Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 378 / 2023    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 378/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας τηλεπικοινωνιών με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμψών με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κοντογεώργη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων ανταγωγή της "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1164/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6505/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 29 Απριλίου 2021 (αριθμ. εκθ. κατ. 2753/359/5-5-2021) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6.505/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 έως 620 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4.335/2015), ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Με την ένδικη από 17-12-2018 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι με το από 17-10-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως εκμίσθωσε στην πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, τους αναφερόμενους χώρους πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο ..., επί της οδού Π. αρ. …, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία τηλεπικοινωνιακού σταθμού της, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών (από 1.10.2015 μέχρι 30.9.2024), με μηνιαίο μίσθωμα 981,23 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως, κατά την αναφερόμενη συμφωνία τους. Ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια κατήγγειλε την σύμβαση μισθώσεως επικαλούμενη σπουδαίο λόγο και δη την αδυναμία εκδόσεως εγκρίσεως εγκαταστάσεως δομικών κατασκευών για τον σταθμό της από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία του Δήμου Ν. Ιωνίας Αττικής. Επικαλούμενος δε, ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι ο προβληθείς σπουδαίος λόγος δεν προβλέπεται στο μεταξύ τους καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει τα μηνιαία μισθώματα από τον Μάιο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2018, συνολικού ποσού 8.123,76 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1164/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της άνω αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 18-12-2019 έφεση. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6505/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.213,76 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, κατά τα σε αυτήν αναφερόμενα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672, 752 και 766 του Α.Κ., τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 44 του π.δ/τος 34/1995 ("Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων"), εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκής έννομη σχέση, όπως είναι και η εμπορική μίσθωση, για σπουδαίο λόγο. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό που, κατά την καλή πίστη σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που συντρέχουν στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντελεί ώστε να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής σχέσεως έως το χρόνο της λήξεώς της. Μη ανεκτή είναι η συνέχισή της και όταν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γίνεται υπερμέτρως δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, όπως συμβαίνει σε περίπτωση που επήλθε ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξαρτήτως από την συνδρομή ή όχι οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής. Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο, αφορούν συνήθως στον αποδέκτη της καταγγελίας, δεν αποκλείεται, όμως, να ευρίσκονται στην σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Περαιτέρω, η συνδρομή ή όχι σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλαδή, κατ' αρχήν, πταίσμα εκείνου, προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει, είναι υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι, επίσης, γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 200, 281 και 288 του Α.Κ., ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά, που οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ειδικώς, για την πρόωρη καταγγελία της εμπορικής μισθώσεως, για την οποία ο νόμος έχει θεσπίσει και ειδικούς προς τούτο λόγους για αμφότερους τους συμβαλλομένους, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά. Για την συγκεκριμενοποίηση της έννοιας του σπουδαίου λόγου μπορεί να γίνει και στάθμιση του συμφέροντος του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση της συμβάσεως με το συμφέρον του αντισυμβαλλομένου για διατήρηση της συμβάσεως μέχρι την κανονική λύση της. Και ναι μεν, η συνδρομή ή όχι των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τον σπουδαίο λόγο, ανήκει στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πλην, όμως, το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν, συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος γίνεται δια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1030/2015, Α.Π. 1582/2014, Α.Π. 1326/2013). Αν δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι λόγοι της καταγγελίας, αυτή είναι άκυρη, δηλαδή θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 του Α.Κ.) και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα.
Συνεπώς, δεν επέρχεται λύση της μισθώσεως και ο μισθωτής οφείλει μίσθωμα, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιεί το μίσθιο ή όχι (Α.Π. 33/2014, Α.Π. 1516/2011). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 574 και 596 του Α.Κ. (σε συνδυασμό με άρθρο 44 π.δ/τος 34/1995) προκύπτει ότι επί μισθώσεως ορισμένης διάρκειας ο μισθωτής, στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στον μισθωτή και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν θέλει να κάνει χρήση του μισθίου. Έτσι, αν ο μισθωτής εγκαταλείψει το μίσθιο πριν από την λήξη του συμφωνημένου χρόνου χωρίς νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα, η μίσθωση δεν λύνεται και ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα για ολόκληρο το μέχρι την λήξη υπόλοιπο χρόνο της μισθώσεως, έστω και αν δεν κάνει χρήση του μισθίου για λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν οφείλει κανένα μίσθωμα κατά το χρόνο της εγκαταλείψεως του μισθίου (Α.Π. 1548/2018, Α.Π. 1730/2013, Α.Π. 2162/2013). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1545/2022, Α.Π. 484/2020, Α.Π. 24/2015). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1217/2020). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020, Α.Π. 736/2019). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017). Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του K.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του K.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του K.Πολ.Δ., από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1545/2011, Α.Π. 484/2022, Α.Π. 294/2020, ΑΠ 262/2020). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (Α.Π. 35/2018). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Αναφέρεται, αποκλειστικώς, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα μόνον από το δικονομικό δίκαιο, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 προβλεπόμενο λόγο. Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν την διαδικασία και, κυρίως, τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/20219, Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 8/2017, Α.Π. 1330/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρέλειψε, παρά τον νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την επικουρική βάση της αγωγής, περί ακυρότητας της καταγγελίας της μισθώσεως, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αν τον περί αοριστίας ισχυρισμό η αναιρεσείουσα τον προέβαλε παραδεκτώς πρωτοδίκως, ενώ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 5-2-2019 εγγράφων προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των από 12-10-2020 εγγράφων προτάσεών της ως εφεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν προεβλήθη νομίμως ένσταση αοριστίας τής εναντίον της αγωγής. Σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ενδίκου αγωγής προκύπτει ότι εκτίθενται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται ο αγωγικός ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους της εναγομένης και, συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει των από 17.10.2015 ιδιωτικών συμφωνητικών εμπορικής μίσθωσης ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εκμίσθωσε στις εναγόμενες (... Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία, ήδη αναιρεσείουσα και ..., μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) τμήμα απόληξης κλιμακοστασίου ταράτσας και τμήμα δώματος οικοδομής, που βρίσκεται στο ..., επί της οδού Π., προκειμένου να εγκαταστήσουν κεραιοσυστήματα και υποστηρικτικά μηχανήματα για τη λειτουργία του τηλεπικοινωνιακού τους εξοπλισμού, με μηνιαίο μίσθωμα ανερχόμενο σε 981,23 ευρώ για την πρώτη ... πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου από 3,6%, δηλαδή συνολικά 1.016,55 ευρώ ... και χρόνο λήξης των μισθώσεων την 30.9.2024, το οποίο θα αναπροσαρμοζόταν με ποσοστό ίσο με τον δείκτη τιμών καταναλωτή για την αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, όπως αυτός ανακοινώνεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Ο εξοπλισμός αυτός υπήρχε ήδη από το 2004 όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη ... καθότι τότε είχε συνάψει παρόμοιες συμβάσεις με τον ενάγοντα. Στις 11.5.2018 η πρώτη εναγόμενη...κατήγγειλε την προαναφερθείσα σύμβαση, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, που συνίστατο κατ' αυτήν στην αδυναμία έκδοσης έγκρισης από την Πολεοδομική Υπηρεσία του Δήμου Ν. Ιωνίας Αττικής για τις εγκαταστάσεις δομικών κατασκευών για το σταθμό της στο μίσθιο. Ο ενάγων απάντησε στην εναγόμενη με την από 17.5.2018 εξώδικη δήλωση, ισχυριζόμενος ότι ο επικληθείς από αυτήν λόγος είναι αόριστος, ενώ παρέπεμψε στον 11Α όρο της συμβάσεως μισθώσεως, με τον οποίο προβλέφθηκε το δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο και θεώρησε την καταγγελία της ως καταχρηστική. Με τον όρο 11Α της ανωτέρω συμβάσεως που συνήψε ο ενάγων με την εναγόμενη προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "Η μισθώτρια διατηρεί το δικαίωμα να καταγγείλει την παρούσα μίσθωση οποτεδήποτε και χωρίς καμία υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης προς τον εκμισθωτή για σπουδαίο λόγο, δηλαδή σε περίπτωση που: 1) υποχρεωθεί προς τούτο με σχετική δικαστική απόφαση ή προσωρινή διαταγή ή με απόφαση διοικητικού οργάνου ή αρχής και 2) σε περίπτωση ανακλήσεως ή ακυρώσεως της άδειας λειτουργίας του συστήματος κινητής τηλεφωνίας της μισθώτριας εταιρείας, απάντων των περιγραφεισών περιπτώσεων αναγομένων από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη σε σπουδαίο λόγο". Στην προκειμένη περίπτωση δεν προσκομίστηκε βεβαίωση του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου Ν. Ιωνίας Αττικής, με την οποία να βεβαιώνεται ότι στο κτήριο στο οποίο βρισκόταν το μίσθιο διαπιστώθηκαν πολεοδομικές παρανομίες, συνεπεία των οποίων η Πολεοδομία δεν μπορούσε να προχωρήσει στην έγκριση δομικών κατασκευών. Τέτοια όμως βεβαίωση για την εγκυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως δεν απαιτείτο, σύμφωνα με το άρθρο 11Α της συμβάσεως αυτής, όπως τουναντίον ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του. Και αυτό διότι η εναγομένη ούτε υποχρεώθηκε προς τούτο με δικαστική απόφαση ή με απόφαση διοικητικής αρχής ή οργάνου, ούτε ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε η άδεια λειτουργίας του συστήματος κινητής τηλεφωνίας της εναγομένης. Για τον λόγο αυτό ο λόγος τούτος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επιπλέον ο ισχυρισμός του ενάγοντας ότι μόνο στις ανωτέρω περιπτώσεις δικαιούταν η εναγόμενη να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με το άρθρο 11β της μισθωτικής συμβάσεως προβλέφθηκε ότι πέραν των άνω αναφερομένων περιπτώσεων η μισθώτρια είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τις διατάξεις των εμπορικών μισθώσεων, όπως π.χ. σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 όσον αφορά την καταγγελία από τον μισθωτή. Με τη διάταξη του άρθρου 15 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά τον ν. 3853/2010, τον ν. 4072/2012, τον ν. 4242/2014, τον ν. 4257/2014 και τον ν. 4373/2016, ορίζεται ότι η καταγγελία της μισθώσεως επιτρέπεται για τους λόγους που προβλέπει το παρόν διάταγμα και ο αστικός κώδικας... Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 Α.Κ. συνάγεται γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκής έννομη σχέση, όπως είναι και η εμπορική μίσθωση για σπουδαίο λόγο. Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών η συνέχιση της διαρκούς αυτής ενοχικής σχέσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάσταχτη είτε για τα δύο μέρη, είτε για το ένα μόνο από αυτά. Ο λόγος που επικαλέστηκε η εναγόμενη ως σπουδαίο για την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως, δηλαδή η αδυναμία έκδοσης μέχρι τις 11.5.2018...της απαιτούμενης...έγκρισης δομικών κατασκευών από την αρμόδια πολεοδομία του Δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής, συνιστά σοβαρό λόγο κατά το άρθρο 11β της συμβάσεως σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 15 του π.δ. 34/1995, όπως τροποποιηθείς ισχύει, και 281, 288 Α.Κ. ... διότι χωρίς την άδεια αυτή ο σταθμός της εναγομένης δεν μπορούσε να λειτουργήσει νόμιμα, σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς ... η προθεσμία για την υποβολή από τους κατόχους των κατασκευών κεραιών των δικαιολογητικών που απαιτούνται για την έκδοση της άδειας λειτουργίας τους παρατάθηκε μέχρι τις 31 Μαρτίου 2018. Μεταξύ των δικαιολογητικών αυτών περιλαμβάνεται η πολεοδομική έγκριση. Για την έκδοση της τελευταίας απαιτείται ... υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 που υπογράφει μηχανικός ότι η κατασκευή κεραίας βρίσκεται ή πρόκειται να εγκατασταθεί σε κτήριο νομίμως υφιστάμενο, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 4067/2012. Με τη δήλωση αυτή ο μηχανικός πρέπει να δηλώσει ότι η κεραία βρίσκεται ή πρόκειται να εγκατασταθεί σε κτήριο ή τμήμα αυτού που έχει ανεγερθεί με νόμιμη άδεια ή αναθεώρηση και σύμφωνα με τους όρους αυτής...". Στην συνέχεια το Εφετείο, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Με τον όρο 6β του συμφωνητικού μισθώσεως ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην εναγόμενη όλες τις εξουσιοδοτήσεις και τα έγγραφα που θα του ζητούσε για την αδειοδότηση των εγκαταστάσεων της και την ακώλυτη χρήση του μισθίου. Από τη σύναψη της μισθωτικής συμβάσεως, στις 27 Οκτωβρίου του 2015, μέχρι την καταγγελία της από την εναγόμενη τον Μάιο του 2018, ... δεν υπέβαλε αίτηση στην Πολεοδομική Υπηρεσία του Δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής για την πολεοδομική έγκριση της εγκατάστασης των κεραιών κινητής τηλεφωνίας που είχε εγκαταστήσει στο μίσθιο ήδη από το 2004, στα πλαίσια σύναψης προγενέστερης μισθωτικής σύμβασης με τον ενάγοντα. Και αυτό ενώ ήδη πριν από τον Οκτώβριο του 2015: α) είχε λάβει τη με αριθμό πρωτοκόλλου Μι/411/1728/25.11.2014 θετική γνωμάτευση από την Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας για τη μελέτη ραδιοεκπομπών της κεραίας του σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας και μικροκυματικών κεραιών του σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας που είχε εγκαταστήσει στο μίσθιο, επί της οδού, στο ... και β) στις 20.2.2014 είχε υποβάλει στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) δήλωση υπαγωγής σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις και απέμενε κατά την πρώτη εναγόμενη μόνο η έκδοση της έγκρισης Δομικών Κατασκευών από την ΥΔΟΜ Νέας Ιωνίας (βλ. 7η σελίδα των προτάσεων της στο δικαστήριο τούτο). Για την καθυστέρηση της αυτή να προβεί στις δέουσες ενέργειες στην Πολεοδομική Υπηρεσία δεν ανέφερε κάποιον λόγο, νομικό ή ουσιαστικό, που να τη δικαιολογεί. Όταν πιά στις 10.5.2018 ο δικηγόρος του ενάγοντος ... ειδοποιήθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας ότι διαπιστώθηκαν υπερβάσεις - διαφοροποιήσεις στην οικοδομή όπου βρίσκεται το μίσθιο σε σχέση με την 1797/2002 οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε για την ανέγερση της οικοδομής αυτής είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία για την υποβολή των απαιτούμενων για την έκδοση της άδειας δικαιολογητικών.
Συνεπώς η καταγγελία για σπουδαίο λόγο, στην οποία προέβη η εναγόμενη τον Μάιο του 2018, δεν ήταν έγκυρη, ... διότι ο επικληθείς από αυτήν σπουδαίος λόγος οφείλεται σε πταίσμα αυτής της ιδίας. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης του εκκαλούντος, λόγο για τον οποίο παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε έγκυρη την ανωτέρω καταγγελία και απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος έσφαλε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε τα μισθώματα από τον Μάιο έως και τον Δεκέμβριο του 2018, τα οποία για κάθε μήνα ανέρχονταν σε 1.026,72 ευρώ...συμπεριλαμβανομένου του χαρτοσήμου από 3,6% επί του μισθώματος, ήταν δε καταβλητέα εντός των πρώτων δέκα (10) εργασίμων ημερών κάθε μήνα. Η εναγόμενη ... ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, ισχυριζόμενη η πρώτη εναγόμενη ότι: α) ο ενάγων δεν αμφισβήτησε ότι δεν κατέστη εφικτή η έκδοση της πολεοδομικής έγκρισης, β) ο ενάγων δεν ισχυρίστηκε ότι αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του και γ) η ίδια μετά την καταγγελία της μισθώσεως αποχώρησε από το μίσθιο και απομάκρυνε τον τηλεπικοινωνιακό της εξοπλισμό ... Όλοι οι ανωτέρω πραγματικοί ισχυρισμοί είναι θεμελιωτικοί της εγκυρότητας της εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας της μισθωτικής συμβάσεως... . Επομένως η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής που πρόβαλε η εναγόμενη είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη ... Η εναγόμενη, παρά το ότι ο σταθμός της κεραίας κινητής τηλεφωνίας που ... χρησιμοποιούσε δεν λειτούργησε έκτοτε, προέβη σε καταγγελία της σύμβασης για άλλο λόγο και αποχώρησε από το μίσθιο τον Μάιο του 2018. Από το γεγονός αυτό και συνάγεται ότι δεν θεώρησε σημαντικό λόγο για την καταγγελία της μισθώσεως τη διακοπή της λειτουργίας του σταθμού, λόγω μη ηλεκτροδότησης του ... Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη. Στην συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ... και δικαστεί η αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα ... συνολικά 8.213,76 (1.026,72 X 8) ευρώ ..., νομιμοτόκως από την εντέκατη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, από τον Μάιο έως και τον Δεκέμβριο του 2018". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή και, μετά την εξαφάνιση αυτής, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα, για οφειλόμενα μηνιαία μισθώματα, το ποσό των 8.213,76 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, με το να δεχθεί ως ορισμένο και βάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας και ότι τα επικαλούμενα εκ μέρους της πραγματικά περιστατικά για την καταγγελία δεν συγκροτούν την, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, έννοια του σπουδαίου λόγου, ούτε ότι τα συγκροτούντα τον επικαλούμενο σπουδαίο λόγο περιστατικά αφορούν το πρόσωπο, προς το οποίο απευθύνθηκε η καταγγελία (δηλαδή τον εκμισθωτή). Επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, με πληρότητα αιτιολογείται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, ενώ η εναγομένη όφειλε, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, από την σύναψη της μισθωτικής συμβάσεως, στις 27 Οκτωβρίου 2015, μέχρι την εκ μέρους της καταγγελία αυτής στις 31 Μαρτίου 2018 να υποβάλλει στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την έκδοση της άδειας λειτουργίας της κεραίας, εν τούτοις, ουδέν έπραξε, αν και γνώριζε την υποχρέωσή της αυτή και λειτουργούσε ήδη την κεραία κινητής τηλεφωνίας από το έτος 2004, δυνάμει προγενέστερης συμβάσεως μισθώσεως που είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα για το μίσθιο, ενώ από την σύναψη της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως, στις 27 Οκτωβρίου 2015, μέχρι την καταγγελία εκ μέρους της της συμβάσεως αυτής, τον Μάιο του 2018, δεν υπέβαλε αίτηση στην Πολεοδομική Υπηρεσία του Δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής για την πολεοδομική έγκριση της εγκαταστάσεως της κεραίας κινητής τηλεφωνίας, αν και, πριν από τον Οκτώβριο του 2015: α) είχε λάβει την υπ' αριθμ. πρωτ. Μι/411/1728/25.11.2014 θετική γνωμάτευση από την Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας για τη μελέτη ραδιοεκπομπών της κεραίας του σταθμού βάσεως κινητής τηλεφωνίας και μικροκυματικών κεραιών του σταθμού βάσεως κινητής τηλεφωνίας που είχε εγκαταστήσει στο μίσθιο και β) στις 20.2.2014 είχε υποβάλει στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) δήλωση υπαγωγής σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις και απέμενε μόνο η έκδοση της έγκρισης Δομικών Κατασκευών από την ΥΔΟΜ Νέας Ιωνίας, ενώ για την καθυστέρησή της να προβεί στις δέουσες ενέργειες στην Πολεοδομική Υπηρεσία, δεν ανέφερε κάποιον λόγο, νομικό ή ουσιαστικό, που να την δικαιολογεί. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3, εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Απριλίου 2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6.505/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή