Αριθμός 1075/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. - Ά. Κ. του Σ., κατοίκου Μ. Α.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αθανασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ε.-Γ. Κ. του Σ., κατοίκου Κ. Θ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βαλτούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2581/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 416/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-5-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 416/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2581/2020 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 26-6-2019 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 300.000 ευρώ νομιμοτόκως από 4-6-2019. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 18-4-2022 και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 16-5-2022 (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 1 ΚΠολΔ), ενώ καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ποσού 450 ευρώ. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Ι. Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ). Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ' ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 ΑΚ (ΟλΑΠ 578/1980, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1005/2019). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 496 ΑΚ η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, αν γίνεται κατά τη συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα. Η ενοχική ετεροβαρής σύμβαση της δωρεάς έχει το χαρακτήρα υποσχετικής σύμβασης, όταν ο δωρητής υπόσχεται την παράδοση του πράγματος στο δωρεοδόχο στο μέλλον ή διαθέσεως όταν παραδίδει αμέσως, με την κατάρτιση της σύμβασης, το πράγμα σ' αυτόν. Περαιτέρω, η σύμβαση δωρεάς είναι χαριστική, γιατί η περιουσιακή μετακίνηση γίνεται χωρίς αντάλλαγμα, δηλαδή με πρόθεση ελευθεριότητος από την πλευρά του δωρητή και αυστηρά ετεροβαρής, γιατί γεννά ενοχικές υποχρεώσεις μόνο σε βάρος του δωρητή. Ο νόμος καθιερώνει ως συστατικό τύπο της δωρεάς το συμβολαιογραφικό έγγραφο και τούτο ανεξάρτητα από το αν το αντικείμενο της δωρεάς είναι κινητό ή ακίνητο, απαίτηση κλπ. και την αξία του, καθώς και ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για υποσχετική δωρεά ή για δωρεά άμεσης εκπλήρωσης. Στη δωρεά κινητού η ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως του τύπου θεραπεύεται με την παράδοση (ενν. τη σωματική παράδοση) του κινητού από τον δωρητή στο δωρεοδόχο (ΑΚ 498 § 2) (ΑΠ 984/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 831/2022, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 1503/2005 ΑΠ 185/2004). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης (ΑΠ 1548/2003, ΑΠ 1550/2002), ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 10/2015). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 832/2009, ΑΠ 715/2010). Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν (ΑΠ 2034/2022). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Το ίδιο δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 1595/2022, ΑΠ 211/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "H A. V. D. B., υπήκοος και μόνιμη κάτοικος Ολλανδίας, ήταν προσωπική φίλη του Σ. Κ., πατέρα των διαδίκων, με τον οποίο είχε αναπτύξει βαθιά συναισθηματική σχέση. Στο πλαίσιο της σχέσης φιλίας μαζί του, είχε γνωρίσει την οικογένειά του και δη τα τέκνα αυτού, τρέφοντας αισθήματα συμπάθειας γι' αυτά. Ενόψει του ότι ήταν άγαμη και προκειμένου να τιμήσει τη φιλία και τη βαθιά εκτίμηση που ένιωθε για τον Σ. Κ., προέβη αρχικά στην σύνταξη διαθήκης, την 12-12-2013, με την οποία καθιστούσε μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας της τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο), με τον οποίο αρχικά είχε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία. Μετά τον θάνατο του πατέρα των διαδίκων, που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2014 και ιδίως κατά τη διάρκεια του 2018, η επικοινωνία του ενάγοντος με την Α. V. D. B. κατέστη αραιή, γεγονός που ο ενάγων αποδέχεται και το αποδίδει στις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και δη στην εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας από τον Ιούλιο του 2018. Επίσης, ο ίδιος ο ενάγων αποδίδει τη ρήξη στις σχέσεις του με την ως άνω Ολλανδή υπήκοο και στην επιμονή της να μεταφερθούν τα οστά του πάτερα του από το μοναστήρι του Αγίου Αρσενίου στη Χαλκιδική, στα πάτρια εδάφη του και δη στην Κέρκυρα, εκπληρώνοντας την τελευταία του επιθυμία πριν τον θάνατό του, γεγονός που, όπως ο ίδιος αναφέρει, ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί λόγω της μοναχικής ιδιότητας του πατέρα του και της αρμοδιότητας και της δικαιοδοσίας του μοναστηριού να αποφανθεί τελειωτικά για την υλοποίηση της παραπάνω επιθυμίας του. Τις ως άνω δυσκολίες στην επικοινωνία του με την Α. V. D. B., ο ενάγων διατείνεται ότι επίτεινε κυρίως η στάση της εναγόμενης αδελφής του, η οποία τον κατηγορούσε απέναντί της για αδιαφορία τόσο ως προς το πρόσωπό της, όσο και ως προς την εκπλήρωση της επιθυμίας του πατέρα τους. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής ήταν η παραπάνω Ολλανδή υπήκοος, λίγους μήνες πριν τον θάνατό της, που έλαβε χώρα στα μέσα Φεβρουάριου 2019, να προβεί σε σύνταξη νέας συμβολαιογραφικής διαθήκης, στις 5 Ιουνίου 2018, με την οποία ανακαλούσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της, που εξέφραζε κάθε ειλημμένη απόφασή της, και διόριζε ως μοναδική της κληρονόμο την εναγόμενη Α. - Ά. Κ. (αναιρεσείουσα) και διαχειριστή της κληρονομιάς της τον συμβολαιογράφο στο Ζ. Μ. Β. Λ. Β. Π. (M. V. L. V. P.). Το γεγονός αυτό δημιούργησε μεγάλη ένταση και φιλονικία μεταξύ του διάδικων αδελφών, την οποία προσπάθησαν να άρουν κατόπιν συζητήσεων και κατόπιν παραινέσεων στενών συγγενικών τους προσώπων, όπως η εναγόμενη ομολογεί τόσο στις προτάσεις που κατέθεσε πρωτοδίκως (βλ. σελ, 12-13), όσο και με την κρινόμενη έφεσή της (βλ. σελ, 12-13) και τις επ' αυτής προτάσεις της (βλ, σελ. 8). Αποτέλεσμα των συζητήσεων αυτών ήταν η σύνταξη του από 6-3-2019 Ιδιωτικού συμφωνητικού "υπόσχεσης δωρεάς" ποσού 300.000,00 ευρώ, όπως τιτλοφορείται, σύμφωνα με το οποίο μεταξύ των μερών συμφωνήθηκαν τα παρακάτω: α) Η εναγόμενη, αποκαλούμενη ευεργέτρια, έχοντας στην κυριότητα της την κληρονομιά της αποθανούσας Α. V. D. B. υποσχέθηκε και συμφώνησε να ευεργετήσει τον ενάγοντα με πράξη δωρεάς ύψους 300.000,00 ευρώ, ανεξαρτήτως του ποσού αποτίμησης και εν συνεχεία ρευστοποίησης της κληρονομιαίας περιουσίας, δίχως ή πράξη αυτή να υπόκειται σε αμφισβήτηση, β) Ο δε ευεργετηθείς ενάγων, ως ο κάτοχος της αμέσως προηγούμενης χρονικά διαθήκης και έχων άμεσο, ενεργό έννομο συμφέρον να προσβάλει το κύρος της μεταγενέστερης χρονικά διαθήκης για ελαττώματα στη βούλησή τής, δεσμεύθηκε να μην προβεί σε καμία ενέργεια που να προσβάλλει τη διαθήκη της κληρονομούμενης και να πλήξει το κύρος της. Επίσης, στο παραπάνω συμφωνητικό ορίστηκε ρητά ότι: 1) Το συνολικά ποσό των 300.000,00 ευρώ θα καταβληθεί πριν την ολοκληρωτική ρευστοποίηση της περιουσίας της κληρονομούμενης, 2) Εάν το συνολικά ρευστοποιημένο χρηματικό ποσό που θα προκύψει από την παραπάνω διαδικασία υπολείπεται των 300.000,00 ευρώ, ο ευεργετηθείς ενάγων θα εισπράξει το συνολικό ποσό που θα συγκεντρωθεί, 3) Εφόσον ο ευεργετηθείς ενάγων εισπράξει το ποσό των 300.000,00 ευρώ ή το συνολικά ρευστοποιημένο χρηματικό ποσό, εφόσον αυτό υπολείπεται των 300.000,00 ευρώ, παραιτείται από κάθε επιπλέον απαίτηση από την ως άνω κληρονομιαία περιουσία. Τέλος, στο παραπάνω συμφωνητικό ορίστηκε ότι οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι αναγνωρίζουν και αποδέχονται αμοιβαία και δεσμεύονται ανεπιφύλακτα από τις παραπάνω δηλώσεις τους και ότι παραιτούνται από οποιοδήποτε δικαίωμά τους να διαρρήξουν, ακυρώσουν ή προσβάλλουν την πράξη αυτή για οποιονδήποτε λόγο και για κάθε αιτία τυπική ουσιαστική. Το παραπάνω συμφωνητικό υπογράφηκε πέραν των διαδίκων και από τον σύζυγο της εναγόμενης Χ. Π. ως μάρτυρα. Λόγω μη συμμόρφωσης της εναγόμενης στο περιεχόμενο της παραπάνω σύμβασης, ο ενάγων, την 24-5-2019, της απέστειλε εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, με την οποία διαμαρτυρόμενος για την μη εκτέλεση των συμφωνηθέντων από τη σύμβαση συμβιβασμού, κατ' αυτόν, την καλούσε εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή της να προβεί στην καταβολή του ποσού των 300.000,00 ευρώ. Η παραπάνω δικαιοπραξία μεταξύ των διάδικων μερών σαφέστατα συνιστά σύμβαση συμβιβασμού, και όχι σύμβαση δωρεάς, διότι έχει αμφοτεροβαρή χαρακτήρα, καθότι ο ενάγων αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραιτηθεί ουσιαστικά από οιοδήποτε δικαίωμα προσβολής της δεύτερης με ημερομηνία 5 Ιουνίου 2018 διαθήκης της κληρονομούμενης Ολλανδής υπηκόου έναντι της ανάληψης υποχρέωσης της εναγόμενης να του αποδώσει ως αντάλλαγμα το ποσό των 300.000,00 ευρώ, ερχόμενη σε αντίθεση με τον ετεροβαρή,... χαρακτήρα της σύμβασης δωρεάς, η οποία είναι χαριστική σύμβαση, ήτοι άνευ ανταλλάγματος, που εν προκειμένω δεν υφίσταται. Σχετικά με τον χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του ποσού των 300.000 ευρώ λεκτέα τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς, από το κείμενο του παραπάνω συμφωνητικού σαφώς προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν η καταβολή του ποσού των 300.000 ευρώ, από την εναγόμενη στον ενάγοντα να λάβει χώρα ανεξάρτητα από το ποσό αποτίμησης της κληρονομιαίας περιουσίας και την εν συνεχεία ρευστοποίηση αυτής και πριν την ολοκλήρωση της τελευταίας (βλ. ανωτέρω υπό στοιχ. α και 1 όρους συμφωνητικού) και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, αμφότερα τα διάδικα μέρη συμβιβάστηκαν στο ως άνω ποσό, καθώς είχαν την πεποίθηση, κατά την υπογραφή αυτού, ότι η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας θα υπερβαίνει, κάθε περίπτωση, κατά πολύ το ως άνω ποσό, προσεγγίζοντας εκείνο των 2.000.000 ευρώ, όπως η εναγόμενη ομολογεί τόσο στις πρωτόδικες προτάσεις της (βλ. σελ. 20) όσο και με την παρούσα έφεσή της (βλ. σελ. 21). Επικουρικά, και στην περίπτωση, που θεωρηθεί ότι οι υπό στοιχ. 2 και 3 παραπάνω όροι του συμφωνητικού, σύμφωνα με τους οποίους: "....2) εάν το συνολικά ρευστοποιημένο χρηματικό ποσό που θα προκύψει από την παραπάνω διαδικασία υπολείπεται των 300.000,00 ευρώ, ο ευεργετηθείς ενάγων θα εισπράξει το συνολικό ποσό που θα συγκεντρωθεί, 3) εφόσον ο ευεργετηθείς ενάγων εισπράξει το ποσό των 300.000,00 ευρώ ή το συνολικά ρευστοποιημένο χρηματικό ποσό, εφόσον αυτό υπολείπεται των 300.000,00 ευρώ... δημιουργούν, σε σχέση με τους ως άνω υπό στοιχ. α και 1 όρους, που προβλέπουν την καταβολή ανεξάρτητα από την αποτίμηση και πριν τη ρευστοποίηση της κληρονομιάς, ασάφεια ή αμφιβολία αναφορικά με το τελικά οφειλόμενο ποσό (αν αυτό υπολείπεται ή όχι των 300,000 ευρώ) και τον κατ' αρχάς χρόνο εκπλήρωσης της παροχής (πριν ή μετά την αποτίμηση και ρευστοποίηση της κληρονομιαίας περιουσίας), το Δικαστήριο κρίνει, σε κάθε περίπτωση, με βάση όλα τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας υπόψη την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ότι το αληθινό νόημα της παραπάνω συμφωνίας, ήταν η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα άμεσα, ανεξάρτητα από την αποτίμηση και πριν τη ρευστοποίηση της κληρονομιαίας περιουσίας, το ποσό των 300.000 ευρώ, το οποίο αμφότερα τα διάδικα μέρη συμφώνησαν ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους και συμβιβάστηκαν σ' αυτό, έχοντας κατά τον ως άνω χρόνο την πεποίθηση ότι η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας, ούτως ή άλλως, θα είναι μεγαλύτερη, στην περίπτωση δε που η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας, μετά την ολοκλήρωση της ρευστοποίησής της, υπολειπόταν του ως άνω συμφωνημένου και καταβληθέντος ποσού, η πραγματική βούληση των μερών ήταν, ο ενάγων να έχει υποχρέωση επιστροφής στην ενάγουσα του αχρεωστήτως σε αυτόν καταβληθέντος επιπλέον ποσού. Περαιτέρω, σχετικά με το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητά συγκεκριμένος ειδικότερα χρόνος (δήλη ημέρα) για την εκπλήρωση της παροχής της εναγόμενης, ύψους 300.000,00 ευρώ, δεν αναιρεί τον αμφοτεροβαρή χαρακτήρα της σύμβασης συμβιβασμού, το περιεχόμενο της οποίας είναι υποχρεωτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη,... Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, όπως ρητά ορίζεται στη διάταξη του 323 ΑΚ, σε περίπτωση που δεν προκύπτει συγκεκριμένος χρόνος παροχής ούτε από τη δικαιοπραξία ούτε από τις περιστάσεις και ιδίως τη φύση της ενοχικής σχέσης, έχει δικαίωμα ο δανειστής να απαιτήσει και ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή αμέσως. Επομένως, με την αποστολή της προδιαληφθείσας εξώδικης δηλώσεως εκ μέρους του ενάγοντος έγινε απαιτητή η απαίτησή του για το ποσό των 300.000,00 ευρώ. Εξάλλου, η επίκληση εκ μέρους της εναγομένης του ισχυρισμού ότι κατά τη σύναψη του συμφωνητικού δεν είχε την πεποίθηση ότι προβαίνει σε συμβιβασμό κάποιας περιουσιακής διαφοράς, επειδή γνώριζε ότι ο ενάγων δεν είχε κανένα δικαίωμα στην κληρονομιά εκ διαθήκης της αποβιώσασας Ολλανδής υπηκόου, αλλά σε δωρεά χρηματικού ποσού, προκειμένου ο ενάγων αδελφός της να σταματήσει την προσβλητική εις βάρος της συμπεριφορά με συκοφαντίες και εξυβρίσεις, προς επίρρωση του οποίου καταθέτει ο σύζυγός της Χ. Π. του Π. στο πλαίσιο της υπ' αρ. 452/4-11-2019 ένορκης βεβαίωσής του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Όλγας Εβρένογλου, δεν δύναται να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση το παρόν Δικαστήριο, περί του χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης ως σύμβασης συμβιβασμού, καθότι το περιεχόμενο του επίμαχου συμφωνητικού αναφέρει την παραίτηση του ενάγοντος από τη διεκδίκηση της κληρονομιαίας περιουσίας με την προσβολή του κύρους της μεταγενέστερης διαθήκης της κληρονομούμενης, ως θυσία του, με αντάλλαγμα τη λήψη του ποσού των 300.000,00 ευρώ και όχι τη διακοπή της προσβλητικής συμπεριφοράς του απέναντι στην εναγόμενη αδελφή του. Η δε καταγραφή των όρων "ευεργέτρια" για την εναγόμενη και "ευεργετηθέντα" για τον εναγόμενο δεν αναιρεί την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, καθότι, αφενός έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το υπόλοιπο περιεχόμενο της σύμβασης, στο οποίο ρητά διαπιστώνονται αμοιβαίες υποχωρήσεις των διάδικων μερών προς άρση της φιλονικίας τους, αφετέρου, ως όροι, δεν είναι δόκιμοι για σύμβαση δωρεάς, στην οποία συναντιώνται ως επί το πλείστον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι όροι δωρητής και δωρεοδόχος. Εξάλλου, στο παραπάνω συμφωνητικό γίνεται λόγος για παραίτηση των συμβαλλόμενων και νυν διαδίκων να διαρρήξουν τη σύμβαση, όρος (η διάρρηξη) που συναντάται στις διατάξεις των άρθρων του ΑΚ περί συμβιβασμού και δη στη διάταξη του άρθρου 872 ΑΚ και όχι στη σύμβαση δωρεάς. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί άτι στην προκειμένη περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας σύμβασης, ως προς το είδος και τον χαρακτήρα αυτής ως σύμβασης συμβιβασμού, ώστε να προστρέξει το παρόν Δικαστήριο στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συναλλασσόμενων, καθότι η επίμαχη δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας..... Περαιτέρω, η εναγόμενη ισχυρίσθηκε πρωτόδικα και επαναφέρει τον ίδιο ισχυρισμό με λόγο (3°) της έφεσής της, ότι το δικαίωμα του ενάγοντος να ακυρώσει τη δεύτερη διαθήκη της κληρονομούμενης, στηριζόμενο στη δήθεν αξιόποινη απατηλή συμπεριφορά της εις βάρος του, με την επίτευξη εκ μέρους της της μεταστροφής της βούλησης της κληρονομούμενης, με ψευδείς παραστάσεις γεγονότων για το πρόσωπο του ενάγοντος, είναι ανεπίδεκτο συμβιβασμού, καθότι δεν υπάγεται στα αντικείμενα που υπόκεινται σε συμβιβασμό, αφού γίνεται δεκτό ότι δεν χωρεί συμβιβασμός για θέματα που εμπίπτουν στον χώρο δημόσιου δικαίου ή σε θέματα προσωπικής ή οικογενειακής κατάστασης ή αφορούν το κληρονομικό δικαίωμα από νόμο ή διαθήκη. Ο παραπάνω ισχυρισμός, ωστόσο, ως ένσταση ακυρότητας της ένδικης σύμβασης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις που αναφέρθηκαν..., τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, δοθέντος ότι η προκειμένη διαφορά μεταξύ των διαδίκων είναι περιουσιακή και συνεπώς δεκτική συμβιβασμού, καθότι αφενός δεν αναφέρεται στην αγωγή πρόθεση υποβολής μήνυσης του ενάγοντος εις βάρος της αδελφής του για πιθανή τέλεση αξιόποινης πράξης και παραίτησή του από αυτή με τη σύναψη του συμβιβασμού, ώστε να θεωρηθεί ότι αντίκειται το περιεχόμενό του στη δημόσια τάξη, αφετέρου και η διαθήκη μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβιβασμού σχετικά με την αναγνώριση του κύρους ή της ακυρότητας της, τέτοιο δε περιεχόμενα έχει, η επικληθείσα παραίτησή του ενάγοντος από το δικαίωμα προσβολής της δεύτερης διαθήκης της κληρονομούμενης ως άκυρης λόγω ψυχολογικής βίας εις βάρος της εκ μέρους της εναγόμενης. Με βάση τα παραπάνω η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000,00), νομιμοτόκως από την 4-6-2019 (η επόμενη ημέρα μετά την πάροδο, της δεκαήμερης προθεσμίας που τάχθηκε στην εναγόμενη για την εκπλήρωση της υποχρέωσής της από τη σύναψη συμβιβασμού) και έως την πλήρη εξόφληση....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, συμπληρώνοντας παραδεκτώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω απόφασης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 496 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον η ως άνω εξώδικη συμφωνία των διαδίκων φέρει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως συμβιβασμού, η οποία οδηγεί στην οριστική επίλυση της προαναφερθείσας διαφοράς τους, αφού, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία και ορθώς υπήγαγε στην ως άνω νομική έννοια και στην αντίστοιχη διάταξη, χωρίς να παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κατάρτισης σύμβασης συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, δεδομένου ότι: α) υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα των διαδίκων επί της κληρονομιαίας περιουσίας, σε σχέση με την εγκυρότητα ή μη της δεύτερης διαθήκης και, συνακόλουθα, και της πρώτης διαθήκης και β) έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις ως προς το εριζόμενο αυτό ζήτημα, αφού η μεν αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 300.000 ευρώ, ανεξαρτήτως του ποσού αποτίμησης και εν συνεχεία ρευστοποίησης της κληρονομιαίας περιουσίας, ο δε αναιρεσίβλητος δεσμεύθηκε να μην προβεί σε καμία ενέργεια που να προσβάλλει τη διαθήκη της κληρονομούμενης και να πλήξει το κύρος της, παραιτούμενος, μετά την καταβολή σ' αυτόν του συμφωνηθέντος ποσού, από κάθε επιπλέον απαίτηση από την κληρονομιαία περιουσία. Από την κατάστρωση δε των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων στο προαναφερθέν από 6-3-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά, αντιθέτως, εκτιμώντας αποκλειστικά το περιεχόμενο του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού και κρίνοντας ότι "η επίμαχη δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας", προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτού, διαφορετικό από εκείνον που προέβησαν οι συμβαλλόμενοι, δεχόμενο ότι με αυτό καταρτίστηκε η αμφοτεροβαρής σύμβαση συμβιβασμού και όχι η ετεροβαρούς χαρακτήρα σύμβαση δωρεάς, για την οποία άλλωστε δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, η κρίση δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, αλλά πραγματική διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, τους οποίους δεν εφάρμοσε, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατέληξε σε αποτέλεσμα αντίθετο με την αληθινή βούληση των μερών, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κρίνοντας ότι το κρίσιμο συμφωνητικό είναι συμβιβασμός και όχι ιδιωτικό συμφωνητικό υπόσχεσης δωρεάς, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 § 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Περαιτέρω κατά το άρθρο 202 ΑΚ "αν με την δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση". Η διαπίστωση του χαρακτήρα μιας αίρεσης ως αναβλητικής ή διαλυτικής αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας. Κατά το στάδιο που ήρτηται η διαλυτική αίρεση, η δικαιοπραξία παράγει όλα τα αποτελέσματά της.
Συνεπώς ο δικαιούχος δικαιώματος υπό διαλυτική αίρεση μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική και εξώδικη ικανοποίηση του δικαιώματός του. Επειδή όμως υπάρχει πιθανότητα να πληρωθεί η διαλυτική αίρεση, υφίσταται δικαίωμα προσδοκίας, το οποίο ανήκει σε αυτόν που θα ωφεληθεί από την πλήρωση της αιρέσεως. Πλήρωση της αιρέσεως είναι η επέλευση του μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος (ΑΚ 201, 202). Το βάρος απόδειξης ότι πληρώθηκε ή δεν πληρώθηκε η αίρεση φέρει αυτός που επικαλείται την ύπαρξή της. Με την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως καθίσταται οριστικά ενεργή η δικαιοπραξία (201 ΑΚ) και επέρχονται τα αποτελέσματά