Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1806 / 2023    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1806/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δευκαλίωνα Ρεδιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2021 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/6/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15-6-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, 48/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την από 14-9-2021 έφεση του καθ'ου η αίτηση ήδη αναιρεσείοντος κατά της 234/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 8-1-2021 δήλωση της αντιδίκου του αναιρεσίβλητης για περιορισμό ευθύνης της, από τις σε βάρος της ναυτικές απαιτήσεις του ιδίου και τρίτων, με τη σύσταση κεφαλαίου, κατά τις διατάξεις του ν. 1923/1991, κυρωτικού της Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου του 1976 και του άρθ. 91 του ΚΙΝΔ. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.1- 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα).
Με το ν.1923/1991 κυρώθηκε και από την Ελλάδα η από 19.11.1976 Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου "για τον περιορισμό της ευθύνης για ναυτικές απαιτήσεις", η οποία αποτελεί από την 1.11.1991 αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Με τη Σύμβαση αυτή εισήχθη σύστημα περιορισμού της ευθύνης του πλοιοκτήτη εφοπλιστή, διαχειριστή, ναυλωτή θαλασσοπλοούντος πλοίου σε ορισμένο ποσό, το οποίο (σύστημα) διαφέρει εκείνου των άρθρων 84 επ. του ΚΙΝΔ. Από τις διατάξεις του άρθρου 15 της προαναφερόμενης Σύμβασης συνάγεται ότι αυτή εφαρμόζεται ευθέως όχι μόνο σε διεθνείς, αλλά και σε εσωτερικές έννομες σχέσεις, για τις οποίες η Ελλάδα δεν έκανε χρήση, ούτε κατά την κύρωση της Σύμβασης αυτής ούτε μεταγενέστερα, της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας προς εξαίρεση τους, ενώ η διάταξη του άρθρου 77 παρ.6α του ν. 1892/1990 που ορίζει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και η έκταση περιορισμού της ευθύνης ή της οφειλής του πλοιοκτήτη ρυθμίζονται από το δίκαιο της Πολιτείας, την σημαία της οποίας φέρει το πλοίο, θεωρείται σιωπηρώς καταργηθείσα (Α.Π.2263/2013). Ο περιορισμός της ευθύνης, ενόψει του ότι από το πεδίο εφαρμογής της άνω Σύμβασης, δεν αποκλείονται τα χρησιμοποιούμενα για κρατικούς σκοπούς πλοία, ισχύει και απέναντι στο Δημόσιο, όταν αυτό είναι φορέας ναυτικής απαίτησης υποκείμενης σε περιορισμό, αφού ο δικαιολογητικός λόγος περιορισμού της ευθύνης υφίσταται για την απαίτηση ανεξαρτήτως φορέα αυτής. Εξάλλου, εφόσον η Σύμβαση εισάγει απλώς περιορισμό της ευθύνης υπέρ ορισμένων προσώπων και απαιτήσεων και δεν ρυθμίζει το νόμιμο λόγο ευθύνης των προσώπων και τις προϋποθέσεις γένεσης των αντίστοιχων απαιτήσεων, για τον καθορισμό των προϋποθέσεων της ευθύνης των προσώπων, που έχουν δικαίωμα να περιορίσουν την ευθύνη τους, βρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις του ΚΙΝΔ. Ειδικότερα, για τον προσδιορισμό του νόμιμου λόγου ευθύνης του πλοιοκτήτη λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 84 ΚΙΝΔ, για την ευθύνη του εφοπλιστή η έννομη σχέση που αποτελεί το γενεσιουργό λόγο του εφοπλισμού και για την ευθύνη του κυρίου του πλοίου η διάταξη του άρθρ 106 παρ.2 ΚΙΝΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 4 και 5, 2 παρ. 1 εδ. α' και ε', 6, 7 και 11 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης, στην έννοια του οποίου εντάσσονται ο εφοπλιστής, ο κύριος, ο ναυλωτής και ο διαχειριστής θαλασσοπλοούντος πλοίου, καθώς και τα πρόσωπα, για τις πράξεις ή παραλείψεις των οποίων είναι υπεύθυνος ο πλοιοκτήτης, μπορούν να περιορίσουν την ευθύνη τους, μεταξύ άλλων, και για απαιτήσεις που γεννήθηκαν από σύγκρουση του πλοίου τους με άλλο πλοίο και συνδέονται αιτιωδώς με απώλεια ζωής ή σωματικές βλάβες και με απώλεια ή ζημιές του τελευταίου πλοίου και του φορτίου του, καθώς και με την ανέλκυση, μετακίνηση, καταστροφή ή εξουδετέρωση επιβλαβών συνεπειών του βυθισθέντος, ναυαγήσαντος κλπ. πλοίου και ότι για τον περιορισμό αυτό μπορούν τα προαναφερόμενα πρόσωπα να συστήσουν κεφάλαιο στο δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος, στο οποίο εισάγονται δικαστικές διαδικασίες αναφορικά με τις απαιτήσεις που υπόκεινται σε περιορισμό, ότι το κεφάλαιο αυτό θα πρέπει να καλύπτει το σύνολο των προσδιοριζόμενων από τα άρθρα 6 και 7 ποσών με τους αναλογούντες τόκους και μπορεί να συσταθεί είτε με κατάθεση του ποσού είτε με παροχή εγγύησης αποδεκτής από τη νομοθεσία του κράτους-μέλους, στο οποίο συνιστάται το κεφάλαιο, η οποία θεωρείται επαρκής από το Δικαστήριο ή την άλλη αρμόδια αρχή (Α.Π.2263/2013). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6, 7, 8 και 11 της εν λόγω Σύμβασης συνάγεται ότι το ακριβές ύψος του κεφαλαίου, το οποίο προτίθεται να συστήσει ο πλοιοκτήτης, που θέλει να ασκήσει το παρεχόμενο από τη Σύμβαση αυτή δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης του για απαιτήσεις δεκτικές περιορισμού, είναι δεδομένο από την ιδία τη Σύμβαση, στην οποία περιέχονται με λεπτομέρεια όλα τα στοιχεία αντικειμενικού προσδιορισμού του, από τα οποία και προκύπτει αυτό, ως αποτέλεσμα μαθηματικών υπολογισμών. Έτσι, δεν χρειάζεται παρέμβαση του Δικαστηρίου για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό του ύψους του εν λόγω κεφαλαίου και γι' αυτό δεν αφήνονται από τη Σύμβαση περιθώρια για τέτοια παρέμβαση. Παρέμβαση του Δικαστηρίου επιφυλάσσεται στην προβλεπομένη διαζευκτικά από την παραγρ. 