Αριθμός 1519/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ι. Σίδερη, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης στην ... ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΚΑΡ ΑΒΕΕ", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Κωστόπουλο και Κωνσταντίνο Παπαδάκη
Της αναιρεσιβλήτου: της εδρευούσης στη …ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "STARKO - ανώνυμη εταιρεία - Αντιπροσωπεία Αυτοκινήτων " (διακριτικός τίτλος "STARCO (ΣΤΑΡΚΟ) Α.Ε), νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Χατζηγιαννάκη και Παναγιώτη Πετρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Οκτωβρίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3194/1997 προδικαστική, 4843/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1166/2007, 6523/2008 μη οριστικές και 3367/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της και με το από 10 Οκτωβρίου 2011, ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 24 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των, με το από 10-10-2011 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης της 3367/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παραγάγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ' αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2§1, 4§§1&2 και 5§1 του Συντάγματος). Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998,). Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης. Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Ωστόσο με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ, εξάλλου, έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή. Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις, έχει τα στοιχεία εμπορικής παραγγελίας (άρθρ. 90 του ΕμπΝ) και κατ' επέκταση εντολής, οπότε εφαρμοστέες στη σύμβαση αυτή είναι ασφαλώς και οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες παραπέμπει και το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ. Αντίθετα δεν αφορούν τον αποκλειστικό διανομέα και δεν μπορούν να τύχουν σ' αυτόν ευθείας εφαρμογής οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, αφού η ως άνω κοινοτική Οδηγία, όπως έκρινε και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-85/2003 Μαυρωνά και Σια Ο.Ε κατά ΔΕΛΤΑ Εταιρείας Συμμετοχών Α.Ε., αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνον ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρ. 1(2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν όχι απλώς για λογαριασμό, αλλά απευθείας στο όνομα εκείνου που αντιπροσωπεύουν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων.
Συνεπώς η παραπάνω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους άλλων επαγγελματιών, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα τέτοιων επαγγελματιών που ενεργούν μεν για λογαριασμό τρίτου, όμως συναλλάσσονται με το δικό τους όνομα, διαμεσολαβώντας στη λειτουργία του εμπορίου. Αντίστοιχα και το π.δ/γμα 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ορίζοντας με το άρθρ. 1§2 αυτού ότι εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή η διαπραγμάτευση ή και η σύναψη στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου συμβάσεων πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων, δηλαδή συμβάσεων με σαφώς διαφορετικό περιεχόμενο από τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Όμως, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως το σχετικό επιχειρησιακό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν ο διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση τις υποχρεώσεις α) να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος του παραγωγού πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης τους, β) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή διανομής, δ) να διαφημίζει αυτά με δικές του δαπάνες και ε) να γνωστοποιεί στον παραγωγό το πελατολόγιο του. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών καθιστά τον διανομέα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού, αφού η εμπορική του δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον παραγωγό, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την πώληση των συμβατικών προϊόντων του στο διανομέα, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις του τελευταίου, χωρίς μάλιστα να υποβάλλεται ο ίδιος σε αντίστοιχη δαπάνη (λ.χ. διαφήμισης), ενώ το σπουδαιότερο γι' αυτόν όφελος αποτελείτο το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου του διανομέα, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλου διανομέα, συνεχίζοντας έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη . Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως ενδείκνυται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεών του τόσο στη σύμβαση αυτή (ΑΠ 53/2007, 1720/2007, 1805/2007), όσο και στις εν γένει διαμεσολαβητικές συμβάσεις του εμπορίου, αν κατά τα λοιπά εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της εμπορικής αντιπροσωπείας (ΑΠ 139/2006, 881/2010, 14/2011, 163/2011), αφού αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί από την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) κατ' αρχήν ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, η οποία και δεν αποκλείει σε εθνικό επίπεδο την αναλογική εφαρμογή τους, ήδη δε το σχετικό κενό πληρώθηκε με το άρθρ. 14§4 του μεταγενέστερου ν. 3557/2007, που επέκτεινε την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 τόσο στις συμβάσεις αντιπροσωπείας που αφορούν παροχή υπηρεσιών, όσο και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον με βάση αυτές ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Ειδικότερα μεταξύ των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, που αναλογικά μπορούν να εφαρμοσθούν στις ως άνω περιπτώσεις, είναι και αυτές που, σύμφωνα με τις οποίες ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου (Ολ. ΑΠ 15 και 16/2013). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 704/2007, 1805/ 2007, 175/2010). Ως εισφορά νέων πελατών, νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου ή αναλόγως διανομέα νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του διανομέα υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο διανομέας, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του προηγούμενου διανομέα, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και ως συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του παραγωγού (ΑΠ 1766/2009 1935/2009). Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον διανομέα, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (ΑΠ 1042/2009), η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου(ΑΠ 1935/2009). Εξ άλλου αναλογικά στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοστούν και οι διατάξεις του άρθρ. 8§§ 3, 4 και 8 του π.δ/τος 219/1991, σύμφωνα με τις οποίες όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών, μπορεί δε η σύμβαση να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων. Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία, οφείλει να την επικαλεσθεί και να την αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση, ενώ δικαίωμα του αντιπροσωπευόμενου αποτελεί η τακτική από μέρους του καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία και ούτε συνεπάγεται γι' αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική κατά το άρθρ. 281 ΑΚ άσκηση του δικαιώματος του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση δηλαδή της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρ. 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη εξ αιτίας της καταγγελίας ζημία ή και ηθική βλάβη. Αντίθετα μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί ωστόσο για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 588/2002, 849/2002, 390/2004, 697/2012). Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρ. 288 ΑΚ) καλόπιστης απ' αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (Ολ ΑΠ 12 και 13/2004, ΑΠ 1933/2009, 683/2010). Η υποχρέωση αποζημίωσης για άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής δεν αποκλείεται από τη χορήγηση αποζημίωσης για απώλεια πελατείας, αλλά μπορεί κατά το άρθρ. 9§1(γ) του π.δ/τος 219/1991 να συρρέει μ' αυτή και καλύπτει κάθε περαιτέρω θετική ή αποθετική ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή αναλόγως του διανομέα. Ειδικότερα, κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Συνεπώς για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (Ολ ΑΠ 20/1992, 22/1995, ΑΠ 849/2002, 390/2004). Έτσι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 175/2010). Εξ άλλου η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006,). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007). Για να ιδρύεται όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ' αυτή, η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι οι συμβάσεις αντιπροσωπείας και αποκλειστικής από μέρους της διανομής των προϊόντων της εναγομένης, που είχαν συμφωνημένη διάρκεια από 1-4-993 έως 31-3-1998, καταγγέλθηκαν άκαιρα και καταχρηστικά από την τελευταία στις 16-2-1995. Με βάση αυτά ζήτησε, μεταξύ άλλων, να καταδικασθεί η εναγομένη να της καταβάλει: 1) ως αποζημίωση πελατείας το συνολικό ποσό των 166.056.053 δρχ., που αντιστοιχεί στον ετήσιο μέσο όρο των ακαθάριστων κερδών της από τις πωλήσεις των προϊόντων των εναγομένης κατά το διάστημα της συνεργασίας τους και 2) για τα διαφυγόντα κέρδη της από την πρόωρη λύση των ως άνω συμβάσεων το ποσό των 241.626.010 δρχ. σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην η αναιρεσίβλητη το διάστημα της συνεργασίας της με την εναγομένη-αναιρεσείουσα πώλησε τα αναλυτικά αναφερόμενα, ανά τύπο, αυτοκίνητα, ανταλλακτικά και λιπαντικά, τα οποία η τελευταία εισήγαγε και διέθετε μέσω αντιπροσώπων και διανομέων της, στην Ελληνική αγορά. Ότι από τις πωλήσεις αυτές, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, είχε συνολικά καθαρά κέρδη 128.047.351 δρχ. όπως τα σχετικά ποσά αναλύονται, με πίνακες εσόδων-εξόδων, προμηθειών και αναφορές σε ενάριθμα τιμολόγια. Σε αντιστοιχία με τα ποσά αυτά, προκειμένου να θεμελιώσει την αξίωσή της για αποζημίωση πελατείας η αναιρεσίβλητη, ισχυρίζεται ειδικότερα με την ένδικη αγωγή της ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασής της προσήλκυσε νέους πελάτες για τα προϊόντα της εναγομένης, η οποία διατήρησε τα σχετικά οφέλη και μετά την καταγγελία της σύμβασής της, αν ληφθεί υπόψη ότι ο κύκλος των εργασιών της σχεδόν τετραπλασιάσθηκε μέσα σε μία διετία, ενώ με τις δικές της προσπάθειες ο κατάλογος των πελατών των αντιδίκων της διευρύνθηκε σημαντικά στη διάθεση κυρίως των αυτοκινήτων, αφού από τους 220 πελάτες το 1992, διαμορφώθηκε σε 747 το έτος 1993 και σε 915 το έτος 1994. Η αναιρεσίβλητη, δηλαδή, σαφώς επικαλείται με την ένδικη αγωγή της την προσέλκυση απ' αυτή νέων πελατών, τους οποίους ναι μεν δεν αναφέρει ονομαστικά, όμως η έλλειψη αυτή δεν καθιστά αόριστη τη σχετική αξίωσή της, αφού ο ειδικότερος προσδιορισμός τους αποτελεί θέμα απλής απόδειξης. Άλλωστε, στο δικόγραφο της αγωγής παρατίθενται, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε όλα τα τιμολόγια πώλησης των αυτοκινήτων. Ακόμη η αναιρεσίβλητη, αναφέροντας στην ένδικη αγωγή της ότι η εναγομένη γνώριζε το πελατολόγιο της και ότι με βάση το πελατολόγιο αυτό μπορούσε και μετά την καταγγελία της σύμβασής της να συναλλάσσεται απευθείας με τους πελάτες της, όπως άλλωστε είχαν πράξει και πριν από την καταγγελία της σύμβασής της, σαφώς και πάλι επικαλείται τη διατήρηση ωφελημάτων για τις αντιδίκους της από τις συναλλαγές τους ή από τη δυνατότητα συναλλαγών τους με τους πελάτες αυτούς, προσδιορίζει δε τα σχετικά κέρδη σε αντιστοιχία με τα κέρδη που η ίδια απώλεσε εξ αιτίας της καταγγελίας της σύμβασής της και της πρόωρης συνεπώς λήξης της. Για τον προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών της η αναιρεσίβλητη λαμβάνει ως βάση στην ένδικη αγωγή της, από τα προϊόντα της εναγομένης κατά την τελευταία τριετία πριν από την καταγγελία της σύμβασης, τα καθαρά κέρδη, όπως πιο πάνω εκτίθενται, με ετήσια προσαύξηση για τα επόμενα έτη κατά 6% των προμηθειών της σε σχέση με την κατά 14% αναμενόμενη αύξηση στις πωλήσεις των αυτοκινήτων και κατά 10% στις πωλήσεις ανταλλακτικών και λιπαντικών. Με τα στοιχεία αυτά προσδιορίζονται με τρόπο ορισμένο στο δικόγραφο της αγωγής τα διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσίβλητης και σε αντιστοιχία με αυτά και τα ωφελημάτων που διατήρησαν ή μπορούσαν να διατηρήσουν οι εναγόμενες από την αξιοποίηση του πελατολογίου της και μετά την καταγγελία της σύμβασής της, ενώ αντίθετα αποτελεί και πάλι θέμα μόνον απόδειξης η σύνδεση των διαφυγόντων κερδών της με συγκεκριμένα προϊόντα των αντιδίκων της και σε συσχέτιση μάλιστα με την ποσότητα και την τιμή κάθε μερικότερου προϊόντος. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, οι δεύτερος και τέταρτος λόγος του λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
2. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Στην προκειμένη περίπτωση τι Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: " Η εναγομένη εταιρία έχει την αποκλειστική εισαγωγή, αντιπροσώπευση και εμπορία στην Ελλάδα αυτοκινήτων και ανταλλακτικών εργοστασίου κατασκευής SEAT ισπανικής προέλευσης. Με το από 17-5-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής δικαιώματος πώλησης αυτοκινήτων- ανταλλακτικών, το από 21-5-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό και τα από 10-5-1994 πρακτικά συμφωνίας συμφωνήθηκαν μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης τα παρακάτω: Η ενάγουσα ανέλαβε την πώληση των αυτοκινήτων SEAT, στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Η πώληση θα μπορούσε να γίνει με δύο τρόπους. Είτε θα διαπραγματευόταν την κατάρτιση σύμβασης πώλησης στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης, είτε θα αγόραζε τα αυτοκίνητα απευθείας από την εναγόμενη και θα τα μεταπωλούσε. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή της διαμεσολάβησης ο πελάτης αγοραστής του αυτοκινήτου αν ήθελε να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο χρηματοδοτικό πρόγραμμα που προσέφερε η εναγόμενη, επισκεπτόταν την έκθεση της ενάγουσας, συμφωνούσε για την αγορά ενός συγκεκριμένου αυτοκινήτου, καθώς και για τον τρόπο που θα γινόταν η πληρωμή του τιμήματος σύμφωνα με το πρόγραμμα χρηματοδότησης της εναγομένη που ίσχυε κάθε φορά. Η εναγόμενη εξέδιδε τιμολόγιο απευθείας στο όνομα του πελάτη και η ενάγουσα είχε την υποχρέωση να εισπράξει το τίμημα, που ήταν σε μετρητά ή αξιόγραφα, τα οποία έστελνε στην εναγομένη. Η ενάγουσα ανεξάρτητα από το ποσό των μετρητών που εισέπραττε από τον αγοραστή εξέδιδε δική της επιταγή, σε διαταγή της εναγομένης, για το συνολικό ποσό των μετρητών που θα έπρεπε να έχει εισπράξει με βάση το χρηματοδοτικό πρόγραμμα της εναγομένης. Υπήρχαν δηλαδή, περιπτώσεις που δεν επέτρεπαν την πώληση προς την ενάγουσα για μεταπώληση σε τρίτους αγοραστές και αυτό συνέβαινε όταν η εναγομένη διαφήμιζε διάφορα χρηματοδοτικά προγράμματα με τα οποία διευκόλυνε τους αγοραστές για να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο SEAT, με πίστωση και με δόσεις. Σ' αυτές τις περιπτώσεις η εναγομένη παρακρατούσε την κυριότητα του αυτοκινήτου μέχρι την εξόφληση του και έτσι δεν μπορούσαν να γίνουν δύο πωλήσεις (μία προς την ενάγουσα-έμπορο και μία από την τελευταία προς τον τελικό αγοραστή), αλλά γινόταν μία μόνο πώληση δηλαδή από την εναγομένη προς τον τελικό αγοραστή με παρακράτηση κυριότητας, και η ενάγουσα ευθυνόταν για την εξόφληση του τιμήματος έναντι της εναγομένης πωλήτριας. Το κέρδος, το οποίο αυτό θα πραγματοποιούσε αν δεν υπήρχε η ανάγκη μιας μόνο πωλήσεως το ελάμβανε η ενάγουσα με τη μορφή προμήθειας για την ανάμειξη της στην αντίστοιχη συναλλαγή. Στη δεύτερη περίπτωση η ενάγουσα αγόραζε απευθείας η ίδια από την εναγομένη τα αυτοκίνητα, πληρώνοντας τα μετρητά, και τα μεταπωλούσε διαπραγματευόμενη η ίδια τον τρόπο πληρωμής απευθείας με τον εκάστοτε πελάτη-αγοραστή, ανεξάρτητα από την εναγομένη. Στην περίπτωση αυτή η εναγόμενη εξέδιδε τιμολόγιο στο όνομα της ενάγουσας και αυτή με τη σειρά της εξέδιδε στο όνομα του αγοραστή. Η επιλογή του ενός από τους δύο τρόπους πώλησης συμφωνήθηκε να εναπόκειται στην κρίση της εναγόμενης.. Η παραπάνω μικτή σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας - διανομής είχε συμφωνηθεί να έχει διάρκεια πέντε ετών με έναρξη την 1.4.1993 και λήξη την 31.3.1998. Σημειώνεται ότι με τους ίδιους περίπου όρους υπέγραψε αντίστοιχα συμφωνητικά και η εταιρεία με την επωνυμία "CENTER CAR" η οποία είχε τους ίδιους μετόχους με την "STARKO Α.Ε.", δηλαδή ήταν ομοίων συμφερόντων με την τελευταία, και είχε και αυτή το δικαίωμα πώλησης αυτοκινήτων στο νομό Θεσσαλονίκης. Με το από 17-5-1993 συμφωνητικό παροχής δικαιώματος πώλησης αυτοκινήτων και ανταλλακτικών συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα υποχρεούται με δαπάνες της να δημιουργήσει και να έχει σε όλη τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης, εγκαταστάσεις και εξοπλισμό όπως διαγράφονται από την SEAT. Σε περίπτωση αλλαγής των προδιαγραφών ο επίσημος έμπορος δηλαδή, η ενάγουσα υποχρεούται να προσαρμόζει τις εγκαταστάσεις της και τον εξοπλισμό αναλόγως (όρος Β. β1). Ο επίσημος έμπορος υποχρεούται να χρησιμοποιεί το κατάλληλο προσωπικό και οργάνωση προώθησης των πωλήσεων όπως προβλέπεται από το MASTER PLAN που θα χορηγήσει ο Εισαγωγέας (όρος Β. β2). Ο επίσημος έμπορος υποχρεούται να χορηγεί στον Εισαγωγέα οποτεδήποτε του ζητηθεί τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης του, όπως καταστάσεις πωλήσεων, ισολογισμό, οικονομικές καταστάσεις κ.τ.λ. να συνεργάζεται μονίμως με τους εξουσιοδοτημένους συνεργάτες-επιθεωρητές του Εισαγωγέα και να υποβάλλει εκθέσεις αυτών των συνεργασιών (όρος Β. β3). Ο Εισαγωγέας υποχρεούται να μην χορηγήσει σε κανένα άλλο Επίσημο Έμπορο στην περιοχή ευθύνης του εμπόρου το δικαίωμα πώλησης αυτοκινήτων SEAT (όρος Γ. γ1) και η ενάγουσα δεν είχε το δικαίωμα να πωλεί αυτοκίνητα άλλων εταιριών. Όλοι οι όροι του παρόντος είναι ουσιώδεις, και η παραβίαση οποιουδήποτε δίδει δικαίωμα στα μέρη να καταγγείλουν αζημίως την σύμβαση, το αυτό δικαίωμα έχουν τα μέρη σε περίπτωση πτωχεύσεως ή παύσεως πληρωμών του αντισυμβαλλομένου. Ο Εισαγωγέας δικαιούται να καταγγείλει αζημίως γι' αυτόν την σύμβαση χωρίς προειδοποίηση εάν ο έμπορος παύσει τις εργασίες του επί τρεις συνεχείς εργάσιμες ημέρες (πλην των περιόδων αδείας), ή εάν ο Επίσημος Έμπορος αποπειραθεί να μεταβιβάσει ευθέως ή πλαγίως τα δικαιώματα της παρούσας σύμβασης σε τρίτο, ή αν ο Επίσημος Έμπορος αποπειραθεί να εξέλθει εμπορικά των ορίων της περιοχής ευθύνης του, ή αν εμπορευθεί είδη άλλου εισαγωγέα, ή αν ο έμπορος δεν επιτύχει τους ετήσιους στόχους πωλήσεων τουλάχιστον κατά 70%, ή αν αναμειχθεί είτε αυτός είτε εκπρόσωπος του είτε προστεθείς από αυτόν σε πράξεις που θα επιδρούν δυσμενώς στην καλή φήμη του Εισαγωγέα και των προϊόντων, όπως ενδεικτικώς αναφέρονται οι πράξεις λαθρεμπορίας, εκδόσεις ακάλυπτων επιταγών, έκδοση διαταγής πληρωμής, μη έγκαιρη εκπλήρωση υποχρεώσεων προς τρίτους κ.λ.π (Όροι Δ. δ.1 και δ.2 ). Με το από 21-5-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής : "Η α' των συμβαλλομένων ΤΕΧΝΟΚΑΡ ΑΒΕΕ έχει μεταξύ των άλλων σαν σκοπό της και την εμπορία αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων αυτών. Για την μεγαλύτερη προώθηση των πιο πάνω προϊόντων που εμπορεύεται στην αγορά και την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών των πελατών της διορίζει το β' συμβαλλόμενο (δηλαδή την ενάγουσα) επίσημο έμπορο για να εξυπηρετεί τους πιο πάνω σκοπούς της, σύμφωνα με τους όρους του διορισμού αυτού 2. Σύμφωνα με τους όρους του πιο πάνω διορισμού του β' συμβαλλόμενου αυτός είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί στο χώρο της επαγγελματικής του δραστηριότητας (έκθεση) Διαφημιστικές Πινακίδες-Επιγραφές και Σήματα, τα οποία του υποδεικνύει και χορηγεί η α' συμβαλλόμενη ΤΕΧΝΟΚΑΡ ΑΕΒΕ, η οποία είναι αποκλειστική κύρια και νομέας αυτών.." Σύμφωνα με τους όρους του από 10.5.1994 πρακτικού συμφωνίας: 1) Η "ΤΕΧΝΟΚΑΡ" έχει δικαίωμα να ιδρύσει υποκατάστημα, με κάθετη οργάνωση (πωλήσεις, 8εΓνί5ε, ανταλλακτικά) στη Θεσσαλονίκη μέσω του οποίου να πωλεί τα αυτοκίνητα της. 2) Η "ΤΕΧΝΟΚΑΡ" θα κατέβαλε το ποσό των 100.000 δραχμών για κάθε αυτοκίνητο SEAT που θα πωλούν τρίτοι έμποροι άλλων νομών σε πελάτες τους και θα ταξινομούνται αποδεδειγμένα στο νομό Θεσσαλονίκης. Το ποσό αυτό, δεν αφορά τα αυτοκίνητα, που η ίδια η "ΤΕΧΝΟΚΑΡ" θα πωλεί κατ' ευθείαν στους πελάτες της στη Θεσσαλονίκη. Το ποσό αυτό θα έπρεπε να καταβάλλεται σε μία από τις παραπάνω CENTER CAR ή STARKO μετά από κοινή τους υπόδειξη. 