της, ενώ με την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως ανατρέπονται οριστικά τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας (202 ΑΚ) και τα πράγματα επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1017/1988 ΕλλΔνη 31.518). Οι αιρέσεις, η πλήρωση των οποίων εξαρτάται καθαρά από τη συμπεριφορά που θα τηρήσει το ένα μέρος, είναι έγκυρες ως καθαρά εξουσιαστικές (si voluerim) αν δεν αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη και αν τεθούν ως διαλυτικές, ισοδυναμούν με δικαίωμα υπαναχώρησης ή καταγγελίας. Η πλήρωση της εξουσιαστικής αίρεσης επέρχεται με δήλωση του υπέρ ου τέθηκε συμβαλλομένου και δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρά, έτι δε συνάγεται και από την όλη συμπεριφορά του δικαιούχου, με την οποία εκδηλώνεται η δικαιοπρακτική βούληση του προσώπου (ΑΠ 2099/2009 , ΑΠ 637/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 20-7-2020 εφέσεως προκύπτει ότι με τον πέμπτο λόγο αυτής η νυν αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι πρωτοδίκως πρότεινε επικουρικώς τον ισχυρισμό ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το από 6-3-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό περιέχει έγκυρη σύμβαση συμβιβασμού, τότε αυτός τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση της εκ μέρους της μη καταβολής προς τον αντισυμβαλλόμενό της (αναιρεσίβλητο) του συμφωνηθέντος ποσού, όπως συνάγεται από το ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμά του να προσβάλλει τη διαθήκη της κληρονομουμένης με τετιμημένη την αναιρεσείουσα και ότι ο ίδιος σύμφωνα με τον όρο 3 του συμφωνητικού, τότε μόνον παραιτείται από κάθε επιπλέον απαίτησή του από την κληρονομιαία περιουσία, εφόσον εισπράξει το ποσό των 300.000 ευρώ και ότι εφόσον δεν εκπληρώθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας, αναβίωσε η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου για την ακύρωση της διαθήκης. Αναφορικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της παραπάνω σύμβασης δεν τίθεται ζήτημα τιθέμενης διαλυτικής αίρεσης σε αυτήν, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης ως ουσιαστικά αβασίμου. Ειδικότερα από την επισκόπηση του επίδικου συμφωνητικού, στο οποίο αναφέρονται τα ανωτέρω εκτιθέμενα, σαφώς προκύπτει ότι η άνω συμφωνία συμβιβασμού των διαδίκων δεν εξαρτήθηκε από καμιά αίρεση, δηλαδή... από γεγονός μελλοντικό και αντικειμενικά αβέβαιο, αλλά ήταν καθαρή και ευθεία. Με την γραμματική δε διατύπωση "ότι η εναγόμενη δεσμεύεται να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό των 300.000 ευρώ.....και ότι, ο ενάγων, εφόσον εισπράξει το ως άνω ποσό, δεσμεύεται να μην προβεί σε καμία ενέργεια που να προσβάλλει τη διαθήκη της κληρονομούμενης και να πλήξει το κύρος της, παραιτούμενος από κάθε επιπλέον απαίτηση από την ως άνω κληρονομιαία περιουσία", ουδόλως προκύπτει ότι τέθηκε στη συμφωνία των διαδίκων διαλυτική αίρεση, από την οποία εξαρτήθηκε το κύρος της συμφωνίας συμβιβασμού σε περίπτωση πλήρωσής της, και ότι συνεπώς από τη μη τήρηση της υποχρέωσης της εναγόμενης, εφόσον πληρώθηκε η αίρεση, έπαυσε η ενέργεια της συμφωνίας αυτής (του συμβιβασμού) και ότι τα διάδικα μέρη επανήλθαν στην προηγούμενη κατάσταση, ούτε επίσης προκύπτει ότι τέθηκε αναβλητική αίρεση... Εξάλλου, επιπλέον στοιχεία που συνηγορούν στην ως άνω κρίση του Δικαστηρίου είναι α) το περιεχόμενο της ίδιας της σύμβασης, το οποίο αναφέρεται σε καταβολή ποσού 300.000,00 ευρώ πριν τη ρευστοποίηση της περιουσίας της κληρονομούμενης, δίχως η πράξη αυτή να υπόκειται σε αμφισβήτηση αλλά και σε παραίτηση του ενάγοντας από κάθε διεκδίκησή του από την κληρονομιαία περιουσία, όταν λάβει το ποσό των 300.000,00 ευρώ, δίχως να αφήνεται περιθώριο διακριτικής ευχέρειας καταβολής αυτού υπέρ της εναγόμενης, όπως αβασίμως η τελευταία διατείνεται, β) τα ηλεκτρονικά μηνύματα με e-mail, αλλά και τα μηνύματα (SMS) σε κινητό τηλέφωνο, που απέστειλε η εναγόμενη στον ενάγοντα, τα οποία προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων, με τα οποία τον διαβεβαιώνει ότι θα λάβει το χρηματικό ποσό του συμφωνητικού". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, που καθορίζει την έννοια της διαλυτικής αιρέσεως, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την κατ' ουσίαν απόρριψη του προβληθέντος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμού, ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία συμβιβασμού (άρθρο 871 ΑΚ) τελούσε υπό διαλυτική εξουσιαστική αίρεση, η οποία και πληρώθηκε με τη μη καταβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο του συμφωνηθέντος χρηματικού ποσού. Ειδικότερα, από το ως άνω εκτεθέν στην προσβαλλόμενη απόφαση περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει, πράγματι, ότι η συμφωνία συμβιβασμού των διαδίκων δεν εξαρτήθηκε από καμιά αίρεση, δηλαδή από γεγονός μελλοντικό και αντικειμενικά αβέβαιο, αλλά ήταν καθαρή και ευθεία, αφού, ειδικότερα, ο τεθείς στο ιδιωτικό συμφωνητικό επίμαχος όρος 3, δηλαδή ότι "Εφόσον ο ευεργετηθείς ενάγων εισπράξει το ποσό των 300.000,00 ευρώ ή το συνολικά ρευστοποιημένο χρηματικό ποσό, εφόσον αυτό υπολείπεται των 300.000,00 ευρώ, παραιτείται από κάθε επιπλέον απαίτηση από την ως άνω κληρονομιαία περιουσία", δεν συνιστά προσθήκη αιρέσεως, αλλά με αυτόν συμφωνήθηκε απλώς η προεκπλήρωση της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας, ενόψει της ενδοτικού δικαίου διάταξης του άρθρου 374 ΑΚ, που αποτελεί συνέπεια της αρχής της αλληλεξάρτησης των παροχών, η οποία διέπει τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και επιβάλλει την υποχρέωση των δύο συμβαλλομένων να εκτελέσουν ταυτόχρονα τη βαρύνουσα καθένα από αυτούς παροχή, εκτός αν δημιουργείται υποχρέωση για κάποιο συμβαλλόμενο, είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο, σε προεκπλήρωση της παροχής. Εξάλλου, από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν διεπίστωσε κενό ή αμφιβολία αναφορικά με τον όρο 3 της σύμβασης, αλλά εκτιμώντας το περιεχόμενο του πιο πάνω όρου, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι δεν προκύπτει η προσθήκη στη συμφωνία συμβιβασμού της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα διαλυτικής αίρεσης. Το γεγονός ότι το Εφετείο αρύεται, στη συνέχεια, επιχειρήματα από το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως προς απλή επίρρωση της ήδη, με βάση την σαφή γραμματική διατύπωση του προαναφερόμενου συμβατικού όρου, εξενεχθείσας ως άνω κρίσεώς του, αλλά και προς αντίκρουση των αντίθετων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, ουδόλως υποδηλώνει ερμηνευτική προσέγγιση του συγκεκριμένου όρου και έμμεση παραδοχή της υπάρξεως αμφιβολίας και κενού, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή του στους ερμηνευτικούς κανόνες. Επομένως, ο ανωτέρω, από τον 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 173, 200 και 202 του ΑΚ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και αυτό γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων, που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία, όμως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε, σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου αυτού στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος (562 § 2 ΚΠολΔ). Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων κρισίμων πραγματικών γεγονότων. Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός. Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) το περιεχόμενό του προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, άλλως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 333/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι παραμόρφωσε το από 6-3-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό, καθόσον προέβη σε συσχέτιση του όρου 3 αυτού με άλλον όρο αυτού, τον οποίο ανέγνωσε εσφαλμένα κατά το γράμμα αυτού και ο οποίος είχε περιεχόμενο προδήλως διάφορο από αυτόν που του απέδωσε. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ στους στίχους 6-7 της 2ης παραγράφου του από 06.03.2019 ιδιωτικού συμφωνητικού υπόσχεσης δωρεάς, διαλαμβάνεται ότι η πρώτη των συμβαλλομένων (Α.-Α. Κ.): "...υπόσχεται και συμφωνεί να ευεργετήσει τον Κ. Ε. - Γ. με πράξη δωρεάς συνολικού χρηματικού ποσού τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000€)...", το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα το περιεχόμενο του επίδικου συμφωνητικού, δεχόμενο ότι η διατύπωση της δήλωσης βούλησης της αναιρεσείουσας ήταν ότι "δεσμεύεται να καταβάλει" και όχι ότι "υπόσχεται να ευεργετήσει με πράξη δωρεάς", με συνέπεια να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι δεν αφέθηκε περιθώριο διακριτικής ευχέρειας υπέρ αυτής να μην καταβάλλει το άνω ποσό στον αναιρεσίβλητο, θεώρησε ότι η διαλυτική αίρεση δεν υφίστατο ώστε να πληρωθεί και έτσι δέχθηκε την σε βάρος της αγωγή. Στο κρίσιμο έγγραφο, το οποίο προσκομίζεται μετ' επικλήσεως και παραδεκτά επισκοπείται εν προκειμένω, αναφέρονται ειδικότερα τα εξής: "Η πρώτη των συμβαλλόμενων "ευεργέτρια" έχει στην κατοχή της την αποκλειστική κυριότητα της κληρονομιάς της αποθανούσας Δ.. Α. V. D. B. (...) υπόσχεται και συμφωνεί να ευεργετήσει τον Κ. Ε.-Γ. με πράξη δωρεάς συνολικού χρηματικού ποσού τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000 Ε), ανεξαρτήτως του ποσού αποτίμησης και εν συνεχεία ρευστοποίησης της ως άνω κληρονομιαίας περιουσίας. Η πράξη δεν χωρά αμφισβήτηση. Ο δε "ευεργετηθείς" Κ. Ε.-Γ., ως ο κάτοχος της αμέσως χρονικά προηγούμενης διαθήκης της παραπάνω αποθανούσης έχει ενεργό, άμεσο και έννομο συμφέρον όπως προσβάλλει το κύρος της παραπάνω χρονικά μεταγενέστερης διαθήκης της για ελαττώματα στη βούλησή της και δεσμεύεται να μην προβεί σε καμία ενέργεια που να προσβάλλει την τελευταία διαθήκη της αποθανούσης Δ.. Α. V. D. B. και να πλήξει το κύρος της. Περαιτέρω με το παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνούνται, συνομολογούνται και γίνονται αμοιβαίως αποδεκτά οι εξής όροι: 1) Το συνολικό ποσό των τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000 Ε) θα καταβληθεί πριν την ολοκληρωτική ρευστοποίηση της περιουσίας της αποθανούσης Δ.. Α. V. D. B.. 2) Εάν το συνολικά ρευστοποιημένο χρηματικό ποσό που θα προκύψει από την παραπάνω διαδικασία υπολείπεται των τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000 Ε), ο "ευεργετηθείς" Κ. Ε.-Γ.ιος θα εισπράξει το συνολικό ποσό που θα συγκεντρωθεί. 3) Εφόσον ο "ευεργετηθείς" Κ. Ε.-Γ.ιος εισπράξει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000 Ε) ή το συνολικά ρευστοποιημένο χρηματικό ποσό, εφόσον αυτό υπολείπεται των τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000 Ε), παραιτείται από κάθε επιπλέον απαίτηση από την ως άνω κληρονομιαία περιουσία. Τέλος, οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι αναγνωρίζουν, αποδέχονται αμοιβαία και δεσμεύονται ανεπιφύλακτα από τις ανωτέρω δηλώσεις τους και ότι παραιτούνται από οποιοδήποτε δικαίωμα τους να διαρρήξουν, ακυρώσουν ή προσβάλλουν την πράξη αυτή για οποιοδήποτε λόγο και για κάθε αιτία τυπική ή ουσιαστική (...)". Από το περιεχόμενο αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο παρέθεσε σ' αυτή ολόκληρο το περιεχόμενο των όρων του συμφωνητικού, ως έχει και, συνεπώς, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού το ανέγνωσε σωστά, παραθέτοντας μάλιστα εκτενώς και το περιεχόμενο αυτού κατά τα ουσιώδη στοιχεία του. Η επανάληψη στη συνέχεια (23η σελίδα) του επικαλούμενου από την αναιρεσείουσα σχετικού όρου της σύμβασης, διαφοροποιούμενη εν μέρει από την κατά λέξη αποτύπωσή του στην 19 σελίδα, δεν τέθηκε για να αποτελέσει την πιστή αποτύπωσή του, όπως αρχικά αυτός είχε διατυπωθεί, αλλά προς άντληση επιχειρήματος, αναφορικά με την ήδη συναχθείσα κρίση του περί μη υπάρξεως διαλυτικής αίρεσης στην επίμαχη δήλωση των συμβαλλομένων. Η αποδιδόμενη δε από την αναιρεσείουσα εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τα συναγόμενα, από την αξιολόγηση του περιεχομένου των όρων του συμφωνητικού μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, πραγματικά περιστατικά, δεν ιδρύει τον εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων. Επομένως, ο εξεταζόμενος, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να συμψηφιστεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω του μεταξύ τους συγγενικού δεσμού (αδέλφια) (179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2022 αίτηση της Α.-Α. Κ. του Σ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 416/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Συμψηφίζει ενόλω τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