2 του άρθρου 11 της Σύμβασης περίπτωση της σύστασης του κεφαλαίου περιορισμού με την παροχή εγγύησης, αφού για να συσταθεί με τον τρόπο αυτό το κεφάλαιο είναι αναγκαίο να εμφιλοχωρήσει δικαστική κρίση αναφορικά με το είδος της εγγύησης και την επάρκεια της να εξασφαλίσει τις κρίσιμες απαιτήσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας του κράτους-μέλους, στο οποίο πρόκειται να συσταθεί το κεφάλαιο. Ενόψει δε του άρθρου 14 της Σύμβασης, το οποίο παραπέμπει στη νομοθεσία του κράτους-μέλους, στο οποίο συνιστάται το κεφάλαιο, στην Ελλάδα το ζήτημα της εγγύησης που θα παρασχεθεί για τη σύσταση του κεφαλαίου θα κριθεί από το κατά τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο με βάση τα άρθρα 705, 162, 164 και 165 ΚΠολΔ και κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ (αρθρ. 91 ΚΙΝΔ). Η εκδιδομένη απόφαση, εφόσον με αυτή τέμνεται οριστικά η υπόθεση, μπορεί να προσβληθεί με έφεση, η οποία εκδικάζεται επίσης κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 της Σύμβασης, οι κανόνες σχετικά με τη σύσταση και διανομή του κεφαλαίου περιορισμού ευθύνης και όλοι οι κανόνες διαδικασίας που συνδέονται με αυτούς θα διέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο έχει συσταθεί το κεφάλαιο (lex fori). Στο ελληνικό δίκαιο δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές δικονομικές διατάξεις για την σύσταση και διανομή του κεφαλαίου της Σύμβασης. Τέτοιες ειδικές διατάξεις έχουν νομοθετηθεί με το Π.Δ. 666/1982 (όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 494/1989) σε εκτέλεση της Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών του 1969 "Περί αστικής ευθύνης συνέπεια ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου", που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 314/1976 (που αφορά μόνο θέματα αποζημίωσης από θαλάσσια ρύπανση και όχι κάθε αποζημίωση στο πεδίο των ναυτικών διαφορών), δεν προβλέπεται όμως σχετική ειδική ρύθμιση για την Σύμβαση του Λονδίνου. Το κενό αυτό είναι συνεπέστερο από συστηματική άποψη να πληρωθεί με την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 90-104 ΚΙΝΔ και τούτο διότι οι διατάξεις της Σύμβασης αυτής συμπληρώνουν ή τροποποιούν το σύστημα ευθύνης του ΚΙΝΔ, ο οποίος ισχύει πλήρως κατά τα λοιπά, εφόσον δηλαδή δεν έρχεται σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις της Σύμβασης (Α.Π.2263/2013). Έτσι, εφαρμοστέες σχετικά με τη σύσταση του κεφαλαίου περιορισμού ευθύνης, τυγχάνουν οι δικονομικές διατάξεις των άρθρων 90-104 Κ.Ι.Ν.Δ, οι οποίες ορίζουν (στο άρθρο 91) ως μόνο συνοδευτικό έγγραφο στη δήλωση περιορισμού ευθύνης, το αποδεικτικό δημόσιας κατάθεσης του χρηματικού ποσού στο οποίο περιορίζεται η ευθύνη. Η διαδικασία για τον περιορισμό της ευθύνης αρχίζει με μονομερή δήλωση του κυρίου του πλοίου στο γραμματέα του Πρωτοδικείου και συνεχίζεται με την εκκαθάριση κατά τη διαδικασία των άρθρων 92 του ΚΙΝΔ, όργανα δε της εκκαθάρισης είναι ο εισηγητής δικαστής και ο εκκαθαριστής. Το κεφάλαιο που συνιστάται ως άνω αποτελεί χωριστή περιουσία σκοπού, η οποία διατίθεται μόνο για την ικανοποίηση απαιτήσεων, για τις οποίες μπορεί να γίνει περιορισμός της ευθύνης, εφόσον αυτές προέκυψαν από το ίδιο περιστατικό.
Συνεπώς, για τη σύσταση κεφαλαίου περιορισμού της ευθύνης στην Ελλάδα απαιτείται σχετική δήλωση του υπόχρεου ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα Πρωτοδικών, στην οποία προσαρτώνται τα αποδεικτικά δημόσιας κατάθεσης του προβλεπόμενου ποσού ή της εγγύησης που ορίστηκε από το αρμόδιο δικαστήριο, από το χρονικό δε αυτό σημείο επέρχονται τα αποτελέσματα της σύστασης του κεφαλαίου, ιδιαιτέρως δε η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη (Α.Π.2263/2013). Εξάλλου, στο άρθρο 4 της ίδιας Σύμβασης ορίζεται ότι "Πρόσωπο που υπέχει ευθύνη δεν δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του εάν αποδειχθεί ότι η απώλεια προήλθε από προσωπική του πράξη ή παράλειψη που έγινε με πρόθεση να προκληθεί αυτή η απώλεια ή απέδειξε αδιαφορία και με γνώση ότι μία τέτοια απώλεια θα επακολουθήσει πιθανά". Με τη διάταξη αυτή εισάγεται μορφή υπαιτιότητας σε βαθμό δόλου και βαρειάς (ενσυνείδητης) αμέλειας, την οποία αποδεικνύει αυτός που την επικαλείται, δηλαδή ο δανειστής του οποίου η απαίτηση καλύπτεται από τον περιορισμό της ευθύνης του υποχρέου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η απώλεια του δικαιώματος περιορισμού της ευθύνης προϋποθέτει δόλο (ευθύ ή ενδεχόμενο) ή ενσυνείδητη αμέλεια προσωπικά του ίδιου του δικαιούχου του περιορισμού της ευθύνης, δηλαδή του οφειλέτη, και αν είναι νομικό πρόσωπο των οργάνων που το εκπροσωπούν κατ' άρθρο 71 ΑΚ, ενόψει του ότι ο διαλαμβανόμενος στην παραπάνω διάταξη όρος "αδιαφορία" δεν έχει την έννοια της αποδοχής της πιθανής επελεύσεως της ζημίας, ώστε σε συνδυασμό με τον όρο "γνώση" η προϋπόθεση του άρθρου 4 να υπαχθεί στον ενδεχόμενο δόλο αλλά αναφέρεται σε συμπεριφορά του υπευθύνου προσώπου που υπάγεται στην ευσυνείδητη αμέλεια, η οποία συντρέχει όταν αυτό (υπεύθυνο πρόσωπο) έχει επίγνωση της πιθανής επελεύσεως της ζημίας για την οποία ζητείται ο κατ' άρθρο 2 της παραπάνω Διεθνούς Συμβάσεως περιορισμός, και παρολαυτά ενεργεί εξ αφροντισίας (Α.Π.1470/2017, Α.Π. 1519/1987) χωρίς όμως να την αποδέχεται, αφού τότε θα επρόκειτο για ενδεχόμενο δόλο. Τέλος, ο Κανονισμός Ι/14 του Παραρτήματος της άνω Διεθνούς Σύμβασης (STCW 1978) ορίζει ότι: "Ευθύνες εταιριών- 1. Κάθε Αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του τμήματος Α-Ι/14 θα θεωρεί τις εταιρείες υπεύθυνες για την ανάθεση εργασίας σε ναυτικούς στα πλοία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης και θα απαιτεί όπως κάθε εταιρία εξασφαλίζει ότι: 1. κάθε ναυτικός που του ανατίθεται εργασία σε οποιοδήποτε πλοίο της διαθέτει κατάλληλο πιστοποιητικό σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης και όπως έχει ορισθεί από την Αρχή, 2. τα πλοία της επανδρώνονται σύμφωνα με τις ισχύουσες απαιτήσεις ασφαλούς επάνδρωσης της Αρχής, 3. οι ναυτικοί που τους ανατίθεται εργασία σε οποιοδήποτε πλοίο να έχουν λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση ανανέωσης και εκσυγχρονισμού γνώσεων, όπως απαιτείται από τη Σύμβαση, 4. θα τηρούνται έγγραφα και στοιχεία σχετικά με όλους τους ναυτικούς που απασχολούνται στα πλοία της, θα είναι άμεσα διαθέσιμα και θα περιλαμβάνουν χωρίς να περιορίζονται σε στοιχεία και τεκμηρίωση της εμπειρίας τους, εκπαίδευσης, υγειονομικής καταλληλότητας και ικανότητας στα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί, 5. οι ναυτικοί που κατά την ανάληψη εργασίας σε οποιοδήποτε από τα πλοία της είναι εξοικειωμένοι με τα συγκεκριμένα καθήκοντά τους και με όλες τις διατάξεις, εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, διαδικασίες και χαρακτηριστικά του πλοίου που είναι σχετικά με τα συνήθη καθήκοντά τους και τα καθήκοντά τους σε κατάσταση ανάγκης, 6. το πλήρωμα του πλοίου είναι σε θέση να συντονίσει αποτελεσματικά τις δραστηριότητές του σε κατάσταση ανάγκης και να εκτελέσει καθήκοντα ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια και την αποφυγή ή τον περιορισμό της ρύπανσης και 7. όταν τα πλοία ταξιδεύουν πρέπει να υπάρχει σε κάθε περίπτωση επαρκής προφορική επικοινωνία σύμφωνα με το κεφάλαιο V, κανονισμό 14, παράγραφοι 3 και 4 της Διεθνούς Σύμβασης για την Ασφάλεια της Ζωής στη Θάλασσα, 1974 (SOLAS), όπως τροποποιήθηκε". Επίσης, στις διατάξεις του άρθρου 2 αρ. 1 και 3, του άρθρου 3 παρ. 1, του άρθρου 5 και του άρθρου 14 του Κανονισμού 336/2006 (ΕΕ L 64 της 4.3.2006-Κώδικας ISM) ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 2 - Ορισμοί: Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως: 1. "Κώδικας ISM": ο διεθνής κώδικας διαχείρισης για την ασφαλή λειτουργία των πλοίων και την πρόληψη της ρύπανσης, ο οποίος εκδόθηκε από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό με το ψήφισμα της Συνέλευσης Α.741(18), στις 4 Νοεμβρίου 1993, όπως τροποποιήθηκε με το ψήφισμα MSC. 104(73) της 5ης Δεκεμβρίου 2000 της Επιτροπής Ναυτικής Ασφάλειας και επισυνάπτεται στον παρόντα κανονισμό (Παράρτημα I), στην ενημερωμένη του έκδοση 2. ... 3. "εταιρεία"·: ο κύριος του πλοίου ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός ή πρόσωπο, όπως ο διαχειριστής ή ο ναυλωτής κενού σκάφους, στον οποίο ο κύριος του πλοίου έχει αναθέσει την ευθύνη λειτουργίας του πλοίου και ο οποίος, αναλαμβάνοντας την εν λόγω ευθύνη, έχει συμφωνήσει να αναλάβει όλα τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον κώδικα ISM. 4.... Άρθρο 3 - Πεδίο εφαρμογής: 1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα εξής είδη πλοίων και στις εταιρείες που τα εκμεταλλεύονται: α) στα εμπορικά και τα επιβατηγό πλοία τα οποία φέρουν τη σημαία κράτους μέλους και τα οποία εκτελούν διεθνή δρομολόγια. β) .... Άρθρο 5 - Απαιτήσεις διαχείρισης της ασφάλειας: Τα πλοία που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 παράγραφος 1, και οι εταιρείες που τα εκμεταλλεύονται, τηρούν τις απαιτήσεις του μέρους Α του κώδικα ISM ... Άρθρο 14 - Έναρξη ισχύος: Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσον αφορά τα εμπορικά και επιβατηγό πλοία, για τα οποία δεν απαιτείται ήδη συμμόρφωση προς τον κώδικα ISM, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από τις 24 Μαρτίου 2008. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος". Περαιτέρω, στις προαναφερόμενες διατάξεις του Μέρους Α' του Παραρτήματος I του Κανονισμού 336/2006 προβλέπονται τα εξής: "Διεθνής Κώδικας Διαχείρισης της Ασφάλειας (ΚΩΔΙΚΑΣ ISM) Μέρος Α - Εφαρμογή: 1. Γενικά 1.1. Ορισμοί: Για τα μέρη Α και Β του παρόντος κώδικα εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί: 1.1.1. Ως "διεθνής κώδικας διαχείρισης της ασφάλειας (ISM)" νοείται ο διεθνής κώδικας διαχείρισης για την ασφαλή λειτουργία των πλοίων και την πρόληψη της ρύπανσης, όπως εγκρίθηκε από τη Συνέλευση και όπως ενδέχεται να τροποποιηθεί από τον Οργανισμό. 1.1.2. Ως "εταιρεία" νοείται ο κύριος του πλοίου ή οιοσδήποτε άλλος οργανισμός ή πρόσωπο, όπως ο διαχειριστής ή ο ναυλωτής κενού σκάφους στον οποίο ο κύριος του πλοίου έχει αναθέσει την ευθύνη λειτουργίας του πλοίου και ο οποίος, αναλαμβάνοντας την εν λόγω ευθύνη, έχει συμφωνήσει να αναλάβει όλα τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον κώδικα. ... 1.1.7. Ως "αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία" νοούνται οι ποσοτικές ή ποιοτικές πληροφορίες, τα πρακτικά ή οι εκθέσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια ή την ύπαρξη και εφαρμογή ενός στοιχείου του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, το οποίο βασίζεται σε παρατήρηση, μέτρηση ή δοκιμή και μπορεί να επαληθευθεί. ... 1.1.10. Ως "κύρια μη συμμόρφωση" νοείται μια προσδιορίσιμη απόκλιση η οποία αποτελεί σοβαρή απειλή για την ασφάλεια του προσωπικού ή του πλοίου ή σοβαρό κίνδυνο για το περιβάλλον και απαιτεί άμεση επανόρθωση· επιπλέον, το γεγονός ότι δεν υπάρχει αποτελεσματική και συστηματική εφαρμογή μιας απαίτησης του κώδικα ISM θεωρείται επίσης κύρια μη συμμόρφωση. ...6. Πόροι και προσωπικό: 6.1 Η εταιρεία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο πλοίαρχος: 6.1.1. διαθέτει κατάλληλα προσόντα για άσκηση διοίκησης. 6.1.2. έχει πλήρη γνώση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας της εταιρείας (SMS) και 6.1.3. έχει την απαραίτητη υποστήριξη ούτως ώστε να μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντα πλοιάρχου με ασφάλεια. 6.2. Η εταιρεία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι κάθε πλοίο είναι επανδρωμένο με ναυτικούς που έχουν τα κατάλληλα προσόντα, τα απαραίτητα πιστοποιητικά και είναι υγιείς, σύμφωνα με τις διεθνείς και εθνικές απαιτήσεις". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Α.Π.141/2021, ΑΠ 259/2019, Α.Π.1470/2017, Α.Π.319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π.1976/2014, Α.Π. 1420/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, Ολ.Α.Π. 1/ 1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020).
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ερευνώντας την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: " Στις 27-10-2020 και περί ώρα 07:30', το υπό σημαία Πορτογαλίας φορτηγό πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (C/V) "...", αριθμού νηολογίου ..., ολικής χωρητικότητας 50.736 κόρων, καθαρής χωρητικότητας 28.350 κόρων, ..., πλοιοκτησίας της εκκαλούσας...., το οποίο τελούσε υπό την πλοιαρχία του πλοιάρχου M. P. του S., ενώ έπλεε στη θαλάσσια περιοχή νότια της νήσου Ψυτάλλειας .... εντός των διοικητικών ορίων του λιμένα Πειραιά, ............με βάση τις γεωγραφικές συντεταγμένες και το συνταχθέντα, βάσει του άνω Π.Δ, υπ' αριθ. ΒΧ03 ναυτικό χάρτη της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, .... συγκρούστηκε με το υπό ελληνική σημαία ναρκοθηρευτικό πλοίο "Κ." του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, ο βολβός της πλώρης του άνω φορτηγού πλοίου συγκρούστηκε με το αριστερό πρυμναίο τμήμα του ναρκοθηρευτικού, με αποτέλεσμα να αποκοπεί το πρυμναίο τμήμα του τελευταίου έως το σημείο της υπερκατασκευής, να λάβει αυτό κλίση (αρχικά στις 90 μοίρες, μέχρι που σταθεροποιήθηκε στις 45 μοίρες), να τραυματιστούν ελαφρά δυο από τα μέλη του πληρώματος του που έπεσαν στη θάλασσα και να προκληθεί περιορισμένης έκτασης θαλάσσια ρύπανση, ενώ το άνω φορτηγό πλοίο (...) υπέστη εκδορές στο βολβό της γάστρας του. Άμεσα δόθηκε εντολή από το Εθνικό Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (ΕΚΣΕΔ) του Αρχηγείου του Λιμενικού Σώματος να παραμείνει το άνω φορτηγό πλοίο στον τόπο της σύγκρουσης, ενώ, μόλις έγινε φανερό ότι η παρουσία του δεν ήταν απαραίτητη για τη διάσωση του ναρκοθηρευτικού και του πληρώματος του και ότι εμπόδιζε τη θαλάσσια κυκλοφορία, του επετράπη από το Κέντρο Ελέγχου Θαλάσσιας Κυκλοφορίας (Piraeus Traffic) του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά να επιστρέφει στον προβλήτα Νο 2 του ΣΕΜΠΟ Νέου Ικονίου Περάματος, όπου και αγκυροβόλησε περί ώρα 12:30. Ακολούθως, απαγορεύτηκε ο απόπλους του από τον Κεντρικό Λιμενάρχη Πειραιά, αρχικά μέχρι να προσκομιστεί πιστοποιητικό διατήρησης κλάσης του, εκδιδόμενο μετά από ζημία από τον παρακολουθούντα αυτό νηογνώμονα και στη συνέχεια και δυνάμει του από 27-10-2020 και με ΗΩΕ ... σήματος του Κεντρικού Λιμενάρχη Πειραιά, μέχρι να προσκομιστεί εγγυητική επιστολή αξιόχρεης τράπεζας ή του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο ήταν ασφαλισμένο, ποσού 100.000,00 ευρώ, προς εξασφάλιση των δαπανών αντιμετώπισης της ρύπανσης από το άνω περιστατικό στις οποίες τυχόν θα υποβάλλονταν το Δημόσιο... Ακολούθως, με την υπ' αριθ. .../11-10-2021 και με αριθ. πρωτ. ...) απόφαση του Κεντρικού Λιμενάρχη Πειραιά, καταλογίστηκαν δαπάνες απορρύπανσης συνολικού ποσού 99.739,70 ευρώ, στις οποίες φέρεται ότι υποβλήθηκε το Δημόσιο για την απορρύπανση της θαλάσσιας περιοχής που εκτείνεται από το σημείο της σύγκρουσης έως το πέρας της ρυμούλκησης του ναρκοθηρευτικού σκάφους στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας, για την καταβολή των οποίων η ανωτέρω πλοιοκτήτριά του "..." φέρεται ως συνυπεύθυνη κατ' άρθρο 12 παρ. 1α του Ν. 747/1977. Προς αποφυγήν αναγκαστικής είσπραξης του ανωτέρω ποσού προβαλλομένων δαπανών η τελευταία κατέβαλε στις 26-10-2021 τη σχετική οφειλή και έτσι στις 27- 10-2021 η ανωτέρω εγγυητική επιστολή αποδόθηκε στον καταθέσαντα αυτήν Δικηγόρο της..... Περαιτέρω, κατά της άνω πλοιοκτήτριας του άνω φορτηγού πλοίου ....το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 30-10-2020 με ΓΑΚ 8493 και ΕΑΚ 1856/30-10-2020 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε να διαταχθεί, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κύριας υπόθεσης, η συντηρητική κατάσχεση του άνω πλοίου μέχρι του ποσού των 120.000.000 ευρώ, καθώς επίσης και να διαταχθεί στο μεταξύ με προσωρινή διαταγή η απαγόρευση απόπλου του άνω πλοίου από το λιμένα του Πειραιά και η απαγόρευση κάθε νομικής και πραγματικής μεταβολής του. Ακολούθησε η έκδοση της από 30-10-2020 προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία απαγορεύθηκε προσωρινά ο απόπλους και η μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης του άνω πλοίου.... Επί της παραπάνω αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης εκδόθηκε η με αριθμό 1738/28-12-2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία..... ως προς την πρώτη των καθ'ών πλοιοκτήτρια διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του άνω φορτηγού πλοίου μέχρι του χρηματικού ποσού των 70.000.000 ευρώ....Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε στη συνέχεια ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 7-1-2021 και με ΓΑΚ 54/2021 και ΑΚ 44/2021 αγωγή του, μεταξύ άλλων, και κατά: της πλοιοκτήτριας του πλοίου (τρίτης εφεσίβλητης), με την οποία (αγωγή) επικαλέστηκε παράνομες και υπαίτιες (από ενδεχόμενο δόλο, άλλως από βαριά αμέλεια) πράξεις του πλοιάρχου (κατά τη διακυβέρνηση του πλοίου), αλλά και της πλοιοκτήτριας, η οποία τον προσέλαβε εν γνώσει της ότι ήταν προδήλως ακατάλληλος για τη θέση αυτή και ότι υπήρχε πιθανότητα να προκληθεί η ένδικη σύγκρουση, επιδεικνύοντας αδιαφορία για την επέλευση του παραπάνω ζημιογόνου γεγονότος, κατά παράβαση του γενικού καθήκοντος του "μη υπαιτίως ζημιούν άλλον", .. για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις του προστηθέντος της πλοιάρχου, με αποτέλεσμα να προκληθεί η ένδικη σύγκρουση και να υποστεί το ίδιο τις αναφερόμενες θετικές και αποθετικές ζημίες από την ολοσχερή καταστροφή του σκάφους του. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι άνω εναγόμενοι να του καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 70.000.000,00 ευρώ ως αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή του σκάφους του και το ποσό των 5.000.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης , επιφυλασσόμενο για την αποκατάσταση τυχόν άλλης ζημίας του που συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα σύγκρουση. Την επομένη της άσκησης της άνω κύριας αγωγής, η οποία δεν έχει ακόμα συζητηθεί, η εκκαλούσα πλοιοκτήτρια του πλοίου "..." κατέθεσε στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά το υπ' αριθ. .../8-1-2020 γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων περί συστάσεως χρηματικής παρακαταθήκης ποσού 33.250.0000,00 ευρώ, για το οποίο συντάχθηκε η με αριθμό .../8-1-2021 πράξη κατάθεσης. Ταυτόχρονα, κατέθεσε και την από 8-1-2021 και με ΓΑΚ 93 και ΕΑΚ 8/8-1-2021 δήλωση περιορισμού ευθύνης με σύσταση κεφαλαίου με δημόσια κατάθεση χρηματικού ποσού, με σωρευμένη αυτοτελή αίτηση ανάκλησης - άρσης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατ' άρθρα 11 και 13 της άνω Σύμβασης, σε συνδυασμό με τα άρθρα 92 και 102 Κ.