3) Για κάθε αυτοκίνητο που θα πωλούν η CENTER CAR ή η STARKO, καθόλη τη διάρκεια του 1994 και 1995, η ΤΕΧΝΟΚΑΡ θα καταβάλει 50.000 δραχμές. Το ποσό αυτό θα καταβάλλεται πέραν του ποσού που θα εισπράττει η CENTER CAR και η STARKO σαν αμοιβή τους για την πώληση και η όποια αμοιβή θα είναι σύμφωνη με την πανελλαδική πολιτική της ΤΕΧΝΟΚΑΡ, όμως περιγράφεται στην κύρια σύμβαση, σαν κάθετη οργάνωση. Το πόσο αυτό των 50.000 δρχ. κατ' αυτοκίνητο καταβάλλεται σαν αποζημίωση στην CENTER CAR και STARKO δεδομένου ότι θα φέρουν νέους πελάτες στην ΤΕΧΝΟΚΑΡ από τους οποίους για μικρό διάστημα θα προκύψουν οφέλη για αυτήν. 4) Η ΤΕΧΝΟΚΑΡ θα παραδώσει συνολικά 50 αυτοκίνητα, προς επίδειξη στην CENTER CAR και στη STARKO χωρίς συμμετοχή της στην αξία του αυτοκινήτου. Τα μοντέλα και τα χρώματα θα καθορίζονται με κοινή των συμβαλλομένων συμφωνία ανάλογα με το υπάρχον στοκ στην ΤΕΧΝΟΚΑΡ. Όσα αυτοκίνητα πωλούνται, θα ανανεώνονται ανά εβδομάδα. Τα πιστοποιητικά ταξινόμησης θα παραλαμβάνονται από τη CENTER CAR και STARKO σε 3 ημέρες από την εξόφληση του αυτοκινήτου. Τα αυτοκίνητα αυτά θα βρίσκονται στα χέρια της CENTER CAR και STARKO σαν παρακαταθήκη και θα πληροφορεί την ΤΕΧΝΟΚΑΡ για τον τόπο που φυλάσσονται καθώς και ότι δε θα παραχωρείται η κατοχή τους σε τρίτους εμπόρους με όρους πέρα από την πανελλαδική πολιτική της ΤΕΧΝΟΚΑΡ. Τα αυτοκίνητα θα ασφαλίζονται από την CENTER CAR ή τη STARKO κατά παντός κινδύνου. 5) Εάν η ΤΕΧΝΟΚΑΡ πωλεί στους πελάτες της στη Θεσσαλονίκη τα αυτοκίνητα χωρίς να χρεώνει με έξοδα μεταφοράς τους στη Θεσσαλονίκη, τότε δε θα χρεώνονται και η CENTER CAR και STARKO με έξοδα μεταφοράς. 6) Οι συμφωνούμενες ελάχιστες πωλήσεις για τη Θεσσαλονίκη για το έτος 1994 είναι 1100 αυτοκίνητα. Κατά συνέπεια η CENTER CAR μαζί με την αδελφή εταιρεία STARKO υποχρεώνονται να πωλήσουν συνολικά 1100 αυτοκίνητα μείον τα αυτοκίνητα που θα έχει πωλήσει η ΤΕΧΝΟΚΑΡ από το δικό της υποκατάστημα. Οι ελάχιστες πωλήσεις των επόμενων ετών θα καθορίζονται στα ετήσια συνέδρια της ΤΕΧΝΟΚΑΡ. 7) Η CENTER CAR και η STARKO θα κάνουν διαφημίσεις, σύμφωνα με τη στρατηγική margeting της ΤΕΧΝΟΚΑΡ, στο νομό Θεσσαλονίκης 20.000.000 δραχμές για το 1994 και ακόμη 20.000.000 δραχμές για το 1995. Στην παραπάνω διαφημιστική δαπάνη, ΤΕΧΝΟΚΑΡ θα μετέχει κατά το ήμισυ 8) Δικαίωμα χονδρικής πωλήσεως αυτοκινήτων SEAT σε εμπόρους της αφενός της Θεσσαλονίκης και αφετέρου μέχρι τον ορισμό επισήμου αντιπροσώπου της SEAT και στη Χαλκιδική, θα έχουν μόνο οι CENTER CAR και STARKO. Προϋπόθεση της ισχύος του παρόντος όρου είναι ότι οι χονδρικές πωλήσεις θα γίνονται σύμφωνα με την πολιτική χονδρικής πώλησης της ΤΕΧΝΟΚΑΡ (προμήθειες, παρακαταθήκες, στόχοι κλπ) για την Αθήνα, και ότι το ποσοστό των χονδρικών πωλήσεων προς τους εμπόρους της Θεσσαλονίκης θα κυμαίνεται σε ποσοστό 15 των συνολικών πωλήσεων του νομού. Στα πλαίσια των υποχρεώσεων που ανέλαβε η ενάγουσα έναντι της εναγομένης σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, στην προσπάθεια τόσο της STARKO όσο και της CENTER CAR να καλύψουν γεωγραφικά την πόλη της Θεσσαλονίκης, λειτουργούσαν από τον Απρίλιο του 1994 τα παρακάτω σημεία πώλησης αυτοκινήτων SEAT και ανταλλακτικών : 1) ένα κατάστημα επί της οδού …με …οδό, της CENTER CAR 2) ένα κατάστημα επί της οδού …αρ…, με το διακριτικό τίτλο TOP CAR της CENTER CAR και 3) επί της οδού …αρ… έκθεση αυτοκινήτων και αποθήκη διανομής ανταλλακτικών που ανήκε στη STARKO. Η ενάγουσα από την αρχή της συνεργασίας της με την εναγόμενη, δεν διέθετε ιδιόκτητο συνεργείο επισκευής των αυτοκινήτων SEAT και συνεργαζόταν με το συνεργείο ιδιοκτησίας του Ι. Κ., που βρισκόταν στην οδό …αρ…, δηλαδή σε πολύ κοντινή απόσταση από την έκθεση της. Το εν λόγω συνεργείο είχε ενταχθεί στα εξουσιοδοτημένα συνεργεία SEAT του δικτύου της εναγόμενης, πριν από την έναρξη της συνεργασίας μεταξύ της ενάγουσας και εναγόμενης. Η τελευταία γνώριζε και ενέκρινε τη συνεργασία της ενάγουσας με το συνεργείο του Ι. Κ. Τούτο αποδεικνύεται από το από 3-7-1992 πρακτικό συναίνεσης που υπογράφηκε μεταξύ CENTER CAR και εναγόμενης όπου στον όρο 2 αναφέρεται " Συνεργείο Κ.. Ο έλεγχος του συνεργείου περνά στην CAR CENTER. Η οποία και θα αποφασίσει εάν θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τον κον Κ.. Αν ναι, θα πρέπει να φροντίσει να βελτιωθούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες προς τους πελάτες της SEAT. Μετά τη διακοπή της συνεργασίας του Ι. Κ. με την εναγόμενη η ενάγουσα για την εξυπηρέτηση των πελατών της συνεργαζόταν με τα συνεργεία των "Σ.-Ρ." και Χ. Π., που βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις της ιδίων με αυτή συμφερόντων εταιρείας CENTER CAR στην οδό ... (στην Ανατολική Θεσσαλονίκη) και ... (στη Δυτική Θεσσαλονίκη). Η εναγόμενη γνώριζε και ενέκρινε τη συνεργασία της ενάγουσας και των ιδίων με αυτή συμφερόντων CAR CENTER με τα εν λόγω συνεργεία από τα παρακάτω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά : 1) η εφεσίβλητη εναγόμενη, με τις από 30.03.1992 δημοσιεύσεις στις εφημερίδες "Σπορ του Βορρά" και "Θεσσαλονίκη", καλωσόρισε στο δίκτυο SEAT το κατάστημα της CAR CENTER επί της οδού …και ... (κατάστημα ...). Χαρακτηριστικά, αναφέρει στις παραπάνω δημοσιεύσεις "Η SEAT καλωσορίζει στο δίκτυο της, την Car Center S.A. το ολοκληρωμένο συγκρότημα SEAT....εξουσιοδότησε μια νέα αντιπροσωπεία, την Car Center S.A ...το νέο ολοκληρωμένο συγκρότημα SEAT στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Σε ένα χώρο 800 τ.μ. περιλαμβάνει : - Μεγάλο εκθεσιακό χώρο με όλη τη σειρά των μοντέλων SEAT...- Αποθήκη γνήσιων ανταλλακτικών - Τέλεια εξοπλισμένο συνεργείο", ενώ η ίδια η εφεσίβλητη-εναγόμενη διαβεβαιώνει ότι το παραπάνω κατάστημα προσφέρει φιλική εξυπηρέτηση πριν και μετά την πώληση. Η εφεσίβλητη είχε εκδώσει και κυκλοφορήσει λίστες με τα εξουσιοδοτημένα συνεργεία SEAT της επαρχίας. Σε δύο τέτοιες λίστες, με ημερομηνία από 11.10.1993 και 25.08.1994, αντίστοιχα, αναφέρονται ως εξουσιοδοτημένα συνεργεία για την περιοχή της Θεσσαλονίκης τα συνεργεία του I. Κ., το συνεργείο των "Σ. - Ρ." για την Car Center, καθώς και το συνεργείο του Χ. Π. επί της οδού …. Επιπλέον, οι αρμόδιοι τεχνικοί της διενεργούσαν τακτικούς ελέγχους στο παραπάνω συνεργείο, ενώ το βαθμολογούσαν με υψηλές βαθμολογίες, που το κατέτασσαν στις πρώτες θέσεις ανάμεσα στα λοιπά εξουσιοδοτημένα συνεργεία του δικτύου της. 2) Για το συνεργείο του Χ. Π.. Από τον από 11-11-1993 πίνακα εξουσιοδοτημένων συνεργείων SEAT που κυκλοφόρησε η εφεσίβλητη, το εν λόγω συνεργείο περιλαμβάνεται στα εξουσιοδοτημένα από αυτήν συνεργεία. Επίσης σε κατάσταση της εφεσίβλητης με ημερομηνία 25-8-1994 με τα εξουσιοδοτημένα συνεργεία Αθηνών και Επαρχίας εμφανίζεται ως εξουσιοδοτημένο συνεργείο της "ΤΟΡ CAR το συνεργείο του Χ. Π.. Μάλιστα σε ανακοίνωση της εφεσίβλητης στον τύπο για τη διακοπή της συνεργασίας της με το συνεργείο Ι. Κ. αναφέρει πελάτες τα SEAT θα εξυπηρετούνται πλέον αποκλειστικά από τα κάτωθι εξουσιοδοτημένα συνεργεία της SEAT, που πληρούν όλες τις αυστηρές προδιαγραφές της SEAT/TEXNOKAP ΑΒΕΕ... Εξουσιοδοτημένα συνεργεία SEAT : TOP CAR, ... 26. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη εφεσίβλητη φρόντιζε για την καλή λειτουργία όλων των εξουσιοδοτημένων συνεργείων της τα δε παραπάνω τρία εξουσιοδοτημένα συνεργεία της υφίσταντο ελέγχους από εξουσιοδοτημένους από την εναγομένη επιθεωρητές οι οποίοι επισκέπτονταν τα συνεργεία περιοδικά μία φορά το δίμηνο και τα βαθμολογούσαν, ελάμβαναν δε πάντα υψηλή βαθμολογία που ξεπερνούσε το μέσο όρο βαθμολογίας όλων των εξουσιοδοτημένων συνεργείων στην Ελλάδα. Στα τέλη του έτους 1993 με αρχές 1994, η εναγόμενη διαπραγματεύτηκε και τελικά αγόρασε μεγάλες κτιριακές εγκαταστάσεις, επί της οδού ..., αριθμός … και πολύ κοντά στις εγκαταστάσεις της STARKO. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στον Ανατολικό τομέα της πόλης της Θεσσαλονίκης περιελάμβαναν κτίσμα με ισόγειο, δύο υπόγειους ορόφους και περιβάλλοντα χώρο. Αρχικά η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι το κτήριο αυτό πρόκειται να στεγάσει την εταιρία ενοικιάσεως αυτοκινήτων HERZ που ανήκει στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο. Τελικά τον Απρίλιο του 1994 ανακοίνωσε στις STARKO και CENTER CAR ότι πρόκειται να δημιουργήσει δικό της υποκατάστημα πώλησης αυτοκινήτων και ανταλλακτικών SEAT καθώς και συνεργείο τεχνικής εξυπηρέτησης τους. Προφανώς η STARKO και CENTER CAR υποχρεώθηκαν να συμφωνήσουν με την εναγομένη για τη λειτουργία καταστήματος της ίδιας της εναγομένης στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και συμφώνησαν προς τούτο υπογράφοντας το από 10-5-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, διότι δε θέλησαν να διακινδυνεύσουν τη συνέχιση της συνεργασίας καθόσον είχαν πραγματοποιήσει σημαντικές δαπάνες και δεν επιθυμούσαν την ανατροπή μιας ήδη διαμορφωμένης κατάστασης. Ειδικότερα λίγο πριν από το Μάιο του 1994, η ΤΕΧΝΟΚΑΡ εκδήλωσε ενδιαφέρον να ανοίξει και δικό της κατάστημα (κάθετη επιχείρηση) στη Θεσσαλονίκη με την αιτιολογία ότι η αγορά ήταν μεγάλη και τα τρία καταστήματα πωλήσεως SEAT που μέχρι τότε λειτουργούσαν (δύο της CENTER CAR και ένα της STARKO) ήταν ελάχιστα για να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση στην αγορά της Θεσσαλονίκης και η εναγόμενη είχε απώλεια εσόδων από πωλήσεις. Κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 1994 η εναγομένη υλοποιώντας το από 10-5-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό έθεσε σε λειτουργία επιχείρηση πωλήσεως αυτοκινήτων και ανταλλακτικών SEAT και συνεργείο τεχνικής υποστήριξης στη Θεσσαλονίκη. Η εναγόμενη σε ανακοίνωση της που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα " …" στις 20.12.1994 και μεταδόθηκε επανειλημμένα από διάφορους ραδιοφωνικούς σταθμούς, δε συμπεριέλαβε στους επίσημους συνεργάτες και αντιπροσώπους της Θεσσαλονίκης την επιχείρηση της που λειτουργούσε επί της οδού ... και συγκεκριμένα δε συμπεριέλαβα ως εξουσιοδοτημένο συνεργείο SEAT, το συνεργείο που λειτουργούσε στη διεύθυνση αυτή, παρόλο που αυτό συμπεριλαμβανόταν στους επίσημους καταλόγους της SEAT από την αρχή της συνεργασίας τους ως εξουσιοδοτημένο συνεργείο. Επίσης η εναγόμενη δεν εκπλήρωσε τον 4 του από 10-5-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού και δεν παρέδωσε στη CENTER CAR και στη STARKO 50 αυτοκίνητα προς επίδειξη χωρίς συμμετοχή τους στην αξία των αυτοκινήτων. Η εναγόμενη με την από 17.1.1995 εξώδικη δήλωση της προς την ενάγουσα ανέφερε προς αυτήν ότι σύμφωνα με τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα έπρεπε να έχει φροντίσει να έχει συνεργείο αυτοκινήτων σύμφωνα με τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα το οποίο να παρείχε τις υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής των αυτοκινήτων της SEAT, της γνωστοποίησε τη λήξη της συνεργασία της με την CENTER CAR Α.Ε και έδινε σε αυτήν προθεσμία έως την 15.2.1995 να έχει προβεί στη κάλυψη της έλλειψης αυτής. Η ενάγουσα με την από 25.01.1995 εξώδικη απάντηση της αρνήθηκε την ανάληψη εκ μέρους της συμβατικής υποχρέωσης για την ίδρυση συνεργείου αυτοκινήτων. Η εναγόμενη με την από 16.2.1995 εξώδικη δήλωση της προς την ενάγουσα ανέφερε προς αυτήν ότι η παρατεινόμενη μέχρι σήμερα άρνηση της να συμμορφωθεί με την παραπάνω συμβατική της υποχρέωση η οποίο υπαγορεύεται και από τις αναγκαίες συνθήκες της αγοράς την υποχρεώνει να καταγγείλει την από 17.5.1993 μεταξύ τους σύμβαση, κατηγόρησε το νόμιμο εκπρόσωπο της Θ. Σ. για απρεπή συμπεριφορά στο ετήσιο συνέδριο του δικτύου της στην Κρήτη και παρακαλούσε αυτήν να διευθετήσουν τη μεταξύ τους εκκρεμότητες. Η ενάγουσα με την από 2.2.1995 εξώδικη απάντηση - δήλωση της αρνήθηκε τις κατηγορίες για το νόμιμο εκπρόσωπο της δήλωνε ότι η καταγγελία της είναι χωρίς σπουδαίο λόγο, καταχρηστική, αντισυμβατική και παράνομη και ότι επιφυλάσσεται για κάθε νόμιμο δικαίωμα της.. Από το περιεχόμενο των από 17-5-1993, 21-5-1993 και των πρακτικών της 10-5-1994 ουδόλως προκύπτει υποχρέωση της ενάγουσας για ίδρυση δικού της συνεργείου. Χαρακτηριστική είναι η επικεφαλίδα του από 17-15-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού " Συμφωνητικό παροχής δικαιώματος πωλήσεως αυτοκινήτων και ανταλλακτικών", χωρίς καμία μνεία για υποχρέωση ίδρυσης συνεργείου επισκευής και συντήρησης αυτοκινήτων. Επίσης στο όρο 2 του από 21-5-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιεί στο χώρο της επαγγελματικής της δραστηριότητας (έκθεση) διαφημιστικές πινακίδες-επιγραφές και σήματα τα οποία του υποδεικνύει και χορηγεί η εναγόμενη, χωρίς να γίνεται ουδεμία μνεία για ίδρυση και εξοπλισμό συνεργείου συντήρησης και επισκευής αυτοκινήτων. Άλλωστε όπως προαναφέρθηκε αναλυτικά παραπάνω η τελευταία χρησιμοποιούσε για τη συντήρηση και επισκευή των αυτοκινήτων SEAT που πουλούσε, εξουσιοδοτημένα συνεργεία της ενάγουσας γεγονός που όχι μόνο γνώριζε και ενέκρινε αλλά επιπλέον τα διαφήμιζε και στον τύπο της Θεσσαλονίκης. Τέτοια υποχρέωση, δηλαδή ίδρυσης από την ενάγουσα δικού της συνεργείου δεν συνάγεται ούτε από τις διατάξεις του Κανονισμού 123/1985, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγόμενη και εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και τούτο διότι : Οι Κανονισμοί Ομαδικών Εξαιρέσεων ή Ομαδικής Απαλλαγής χορηγούν εξαίρεση κατά το άρθρο 81 § 3 ΣυνθΕΚ(πρώην άρθρο 85 § 3 ΣυνθΕΟΚ) από τις απαγορεύσεις συμφωνιών, αποφάσεων ή συμπράξεων που θεσπίζει το άρθρο 81 § 1 ΣυνθΕΚ (πρώην άρθρο 85 § 1 ΣυνθΕΟΚ). Επομένως θέμα ευθείας εφαρμογής των ανωτέρω Κανονισμών ανακύπτει, μόνο σε περίπτωση που τίθεται θέμα κατ' αρχήν αντίθεσης μιας συμφωνίας με το άρθρο 81 § 1 ΣυνθΕΚ, οπότε και η επίκληση ενός Κανονισμού Απαλλαγής αίρει την αντίθεση προς τη διάταξη αυτή (Δρυλλεράκης, Σχέση Κανονισμών Ομαδικών Εξαιρέσεων και Εθνικού Δικαίου Ανταγωνισμού, ΕΕμπΔ 1999, σελ. 447). Η απαγόρευση παρεμπόδισης του ανταγωνισμού βάσει του άρθρου 81 παρ.1 ΣυνθΕΚ εφαρμόζεται μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι η ανταγωνιστική συμπεριφορά μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Αυτή η επιρροή υφίσταται εάν από το σύνολο των αντικειμενικών νομικών ή πραγματικών συνθηκών μπορεί να προβλεφθεί, με επαρκή πιθανότητα, ότι η περιοριστική για τον ανταγωνισμό συμπεριφορά επιδρά άμεσα ή έμμεσα στην κυκλοφορία εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, πραγματικά ή δυνητικά, τούτο δε κατά τρόπο που να πιθανολογείται ότι θα μπορούσε να παρεμποδισθεί η επίτευξη των στόχων μιας ενιαίας διακρατικής αγοράς Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη συμβατική σχέση μεταξύ της ΣΤΑΡΚΟ ΑΕ και της ΤΕΧΝΟΚΑΡ ΑΒΕΕ, είναι καθαρά τοπικής εμβέλειας, αφού αφορά μόνο τις πωλήσεις στο νομό της Θεσσαλονίκης. Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι μπορούσε η συμφωνία μεταξύ των εν λόγω εταιριών να επηρεάσει ουσιωδώς τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, καθώς το αποκλειόμενο μέρος της εθνικής αγοράς δεν είναι τόσο σημαντικό, ώστε να επηρεάζει αισθητά το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Δηλαδή οι συμφωνίες των
διαδίκων επέφεραν τα αποτελέσματα τους στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους, και δη σε μικρό μέρος της Ελληνικής αγοράς χωρίς να ασκούν επιρροή στο διακοινοτικό εμπόριο. Συνακόλουθα, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 85 παρ. 3 ΣυνθΕΚ,, άρα ούτε και ο κανονισμός 123/1985. Αλλά και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση ο παραπάνω 123/1985 κανονισμός για το λόγο ότι το ενδοκοινοτικό εμπόριο επηρεάζεται αισθητά από τη συμβατική σχέση των διαδίκων και πάλι σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού δεν γεννάται υποχρέωση της ενάγουσας που είναι εμπορικός αντιπρόσωπος-διανομέας δικτύου αυτοκινήτων να διατηρεί εγκαταστάσεις που να περιλαμβάνουν όχι μόνο χώρο κατάλληλης έκθεσης αυτοκινήτων, χώρο αποθήκευσης και πώλησης ανταλλακτικών και αξεσουάρ, αλλά και επί πλέον και συνεργείο επισκευής και συνεργείο αυτοκινήτων για την παροχή εξυπηρέτησης μετά την πώληση. Ο Κανονισμός 123/85 παρέχει στους επιχειρηματίες στον τομέα των αυτοκινήτων οχημάτων τη δυνατότητα να διαμορφώνουν το περιεχόμενο που έχουν οι συμφωνίες τους περί διανομής, πώλησης και εξυπηρέτησης μετά την πώληση, χωρίς αυτές να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 § 1 ΣυνθΕΟΚ. Οι διατάξεις των κανονισμών περί απαλλαγής από την απαγόρευση του άρθρου 85 § 1 ΣυνθΕΟΚ (και του άρθρου 81 § 1 ΣυνθΕΚ) δεν επιβάλλουν στους επιχειρηματίες τη χρησιμοποίηση αυτών των δυνατοτήτων, ούτε έχουν ως αποτέλεσμα την τροποποίηση του περιεχομένου αυτής της συμφωνίας. Το αντίθετο θα είχε ως αποτέλεσμα να θίγεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη των κοινοτικών ελευθεριών. Εξάλλου, βασικός στόχος των κανονισμών (και του Κανονισμού 123/85) σχετικά με τις συμφωνίες διανομής στον χώρο των αυτοκινήτων ήταν και είναι η προστασία του καταναλωτή, δηλαδή του αγοραστή αυτοκινήτου, έτσι ώστε αυτός να μπορεί να επιλέγει για εργασίες συντήρησης και επισκευής και μη εξουσιοδοτημένους επισκευαστές, δηλαδή μη ενταγμένους στο σύστημα διανομής της εκάστοτε αυτοκινητοβιομηχανίας, αποδυναμώνει την άποψη ότι ο διανομέας οφείλει να διατηρεί ο ίδιος "κάθετη οργάνωση" και να εκτελεί εργασίες επισκευής και συντήρησης. Σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπεία μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων". Η διάταξη αυτή, προβλέπει έκτακτή καταγγελία της σύμβασης, εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή περιστατικά, που στοιχειοθετούν την έννοια της ανώτερης βίας. Τέλος το περιεχόμενο των επιστολών της ενάγουσας προς την εναγόμενη δε θεμελιώνει αντισυμβατική συμπεριφορά προς την τελευταία, που να στοιχειοθετεί τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης, αφού αυτές στάλθηκαν σε απάντηση σε προηγούμενες επιστολές της εναγόμενης, από το περιεχόμενο των οποίων διαφαινόταν η πρόθεση της, να εγκατασταθεί αυτή, ως μοναδική αντιπρόσωπος των αυτοκινήτων SEAT, στην αγορά της Θεσσαλονίκης, αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο απώλειας μεγάλων χρηματικών ποσών που είχε αποδεδειγμένα επενδύσει η ενάγουσα για το σκοπό της συνεργασίας τους. Άλλωστε το γεγονός αυτό, κατ' αντικειμενική κρίση δεν καθιστά μη ανεκτή και δυσβάστακτη για την εναγόμενη τη συνέχιση της σύμβασης, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η εναγόμενη κατάγγειλε την επίδικη μικτή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής πρόωρα και χωρίς σπουδαίο λόγο. Παραπέρα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι ενάγουσα εισέφερε στην εναγόμενη κατά τη διάρκεια της συμβατικής της συνεργασίας 775 περίπου νέους πελάτες. Οι νέοι αυτοί πελάτες δημιουργήθηκαν από τις δικές της συνεχείς προωθητικές και εμπορικές ενέργειες, δαπανώντας μεγάλα ποσά και δη περίπου 40.000.000 δραχμές για διαφήμιση σε ραδιοφωνικούς σταθμούς Θεσσαλονίκης, σε εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, σε εκτεταμένη αφισοκόλληση σε μεγάλες σταθερές υπαίθριες πινακίδες και στην τηλεόραση και το εξαιρετικά καλό εμπορικό της όνομα στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Επίσης, οφείλονται στη γνώση της αγοράς του αυτοκινήτου, δεδομένης της παλαιότερης εμπειρίας της με την πώληση αυτοκινήτων. Την εμπορική αυτή επιτυχία της αναγνώρισε και εμπράκτως η εναγόμενη, αφού της κατέβαλε κατά τα έτη 1993 και 1994 πριμ επίτευξης εμπορικών στόχων πωλήσεων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών. Μετά τη χωρίς σπουδαίο καταγγελία της σύμβασης, η εναγόμενη διατήρησε ουσιαστικά εμπορικά και οικονομικά οφέλη από τον αριθμό των νέων πελατών που η ενάγουσα έφερε στην εναγόμενη, αυξάνοντας την πελατεία της με τους προσωπικούς πελάτες της ενάγουσας. Ικανός αριθμός από τους νέους πελάτες αντικατάστησε το αυτοκίνητο του με άλλο καινούργιο της ίδιας μάρκας, αγοράζοντας το από το υποκατάστημα της εναγόμενης, ενώ το σύνολο των νέων πελατών απευθύνθηκε για επισκευή και συντήρηση στο συνεργείο της εναγόμενης και αγόραζε γνήσια ανταλλακτικά από το κατάστημα της τελευταίας. Η φήμη της μάρκας μπορεί να έχει ως συνέπεια τη διευκόλυνση της εργασίας του εμπορικού αντιπροσώπου ή διανομέα, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να πωλήσει ένα προϊόν το οποίο έχει ήδη αποκτήσει φήμη με αποτέλεσμα οι προσπάθειες που θα καταβάλλει να είναι λιγότερες από εκείνες που θα κατέβαλλε εάν επρόκειτο να προτείνει στους καταναλωτές να αγοράσουν ένα προϊόν άγνωστης μάρκας. Όμως όσο και ονομαστό και αν είναι ένα προϊόν δεν πωλείται από μόνο του, αλλά χρειάζεται χωρίς αμφιβολία μία έντονη προσπάθεια και δραστηριότητα μάρκετινκ εκ μέρους των αντιπροσώπων ακόμη και για επώνυμα προϊόντα, την οποία κατέβαλε η ενάγουσα.
