Αριθμός 494/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία".
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη από 4.5.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 132/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (δικάσαντος ως Εφετείου), το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 187/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 30.6.2016 αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή του και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.959,35 ευρώ νομιμοτόκως, ως αποζημίωσή του για την ισόποση ζημία που υπέστη από την εκ πταίσματος (βαριάς αμέλειας) των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής (αναιρεσείουσας) επιδειχθείσα αντισυμβατική συμπεριφορά, συνισταμένη στην παράλειψη είσπραξης των τόκων υπερημερίας που αναλογούσαν στο κεφάλαιο των ενεχυρασθεισών προς αυτήν απαιτήσεων του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι στο Δικαστήριο τούτο παρίσταται η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Α.Ε", ως καθολική διάδοχος της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε" λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη παριστάμενης εταιρίας.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, ο οποίος μετά την αναγγελία καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής. Επομένως, αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί, νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017). Το ίδιο ισχύει και επί εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση), δηλαδή ο εκδοχέας καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ` αυτόν (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1093/2017). Σύμφωνα δε με το άρθρο 459 ΑΚ με την εκχώρηση κύριας απαίτησης, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, μεταβιβάζεται και η απαίτηση για τους καθυστερούμενους τόκους. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ) σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με ειδική ρύθμιση του ως άνω νομοθετικού διατάγματος για τη σύσταση υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρίας) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως βάσει του χρόνου γέννησής της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία. Με ειδικότερη δε ρύθμιση του ιδίου νομοθετικού διατάγματος αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης αυτής από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας της απαίτησης αυτής, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1616/2018). Παράλληλα, ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 1224 εδ. α`, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 του ΑΚ, να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία του ενεχυραστή, αυτός δικαιούται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ, αποζημίωση είτε με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου, είτε με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1168/2015, ΑΠ 1388/2010). Εξάλλου, πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαίτησης εκδηλώνεται είτε με ενέργειες-πράξεις είτε με παραλείψεις, εξαιτίας των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, θεσπίζει κανόνα που προσδιορίζει τον τρόπο εκπλήρωσης της παροχής. Η έννοια των χρηστών ηθών είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικώς, σύμφωνα προς την αντίληψη του εμφρόνως σκεπτόμενου ατόμου σε σχέση με το επιτρεπτό του σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν.
Συνεπώς, ο εκδοχέας δανειστής του άρθρου 39 παρ. 1 του ν.δ. 17.7/13.8.1923, επιδιώκοντας την ικανοποίηση του από την ενεχυρασθείσα απαίτηση, οφείλει να επιδείξει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρα 288, 330 του ΑΚ), η δε παράβαση των υποχρεώσεών του συνιστά αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων και τον καθιστά υπόχρεο να αποκαταστήσει τη ζημία που τυχόν υπέστη ο εκχωρητής από την παράβαση αυτή (ΑΠ 376/2020). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 330 εδ. α', 332 εδ. α' και 334 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι: α) ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του, β) είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία, με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια και γ) ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, όπως για δικό του πταίσμα. Ο ορισμός της αμέλειας και δη με την αφηρημένη ελαφρά μορφή της, ως στοιχείου πταίσματος θεμελιωτικού λόγου ευθύνης τόσο ενδοσυμβατικής όσο και αδικοπρακτικής (άρθρο 914 ΑΚ), δίδεται με τη διάταξη του άρθρου 330 εδ. β' ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του (ΑΠ 90/2021, ΑΠ 1159/2020). Στον Αστικό Κώδικα δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας. Έτσι, με κριτήριο την βαρύτητα της αμελούς συμπεριφοράς, ως βαριά αμέλεια θεωρείται αυτή, όταν η απόκλιση από την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθιστα μεγάλη, ιδιαίτερα σοβαρή και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 90/2021, ΑΠ 1159/2020, ΑΠ 1039/2009). Η έννοια της αμέλειας είναι νομική και, επομένως, η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το βαθμό της αμέλειας, ελέγχεται αναιρετικά κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 (ή 560 αριθ. 1 και 6) ΚΠολΔ, δηλαδή ελέγχεται ως προς το εάν τα περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια αυτή (ΑΠ 246/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση κατ` αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 5012/3-2-2000 σύμβασης πιστώσεως ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού η εναγομένη τραπεζική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) παρείχε πίστωση στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", μέχρι του ποσού των 60.000.000 δρχ., ήτοι 176.082,17€ με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που περιλαμβάνονται σε αυτή, όπως η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε με τις εν τω μεταξύ πρόσθετες πράξεις και συμφωνίες, με όριο πίστωσης 8.000.000 ευρώ... Η εναγομένη τιτλοποίησε τις απαιτήσεις της από την προαναφερόμενη σύμβαση, μεταβιβάζοντας αυτές στην εταιρία με την επωνυμία "..." την 23-2-2009..., κρατώντας την διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων και έπειτα μεταβιβάστηκαν εκ νέου στην εναγόμενη με επαναγορά την 28-6-2010. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), στο πλαίσιο της δραστηριότητας του, ήτοι της κατασκευής δημοσίων έργων, ανέλαβε τα κάτωθι έργα, για τα οποία είχε τις κατωτέρω αναφερόμενες απαιτήσεις από τους εκάστοτε κυρίους των έργων, τις οποίες απαιτήσεις ενεχύρασε στην εναγομένη, όπως αναλυτικά αναφέρονται πιο κάτω, και συγκεκριμένα: 1] Δυνάμει της από 20-10-2008 σύμβασης κατασκευής έργου που σύνηψε ο ενάγων με την πρώην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Βελτιώσεις-Αποκαταστάσεις 26ης ΕΟ", αντί εργολαβικού ανταλλάγματος ποσού 199.851,13€ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. και σε μερική εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως, υποβλήθηκε: α) την 9-6-2009, ο 1ος λογαριασμός-πιστοποίηση εκτελεσθεισών εργασιών, για τον οποίο εκδόθηκε η από 9-6-2009 "1η εντολή πληρωμής" της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, με την οποία εντέλλεται να πληρωθεί στον ενάγοντα το ποσό των 125.747,30 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ και β) την 10-8-2009, ο 2ος λογαριασμός-πιστοποίηση εκτελεσθεισών εργασιών, για τον οποίο εκδόθηκε η από 10-8-2009 2η εντολή πληρωμής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, με την οποία εντέλλεται να πληρωθεί στον ενάγοντα το ποσό των 39.698,40 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Με την από 16-6-2009 σύμβαση ενεχυριάσεως μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, ο πρώτος εκχώρησε στην δεύτερη λόγω ενεχύρου κάθε απαίτηση του που απέρρεε από την ως άνω από 9-6-2009, 1η εντολή πληρωμής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της δεύτερης από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 5012/3-2-2000 σύμβαση πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, έναντι της εταιρίας με την επωνυμία "...". Η ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης αναγγέλθηκε, μεταξύ άλλων, προς την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας και σε εκτέλεση αυτής, η εναγομένη εισέπραξε την 11-11-2009 το ανωτέρω ποσό των 125.747,30€. Περαιτέρω, με την από 26-8-2009 σύμβαση ενεχυριάσεως μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, ο πρώτος εκχώρησε στην δεύτερη λόγω ενεχύρου κάθε απαίτηση του που απέρρεε από την ως άνω από 10-8-2009, 2η εντολή πληρωμής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, προς εξασφάλιση και πάλι των απαιτήσεων της δεύτερης από την υπ' αριθμ. 5012/3-2-2000 σύμβαση πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, έναντι της εταιρίας με την επωνυμία "...". Η ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης αναγγέλθηκε, μεταξύ άλλων, προς την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας και σε εκτέλεση αυτής, η εναγομένη εισέπραξε την 16-6-2010 το ανωτέρω ποσό των 39.698,40€. 2] Δυνάμει σύμβασης κατασκευής έργου που σύνηψε ο ενάγων με την πρώην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 377/2008 απόφασης της Νομαρχιακής Επιτροπής, ανέλαβε την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών του έργου "Επισκευές Βλαβών από Σεισμούς στα Σχολεία-Δημοτικό Σχολείο Ερυμάνθειας", αντί εργολαβικού ανταλλάγματος ποσού 79.492€ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. και σε μερική εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως, υποβλήθηκε την 15-4-2009, ο 1ος λογαριασμός- πιστοποίηση εκτελεσθεισών εργασιών, για τον οποίο εκδόθηκε η από 15-4-2009 "1η εντολή πληρωμής" της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας ποσού 70.102,90€. Με την από 27-4-2009 σύμβαση ενεχυριάσεως μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, ο πρώτος εκχώρησε στην δεύτερη λόγω ενεχύρου κάθε απαίτηση του που απέρρεε από την ως άνω από 15-4-2009, 1η εντολή πληρωμής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της δεύτερης από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 5012/3-2-2000 σύμβαση πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, έναντι της εταιρίας με την επωνυμία "...". Η ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης αναγγέλθηκε, μεταξύ άλλων, προς την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας και σε εκτέλεση αυτής, η εναγομένη εισέπραξε την 2-7-2009 το ανωτέρω ποσό των 70.102,90€... H εκάστοτε υπηρεσία-κύριος του έργου (ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ.) όφειλε τόκους υπερημερίας χωρίς να απαιτείται προηγούμενη όχληση από τον ανάδοχο του έργου, ένα μήνα μετά από την λήξη της μηνιαίας προθεσμίας ελέγχου και διόρθωσης του λογαριασμού από τη διευθύνουσα υπηρεσία.