Ι.Ν.Δ, .....Με την άνω δήλωση- αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθ. 234/2021 απόφαση, η δηλούσα - αιτούσα πλοιοκτήτρια δήλωσε ότι "περιορίζει την τυχόν ευθύνη της για παρούσες και μέλλουσες απαιτήσεις εναντίον της που απορρέουν από το ως άνω περιστατικό, εκτός από αυτές περί απώλειας ζωής ή σωματικής βλάβης, συνιστώντας στον Πειραιά, όπου το άνω πλοίο της κατέπλευσε αμέσως μετά τη σύγκρουση και όπου διετάχθη στη συνέχεια δικαστικώς η άνω επιβληθείσα απαγόρευση απόπλου του και η άνω συντηρητική του κατάσχεση, κεφάλαιο περιορισμού ευθύνης της με την άνω δημόσια κατάθεση υπέρ εκείνων που θα καταταγούν στον πίνακα τελικής διανομής που θα συνταχθεί από το διορισθησόμενο από το Πρωτοδικείο Πειραιά Εισηγητή Δικαστή" και παράλληλα αιτήθηκε να καθοριστεί το κεφάλαιο περιορισμού ευθύνης της στο ποσό των 33.081.539,85 ευρώ, άλλως στο ποσό των 33.221.039,49 ευρώ. Στο άνω γραμμάτιο σύστασης χρηματικής παρακαταθήκης αναφέρεται ρητά ότι "η απόδοση θα γίνει α) σε περίπτωση αποδοχής από το Δικαστήριο της δήλωσης περιορισμού της ευθύνης της καταθέτριας με τη διαδικασία και τις διατάξεις της ανωτέρω σύμβασης και του Κ.Ι.Ν.Δ, δηλαδή με προσκόμιση στο Τ.Π.Δ. του συνταχθησομένου από τον διορισθησόμενο από το Πρωτοδικείο Πειραιά Εισηγητή Δικαστή πίνακα τελικής διανομής και εντολή του διορισθησόμενου Εκκαθαριστή ή β) στην καταθέτρια σε περίπτωση απόρριψης της δήλωσης του περιορισμού ευθύνης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία θα κρίνεται μη νόμιμος και μη ισχυρός ο περιορισμός του κεφαλαίου ευθύνης και η οποία θα διαβιβαστεί υπηρεσιακά από το Δικαστήριο μαζί με το παρόν". Συνακόλουθα των ανωτέρω, η ευθύνη της περιορίζεται νόμιμα, κατ' άρθρο 6 παρ.1β' σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης LLMC 1976/1996, στο ποσό των 27.815.408,00 Ειδικών Τραβηχτικών Δικαιωμάτων - Ε.Τ.Δ. που αναλύεται ως εξής: 1.510.000 Ε.Τ.Δ. για τους πρώτους 2.000 κόρους της χωρητικότητας του πλοίου, πλέον 16.912.000 Ε.Τ.Δ. για κάθε κόρο για το τμήμα από 2.001 - 30.000 κόρους (28.000 κόρους X 604), πλέον 9.393.408 Ε.Τ.Δ. για κάθε κόρο για το τμήμα από 30.001 - 50.736 κόρους (20.736 κόροι X 453). ........ Η άνω δημόσια κατάθεση με σύσταση χρηματικής παρακαταθήκης καλύπτει το προαναφερόμενο και δεδομένο από τη Σύμβαση ποσό του κεφαλαίου περιορισμού ευθύνης της δηλούσας προς εξασφάλιση κάθε δανειστή που μπορεί να προβάλλει απαίτηση για το ένδικο ναυτικό ατύχημα στο κράτος- μέλος (Ελλάδα) όπου προκλήθηκαν δικαστικές ενέργειες αναφορικά με τις άνω απαιτήσεις που υπόκεινται σε περιορισμό. Επομένως, η δηλούσα, ως δικαιούμενο πρόσωπο και δη ως πλοιοκτήτρια του φερομένου ως ζημιογόνου φορτηγού πλοίου (άρθρο 1 παρ. 1, 2, 5 Σύμβασης), συνέστησε σύννομα, χωρίς να χρειάζεται προς τούτο παρέμβαση του Δικαστηρίου, κεφάλαιο περιορισμού της ευθύνης της κατ' άρθρο 11 της Σύμβασης, για απαιτήσεις περιοριστές κατ' άρθρο 2 αυτής και για το προβλεπόμενο από το άρθρο 6 αυτής ποσό. Στις απαιτήσεις αυτές συγκαταλέγεται και η άνω προβαλλόμενη από το καθ' ου η δήλωση, ως υπαγόμενη στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 περ.α' της Σύμβασης που αφορά ζημία σε πράγματα που συνέβη πάνω στο πλοίο ή σε άμεση σχέση με την εκμετάλλευσή του με την τεχνική έννοια του όρου. ....Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του, το καθ'ου η δήλωση παραπονείται ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η εκκαλουμένη απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ότι η δηλούσα στερείται του δικαιώματος περιορισμού ευθύνης της σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης, κατά το οποίο το ευθυνόμενο πρόσωπο δεν δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του αν αποδειχθεί ότι η απώλεια προήλθε από πράξη ή παράλειψη που έγινε με πρόθεση "και επέδειξε αδιαφορία με γνώση ότι μια τέτοια απώλεια θα επακολουθήσει πιθανά", επειδή τόσο ο προστηθείς απ' αυτήν πλοίαρχος του πλοίου της, όσο και τα όργανα που την εκπροσωπούν, επέδειξαν υπαίτια συμπεριφορά, ο μεν πλοίαρχος λόγω πολλαπλών παραβιάσεων του Διεθνούς Κανονισμού για την Αποφυγή Συγκρούσεων στη Θάλασσα (ν.δ. 93/1974), τα δε όργανα που την εκπροσωπούν με την πρόσληψη ενός προδήλως ακατάλληλου πλοιάρχου, έχοντας επίγνωση μετά ταύτα του κινδύνου πρόκλησης ναυτικού ατυχήματος και της παραβίασης του Δ.Κ.Α.Σ [όπως προκύπτει και από την υπ' αριθ. .../2021 απόφαση του Κεντρικού Λιμενάρχη Πειραιά, με την οποία επιβλήθηκε χρηματικό πρόστιμο 15.000,00 ευρώ στον άνω πλοίαρχο για μη ορθή εκτέλεση/παρακολούθηση του εγκεκριμένου σχεδίου ταξιδιού της 27-10-2020, μη ικανοποιητική εφαρμογή του Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης και μη ενδεδειγμένη /ικανοποιητική τήρηση φυλακής γέφυρας και ορίστηκαν συνυπόχρεοι οι 1η, 3η και 4η των εφεσίβλητων, ως πλοιοκτήτρια, διαχειρίστρια και ναυτικό πρακτορείο αντίστοιχα, η οποία (απόφαση) ακυρώθηκε μεν για τυπικούς λόγους με την υπ' αριθ. .../2021 απόφαση της Δ/νσης Ασφάλειας Ναυσιπλοΐας, πλην όμως στη συνέχεια εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. .../2021 και .../2021 αποφάσεις του Κεντρικού Λιμενάρχη Πειραιά, με τις οποίες επιβλήθηκαν αντίστοιχα στον άνω πλοίαρχο νέα πρόστιμα 7.000,00 και 8.000,00 ευρώ για τις ίδιες αιτίες και ορίστηκαν συνυπόχρεοι οι 1η, 3η, και 4η των εφεσίβλητων, υπό τις άνω ιδιότητές τους. Ο άνω λόγος έφεσης .... είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, ενόψει του ότι η δηλούσα είναι νομικό πρόσωπο, κατά τα επίσης αναφερόμενα στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, καταλογίζονται σ' αυτήν μόνον οι πράξεις και παραλείψεις των οργάνων που την εκπροσωπούν κατ' άρθρο 71 Α.