Αριθμός 37/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΩΝ ΤΑΞΙ ΚΑΛΥΜΝΟΥ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΛΑΜΙΩΤΙΣΣΑ" και ήδη "ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΡΑΔΙΟΤΑΞΙ ΚΑΛΥΜΝΟΥ" και το δ.τ. "ΚΑΛΥΜΝΟΣ ΡΑΔΙΟΤΑΞΙ", που εδρεύει στην Πόθια Καλύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΤΑΞΙ ΚΑΛΥΜΝΟΥ (RADIO TAXI KAΛYMNOΣ)", που εδρεύει στην Πόθια Καλύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Βάτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 554/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 06-02-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5/11-02-2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 212/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη" και "Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανένας δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος". Επίσης, στο άρθρο 12 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας του νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια" και στο άρθρο 25 παρ. 1 αυτού ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους [...]. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Εξάλλου, στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974 Α` 256) ορίζονται τα εξής: "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ` άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. 2. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων ...". Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται το δικαίωμα να συνεταιρίζεται καθένας και να ιδρύει σωματεία μη κερδοσκοπικά, το δικαίωμα δε αυτό αποτελεί ειδικότερη μορφή της ελευθερίας της ομαδικής πνευματικής κίνησης και δράσης, καθώς και βάση της ελευθερίας της επαγγελματικής οργάνωσης (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 1624/2017, ΑΠ 764/2005). Το ατομικό αυτό δικαίωμα, περιλαμβανόμενο στα δικαιώματα της συλλογικής δράσεως, με προέχον χαρακτηριστικό γνώρισμα το συλλογικό στοιχείο, παρέχεται, αδιακρίτως, σε όλους τους Έλληνες πολίτες, ανεξαρτήτως κοινωνικής ή επαγγελματικής τάξεως, η δε άσκησή του δεν τελεί "υπό την ειδική επιφύλαξη του νόμου" (Ολ. ΑΠ 3/2012, ΑΠ 37/2021). Απόρροια του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι είναι αφενός μεν η αρχή της πολλαπλότητας των (μη κερδοσκοπικών) σωματείων, αφετέρου δε ότι η ίδρυση και η λειτουργία του σωματείου υπόκειται μόνο σε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας και όχι σε οποιονδήποτε έλεγχο σκοπιμότητας, με την έννοια ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει αν το σωματείο είναι ή όχι κοινωνικά ωφέλιμο, αν πράγματι προάγει τα συμφέροντα των μελών του ή ακόμη αν ανταγωνίζεται ή όχι άλλο παρεμφερές - προϋπάρχον σωματείο. Η αρχή της πολλαπλότητας εκφράζεται με την ελεύθερη σύσταση και παράλληλη λειτουργία περισσότερων σωματείων στον ίδιο τόπο, κατά τον ίδιο χρόνο, ή στην ίδια επαγγελματική κατηγορία, στον ίδιο κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, ή στην ίδια επιχείρηση, τα οποία επιδιώκουν τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό, κατά το μέτρο που κρίνεται σκόπιμο από τους ενδιαφερόμενους για την εξυπηρέτηση των υλικών και ηθικών συμφερόντων τους, μέσα στα πλαίσια των νόμων, οι οποίοι, με την επιφύλαξη της παραπάνω συνταγματικής επιταγής, δύνανται να καθορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις ίδρυσης και συνύπαρξης σωματείων που επιδιώκουν τους αυτούς ή παρεμφερείς σκοπούς, αρκεί να μην εξαρτηθεί η ίδρυση του σωματείου από προηγούμενη άδεια της διοίκησης. Ωστόσο, η ανωτέρω αρχή της πολλαπλότητας κάμπτεται και μπορεί να αποκρουστεί στα πλαίσια του άρθρου 281 του Α.Κ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Δηλαδή το δικαίωμα προς ίδρυση σωματείων είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο και ελεύθερο όταν ασκείται μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των σχετικών νόμων.
Συνεπώς, η συνύπαρξη στον ίδιο τόπο δύο ή περισσοτέρων σωματείων, με τους ίδιους ή παρεμφερείς σκοπούς και επιδιώξεις, μπορεί να ελεγχθεί από το δικαστήριο, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και 57, 58 και 281 του Α.