπεριφοράς της εναγομένης σε σχέση με το ασκούμενο δικαίωμά της". Και τούτο ανεξαρτήτως του επίσης απαραδέκτου του ως προς την δεύτερη αιτίαση, εφόσον το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα, υποβληθέν, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το πρώτον στο Εφετείο από τον ίδιο ως εκκαλούντα, ηττηθέντα πρωτοδίκως ενάγοντα, με την προσθήκη των προτάσεων του (και παρά την αορίστως επίκληση ότι έλαβε χώρα σε αντίκρουση των προτάσεων της εφεσιβλήτου, χωρίς δηλαδή την επίκληση νέων ισχυρισμών αυτής), ήταν δικονομικά απαράδεκτο, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη κατά την αντιμετώπιση των αμέσως προηγούμενων λόγων αναίρεσης.
Περαιτέρω, σε όλους τους λόγους αναίρεσης (πλην του 2ου και 12ου) αποδίδεται η πλημμέλεια: Α. εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, 31 του Οργανισμού Προσωπικού της ..., και 914 επ. και 932 του ΑΚ, ως και τις συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 1 και 3, 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), 47, 49 και 54 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠ) που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α' 25/26-2-1997) και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 και Β. εκ του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως στερούμενη αιτιολογιών άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης όσον αφορά την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι προεχόντως αόριστος και επομένως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα, ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων αυτών, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικώς δε αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και 31 του Οργανισμού Προσωπικού της ..., καθώς και 914 επ., 932 ΑΚ, ο λόγος αυτός, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, ο ενάγων μισθωτός δεν δικαιούται σωρευτικά την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και την, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την αρχικώς εναγομένη εργοδότιδα, ληφθείσα μεγαλύτερη αποζημίωση, και η μη καταβολή της αποζημίωσης του άνω άρθρου ένεκα της λύσης της εργασίας του δεν αποτελεί καθ' εαυτήν αδίκημα, ούτε προσβολή της προσωπικότητάς του, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και 31 του Οργανισμού Προσωπικού της ..., και 914 επ., 932 ΑΚ, εκ των οποίων ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης ..., της οποίας συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής και δεν εφάρμοσε τις λοιπές διατάξεις (ήτοι εκείνες των άρθρων 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και 914 επ., 932 ΑΚ), που δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού ο ενάγων, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας, δεν εδικαιούτο να λάβει αθροιστικώς και το ποσό της αποζημίωσης της διάταξης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, και το συμφωνηθέν και ληφθέν υπέρτερο αυτού ποσό, ως συμφωνηθείς ευνοϊκότερος όρος ως προς το ύψος της αποζημίωσης. Όσον αφορά δε την αποδιδόμενη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο λόγος αυτός αναίρεσης, πέραν τη αοριστίας του ως προς την επίκληση των ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να προκύπτει η αναφερόμενη νομική πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε το Εφετείο, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφασή δεν στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον διαλαμβάνει στο σκεπτικό αυτής σαφείς, πλήρεις (και χωρίς αντιφάσεις) αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' και β' του ν. 3198/1955, 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 και 31 του Οργανισμού Προσωπικού της ... ως και 914 επ., 932 ΑΚ.
Τέλος, επί του υποβληθέντος στο ακροατήριο από 19.09.2023 εγγράφου, απευθυνόμενου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και τιτλοφορούμενου "ενστάσεις - αιτήματα" του αναιρεσείοντος:
Α. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 563 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα της ολομέλειας του Αρείου Πάγου υπάγονται, μεταξύ των άλλων, αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων που παραπέμπονται για εκδίκαση στην ολομέλεια με απόφαση του τμήματος που δικάζει. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους της αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με αίτημα στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και εμπεριέχεται στο ανωτέρω από 19.09.2023 έγγραφο, "ενστάσεις - αιτήματα", ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης για εκδίκαση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου διότι κατά τους ισχυρισμούς του δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον που συνοψίζονται στο εάν δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, εάν η καταβολή οικονομικού κινήτρου μπορεί να συμψηφιστεί με την αποζημίωση του άνω άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και εάν μπορεί να γίνει αναλογική εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 3 του ν 435/1976 στη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955. Το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ανωτέρω ζητήματα δεν άπτονται γενικότερου ενδιαφέροντος, ούτε η παραπομπή αυτών στην ολομέλεια είναι αναγκαία για την ενότητα της νομολογίας. Εξάλλου, τα ως άνω ζητήματα έχουν ήδη κριθεί όπως αναφέρεται και στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας, με ομόφωνες αποφάσεις του Αρείου Πάγου (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 985/2024, 419/2021, 375/2014, 681/2011).
Β. Με το άρθρο 267 της συνθήκης για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής ένωσης - ΣΛΕΕ (ενοποιημένη απόδοση) (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) ορίζεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και ότι (μεταξύ άλλων) Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με αίτημα στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και εμπεριέχεται στο ανωτέρω από 19.09.2023 έγγραφο, "ενστάσεις - αιτήματα", ζήτησε την υποβολή των αναφερόμενων προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), που συνοψίζονται στο εάν η μη επιδίκαση της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 παραβιάζει τις αναφερόμενες διατάξεις νομοθετικής και υπερνομοθετικής ισχύος και του ενωσιακού δικαίου, εάν η καταβολή οικειοθελούς παροχής κατισχύει της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, εάν η μη καταβολή εισφορών πρόωρης αποχώρησης στο ασφαλιστικό φορέα παραβιάζει νομικές διατάξεις και εάν νομίμως ο τελευταίος δεν τις αναζήτησε ως και ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για την αναζήτηση αυτών από τον ΕΦΚΑ, εάν το εδάφιο β του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά στην περίπτωση του εδαφίου α του ιδίου άρθρου, εάν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας όταν με την καταβολή στο μισθωτό κινήτρου αποχώρησης δεν δικαιούται αυτός να αξιώσει και την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, εάν η μη επιδίκαση της ως άνω αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, την αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 1 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα ιδιοκτησίας (άρθρο 17 του ΧΘΔΕΕ), την αρχή της ισότητας (άρθρο 20 του ΧΘΔΕΕ), την αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων (άρθρο 21 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα για δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας (άρθρο 31 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα προστασίας της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής (άρθρο 33 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα της χρηστής διοίκησης σε σχέση με την εργασιακή συμπεριφορά (άρθρο 41 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής (άρθρο 47 του ΧΘΔΕΕ), το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 53 του ΧΘΔΕΕ) και αν η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών στο ΕΤΑΤ συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο, διότι από τα ερωτήματά του δεν προκύπτει ζήτημα ερμηνείας των συνθηκών ή του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, ώστε να οφείλει το Δικαστήριο τούτο να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, ενώ περαιτέρω δεν κρίνεται αναγκαία η υποβολή τέτοιου αιτήματος για την ένδικη υπόθεση.
Γ. Τα λοιπά αιτήματα και ενστάσεις που εμπεριέχονται στο ανωτέρω έγγραφο "ενστάσεις - αιτήματα" του αναιρεσείοντος, συνιστούν περίληψη λόγων αναίρεσης που ήδη έχουν ερευνηθεί ανωτέρω.
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.09.2022 με αριθμό κατάθεσης ...2022, αίτηση για αναίρεση της 3489/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