Κ. και εν προκειμένω δεν πιθανολογείται ότι η ζημία του καθ' ου ήταν αποτέλεσμα πράξης ή παράλειψης νομίμων εκπροσώπων της, στην οποία αυτοί προέβησαν με σκοπό να προκληθεί η συγκεκριμένη ζημία για την οποία ζητείται η πλήρης αποζημίωση ή με επίγνωση της πιθανότητας να πρόκλησης της ζημίας αυτής και επιπλέον ότι αυτοί αδιαφόρησαν ως προς την πιθανή επέλευσή της αντί να την αποτρέψουν. Ειδικότερα, το καθ' ου δεν εισέφερε ισχυρισμούς και στοιχεία ικανά να προσδώσουν στους νομίμους εκπροσώπους της δηλούσας (πέραν της πιθανολογούμενης υπαιτιότητας του πλοιάρχου για την ένδικη σύγκρουση λόγω πταίσματος που αφορά τη διακυβέρνηση του πλοίου του), συμπεριφορά που να αποκλίνει σοβαρά από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου που ανήκει στον ίδιο επαγγελματικό ή επιχειρηματικό κύκλο, δείχνει μια περιφρόνηση προς τα αγαθά των άλλων, τα οποία τίθενται σε κίνδυνο εξαιτίας του, αλλά και γνώση αυτών (πρόβλεψη) της πιθανής επέλευσης της σύγκρουσης. Αντίθετα, η δηλούσα εισέφερε στοιχεία από τα οποία πιθανολογείται ότι κατά την στελέχωση του πλοίου της έλαβε την απαραίτητη μέριμνα, δια των αρμοδίων οργάνων της, προκειμένου ο πλοίαρχος, η υποπλοίαρχος και ο ναύτης- πηδαλιούχος αυτού να κατέχουν τις απαραίτητες πιστοποιήσεις εκπαίδευσης και γνώσης ασφάλειας του πλοίου και να είναι αυτό αξιόπλοο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα απ' αυτή, σε ακριβή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, πιστοποιητικά και συγκεκριμένα το με αριθ. ... Πιστοποιητικό Κλάσης και Νηογνώμονος, το από 6-7-2020 με αριθ.... Πιστοποιητικό Πλοιάρχου για πλοία άνω των 3.000 κόρων, το με αριθ. ... Πιστοποιητικό Ικανότητας Αξιωματικού Ασφαλείας Πλοίου, το με αριθ. ... Πιστοποιητικό Εκπαίδευσης στη Γνώση Ασφάλειας Πλοίου, τις με αριθ. ... και ... θεωρήσεις (ειδικότητας πλοιάρχου και χειριστή ραδιοεπικοινωνιών GMDSS) και το από ... και με αριθ. ... πιστοποιητικό εκπαίδευσης στην επιχειρησιακή χρήση του ηλεκτρονικού συστήματος απεικόνισης χαρτών και συστημάτων πληροφοριών (ECDIS) αναφορικά με τον Πλοίαρχο Mariusz Pleskacz, το με αριθ.... Πιστοποιητικό Πλοιάρχου για πλοία άνω των 3.000 κόρων, το με αριθμό ... Πιστοποιητικό Ικανότητας Αξιωματικού Ασφαλείας Πλοίου, το με αριθ. ... Πιστοποιητικό Εκπαίδευσης στη Γνώση Ασφάλειας Πλοίου, τις με αριθ. ... και ... θεωρήσεις (ειδικότητας πλοιάρχου και χειριστή ραδιοεπικοινωνιών GMDSS) και το από 5-2- 2015 και με αριθ.... πιστοποιητικό εκπαίδευσης στην επιχειρησιακή χρήση του ηλεκτρονικού συστήματος απεικόνισης χαρτών και συστημάτων πληροφοριών (ECDIS) αναφορικά με την υποπλοίαρχο J. K. και το από 9-9-2016 και με αριθ. ... πιστοποιητικό ικανότητας αναφορικά με το ναύτη- πηδαλιούχο R. P. P.. Σε διαφορετική άποψη δεν οδηγείται το Δικαστήριο από την έκδοση μετά το ατύχημα σε βάρος του άνω πλοιάρχου από τον Κεντρικό Λιμενάρχη Πειραιά των επικαλούμενων από το καθ' ου άνω αποφάσεων επιβολής χρηματικών προστίμων για τις ανωτέρω αναγραφόμενες μη συμμορφώσεις με τις επιταγές του Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης (ISM Code), αφού και αληθείς υποτιθέμενες οι αναφερόμενες στις άνω αποφάσεις υπαίτιες παραβάσεις του πλοιάρχου, δεν στοιχειοθετούν κατ' άρθρο 4 της Σύμβασης προσωπικό πταίσμα της δηλούσας, δυνάμενο να τη στερήσει από το δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης της, ενώ η, κατ' άρθρο 45 Κ.Δ.Ν.Δ, εις ολόκληρον υπεγγυότητά της και των λοιπών συνυπόχρεων (3η και 4ης των εφεσίβλητων στη Β έφεση) με τις άνω αποφάσεις για την καταβολή των άνω προστίμων, δεν καθιστά αυτήν αυτουργό των αναγραφόμενων παραβάσεων. Σε κάθε περίπτωση, οι άνω αποφάσεις (κατά των οποίων, σημειωτέον, εκκρεμεί η από 10-9-2021 και με αριθ. ... και .../13-9-2021 προσφυγή του πλοιάρχου και η από 10-9-2021 και με αριθ. ... και .../13-9-2021 προσφυγή της δηλούσας και των λοιπών άνω συνυπόχρεων ενώπιον του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής) δεν αποδεικνύουν ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος υπήρχε επίγνωση ακαταλληλότητας του πλοιάρχου από τη δηλούσα, στην οποία άλλωστε ουδεμία παράβαση αποδόθηκε και ουδέν πρόστιμο επιβλήθηκε από τον άνω Λιμενάρχη. Μετά ταύτα δεν πιθανολογείται ότι η δηλούσα, δια των νομίμων εκπροσώπων της, κατέτεινε με πρόθεση στην πρόκληση της σύγκρουσης, δηλαδή ότι επιδίωξε την πρόκληση αυτής ή ότι επέδειξε αδιαφορία και είχε επίγνωση της πιθανής επέλευσής της και της ζημίας του καθ' ου και συνεπώς ότι συντρέχουν οι υπό του νόμου τασσόμενες προϋποθέσεις για την άρση του ευεργετήματος του περιορισμού ευθύνης, του οποίου αυτή έκανε χρήση με τη σύσταση χρηματικού κεφαλαίου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα....... Στη συνέχεια το καθ' ου η δήλωση, επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, τον πρωτοδίκως απορριφθέντα ως μη νόμιμο ισχυρισμό του ότι το άνω κεφάλαιο περιορισμού ευθύνης δεν συστάθηκε νόμιμα, επειδή δεν επισυνάφθηκε στη δήλωση περιορισμού ευθύνης επικυρωμένο αντίγραφο του πρωτοκόλλου καταμέτρησης του πλοίου, όπως επιτάσσει το άρθρο 4 παρ. 1 α' του π.δ. 666 Π.Δ. 666 της 16/26-11-1982 "Ίδρυση διαχείριση και κατανομή του κεφαλαίου περιορισμού της αστικής ευθύνης του πλοιοκτήτη για ζημιές ρύπανσης από πετρέλαιο", το οποίο έπρεπε να εφαρμοστεί αναλογικά ως προς τα επισυναπτέα στη δήλωση περιορισμού έγγραφα, κατά παραπομπή του άρθρου 14 της άνω Σύμβασης, δεδομένου ότι οι βασικοί άξονες των δυο διαδικασιών δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, παράλειψη που του προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη ακυρότητας (άρθρο 159 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα όμως με τα αναλυτικά εκτιθέμενα στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, για τη σύσταση και τη διανομή του κεφαλαίου περιορισμού και τη σχετική διαδικασία που προβλέπει η άνω Σύμβαση, εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους - μέλους στο οποίο συνιστάται το κεφάλαιο (lex fori), ενόψει δε του ότι στο ελληνικό δίκαιο δεν έχουν θεσπιστεί ειδικές δικονομικές διατάξεις για τη σύσταση και διανομή του κεφαλαίου, το σχετικό κενό πληρούται, κατά την απολύτως κρατούσα στη νομολογία και την ευρέως υποστηριζόμενη στη θεωρία άποψη, όχι με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του π.δ.. 666/1982 που ισχύουν για τη ρύπανση από πετρέλαιο και προβλέπουν αντίστοιχη μέθοδο περιορισμού, έχοντας ως προϋπόθεση για το νομότυπο της σύστασης του κεφαλαίου περιορισμού, την επισύναψη και εγγράφου αποδεικτικού της χωρητικότητας του πλοίου, αλλά με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 90-104 Κ.Ι.Ν.Δ, οι οποίες δεν απαιτούν την επισύναψη τέτοιου πρωτοκόλλου στη δήλωση περιορισμού και προβλέπουν ως μόνο συνοδευτικό της έγγραφο το αποδεικτικό δημόσιας κατάθεσης του ποσού στο οποίο περιορίζεται η ευθύνη.