Κ.. Υπέρβαση των νόμιμων ορίων του δικαιώματος, για το οποίο γίνεται λόγος, ενέχει και η ίδρυση περισσότερων σωματείων που έχουν την αυτή έδρα, επιδιώκουν τον αυτό σκοπό, όταν η λειτουργία του δεύτερου σωματείου παρεμποδίζει ή περιορίζει την τήρηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι από τα μέλη του άλλου σωματείου, με τρόπο ώστε να ματαιώνεται ο συνταγματικά προστατευμένος σκοπός του δικαιώματος, επίσης όταν η συνύπαρξη αυτή παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία τους και την επίτευξη των σκοπών τους σε βάρος των συμφερόντων των μελών τους, καθώς και όταν το νέο σωματείο αντιποιείται την επωνυμία προϋφιστάμενου σωματείου, ή αν η οριζόμενη επωνυμία του νέου σωματείου είναι λεκτικά ή νοηματικά πρόσφορη να προκαλέσει σύγχυση ως προς την ταυτότητά του ή παραπλανητική εικόνα στα υποψήφια μέλη ως προς τη μορφή, το σκοπό και τις σχέσεις του. Αντίθετα δεν υπάρχει σύγχυση στη δραστηριότητα και λειτουργία δύο σωματείων, όταν η επωνυμία τους διαφοροποιείται επαρκώς, η διαφορά δε αυτή καθίσταται ευχερώς αντιληπτή από το υποψήφιο μέλος που επιδεικνύει τη συνηθισμένη επιμέλεια (ΑΠ 1624/2017, ΑΠ 1374/2005, ΑΠ 764/2005). Εάν, από την κατά τα ανωτέρω σύσταση νέου σωματείου παραβλάπτονται τα συμφέροντα προϋφιστάμενου νόμιμου σωματείου, το τελευταίο έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής του αρμοδίου Ειρηνοδίκη, ο οποίος ενέκρινε την αίτηση συστάσεως του νέου σωματείου, εφόσον επικαλεστεί και αποδείξει ότι έχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Εξάλλου, σε περίπτωση προβολής ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 εδαφ. α' και 3 του Ν. 1712/1987 "Εκσυγχρονισμός επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις", (όπως η παρ. 1 του άρθρου 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 2081/1992), ορίζεται ότι: "1. Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις επαγγελματικές οργανώσεις των εμπόρων, των βιοτεχνών, των επαγγελματιών και των αυτοκινητιστών. 2. Οι επαγγελματικές οργανώσεις έχουν σκοπό τη διαφύλαξη, τη μελέτη και την προαγωγή των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους, στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του κοινωνικού συνόλου. 3. Οι επαγγελματικές οργανώσεις είναι σωματεία που διέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Α.Κ. και του εισαγωγικού του νόμου. Οι οργανώσεις αυτές δεν ασκούν κερδοσκοπική δραστηριότητα. Επιτρέπεται όμως να ενθαρρύνουν την ίδρυση από τα μέλη τους παραγωγικών, καταναλωτικών, προμηθευτικών ή πιστωτικών συνεταιρισμών, να ιδρύουν εντευκτήρια και βιβλιοθήκες και να οργανώνουν προγράμματα επιμόρφωσης των μελών τους". Δηλαδή, ως επαγγελματικές οργανώσεις του νόμου αυτού θεωρούνται οι εργοδοτικές οργανώσεις, στις οποίες όμως μπορούν να συμμετέχουν οι αυτοαπασχολούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι, βιοτέχνες και αυτοκινητιστές, οι οποίοι δεν είναι εργοδότες. Στον ως άνω Ν. 1712/1987 δεν προβλέπεται η δυνατότητα συμμετοχής εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις επαγγελματικές - εργοδοτικές οργανώσεις. Εξάλλου, με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", ο οποίος κατοχυρώνει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α, και ρυθμίζει την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεών τους, ορίζεται ότι: "3. Δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων εργοδότες". Με την ως άνω διάταξη ρητά απαγορεύεται να συμμετέχουν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις εργοδότες. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι μικτή συνδικαλιστική οργάνωση με τη συμμετοχή δηλαδή εργαζόμενων και εργοδοτών δεν επιτρέπεται να συσταθεί. Η ρύθμιση του νόμου αυτού έχει ως αιτιολογία ότι δεν είναι δυνατό να εξυπηρετούνται οι σκοποί του σωματείου της ανωτέρω μορφής, όταν μεταξύ των μελών του υπάρχει λόγω της διαφοράς της επαγγελματικής τους θέσεως, σύγκρουση συμφερόντων. Εξάλλου, με την αίτηση αναγνώρισης ως νόμιμης της ιδρύσεως του σωματείου, επιδιώκεται κυρίως η σύστασή του ως νομικού προσώπου. Αν με την αίτηση αυτή ζητείται να συσταθεί το σωματείο αποκλειστικά και μόνο ως σωματείο ειδικής κατηγορίας, τότε εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του αντίστοιχου ειδικού νόμου για τη σύστασή του, απορρίπτεται η αίτηση αυτή. Αν όμως με την αίτηση τα ιδρυτικά μέλη δεν ζητούν την αναγνώριση του σωματείου ως ειδικής κατηγορίας, τότε, υπερισχύει το τεκμήριο ένταξης στην κατηγορία του κοινού σωματείου και αυτό θα συσταθεί ως κοινό αστικό σωματείο των άρθρων 78 επ. του Α.Κ., εφόσον βεβαίως συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων αυτών και ο σκοπός ή η λειτουργία του δεν είναι παράνομοι, ούτε και αντίκεινται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη και δεν θα απορριφθεί η σχετική αίτησή τους, αφού έτσι θα στερηθούν του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, παρέχεται, αδιακρίτως, σε όλους τους Έλληνες πολίτες, ανεξαρτήτως κοινωνικής ή επαγγελματικής τάξεως και η άσκησή του δεν τελεί "υπό την ειδική επιφύλαξη του νόμου", ούτε άλλωστε το δικαίωμα αυτό υπόκειται σε οποιονδήποτε έλεγχο σκοπιμότητας, αλλά μόνο σε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας. Περαιτέρω, με το άρθρο 49 του ν. 4841/1930 (Α` 260) παρασχέθηκε εξουσιοδότηση προς έκδοση διατάγματος περί συστάσεως, οργανώσεως και λειτουργίας "Ταμείου προνοίας, περιθάλψεως, ασφαλίσεως και συντάξεως επαγγελματιών αυτοκινητιστών λόγω νόσου ή ανικανότητος ή γήρατος, προικοδοτουμένου υποχρεωτικώς υπό των αυτοκινητιστών", με το άρθρο δε 1 του ν. 5627/1932 (Α` 255) ορίστηκε ότι ως "αυτοκινητισταί" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως νοούνται "πάντες οι κεκτημένοι ή εκμεταλλευόμενοι αυτοκίνητον κύριοι ή οδηγοί, επαγγελματίαι ή μη". Δυνάμει της πιο πάνω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε το από 6/9.8.1932 Διάταγμα "περί συστάσεως Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών", με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου προβλέφθηκε ότι στο Ταμείο αυτό "ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι έχοντες ως επάγγελμα την εκμετάλλευσιν αυτοκινήτου "ως" ιδιοκτήται ή οδηγοί" (άρθρο 2 παρ. 1 του κωδικοποιητικού διατάγματος της 6/19.4.1935, Α` 157). Ακολούθως, με την παράγραφο 1 του άρθρου 50 του ν.δ/τος της 22.7.1933 (Α` 207), το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 6033/1934 (Α` 57) - όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 28 του άρθρου δεύτερου του πιο πάνω ν. 6033/1934 - ορίστηκαν τα εξής: "Επαγγελματίας αυτοκινητιστής υπαγόμενος υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών, είναι κατά την έννοιαν του παρόντος, παν φυσικόν πρόσωπον εργαζόμενον επί μισθώ ως οδηγός αυτοκινήτου δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσεως ή αποζών εν γένει εκ της εκμεταλλεύσεως αυτοκινήτου του, μη ασκούν δε έτερον επάγγελμα ή επιχείρησιν, Αυτοκινητιστής δε υποχρεούμενος εις προικοδότησιν του Ταμείου τούτου είναι παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον εκμεταλλευόμενον αυτοκίνητον υφ` οιανδήποτε ιδιότητα (ως ιδιοκτήτης, ως οδηγός κ.λπ.) ή χρησιμοποιούν αυτοκίνητον ως ιδιοκτήτης, προς εξυπηρέτησιν ιδίων αναγκών" (άρθρα 2 παρ. 2 και 7 του πιο πάνω δ/τος της 6/19.4.1935). Με τις ως άνω διατάξεις καθορίστηκαν οι ιδιότητες των προσώπων που υπήχθησαν στην ασφάλιση του συσταθέντος κατά το έτος 1932 και ήδη καταργηθέντος "Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών (ΤΣΑ)", ενώ ακολούθως, με βάση το άρθρο 1 του ν. 984/1979 (Α` 244) εξαιρέθηκαν, από 1.11.1979, από την ασφάλιση στο Ταμείο αυτό, διότι υπήχθησαν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., "τα πρόσωπα τα οποία κατέχουν επαγγελματικήν άδεια ικανότητος οδηγού αυτοκινήτου, εκδοθείσαν ή αναγνωριζομένην υπό των ελληνικών αρχών και παρέχουν εξηρτημένην εργασίαν οδηγού αυτοκινήτου δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσεως έναντι αμοιβής" (παρ. 1), ο χρόνος δε ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκε στο Τ.Σ.Α. με την ιδιότητα αποκλειστικώς του μισθωτού λογίσθηκε ως χρόνος πραγματοποιηθείς στην ασφάλιση του κλάδου συντάξεως του Ι.Κ.Α.". Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020). Επομένως, ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 307/2020, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017). Με τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 210/2019, ΑΠ 415/2018, ΑΠ 1787/2017, ΑΠ 849/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 212/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 3/1953 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω αναγνωρίστηκε το εκκαλούν σωματείο και καταχωρήθηκε νομίμως το καταστατικό του στα οικεία βιβλία σωματείων του Πρωτοδικείου. Ακολούθησαν οι εξής τροποποιήσεις του εν λόγω καταστατικού, οι οποίες έχουν εγκριθεί με αποφάσεις των αρμόδιων δικαστηρίων και καταχωρήθηκαν στη μερίδα του αναγνωρισθέντος σωματείου στα ανωτέρω βιβλία. Ειδικότερα: α) η δυνάμει της με αριθμό 132/463/ΠΕ23/1991 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω τροποποίηση με την οποία εγκρίθηκε το από 20-02-1991 τροποποιημένο καταστατικό του ως επαγγελματικό εργοδοτικό σωματείο με επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΙΔΙΟΚΤΗΤΟΔΗΓΩΝ ΕΠΙΒΑΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Δ.