Εν προκειμένω, οι εκάστοτε αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου, προέβησαν στην έκδοση των εντολών πληρωμής άμεσα και ως εκ τούτου η έναρξη τοκοφορίας τοποθετείται κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4§1β' του π.δ. 166/2003 που υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 53§9 του Ν. 3669/2008..., από την επομένη της έκδοσης της εντολής πληρωμής έως την τελική ημέρα πληρωμής για όλα τα επιμέρους τα ποσά που εισέπραξε η εναγομένη, και συγκεκριμένα: α] Για τον ως άνω 1° λογαριασμό-πιστοποίηση εκτελεσθείσων εργασιών, για τον οποίο εκδόθηκε η από 9-6-2009 "1η Εντολή πληρωμής" από την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, η τελευταία, όφειλε τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους κατ' άρθρο 4 του Π.Δ. 166/2003, από την επομένη της έκδοσης της εντολής, ήτοι από την 10-6-2009 έως την 11-11-2009, οπότε και τελικά πληρώθηκε η εναγομένη, ποσού ύψους 4.672,45€ (από 10-6-2009 έως 11-11-2009=155 ημέρες με τόκο υπερημερίας 8,75%), β] Για τον ως άνω 2° λογαριασμό-πιστοποίηση εκτελεσθείσων εργασιών, για τον οποίο εκδόθηκε η από 10-8-2009 "2η Εντολή πληρωμής" από την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, η τελευταία, όφειλε τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους κατ' άρθρο 4 του Π.Δ. 166/2003, από την επομένη της έκδοσης της εντολής, ήτοι από την 11-8-2009 έως την 16-6-2010, οπότε και τελικά πληρώθηκε η εναγόμενη, ποσού ύψους 2.950,16€ (από 11-8-2009 έως 16-6-2010=310 ημέρες με τόκο υπερημερίας 8,75%), και τέλος γ] για τον ως άνω 1° λογαριασμό-πιστοποίηση εκτελεσθείσων εργασιών, για τον οποίο εκδόθηκε η από 15-4-2009 "1η Εντολή πληρωμής" από την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, η τελευταία, όφειλε τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους κατ' άρθρο 4 του Π.Δ. 166/2003, από την επομένη της έκδοσης της εντολής, ήτοι από την 16-4-2009 έως την 2-7-2009, οπότε και τελικά πληρώθηκε η εναγομένη, ποσού ύψους 1.336,74€ (από 16-4-2009 έως 12-5-2009=27 ημέρες με τόκο υπερημερίας 9,25% ποσό 479,67€ και από 13-5-2009 έως 2-7-2009=517 ημέρες με τόκο υπερημερίας 8,75% ποσό 857,07). Η εναγομένη, αν και ως δικαιούχος των ως άνω απαιτήσεων με βάση τις προαναφερόμενες συμβάσεις ενεχύρασης, όφειλε να προβεί στην είσπραξη των αναλυτικά αναφερόμενων τόκων υπερημερίας, συνολικού ποσού των 8.959,35€ (4.672,45€ + 2.950,16€ + 1.336,74€), εντούτοις παρέλειψε να προβεί στην είσπραξή τους.
Συνεπώς, πρέπει πλέον να εξεταστεί εάν η παραπάνω παράλειψη της εναγομένης να εισπράξει τους εν λόγω τόκους υπερημερίας, οφείλεται σε πταίσμα των οργάνων της εναγομένης. Σημειώνεται ότι σε όλες τις ως άνω συμβάσεις ενεχύρασης είχε συμπεριληφθεί ο υπ' αριθμ. 3.02 όρος, σύμφωνα με τον οποίο "σε καμία περίπτωση δεν θα είναι δυνατόν να αποδοθεί στην Τράπεζα αμέλεια για τη μη είσπραξη των απαιτήσεων που εκχωρούνται", όρος ο οποίος είναι έγκυρος, μη αντικρουόμενος στη διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ, στο βαθμό που δεν αποκλείεται η ευθύνη της εναγομένης από βαριά αμέλεια ή δόλο.
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, η προς διερεύνηση υπαιτιότητα των οργάνων της εναγομένης πρέπει να περιοριστεί στο δόλο και στην βαριά αμέλεια αυτών. Αποδείχθηκε ότι πράγματι η ως άνω παράλειψη των οργάνων της εναγομένης να εισπράξει από την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας του τόκους υπερημερίας του κεφαλαίου των απαιτήσεων που ο ενάγων είχε εκχωρήσει στην εναγόμενη, οφείλεται σε βαριά αμέλεια αυτών, οι οποίοι κατά παράβαση των αρχών που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη δεν κατέβαλαν την δέουσα επιμέλεια και δεν εξασφάλισαν τα συμφέροντα του εκχωρητή ενάγοντος για την είσπραξη των επίδικων τόκων. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 9 του Ν. 3669/2008, όπου προβλέπεται ότι η έναρξη της τοκοφορίας απαιτεί έγγραφη όχληση του αναδόχου, στην οποία (όχληση) ωστόσο ουδέποτε προέβη ο ενάγων. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η έναρξη τοκοφορίας τοποθετείται κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4§1β' του π.δ. 166/2003 που υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 53§9 του Ν. 3669/2008, από την επομένη της έκδοσης της εντολής πληρωμής έως την τελική ημέρα πληρωμής χωρίς έγγραφη όχληση, πέραν όμως αυτού, ακόμα και εάν γινόταν δεκτό ότι απαιτείτο έγγραφη όχληση, σε αυτήν νομιμοποιούταν να προβεί, μετά την προς αυτήν ενεχύραση των απαιτήσεων, μόνο η εναγομένη, αφού ο ενάγων εκχωρητής είχε αποξενωθεί εντελώς και δεν μπορούσε να αναμειχθεί στις απαιτήσεις. Το δικαίωμα λοιπόν όχλησης για τη γέννηση της αξίωσης περί καταβολής τόκων υπερημερίας είχε περιέλθει στην εναγομένη ως δικαιούχο των κύριων απαιτήσεων, άρα και δικαιούχο αυτών για καθυστερούμενους τόκους κατ' άρθρο 459 ΑΚ, όπως σαφώς συνάγεται από τις συμβάσεις ενεχυρίασης και εφόσον δεν προκύπτει αντίθετη συμφωνία. Άρα η εναγομένη, όφειλε και μπορούσε σύμφωνα με τις αρχές που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να προβεί σε έγγραφη όχληση του οφειλέτη (Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας) για την έναρξη της τοκοφορίας των λογαριασμών, πράγμα που δεν έπραξε, με αποτέλεσμα να απολεσθεί το δικαίωμα αξίωσης τόκων υπερημερίας κατά του ως άνω οφειλέτη. Αλλά και υπό την άλλη άποψη, την οποία δέχεται το παρόν Δικαστήριο, ότι δηλαδή η έναρξη τοκοφορίας τοποθετείται κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4§1β' του π.δ. 166/2003 που υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 53§9 του Ν. 3669/2008, από την επομένη της έκδοσης της εντολής πληρωμής έως την τελική ημέρα πληρωμής χωρίς να απαιτείται έγγραφη όχληση, η εναγομένη ενώ όφειλε και μπορούσε σύμφωνα με τις αρχές που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να προβεί στη δικαστική επιδίωξη των οφειλόμενων τόκων, αφού μόνο αυτή νομιμοποιούταν ενεργητικά για τη δικαστική άσκηση του δικαιώματος αυτού και όχι ο ενάγων, παρέλειψε την ενέργειά της αυτή, με αποτέλεσμα να απολεσθεί το δικαίωμα αξίωσης τόκων υπερημερίας κατά του ως άνω οφειλέτη, αφού αυτό έχει ήδη παραγραφεί. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η εναγομένη, ενώ δεν προέβη ούτε σε όχληση του οφειλέτη για τη γέννηση της αξίωσης για τόκους υπερημερίας, ούτε σε δικαστική επιδίωξή τους, με αποτέλεσμα την απώλειά τους, χρέωνε ταυτόχρονα την εταιρεία υπέρ της οποίας συνεστήθη το ενέχυρο με τόκους υπερημερίας επί των εναντίον της απαιτήσεων από τον αλληλόχρεο λογαριασμό και μάλιστα με εξάμηνο ανατοκισμό. Επειδή δε οι ασφαλιζόμενες με το ενέχυρο απαιτήσεις της τράπεζας ήταν από τη γέννησή τους τοκοφόρες και μάλιστα με εξάμηνο ανατοκισμό, όφειλε ακόμη περισσότερο η εναγομένη ως εκδοχέας, με βάση τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ενεχύρου, να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της εταιρείας υπέρ της οποίας συνεστήθη το ενέχυρο, ώστε να καταστήσει τοκοφόρες και μάλιστα άμεσα τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις με την εκ μέρους της όχληση του οφειλέτη για τη γέννηση της αξίωσης για τόκους υπερημερίας ή τη δικαστική επιδίωξή τους. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν προέβη στην δικαστική επιδίωξη των οφειλόμενων τόκων διότι θα έπρεπε να επιδοθεί σε πολυδάπανους και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες, όπου τελικά τα έξοδα των δικαστικών αυτών ενεργειών θα επιβάρυναν τον λογαριασμό της πιστούχου εταιρείας και ότι τα έξοδα αυτά θα ήταν μεγαλύτερα από τα όποια ενδεχόμενα οφέλη των δικαστικών αγώνων. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού η εναγομένη δεν εκθέτει αναλυτικά τα έξοδα στα οποία θα υποβαλλόταν, ώστε, συγκρινόμενα αυτά μετά οφέλη που θα είχε, να μπορεί να διαπιστώσει το Δικαστήριο εάν δικαιολογημένα ή όχι η εναγομένη δεν επιδόθηκε στην δικαστική επιδίωξη των οφειλόμενων τόκων... Με βάση λοιπόν τις ανωτέρω σκέψεις, η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης είχε ως αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί ζημία, ισόποση με το ποσό των 8.959,35 ευρώ, ήτοι του ποσού που αντιστοιχεί στους τόκους που η εναγομένη αντισυμβατικά παρέλειψε να εισπράξει.
Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει το ποσό αυτό από την εναγομένη... Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι από την ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και ως εκ τούτου το σχετικό περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί". Με βάση τις παραδοχές αυτές το (δικάσαν σε δεύτερο βαθμό) Μονομελές Πρωτοδικείο, κρίνοντας: α) ότι στις ανωτέρω συμβάσεις ενεχύρασης είχε συμπεριληφθεί όρος, σύμφωνα με τον οποίο "σε καμία περίπτωση δεν θα είναι δυνατόν να αποδοθεί στην Τράπεζα αμέλεια για τη μη είσπραξη των απαιτήσεων που εκχωρούνται", ο οποίος (όρος) είναι έγκυρος, κατ' άρθρο 332 ΑΚ, στο βαθμό που δεν αποκλείεται η ευθύνη της τράπεζας από βαριά αμέλεια ή δόλο και β) ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας) επέδειξαν βαριά αμέλεια, παραλείποντας την είσπραξη των τόκων υπερημερίας (ύψους 8.959,35 ευρώ) που αναλογούσαν στο κεφάλαιο των ενεχυρασθεισών προς αυτήν απαιτήσεων (συνολικού ύψους 235.548,60 ευρώ) του εκχωρητή εκκαλούντος (ήδη αναιρεσίβλητου), δέχθηκε την έφεση του τελευταίου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 8.959,35 ευρώ νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για την ισόποση ζημία που υπέστη από την αναφερόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι συνιστά βαριά αμέλεια η μη είσπραξη εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας των τόκων υπερημερίας, που αναλογούσαν στο κεφάλαιο των ενεχυρασθεισών προς αυτήν απαιτήσεων του εκχωρητή αναιρεσίβλητου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 και 330 του ΑΚ, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της βαρείας αμέλειας, καθόσον τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, δεν συνιστούν την γενόμενη από αυτό δεκτή βαριά αμέλεια στη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας τράπεζας, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη μείζονα πρόταση, αφού η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς και συνετού τραπεζικού υπαλλήλου δεν είναι ασυνήθιστα μεγάλη και ιδιαίτερα σοβαρή σε βαθμό καταδεικνύοντα πλήρη αδιαφορία των ως άνω υπαλλήλων της αναιρεσείουσας για τα παράνομα σε βάρος του αναιρεσίβλητου αποτελέσματα της συμπεριφοράς τους, αλλά συνιστούν ελαφρά αμέλεια, για την οποία, όμως, έγινε δεκτό, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπάρχει έγκυρη απαλλακτική ρήτρα της εξ αυτής ευθύνης με βάση τον υπ' αριθ. 3.02 όρο των συμβάσεων ενεχύρασης. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.
ΙV. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 132/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (δικάσαντος ως Εφετείου).
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