Συνεπώς, η μη επισύναψη στην άνω δήλωση επικυρωμένου αντιγράφου πρωτοκόλλου καταμέτρησης του άνω πλοίου δεν επηρεάζει τη νομιμότητά της... απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου της έφεσης του τελευταίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα..". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος - καθ'ού η δήλωση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε, την, κατά τα άρθρα 1, 2, 6, 11 και 13 της από 19-11-1976 Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου (ν.1923/1991) και υποβληθείσα κατά το άρθρο 91 του ΚΙΝΔ, δήλωση της αναιρεσίβλητης περί περιορισμού της ευθύνης της με σύσταση κεφαλαίου για τις ναυτικές απαιτήσεις και του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας την, εκ του άρθρου 4 της ως άνω Σύμβασης (ν.1923/1991), ένσταση του τελευταίου περί αποκλεισμού του άνω δικαιώματος της δηλούσας αναιρεσίβλητης πλοιοκτήτριας. Ειδικότερα, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά πιθανολόγηση, α) ότι η δηλούσα αναιρεσίβλητη, ως πλοιοκτήτρια του ζημιογόνου φορτηγού πλοίου (C/V) "...", με την κατάθεση στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά του υπ' αριθ. .../8-1-2020 γραμμάτιου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων περί συστάσεως χρηματικής παρακαταθήκης ποσού 33.250.0000,00 ευρώ, συνταχθείσης της με αριθμό .../8-1-2021 πράξη κατάθεσης, και την ταυτόχρονη κατάθεση της ένδικης από 8-1-2021 δήλωσης περιορισμού ευθύνης της συνέστησε κεφάλαιο περιορισμού της ευθύνης της, κατ' άρθρο 11 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου, για απαιτήσεις περιοριστές κατ' άρθρο 2 αυτής και για το προβλεπόμενο από το άρθρο 6 αυτής ποσό, στις οποίες (απαιτήσεις) συγκαταλέγεται και η άνω προβαλλόμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ναυτική απαίτηση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής του βλάβης, συνολικού ποσού 75.000.000 ευρώ, λόγω ολοσχερούς καταστροφής του σκάφους του από τη σύγκρουση του ανωτέρω φορτηγού πλοίου της αναιρεσίβλητης με το ναρκοθηρευτικό πλοίο "Κ." κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για την εξασφάλιση της οποίας το τελευταίο είχε ζητήσει προσωρινή προστασία με την από 30-10-2020 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και στη συνέχεια για την επιδίκασή της άσκησε την από 7-1-2021 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, και έκρινε νόμιμη την, κατά τα άρθρα 1, 2, 6, 11 και 13 της από 19-11-1976 Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου (ν.1923/1991) και υποβληθείσα κατά το άρθρο 91 του ΚΙΝΔ, δήλωση της αναιρεσίβλητης περί περιορισμού της ευθύνης της με σύσταση κεφαλαίου για τις ναυτικές απαιτήσεις και του αναιρεσείοντος. β) ότι το ένδικο ναυτικό ατύχημα και οι εξ αυτού ζημίες του πλοίου του αναιρεσείοντος, οφείλεται σε υπαιτιότητα του πλοιάρχου του φορτηγού πλοίου της αναιρεσίβλητης, κατά τη διακυβέρνησή του, η αναιρεσίβλητη, όμως δια των νομίμων εκπροσώπων της, για την επάνδρωση του ζημιογόνου εν λόγω πλοίου της και το αξιόπλοο αυτού, επέδειξε τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου που ανήκει στον ίδιο επαγγελματικό ή επιχειρηματικό κύκλο, επιλέγοντας προς τούτο κατάλληλο προσωπικό με τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, πλοίαρχο και πλήρωμα που κατείχαν τα απαραίτητα νόμιμα τυπικά προσόντα-πιστοποιητικά εκπαίδευσης και γνώσης ασφάλειας για πλοία τέτοιας χωρητικότητας, άνω των 3.000 κόρων, δηλωτικά των αντίστοιχων ουσιαστικών προσόντων τους για να ανταπεξέλθουν στα καθήκοντα της θέσης τους, έχοντας λάβει εκπαίδευση προς ανανέωση και επικαιροποίηση των γνώσεών τους για το συγκεκριμένο τύπο πλοίου, με συνέπεια να μην βαρύνονται (οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης δηλούσας πλοιοκτήτριας) προσωπικά με οποιαδήποτε μορφή υπαιτιότητας και έκρινε αβάσιμη την, εκ του άρθρου 4 της ως άνω Σύμβασης (ν.1923/1991), ένσταση του αναιρεσείοντος περί αποκλεισμού του δικαιώματος της δηλούσας αναιρεσίβλητης πλοιοκτήτριας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 6, 11 και 13 της από 19-11-1976 Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου (ν. 1923/1991), τις διατάξεις του Κανονισμού Ι/14 του Παραρτήματος της Διεθνούς Σύμβασης για τα πρότυπα εκπαίδευσης, πιστοποίησης και τήρησης φυλακής του 1978 για τους ναυτικούς (STCW 1978), οι τροποποιήσεις του οποίου έχουν γίνει αποδεκτές δυνάμει του π.δ/τος 79/2012 και τις διατάξεις του άρθρου 2 αρ.1 και 3, άρθρου 3 παρ.1, άρθρου 5 και άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.336/2006 του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προυποθέσεις των ως άνω διατάξεων των άρθρων 1, 2, 6, 11 και 13 της από 19-11-1976 Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου για την υποβληθείσα, κατά το άρθρο 91 ΚΙΝΔ δήλωση της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι ανελέγκτως έγινε δεκτό ότι με τη δήλωση αυτή ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς στην οποία προσαρτώνται τα αποδεικτικά δημόσιας κατάθεσης του προβλεπομένου από τη Σύμβαση χρηματικού ποσού συστάθηκε νόμιμα κεφάλαιο περιορισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης στην Ελλάδα προς εξασφάλιση κάθε δανειστή, όπως και το αναιρεσείον, που μπορεί να προβάλλει απαίτηση για το ένδικο ναυτικό ατύχημα στο κράτος- μέλος (Ελλάδα) όπου προκλήθηκαν δικαστικές ενέργειες αναφορικά με τις άνω απαιτήσεις που υπόκεινται σε περιορισμό, με αποτέλεσμα, με βάση τις παραδοχές αυτές, να πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 1, 2, 11 και 13 της από 19-11-1976 Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου (ν.1923/1991), και να δικαιολογείται η παραδοχή της άνω δήλωσης της αναιρεσίβλητης. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια για παραβίαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος. Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι για τη νόμιμη σύσταση του ως άνω κεφαλαίου περιορισμού ευθύνης απαιτούνταν να επισυναφθεί στη δήλωση και επικυρωμένο αντίγραφο του πρωτοκόλλου καταμέτρησης του πλοίου, κατ' αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρο 4 παρ. 1 α' του π.δ. 666 της 16/26-11-1982 "Ίδρυση διαχείριση και κατανομή του κεφαλαίου περιορισμού της αστικής ευθύνης του πλοιοκτήτη για ζημιές ρύπανσης από πετρέλαιο", είναι αβάσιμες. Τούτο καθ'όσον για τη σύσταση και τη διανομή του κεφαλαίου περιορισμού της ευθύνης και τη σχετική διαδικασία που προβλέπει η άνω Σύμβαση, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του π.δ.. 666/1982, όπως εσφαλμένως θεωρεί το αναιρεσείον, οι τελευταίες ισχύουν για τη ρύπανση από πετρέλαιο, οι οποίες και μόνο απαιτούν τη σύναψη τέτοιου εγγράφου, και δεν εφαρμόζονται αναλογικά στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους - μέλους στο οποίο συνιστάται το κεφάλαιο (lex fori), ενόψει δε του ότι στο ελληνικό δίκαιο δεν έχουν θεσπιστεί ειδικές δικονομικές διατάξεις για τη σύσταση και διανομή του κεφαλαίου, το σχετικό κενό πληρούται, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 90-104 Κ.Ι.Ν.Δ. οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, ως μόνο συνοδευτικό της δήλωσης έγγραφο προβλέπουν το αποδεικτικό δημόσιας κατάθεσης του ποσού στο οποίο περιορίζεται η ευθύνη. Επίσης το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 της από 19-11-1976 Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στην άνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις της για αποκλεισμό του δικαιώματος περιορισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης πλοιοκτήτριας με σύσταση κεφαλαίου για τις απαιτήσεις του αναιρεσείοντος εκ του επίδικου ναυτικού ατυχήματος και δη ως προς το στοιχείο της υπαιτιότητας των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, στο οποίο αφορούν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα με βάση τις παραδοχές αυτές να μην θεμελιώνεται και να μην στοιχειοθετείται ο απαιτούμενος για την εφαρμογή της βαθμός υπαιτιότητας, κυρίως δόλου και επικουρικά ενσυνείδητης αμέλειας των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών, ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς την υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, αφού εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως πιθανολογηθέντα για το ζήτημα αυτό, και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των άνω πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, και οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, και πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Επίσης, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 4 του ν.1923/1991 με επίκληση ότι οι πράξεις επιβολής προστίμου από τον Λιμενάρχη του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά για παραβάσεις του Διεθνούς Κανονισμού για την Αποφυγή Συγκρούσεων στη Θάλασσα-ΔΚΑΣ (ν.