Χ. ΚΑΛΥΜΝΟΥ" και μέλη κατά το άρθρο 4 άπαντες οι ασκούντες το επάγγελμα του σπογγεργάτου ή συναφές προς τούτο επάγγελμα, κατοικούντες ή διαμένοντες στην περιοχή του Δήμου Καλύμνου, και καταχωρήθηκε νομίμως στα οικεία βιβλία σωματείων του Πρωτοδικείου Κω με αύξοντα αριθμό 10/20-07-1993, και β) η δυνάμει της με αριθμό Κ 156/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω τροποποίηση με την οποία εγκρίθηκε το από 20-11-2009 τροποποιημένο καταστατικό του με την επωνυμία "ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΩΝ ΤΑΞΙ ΚΑΛΥΜΝΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΛΑΜΙΩΤΙΣΣΑ" και καταχωρήθηκε νομίμως στα οικεία βιβλία σωματείων του Πρωτοδικείου Κω με αύξοντα αριθμό 15/30-04-2014. Με βάση το ανωτέρω κωδικοποιημένο καταστατικό το εκκαλούν είναι μη κερδοσκοπικό επαγγελματικό σωματείο, με έδρα την ενορία Καλαμιώτισσα της πόλης Πόθιας της νήσου Καλύμνου του νομού Δωδεκανήσου (άρθρο 1) και σκοπό σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού την προστασία των οικονομικών, κοινωνικών και ηθικών συμφερόντων των επαγγελματιών αυτοκινητιστών ταξί Καλύμνου οι οποίοι είναι οι ιδιοκτήτες των ΤΑΞΙ, και δη τη μελέτη και την προάσπιση των εν γένει επαγγελματικών τους συμφερόντων, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους, τη προάσπιση των συνδικαλιστικών τους συμφερόντων, την κοινωνική τους εκπροσώπηση, την καλυτέρευση παροχής υπηρεσιών για την καλύτερη εξυπηρέτηση του κοινού, την εν γένει οργάνωση της εργασίας τους, τη συμμετοχή τους σε κοινοπραξίες, την τυχόν ίδρυση ιδιωτικής συγκοινωνίας για την εξυπηρέτηση του κοινού, την τυχόν εκμετάλλευση τουριστικών λεωφορείων για την εξυπηρέτηση των τουριστών πάντοτε με σκοπό την καλυτέρευση τόσο των όρων εργασίας τους, όσο και των υπηρεσιών που παρέχουν στο εξυπηρετούμενο κοινό υπό το πνεύμα αλληλεγγύης και συναδελφικότητας μεταξύ τους. Σύμφωνα με το άρθρο 3 μέλη του σωματείου επιτρέπεται να είναι οι ιδιοκτήτες αυτοκινήτων ταξί που έχουν έδρα τους την Κάλυμνο και εφόσον το επάγγελμα αυτό αποτελεί την κύρια εργασία τους υπό τον όρο ότι αποδέχονται ανεπιφύλακτα τους όρους και τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Με βάση το από 24-06-2014 καταστατικό του, το οποίο επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη με αριθμό 10/2014 Διαταγή του Ειρηνοδίκη Καλύμνου και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο σωματείων με αύξοντα αριθμό 30/7-08-2014, το εφεσίβλητο είναι μη κερδοσκοπικό επαγγελματικό σωματείο έχον την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΤΑΞΙ "ΚΑΛΥΜΝΟΣ"" και έδρα την πόλη Πόθια της νήσου Καλύμνου του νομού Δωδεκανήσου (άρθρο 1). Το καταστατικό αυτό, το οποίο επισυνάφθηκε στη συστατική πράξη (πρακτικό ίδρυσης) του εφεσίβλητου, υπέγραψαν 24 μέλη. Σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού σκοπός του σωματείου είναι η προαγωγή και ισότιμη συμμετοχή των επαγγελματιών ιδιοκτητών ταξί ΕΔΧ και οδηγών ταξί, μέσα από τη συνεργασία των μελών του, στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη για την βελτίωση του εργασιακού τους επιπέδου, την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και την αναβάθμιση των συνθηκών εργασίας και παρεχόμενων υπηρεσιών. Κατά δε το άρθρο 4 παρ.1 του προαναφερθέντος καταστατικού, μέλη του καθ' ου επιτρέπεται να είναι οι ιδιοκτήτες αυτοκινήτων ταξί με έδρα την Κάλυμνο καθώς και οι οδηγοί ταξί που έχουν μόνιμη ή δευτερεύουσα κατοικία τη νήσο Κάλυμνο εφόσον οι τελευταίοι είναι ενήλικοι και αποδέχονται ανεπιφύλακτα τους όρους του και τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Από τη σύγκριση των ανωτέρω στοιχείων και τη συνεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει ταυτότητα των επωνυμιών των δύο σωματείων ικανή να δημιουργήσει σύγχυση σχετικά με την εύρυθμη λειτουργία, τη δράση και το σκοπό τους, ούτε πλάνη σχετικά με την ταυτότητα τους σε βάρος του εκκαλούντος σωματείου όπως αβάσιμα αυτό υποστηρίζει, η δε επωνυμία του νέου σωματείου με την προσθήκη αυτής και στην αγγλική γλώσσα "Radio Taxi "KALYMNOS"" διαφοροποιεί την ταυτότητα του νεότερου σωματείου σε σχέση με το παλαιότερο, του οποίου η επωνυμία εμπεριέχει τη φράση "Παναγία Καλαμιώτισσα"- ενώ διαφοροποίηση υπάρχει ως εκ τούτου και στη σφραγίδα εκάστου (του εκκαλούντος φέρει στρογγυλή με αναγραφή εντός αυτής της φράσης "Παναγία Καλαμιώτισσα")- με τρόπο ώστε να είναι ευχερώς διακριτή η διαφορετική ταυτότητα των εν λόγω σωματείων. Σε τούτο συμβάλλει και η χρήση διάφορου χρώματος πινακίδας στην οροφή κάθε ταξί (λευκού και κίτρινου αντίστοιχα με την προσθήκη μάλιστα στην αγγλική γλώσσα της λέξης Radio από εφεσίβλητο σωματείο). Η ύπαρξη δε των λέξεων ΤΑΞΙ και ΚΑΛΥΜΝΟΣ είναι αναμενόμενο να υφίσταται και στις δύο επωνυμίες καθόσον πρόκειται για λέξεις προσδιοριστικές του είδους και του τόπου δραστηριότητας αμφοτέρων.
Συνεπώς δεν υπάρχει σύγχυση στη λειτουργία και τη δραστηριότητα των δύο σωματείων αφού στην επωνυμία τους λαμβανομένων υπόψη της συντιθέμενης από το όνομα της Παναγίας στο εκκαλούν και του αγγλικού όρου Radio Taxi που στην πράξη χρησιμοποιείται από το εφεσίβλητο για τις ανάγκες προσδιορισμού του, υπάρχει διαφορά, η οποία καθίσταται ευχερώς αντιληπτή από το επιδεικνύον τη συνηθισμένη επιμέλεια υποψήφιο μέλος [....]. Το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται σύγχυση δεν αναιρείται εκ του ότι ο σκοπός είναι από τη φύση του πράγματος ταυτόσημος, δεδομένου ότι ο εκάστοτε σκοπός δεν αποτελεί ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα. Άλλωστε τέτοιου είδους σκοπός (διαφύλαξη, προαγωγή επαγγελματικών συμφερόντων μελών), είναι κοινός όλων των επαγγελματικών και εργατικών σωματείων, όπως και οι διατάξεις για την εγγραφή, αποχώρηση ή διαγραφή μελών, δικαιώματα και υποχρεώσεις μελών, γενική συνέλευση, διοικητικό συμβούλιο και εξελεγκτική επιτροπή, διάλυση σωματείου, αποτελούν τις συνήθεις διατάξεις των καταστατικών, χωρίς καμία πρωτοτυπία ή ιδιαιτερότητα. Ούτε διαπιστώθηκε πιστή αντιγραφή του καταστατικού του εκκαλούντος, διότι το καταστατικό του εφεσίβλητου σωματείου προβλέπει διαφορετικό ποσό εγγραφής και συνδρομής μέλους, διαφορετικά ποσά ποινών κτλ. Ενόψει αυτών και του ότι το δικαστήριο σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην άνω μείζονα σκέψη προβαίνει μόνο σε έλεγχο νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας της ίδρυσης και λειτουργίας του σωματείου δεν τίθεται ζήτημα ελέγχου της σκοπιμότητας της ίδρυσης του νέου σωματείου λόγω της ύπαρξης του προϋπάρχοντος παρεμφερούς σωματείου (εκκαλούντος). Να σημειωθεί ότι η όποια δε ανταγωνιστική δράση που προέρχεται από την παράλληλη λειτουργία των δύο σωματείων δεν αντιστρατεύεται τα συμφέροντα των εν λόγω σωματείων ή των μελών τους, ώστε να είναι καταχρηστική η σύσταση του νεότερου, ούτε επίσης ζημιώνεται το εκκαλούν ως παλαιό σωματείο ή τα μέλη του. Αντιθέτως σε βάθος χρόνου δημιουργούνται συνθήκες ευγενούς άμιλλας των δύο σωματείων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της νήσου Καλύμνου με στόχο την διεκδίκηση και προάσπιση των δικαιωμάτων των επαγγελματιών μελών τους και την καλυτέρευση του επιπέδου παροχής υπηρεσιών προς όφελος του επιβατικού κοινού.
Συνεπώς η κατάσταση ανταγωνισμού που δημιουργείται μεταξύ των δύο σωματείων δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η άσκηση του δικαιώματος ίδρυσης του νέου σωματείου ως καταχρηστική, δεν εκφεύγει των ορίων του υγιούς ανταγωνισμού και σε κάθε περίπτωση κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, άξια μεγαλύτερης προστασίας πρέπει να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και η εμπέδωση του δικαιώματος αυτού με την παράλληλη λειτουργία και του νέου σωματείου με τους ίδιους ή παρεμφερείς σκοπούς. Με βάση τα προεκτεθέντα, η ίδρυση του νέου σωματείου και η εκ μέρους των μελών του άσκηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι δεν αντίκειται στα αντικειμενικά κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 281 του ΑΚ, αφού με την παράλληλη λειτουργία των δύο σωματείων δεν επέρχεται σύγχυση στις δραστηριότητές τους για την επίτευξη των σκοπών τους, ούτε προβλέπεται κίνδυνος δημιουργίας ερίδων και επαγγελματικών ανταγωνισμών από την παράλληλη λειτουργία τους τέτοια που να βλάπτει τα υλικά και ηθικά συμφέροντα των μελών τους, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν με το συναφή λόγο έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν 1712/1987 "Εκσυγχρονισμός Οργανώσεων Εμπόρων-Βιοτεχνών Αυτοκινητιστών κτλ"., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 2081/1992 (ΦΕΚ Α 154) "Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις επαγγελματικές οργανώσεις των εμπόρων, των βιοτεχνών, των επαγγελματιών και των αυτοκινητιστών". Κατά δε το άρθρο 1 του Ν. 5627/1932 (Α' 255) ορίστηκε ότι ως "αυτοκινητισταί" κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης νοούνται "πάντες οι κεκτημένοι ή εκμεταλλευόμενοι αυτοκίνητον κύριοι ή οδηγοί, επαγγελματίαι ή μη". Δυνάμει της πιο πάνω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε το από 6/9.8.1932 διάταγμα "περί συστάσεως Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών" άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου προβλέφθηκε ότι στο Ταμείο αυτό "ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι έχοντες ως επάγγελμα την εκμετάλλευσιν αυτοκινήτου "ως" ιδιοκτήται ή οδηγοί" (άρθρο 2 παρ. 1 του κωδικοποιητικού διατάγματος της 6/19.4.1935, Αχ 157). Ακολούθως, με την παράγραφο 1 του άρθρου 50 του ν.δ/τος της 22.7.1933 (Α' 207), το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 6033/1934 (Α' 57) - όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 28 του άρθρου δεύτερου του πιο πάνω ν. 6033/1934 - ορίστηκαν τα εξής: "Επαγγελματίας αυτοκινητιστής υπαγόμενος υποχρεωτικώς εις την ασφαλισιν του Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών, είναι κατά την έννοιαν του παρόντος, παν φυσικόν πρόσωπον εργαζόμενον επί μισθώ ως οδηγός αυτοκινήτου δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσεως ή αποζών εν γένει εκ της εκμεταλλεύσεως αυτοκινήτου του, μη ασκούν δε έτερον επάγγελμα ή επιχείρησιν Αυτοκινητιστής δε υποχρεούμενος εις εκμεταλλευόμενον αυτοκίνητον υφ' οιανδήποτε ιδιότητα (ως ιδιοκτήτης, ως οδηγός κ.λπ.) ή χρησιμοποιούν αυτοκίνητον ως ιδιοκτήτης, προς εξυπηρέτησιν ιδίων αναγκών" (άρθρα 2 παρ. 2 και 7 του πιο πάνω δ/τος της 6/19.4.1935)..... Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια η έννοια του αυτοκινητιστή στον οποίο περιλαμβάνεται τόσο ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου Δ.Χ. όσο και ο οδηγός αυτού. Επομένως το καταστατικό του νεοϊδρυθέντος σωματείου που περιέχει τις δύο κατηγορίες προσώπων στα μέλη του δεν έρχεται σε αντίθεση με τις ανωτέρω διατάξεις νόμου. Επίσης η καταστατική του πρόβλεψη ότι κατά τις αρχαιρεσίες πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής παρίσταται αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής, είναι σύννομη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 αρ.20 του Ν 1712/1987 που παραπέμπει στο άρθρο 11 του ν 1264/1982, όπως σήμερα ισχύει μετά το άρθρο 52 του Ν 4446/22-12-2016 (ΦΕΚ Α 420). Επιπλέον ο αριθμός των ιδρυτικών μελών αυτού υπερβαίνει τον ελάχιστο απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 80 ΑΚ. Επομένως πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος τους οποίους επαναφέρει με συναφή λόγο έφεσης ως αβάσιμοι. Επιπροσθέτως το ότι ορισμένοι εκ των ιδρυτικών μελών του νέου σωματείου υπήρξαν μέλη του εκκαλούντος δεν επηρεάζει το νόμιμο της σύστασης του νέου σωματείου καθόσον τούτο δεν απαγορεύεται εκ του νόμου ούτε και συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά των ιδρυτικών μελών του εφεσίβλητου. Ως εκ τούτου ο συναφής λόγος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθώς από το νόμο δεν τίθεται ως όρος για τη σύσταση σωματείου η μη συμμετοχή των ιδρυτών του σε άλλο σωματείο, ούτε εμποδίζεται η ταυτόχρονη συμμετοχή σε περισσότερα σωματεία, άλλωστε η συμμετοχή στην ίδρυση του δευτέρου σωματείου μελών προϋπάρχοντος ήδη σωματείου τεκμαίρει σιωπηρή αποχώρησή τους από το πρώτο, με συνέπεια να μην υπάρχει περίπτωση απαγορευμένης πολλαπλής συμμετοχής, πόσω μάλλον εν προκειμένω που υπήρξαν διαφωνίες μεταξύ των μελών του πρώτου σωματείου που οδήγησαν στη δημιουργία του νεώτερου εν μέρει από πρώην μέλη του [.....].
Συνεπώς τα μέλη κάθε σωματείου μπορούν να αποχωρούν από αυτό ελεύθερα οποτεδήποτε σύμφωνα με το άρθρο 87 του ΑΚ, η δε σχετική βούλησή τους δηλώνεται είτε ρητώς, είτε σιωπηρά, αν δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη στο καταστατικό, δηλαδή με πράξεις από τις οποίες συνάγεται συμπερασματικά η ύπαρξη αυτής. [.....]. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλομένη (218/2018) απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, που είχε ασκηθεί από το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 554/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, με την οποία είχε απορριφθεί η από 04-11-2014 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 10/2014 Διαταγής του Ειρηνοδίκη Καλύμνου, με την οποία το αναιρεσίβλητο αναγνωρίστηκε ως κοινό σωματείο κατά τις διατάξεις του Α.Κ., εγκρίθηκε το καταστατικό του και διατάχθηκε η εγγραφή του στα οικεία βιβλία των σωματείων. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 212/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, όπως ορθά εκτιμάται, ότι το Δικαστήριο αυτό, με το να δεχθεί ότι το αναιρεσίβλητο συνιστά επαγγελματικό σωματείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1712/1987 και 14 παρ. 3 του Ν. 1264/1982. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παρόλο που δέχθηκε ότι στο αναιρεσίβλητο σωματείο συμμετέχουν ως μέλη τόσο επαγγελματίες ιδιοκτήτες ταξί, όσο και οδηγοί ταξί, ήτοι τόσο επαγγελματίες ιδιοκτήτες ταξί, όσο και εργαζόμενοι οδηγοί ταξί, ενέταξε αυτό στην ειδική κατηγορία των επαγγελματικών σωματείων του Ν. 1712/1987, με την ειδικότερη παραδοχή ότι στην έννοια του "αυτοκινητιστή" του εν λόγω νόμου 1712/1987 περιλαμβάνεται τόσο ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου Δ.Χ., όσο και ο οδηγός αυτού. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1712/1987 και 14 παρ. 3 του Ν. 1264/1982, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγουμένη νομική σκέψη της παρούσας, κατά το άρθρο 1 του Ν. 1712/1987 στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι επαγγελματικές - εργοδοτικές οργανώσεις, στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν και οι αυτοαπασχολούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι, βιοτέχνες και αυτοκινητιστές, οι οποίοι δεν είναι εργοδότες, ενώ δεν προβλέπεται η δυνατότητα συμμετοχής εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις οργανώσεις αυτές και περαιτέρω με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 1264/1982 ρητά απαγορεύεται να συμμετέχουν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις εργοδότες και συνεπώς μικτή συνδικαλιστική οργάνωση με τη συμμετοχή δηλαδή εργαζόμενων και εργοδοτών δεν επιτρέπεται, όπως προεκτέθηκε, να συσταθεί, με συνέπεια το αναιρεσίβλητο, του οποίου τα μέλη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έχουν τις προαναφερόμενες ιδιότητες (επαγγελματίες ιδιοκτήτες ταξί και οδηγοί ταξί, ήτοι μισθωτοί), δεν μπορεί, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να ενταχθεί στην ειδική κατηγορία των επαγγελματικών οργανώσεων του Ν. 1712/1987, όπου, παρά το νόμο αυτό, το υπήγαγε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αλλά ούτε και στην ειδική κατηγορία των συνδικαλιστικών οργανώσεων του Ν. 1264/1982, αφού περιλαμβάνει, ρητά απαγορευμένη από το νόμο αυτό, μικτή ιδιότητα μελών, ήτοι και εργοδοτών και εργαζόμενων. Εξάλλου, ο νόμος 5627/1932, κατά τον οποίο στην έννοια του "αυτοκινητιστή" περιλαμβάνεται τόσο ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου Δ.Χ. ταξί, όσο και ο οδηγός αυτού, θεσπίστηκε ειδικά για να ρυθμίσει τις προϋποθέσεις υπαγωγής στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών (ΤΣΑ), τόσο των ιδιοκτητών, όσο και των παρεχόντων εξαρτημένη εργασία οδηγών ταξί [οι οποίοι όμως (οδηγοί) ήδη από 1-11-1979 είχαν υπαχθεί στο ΙΚΑ, ήτοι σε φορέα που ασφάλιζε μισθωτούς] και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση η έννοια αυτή του "αυτοκινητιστή", όπως ορίστηκε στον ως άνω νόμο Ν. 5627/1932, [που επεδίωκε να προβεί σε ασφαλιστικές και μόνο ρυθμίσεις του ανωτέρω τότε ιδρυθέντος ασφαλιστικού φορέα "Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών (ΤΣΑ)"], να τύχει εφαρμογής για την ερμηνεία του όρου "αυτοκινητιστές" που αναφέρεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1712/1987, όπως μη νόμιμα κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον ο τελευταίος αυτός νόμος 1712/1987 [ο οποίος θεσπίστηκε για τελείως διαφορετικούς λόγους και συνιστά ειδικό νομοθέτημα, που ρυθμίζει τη σύσταση και λειτουργία των επαγγελματικών - εργοδοτικών οργανώσεων με τη μορφή νομικών προσώπων], αναφέρεται αναμφισβήτητα στο δικαίωμα να ιδρύουν επαγγελματικές οργανώσεις, οι εργοδότες και οι αυτοαπασχολούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες και δη έμποροι, βιοτέχνες, λοιποί επαγγελματίες και αυτοκινητιστές και όχι οι απασχολούμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας (ως προς τους οποίους εφαρμόζεται ο Ν. 1264/1982), μεταξύ των οποίων και οι με τέτοια σχέση, δηλαδή εξαρτημένης εργασίας, απασχολούμενοι οδηγοί ταξί. Επομένως, με τις ανωτέρω κρίσεις του το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1712/1987 και 14 παρ. 3 του Ν. 1264/1982 και συνεπώς ο εξεταζόμενος πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την προταθείσα από αυτό ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως από το αναιρεσίβλητο του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. Με τις προαναφερόμενες παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απορρίψεως της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που πρότεινε το ανακόπτον - αναιρεσείον, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αναφορικά με την εκ μέρους των μελών του αναιρεσίβλητου άσκηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, την ίδρυση του αναιρεσίβλητου - νέου σωματείου και την παράλληλη λειτουργία του με το προϋπάρχον αναιρεσείον σωματείο, δεν αντίκεινται στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 του Α.Κ. και δεν πληρούσαν το πραγματικό του εν λόγω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο επομένως, με τη μη εφαρμογή του, δεν παραβίασε ευθέως. Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερομένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 281 του Α.Κ. και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι η ίδρυση του αναιρεσίβλητου νέου σωματείου και η εκ μέρους των μελών του άσκηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι δεν υπερβαίνει, κατ` αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς, τα από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. οριζόμενα όρια και δεν αντίκειται στα αντικειμενικά κριτήρια που θεσπίζει το εν λόγω άρθρο 281 του Α.Κ. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι: α) δεν υπάρχει ταυτότητα των επωνυμιών των δύο σωματείων ικανή να δημιουργήσει σύγχυση σχετικά με την εύρυθμη λειτουργία, τη δράση και το σκοπό τους, ούτε πλάνη σχετικά με την ταυτότητά τους σε βάρος του αναιρεσείοντος σωματείου, β) η επωνυμία του νέου σωματείου (αναιρεσίβλητου) με την προσθήκη αυτής και στην αγγλική γλώσσα των λέξεων "Radio Taxi "KALYMNOS"" διαφοροποιεί την ταυτότητα του νεότερου σωματείου σε σχέση με το παλαιότερο, γ) είναι ευχερώς διακριτή η διαφορετική ταυτότητα των εν λόγω σωματείων, δ) δεν υπάρχει σύγχυση στη λειτουργία και τη δραστηριότητα των δύο σωματείων, αφού στην επωνυμία τους υπάρχει διαφορά, η οποία καθίσταται ευχερώς αντιληπτή από το επιδεικνύον τη συνηθισμένη επιμέλεια υποψήφιο μέλος, ε) το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται σύγχυση δεν αναιρείται εκ του ότι ο σκοπός είναι από τη φύση του πράγματος ταυτόσημος, στ) δεν διαπιστώθηκε πιστή αντιγραφή του καταστατικού του εκκαλούντος, ζ) η όποια ανταγωνιστική δράση, που προέρχεται από την παράλληλη λειτουργία των δύο σωματείων, δεν αντιστρατεύεται τα συμφέροντα των εν λόγω σωματείων ή των μελών τους, ώστε να είναι καταχρηστική η σύσταση του νεώτερου αναιρεσίβλητου σωματείου, ούτε επίσης ζημιώνεται το αναιρεσείον ως παλαιό σωματείο ή τα μέλη του, η) η κατάσταση ανταγωνισμού που δημιουργείται μεταξύ των δύο σωματείων, δεν εκφεύγει των ορίων του υγιούς ανταγωνισμού, θ) αντιθέτως σε βάθος χρόνου δημιουργούνται συνθήκες ευγενούς άμιλλας των δύο σωματείων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της νήσου Καλύμνου με στόχο τη διεκδίκηση και προάσπιση των δικαιωμάτων των μελών τους και την καλυτέρευση του επιπέδου παροχής υπηρεσιών προς όφελος του επιβατικού κοινού και ι) με την παράλληλη λειτουργία των δύο σωματείων δεν επέρχεται σύγχυση στις δραστηριότητες τους για την επίτευξη των σκοπών τους, ούτε προβλέπεται κίνδυνος δημιουργίας ερίδων και επαγγελματικών ανταγωνισμών από την παράλληλη λειτουργία τους τέτοια που να βλάπτει τα υλικά και ηθικά συμφέροντα των μελών τους. Στα ανωτέρω (ανελέγκτως) γενόμενα δεκτά ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί να θεμελιωθεί νομικώς ο ισχυρισμός (ένσταση) του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους του αναιρεσίβλητου του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και της σύστασης νέου σωματείου. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον με το δεύτερο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, οι περιλαμβανόμενες στο δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ταυτότητα των επωνυμιών των δύο σωματείων, ώστε να δημιουργεί σύγχυση στα μέλη και στους τρίτους, αλλά και σε όσους συναλλάσσονται με αυτό, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα. Επίσης, οι αιτιάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο με τις οποίες πλήττονται οι παραδοχές περί αποχωρήσεως 23 παλαιότερων μελών του αναιρεσείοντος σωματείου και εγγραφής τους στο αναιρεσίβλητο σωματείο, περί του ότι τα δύο σωματεία δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο εργασίας και ως εκ τούτου τα μέλη αυτών και οι επιδιωκόμενοι σκοποί τους θα ταυτίζονται εξ ορισμού και περί του ότι η αντιδικία των δύο σωματείων πηγάζει από λόγους διεκδίκησης πελατείας επιβατικού κοινού, είναι απαράδεκτες, καθόσον τα ανωτέρω συνιστούν παραδοχές της υπ' αριθμ. 554/2015 πρωτόδικης απόφασης και όχι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφέρονται όμως στον ως άνω αναιρετικό λόγο απαραδέκτως ως παραδοχές της τελευταίας. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του κρινόμενου δεύτερου αναιρετικού λόγου, που αφορούν την παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 1712/1987, δεν ερευνώνται αυτοτελώς, καθόσον καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού πρώτου αναιρετικού λόγου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την ουσιαστική παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο χαρακτηρισμό του αναιρεσίβλητου σωματείου ως επαγγελματικού σωματείου του Ν. 1712/1987. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της μερικής νίκης αυτού (άρθρο 495 παρ. 3 Γ' εδαφ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, την υπ' αριθμ. 212/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το κεφάλαιό της αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο καταθέσαν αυτό αναιρεσείον.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