Συνεπώς τα όσα περί αντιθέτου ισχυρίζεται η εναγόμενη, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Συνακόλουθα με τα παραπάνω η ενάγουσα δικαιούται για αποζημίωση πελατείας ποσό ισοδύναμο με το μέσο όρο αμοιβών που εισέπραξε κατά τα έτη που διήρκησε η σύμβαση, δηλαδή, από 1-4-1993 μέχρι 31-12-1994. Οι αμοιβές αυτές ανήλθαν για τους 9 μήνες του 1993 σε 53.175.290 δραχμές από τη διαμεσολάβηση στην πώληση αυτοκινήτων και σε 11.591.996 δραχμές από τη μεταπώληση αυτοκινήτων σε τρίτους και 29.126.801 δραχμές από τη πώληση ανταλλακτικών. Για το έτος 1994 σε 50.581.954 δρχ από τη διαμεσολάβηση στην πώληση αυτοκινήτων. 51.355.078 δρχ από τη μεταπώληση αυτοκινήτων σε τρίτους και 61.134.521 δρχ από την πώληση ανταλλακτικών. Επομένως η ενάγουσα δικαιούται για αποζημίωση πελατείας το ποσό των 144.131.834 δρχ (93.894.087 : 9 = 10.432.676 δρχ χ 12) = 125.192.116 + 163.071553 = 288.263.669 : 2), ποσό που κρίνεται δίκαιο και εύλογο. 2) Η ενάγουσα εξαιτίας της πρόωρης και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας της επίδικης σύμβασης από μέρους της εναγόμενης απώλεσε με βεβαιότητα κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 μέχρι 31.3.1998 τα κέρδη που θα αποκόμιζε οπωσδήποτε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων εάν η εναγόμενη ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις και συνέχιζε τη συνεργασία τους για όλο το χρονικό διάστημα που συμφωνήθηκε. Συγκεκριμένα, τα έσοδα, τα έξοδα και τα καθαρά κέρδη της ενάγουσας από 1.4.1993, που άρχισε η συνεργασία της με την εναγόμενη, διαμορφώθηκαν ως εξής : Α) τα έσοδα της χρήσης 1993 ήταν 1) από αυτοκίνητα 77.254.286, δεδομένου ότι μεσολάβησε σε πωλήσεις 254 αυτοκινήτων και έλαβε συνολικά προμήθειες μαζί με πριμ στόχων 65.652.290 δρχ., ενώ αγόρασε και μεταπώλησε 148 αυτοκίνητα με συνολικό κέρδος 1 1.60 1.995 δρχ., 2)από ανταλλακτικά, τα οποία αγόρασε από την εναγομένη με συνολικό τίμημα 126.781.188 δρχ. με μικτό κέρδος σταθερά 28%, εισέπραξε συνολικά μικτό κέρδος 35.498.732 δραχμές (σύνολο εσόδων 77.254.286 + 35.498.732 = 112.753.01 8 δρχ.). Τα έξοδα της ίδιας περιόδου ήταν συνολικά 54.376.011 δρχ. για ενοίκιο καταστήματος, για μισθοδοσία προσωπικού με δώρα και επιδόματα, για εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία, για έξοδα διαφημίσεων και για λοιπά λειτουργικά έξοδα. Τα καθαρά κέρδη της αυτής περιόδου ήταν (112.759.018 -54.753.01 8 =) 58.377.007 δραχμές. Β) Τα έσοδα της χρήσεως 1994 ήταν : 1) από αυτοκίνητα δρχ. 79.663.712, δεδομένου ότι διαμεσολάβησε σε πωλήσεις 128 αυτοκινήτων και έλαβε συνολικά προμήθειες μαζί με πριμ στόχων 50.58 1.954 δραχμές, ενώ αγόρασε και μεταπώλησε 245 αυτοκίνητα με συνολικό κέρδος 29.081.758 δρχ., 2) από ανταλλακτικά, τα οποία αγόρασε από την εναγομένη με συνολικό τίμημα 218.337.577 δρχ. και με μικτό κέρδος σταθερά 28%, εισέπραξε συνολικά μικτό κέρδος 61.134.521 δρχ. (σύνολο εσόδων 79.663.712 + 61.134.521 = 140.798.233). Τα έξοδα της ίδιας περιόδου ήταν 70.82 7.989 δρχ. συνολικά για ενοίκιο καταστήματος, για μισθοδοσία προσωπικού με δώρα και επιδόματα, για εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία, για έξοδα διαφήμισης και για λοιπά λειτουργικά έξοδα. Τα καθαρά κέρδη της αυτής περιόδου ήταν (140.798.233-70.827.989=) 69.970.244 δραχμές Συνεπώς με βάση τα παραπάνω στοιχεία και εξαιτίας της οργάνωσης, του έμπειρου εργατικού και ειδικευμένου προσωπικού που διέθετε η ενάγουσα των προσωπικών γνωριμιών και ικανότητα μάρκεντιγκ του βασικού της μετόχου, τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, τα κρατούντα στα συναλλακτικά ήθη και στις εμπορικές συναλλαγές, η κερδοφορία της ενάγουσας θα συνεχιζόταν για τα επόμενα δυο έτη της συνεργασίας της με την εναγόμενη κατά ποσοστό τουλάχιστο 10% για κάθε επόμενο έτος.
Συνεπώς για το έτος 1995 τα καθαρά της κέρδη θα ανερχόντουσαν στο ποσό των 76.967.000 δραχμών και για το έτος 1996 σε 84.663.700 δραχμών, ενώ για το έτος 1997 και για τους μήνες του έτους 1998 θα είχε τα ίδια κέρδη με το έτος 1996, δηλαδή, 84.663.700 δραχμές και 21.165.925 δραχμές αντίστοιχα. Δηλαδή συνολικά απώλεσε 76.967.000 + 84.663.700 + 84.663.700 + 21.165.925 = 267.460.325 δραχμές. Με την εναγόμενη συμφωνήθηκε ότι ο στόχος πωλήσεων σε αυτοκίνητα για την περιοχή Θεσσαλονίκης για το έτος 1994, είτε με αγορά από την εναγομένη και μεταπώληση, είτε με διαμεσολάβηση, μαζί με την ιδίων συμφερόντων car center ανερχόταν σε 1100 αυτοκίνητα μείον τα αυτοκίνητα που θα πουλούσε η εναγόμενη από το δικό της υποκατάστημα και ότι εφόσον πετύχαινε μαζί με την car center να πετύχουν το 90% του παραπάνω συνολικού στόχου θα της κατάβαλε, αμέσως μετά τη λήξη του έτους, ως επιπλέον πριμ 15.000 δραχμές ανά αυτοκίνητο συν ΦΠΑ. Με τους προαναφερόμενους τρόπους το 1994 πώλησε 375 αυτοκίνητα και η car center Α.Ε. πώλησε 54 1 αυτοκίνητα και συνολικά πωλήθηκαν 916 αυτοκίνητα που υπερβαίνουν το 90% του συνολικού στόχου (1100 αυτοκίνητα - 87 αυτοκίνητα που πούλησε η εναγόμενη το ίδιο έτος = 1013 αυτοκίνητα χ 90% -912 αυτοκίνητα) και έτσι δικαιούται το ποσό των 5.625.000 δρχ. (3 75 αυτοκίνητα Χ 15.000 δρχ.) συν 18% ΦΠΑ 1.012.500 δρχ. και συνολικά 6.637.500 δρχ. Με την εναγομένη κατά τη χρήση του 1994 συμφώνησε ως στόχο αγοράς ανταλλακτικών 103.000.000 δρχ, και ότι εφόσον πετύχαινε σε αγορές το στόχο αυτό, θα της κατέβαλε η εναγομένη, αμέσως μετά τη λήξη της χρήσης ως επιπλέον πριμ 7% επί της αξίας των αγορών συν ΦΠΑ. Κατά την προαναφερόμενη χρήση αγόρασε από την εναγομένη ανταλλακτικά αξίας 105.582.159 δρχ. και έτσι δικαιούται 7.467.752 δρχ. συν ΦΠΑ 18% 1.344.196 δρχ., δηλαδή συνολικά το ποσό των 8.811.948 δραχμών. Επίσης σύμφωνα με τον όρο 7 του από 10-5-1994 πρακτικού συμφωνίας συμφωνήθηκε η ενάγουσα και η car center θα κάνουν διαφημίσεις σύμφωνα με την στρατηγική μάρκετινγκ της εναγόμενης, στο νομό Θεσσαλονίκης 20.000.000 δραχμές για το έτος 1994 και ακόμη 20.000.000 δραχμές για το 1995. Στην παραπάνω διαφημιστική δαπάνη η εναγόμενη θα μετέχει κατά το ήμισυ. Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής η ενάγουσα για το έτος 1994, δαπάνησε για διαφημίσεις 8.065.000 δραχμές και συνεπώς η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει 4.032.500 δραχμές δεδομένου ότι η εναγόμενη συναίνεσε σιωπηρά για τη διενέργεια της διαφημιστικής καμπάνιας του έτους 1994 αφού αφενός παρέλειψε να απορρίψει εντός ευλόγου χρόνου, όπως είχε συμφωνηθεί, τις διαφημιστικές προτάσεις που έγκαιρα, κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 1993, υπέβαλε για το έτος αυτό η ίδια προς έγκριση σε αυτήν (εναγόμενη) και αφετέρου δεν απάντησε στις αλλεπάλληλες από 12.04.1994, 23.04.1994 και 9.5.1994 επιστολές της ίδιας, με τις οποίες της ζητούσε τη διατύπωση των απόψεων της (εναγόμενης) επί της σχεδιαζόμενης για το έτος 1994 διαφημιστικής καμπάνιας δημιουργώντας ευλόγως την πεποίθηση σε αυτήν ότι δεν έχει αντίρρηση στην πραγματοποίηση της. Τα κονδύλιο της αγωγής ποσού 1.716.900 δραχμών που αφορά πριμ προμήθειας πώλησης αυτοκινήτων για το οποίο εκδόθηκε από την ενάγουσα το με αριθ. 201/20-3-1995 τιμολόγιο πρέπει ν απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού το ποσό αυτό έχει εξοφληθεί από την εναγόμενη με συμψηφισμό με ανταπαίτηση της, από πώληση σε αυτήν ανταλλακτικών". Με βάση τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε: "η εκκαλούμενη, έσφαλε που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Γι' αυτό πρέπει κατά το βάσιμο περί τούτο λόγο της έφεσης να εξαφανιστεί. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη κατ' ουσία, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσία, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 431.074.107 δραχμών (144.131.834 + 267.460.325 + 6.637.500+8.811.948+4.032.500) και ήδη 1.265.074 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση". Με τις ως άνω κρίσεις του, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα αναφέρονται: Α) όσον αφορά την αποζημίωση πελατείας : 1) ότι έχουν λυθεί οι συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, 2) ότι η αναιρεσίβλητη εισέφερε νέους πελάτες στην αναιρεσείουσα, καθώς και ότι προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της τελευταίας με τους υπάρχοντες πελάτες, 3) ότι η αναιρεσείουσα διατηρεί και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από υποθέσεις με τους ίδιους πιο πάνω πελάτες και 4) ότι η καταβολή της επιδικασθείσας αποζημιώσεως είναι δίκαιη, ενόψει όλων των περιστατικών που δέχτηκε, και ιδιαιτέρως την απώλεια των προμηθειών της αναιρεσίβλητης οι οποίες προκύπτουν από τις συναλλαγές της από τους ίδιους πελάτες. Και Β) όσον αφορά τα διαφυγόντα κέρδη: 1) οι προμήθειες τις οποίες εισέπραττε η αναιρεσίβλητη, όταν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, 2) το ποσοστό κέρδους που αποκόμιζε, από την πώληση κάθε προϊόντος, όταν ενεργούσε ως διανομέας, 3) οι υποδομές που είχε διαμορφώσει και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει η τελευταία 4) η μέχρι τότε συμπεριφορά της αναιρεσείουσας από την οποία ευλόγως δημιουργήθηκε στην αναιρεσίβλητη η πεποίθηση της συνέχειας της εμπορικής τους συνεργασίας μέχρι τη λήξη της σύμβασης και 5) ότι εξαιτίας όλων αυτών ήταν βάσιμη η προσδοκία κερδών, τα οποία καθορίστηκαν σε αντιστοιχία με τους πιο πάνω παράγοντες. Επομένως, οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης, πρώτος και δεύτερος του κύριου δικογράφου, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος των πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
3. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Αντίθετα δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1573/2006). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Β` Ολ. ΑΠ 14/2004) ως και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στη κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Η αλήθεια όμως των περιστατικών αυτή καθ` εαυτή δεν ανήκει στην έννοια του ισχυρισμού, αλλ` επιβεβαιώνει την ύπαρξη τους στο χώρο της εμπειρίας. Άλλωστε, αν το αντίθετο ήταν ορθό, τότε κανείς ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και, επομένως, δεν θα υποχρέωνε το δικαστήριο να τον λάβει υπόψη, αν η βασιμότητά του δεν ήταν εκ των προτέρων αποδεδειγμένη. Τούτο όμως αποτελεί ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση της αυτοτέλειας ενός ισχυρισμού. Το ίδιο συμβαίνει και όταν η αλήθεια ή το ψεύδος σε σχέση με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα μιας δικαιοπραξίας κλπ, που αποτελεί αντικείμενο άλλης αγωγής, εκκρεμούς ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, τίθεται στη δίκη ως προδικαστικό ζήτημα. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι τι δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αρθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της που προέβαλε νομοτύπως προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ότι προέβαλε ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως της απαίτησης από διαφυγόντα κέρδη με το εξής περιεχόμενο "...υποβάλαμε επικουρικότερα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας "για διαφυγόντα κέρδη" επειδή η ενάγουσα, δια των οργάνων της, παρέλειψε να αναλάβει τη διανομή των αυτοκινήτων CHRYSLER JEEP -CITROEN στη Θεσσαλονίκη και δολίως ενεργοποίησε, δια των ιδίων οργάνων της, την εταιρεία " ΘΑΛΑΣΣΑ και ΗΛΙΟΣ ΑΕ' (Εταιρεία μέχρι τότε τουριστικών συναλλαγών) στην οποία παρέδωσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα και εμπορία προκειμένου να καταστεί η ίδια μεν φαινομενικά "ανενεργός", για να αξιώσει "διαφυγόντα κέρδη", στην πραγματικότητα όμως να ενεργεί μέσω της νέας εταιρίας που αποτέλεσε το δόλιο υποκατάστατο της". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, το λόγο τούτο, μέρος της αναφέρει τα εξής: " Η ένσταση της εναγόμενης από το άρθρο 281, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας, όσον αφορά το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, επειδή δια των οργάνων της, παρέλειψε να αναλάβει τη διανομή των αυτοκινήτων CHRYSLER JEEP - CITROEN στη Θεσσαλονίκη και δολίως ενεργοποίησε, δια των ιδίων οργάνων της, την εταιρεία "ΘΑΛΑΣΣΑ και ΗΛΙΟΣ" (εταιρεία μέχρι τότε τουριστικών συναλλαγών) στην οποία παρέδωσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα και εμπορία προκειμένου να καταστεί η ίδια μεν φαινομενικά ανενεργός, για να αξιώσει διαφυγόντα κέρδη, είναι μη νόμιμη, αφού πράγματι υπό τα αναφερόμενα περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος της αγωγής δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος". Αιτιάται δηλαδή η αναιρεσείουσα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι κατά την κατάστρωση του δικανικού του συλλογισμού δεν παρέθεσε αυτούσιο το συγκεκριμένο ισχυρισμό της, αλλά παρέλειψε τα αναγραφόμενα στην τελευταία σειρά ".. στην πραγματικότητα όμως για να ενεργεί μέσω της νέας αυτής εταιρίας που αποτέλεσε το δόλιο υποκατάστατο της", που ήταν, κατά την άποψή της, ουσιώδες και θεμελίωνε την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, καθόσον ο, ως άνω, ισχυρισμός συμπληρούμενος και με το παραληφθέν απόσπασμα είναι μη νόμιμος, αφού η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, μετά τη διακοπή της συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα, δεν καθιστά αυτή και μόνο καταχρηστική την απαίτησή της για διαφυγόντα κέρδη. Παρέχει όμως, το δικαίωμα στον οφειλέτη, κατ' ένσταση (άρθρο 300 ΑΚ), να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι εξ αιτίας της δραστηριότητάς αυτής, δεν δικαιούται αποζημίωσης ή ότι δικαιούται αυτή μειωμένη, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε η αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ως αόριστος. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικο, η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-10-2010 αίτηση και τους, με το από 10-10-2011 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 3367/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