δ. 93/1974), θεμελιώνουν το ιδιόρρυθμο πταίσμα των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμες, καθόσον οι παραβάσεις του επικαλούμενου Κανονισμού συνιστούν διοικητικής φύσεως ευθύνη της πλοιοκτήτριας και ουδόλως θεμελιώνουν την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 αστική ευθύνη της τελευταίας. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως άνω πλημμέλεια και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Τέλος, οι λοιπές διαλαμβανόμενες στους άνω λόγους αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι, ενώ η ένδικη σύγκρουση καταδεικνύει την πλημμελή εκπαίδευση του πλοιάρχου και του πληρώματος και συνακόλουθα υπαιτιότητα (δόλο) της αναιρεσίβλητης κατά την επιλογή τους για την επάνδρωση του πλοίου της, το Εφετείο δεν παρέχει εξήγηση και δεν αιτιολογεί την αντίθετη κρίση του ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη επέλεξε για την επάνδρωση του πλοίου της πλήρωμα που διέθετε τα απαραίτητα για την διακυβέρνησή του τυπικά προσόντα, είναι απαράδεκτες, διότι κατά μεν τις προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς συντιθέμενεου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, και κατά τα λοιπά αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς ενίσχυση των αντίθετων με το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτού, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π.1607/2022, Α.Π.1097/2021, Α.Π.732/2021) Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, Α.Π.1285/ 2021, Α.Π.1244/2021, Α.Π.232/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ.559 αρ.1 εδ.β' Κ.Πολ.Δ. με την επίκληση ότι για την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου ως προς την υπαιτιότητα (το ιδιόρρυθμο πταίσμα) των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των εννοιών της αξιοπλοίας του πλοίου και της καταλληλότητας του πλοιάρχου και του πληρώματος, αφού σύμφωνα με αυτά έπρεπε να δεχθεί ότι ο πλοίαρχος και το πλήρωμα ενός πλοίου που υποπίπτει σε παραβιάσεις του ΔΚΑΣ, όπως ο πλοίαρχος και το πλήρωμα του πλοίου της αναιρεσίβλητης, ήταν καταφανώς ακατάλληλοι για την εξασφάλιση της αξιοπλοίας και συνακολούθως να δεχθεί ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης δεν έλαβαν την απαραίτητη μέριμνα για το αξιόπλοο του πλοίου της και να δεχθεί την ένστασή του εκ του άρθρου 4 του ν.1923/1991 περί αποκλεισμού του δικαιώματος αναιρεσίβλητης να περιορίσει την ευθύνη της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά του δεν συγκροτούν δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., που προεκτέθηκε, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και σε επιχειρήματα τα οποία προβάλλει το αναιρεσείον σχετικά με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων, την οποία ανεπίτρεπτα (άρθρ.561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) στην πραγματικότητα πλήττει υπό την επίφαση του άνω λόγου της αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Α.Π.87/2022, Α.Π. 1864/2017, Α.Π. 1614/2017). Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων (Ολ. Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π.559/2020, Α.Π.1437/2017). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κρίνοντας ως αβάσιμη την ένστασή του περί αποκλεισμού του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να περιορίσει την ευθύνη της για την ναυτική του αξίωση από το ένδικο ναυτικό ατύχημα και να δεχθεί ως βάσιμη την σχετική δήλωση της αναιρεσίβλητης, παρά την διαβεβαίωσή του στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπ' όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκόμισε, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που αφορούν την επιθεώρηση του πλοίου από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά και από το νηογνώμονα του πλοίου από τα οποία προέκυπτε η παράβαση διατάξεων του Κώδικα ISM με μη συμμόρφωση του πλοίου στο εγκεκριμένο σχέδιο ταξιδίου, μη προσήκουσα επιτήρηση και έλλειψη ασφαλούς διαχείρισης από το πλήρωμά του, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι πράγματι έλαβε υπόψη του τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, γιατί δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό τούτων, όπως αντιθέτως έπραξε με άλλα αποδεικτικά μέσα. Όμως, τόσο από την ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τον ερευνώμενο λόγο (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), όπου ρητά αναφέρεται (15ο φύλλο πίσω σελίδα), ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του "...από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανεξαρτήτως αν αυτά πληρούν τους όρους του νόμου..", όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, όπου ρητώς μνημονεύει, αξιολογεί και σχολιάζει εκτενώς και τα έγγραφα που το αναιρεσείον αναφέρει ότι αγνόησε το Εφετείο, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού αυτής, ιδιαιτέρως δε και από τις σκέψεις και τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για την υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης για το ναυτικό ατύχημα και τη γνώση της περί ακαταλληλότητας του πληρώματος με το οποίο επάνδρωσε το πλοίο της για το συγκεκριμένο ταξίδι, δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία αναλύει και σχολιάζει (φύλλο 22ο και 23ο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης), εξάγοντας, από το συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά πιθανολόγηση το αποδεικτικό του πόρισμα περί αβασιμότητας του παραπάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Ούτε εξάλλου από το ότι το δικαστήριο της ουσίας μνημονεύει και εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, καθίσταται αμφίβολο αν συνεκτιμήθηκαν και αυτά τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται το αναιρεσείον στον υπό κρίση λόγο. Η άποψη δε του τελευταίου ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., γιατί πλήττει την κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά από το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο κρινόμενος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.13 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος, τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου (Α.Π. 34/2023, Α.Π.73/2013), που ισχύει και επί πιθανολόγησης, διότι δεν ανατρέπεται το βάρος αποδείξεως, ούτε οι κανόνες της δικονομικής τάξης, μόνον ο βαθμός της δικανικής πεποίθησης μεταβάλλεται. Όμως, επιπρόσθετα, για να είναι βάσιμος ο πιο πάνω λόγος, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός, λόγω της εσφαλμένης κατανομής του αποδεικτικού βάρους, να απορρίφθηκε, ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων και όχι διότι οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς, για απόδειξη του αντιθέτου (Α.Π.1640/2014, Α.Π. 567/1984). Με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.13 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση της εσφαλμένης, από το Εφετείο, σε βάρος του αναιρεσείοντος κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως για τον ισχυρισμό που προέβαλε το τελευταίο για αποκλεισμό του δικαιώματος περιορισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης. Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε, κατά πιθανολόγηση, ουσιαστικά αβάσιμη την, εκ του άρθρου 4 της Σύμβασης του Λονδίνου (ν.1923/1991), ένσταση του αναιρεσείοντος για αποκλεισμό του δικαιώματος περιορισμού της ευθύνης της δηλούσας πλοιοκτήτριας αναιρεσίβλητης, λόγω έλλειψης της υπαιτιότητας (δόλου ή ενσυνείδητης αμέλειας) των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, καταλήγοντας στην άνω ασφαλή κρίση του μετά από αξιολόγηση των στοιχείων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και δεν απέρριψε το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση λόγω αμφιβολίας για τη συνδρομή των άνω θεμελιωτικών της προϋποθέσεων ώστε να τίθεται ζήτημα κατανομής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης. Επομένως, ο πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.13 Κ.Πολ.Δ. ως άνω πλημμέλεια και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν. ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 48/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (τμήμα Ναυτικών διαφορών, διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ



ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή