Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 130 / 2019    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 130/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Φ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φέστα. Της αναιρεσίβλητης: Π. Κ. του Σ., πρώην κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Σταυριανό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2016 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Η. Φ. του Ι., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 443/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7535/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη 7535/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείο, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 4-1-2016 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο αρχικός ενάγων εκμισθωτής Η. Φ. ζήτησε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την απόδοση του περιγραφόμενου εκεί μισθίου - κατοικίας, η μίσθωση του οποίου είχε μετατραπεί σε αορίστου χρόνου. Αποβιώσαντος του αρχικού ενάγοντος στις 24-4-2016, τη δίκη συνέχισε ο νόμιμος κληρονόμος του (υιός του) Ι. Φ. - ήδη αναιρεσείων και εκδόθηκε η 443/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ερήμην της εναγομένης, η οποία δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε αυτή να αποδώσει τη χρήση του μισθίου. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η εναγομένη άσκησε την από 19-12-2016 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το τελευταίο με την αναιρεσιβαλλόμενη 7535/2017 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, το δικάσαν κατ' έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Την 20-12-2009, ο Η. Φ. πατέρας του εφεσιβλήτου - αναιρεσείοντος και η εκκαλούσα - αναιρεσίβλητη υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ο πρώτος εκμίσθωσε στη δεύτερη διαμέρισμα που βρίσκεται στον πρώτο όροφο οικοδομής επί της οδού ... στην .... Το συγκεκριμένο διαμέρισμα, όπως περιγράφεται στο μισθωτήριο, αποτελείται από τρία υπνοδωμάτια, μπάνιο, κουζίνα, WC, σαλόνι, πάρκινγκ, αποθήκη και είναι εξοπλισμένο με ηλιακό θερμοσίφωνα, ηλεκτρική κουζίνα και πλυντήριο πιάτων. Το διαμέρισμα θα χρησιμοποιείτο από την εκκαλούσα ως κατοικία. Η αρχική διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε στα δύο έτη, ήτοι θα έληγε την 19-12-2011 και μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε το ποσό των 250 ευρώ. Ως ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως χρησιμοποιήθηκε τυποποιημένο έντυπο, τριών σελίδων, το οποίο διά της ρήτρας υπ' αρ. 15 απέκλειε τη δυνατότητα σιωπηρής αναμίσθωσης και διά της ρήτρας υπ' αρ. 16 όριζε ότι κάθε τροποποίηση του συμφωνητικού θα αποδεικνύεται μόνον εγγράφως. Όμως, ήδη από την ημέρα της υπογραφής της συμβάσεως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των αντισυμβαλλομένων, ως πρόσθετος όρος στο μισθωτήριο συμβόλαιο που ενεγράφη ιδιοχείρως, ότι από τον τρίτο χρόνο και μετά θα υπάρχει αύξηση του μισθώματος κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου συν 3%. Επίσης, διά ιδιοχείρου μνείας επί του συμβολαίου συμφωνήθηκε ότι για το πρώτο έτος όλα τα μισθώματα θα προκαταβληθούν την 20-12-2009. Το συμβόλαιο κατατέθηκε στη Δ.Ο.Υ. … την 4-1-2010. Η εκκαλούσα την 20-12-2009, συγχρόνως με την υπογραφή της μισθωτικής συμβάσεως, κατέβαλε το ποσό των 3.000 ευρώ ως ετήσιο μίσθωμα και ένα έτος μετά, ήτοι την 20-12-2010 κατέβαλε το ποσό των 3.000 ευρώ ως ετήσιο μίσθωμα για το δεύτερο έτος. Μετά από τις ανωτέρω καταβολές, έλαβε χώρα προφορική μείωση του ποσού του μισθώματος σε συμφωνία με τον εκμισθωτή, πατέρα του εφεσίβλητου, ώστε το μηνιαίο μίσθωμα να μειωθεί από το ποσό των 250 ευρώ στο ποσό των 100 ευρώ. Η μείωση αυτή έγινε λόγω της οικονομικής κρίσεως και λόγω της εφ' άπαξ καταβολής των μισθωμάτων σε ετήσια βάση. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής, η εκκαλούσα προκατέβαλε στον άνω εκμισθωτή στις 20-12-2011 ποσό 2.400 ευρώ ως μίσθωμα δύο ετών, ήτοι έως 19-12-2013, στις 20-12-2013 ποσό 2.400 ευρώ ως μίσθωμα δύο ετών, ήτοι έως 19-12-2015 και στις 23-10-2015 ποσό 3.000 ευρώ ως μίσθωμα τριάντα μηνών, ήτοι έως 19-6-2018, συν ποσό 1.700 ευρώ για να πληρωθεί ο λογαριασμός της ΔΕΗ του μισθίου, ο οποίος ήταν στο όνομα του εκμισθωτή". Με βάση δε τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, κατέληξε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι συμφωνήθηκε η παράταση της διάρκειας της μισθώσεως και προκαταβλήθηκε το αντίστοιχο μίσθωμα έως 19-6-2018 και μετά ταύτα, γενομένων δεκτών ως βάσιμων και από ουσιαστική άποψη των ενστάσεων της εκκαλούσας, που πρόβαλε παραδεκτά το πρώτον (λόγω της ερημοδικίας της πρωτοδίκως) με τους λόγους εφέσεώς της και με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συζητήσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, περί εξοφλήσεως των οφειλομένων μισθωμάτων και περί καταχρηστικής καταγγελίας της μισθώσεως, και απορριφθείσης ως ουσία αβάσιμης της ενστάσεως πλαστότητας των αποδείξεων που πρότεινε ο εφεσίβλητος δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή.
Κατά το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 159 § 2, 164 και 361 ΑΚ συνάγεται ότι, αν η σύμβαση μισθώσεως κατοικίας, η οποία σύμφωνα με το νόμο δεν υπόκειται σε έγγραφο τύπο, καταρτιστεί εγγράφως και συμφωνηθεί ότι κάθε τροποποίησή της θα γίνει εγγράφως, μπορεί, παρά τη συμφωνία αυτή, να τροποποιηθεί με νεότερη προφορική, ακόμη και σιωπηρή συμφωνία, διότι η νεότερη αυτή συμφωνία καταργεί την αρχική συμφωνία για έγγραφη τροποποίηση (ΑΠ 875/2015, ΑΠ 2162/ 2013). Σε αυτή την περίπτωση, η σιωπηρή αναμίσθωση είναι δυνατή και σε περίπτωση που απαγορεύεται με ρητό όρο στο μισθωτήριο. Και αυτό διότι ο όρος αυτός μπορεί να θεωρηθεί ότι τροποποιήθηκε με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ διότι, α) παραβίασε το άρθρο 159 § 2 ΑΚ σε συνδ. με το άρθρο 2 § 1 ν. 1703/1987, δεχόμενη ότι στην επίδικη περίπτωση έγινε και είναι νόμιμη και επιτρεπτή η τροποποίηση της μισθωτικής συμφωνίας με προφορική συμφωνία, αν και είχε συμφωνηθεί εγγράφως με το από 20-12-2009 μισθωτήριο ότι απαγορεύεται η σιωπηρή αναμίσθωση και κάθε τροποποίηση του μισθωτηρίου και οι συμφωνίες αυτές θα αποδεικνύονται μόνο γραπτά. Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω α' τμήμα του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προειπώθηκε, η σύμβαση μισθώσεως κατοικίας, αν καταρτιστεί εγγράφως και συμφωνηθεί ότι κάθε τροποποίησή της θα γίνει εγγράφως, μπορεί, παρά τη συμφωνία αυτή, να τροποποιηθεί με νεότερη προφορική, ακόμη και σιωπηρή συμφωνία, διότι η νεότερη αυτή συμφωνία καταργεί την αρχική συμφωνία για έγγραφη τροποποίηση. β) Κατά την έρευνα της ενστάσεως αυτού περί πλαστότητας των προσκομισθεισών από την εκκαλούσα αποδείξεων και προς απόκρουση του αποδεικτικού (προς επίρρωση της πλαστότητας) ισχυρισμού του ότι κατά τη συζήτηση της κατ' άρθρο 912 ΚΠολΔ αιτήσεως αναστολής της απόδοσης της χρήσεως του μισθίου, η Ειρηνοδίκης Αθηνών κατέσχεσε τις αποδείξεις ως πλαστές και τις απέστειλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, εσφαλμένα απέρριψε αυτόν, κατ' επίκληση της διαδικασίας του άρθρου 465 ΚΠολΔ με το σκεπτικό ότι "...από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ότι η ειρηνοδίκης ενώπιον της οποίας συζητήθηκε η αίτηση αναστολής εξέδωσε οιαδήποτε απόφαση η οποία κηρύσσει τα έγγραφα ως πλαστά, αλλά συνέταξε μόνο μία έκθεση διαβιβάσεως των ισχυρισμών των διαδίκων προς την εισαγγελία για τις δικές της ενέργειες...", αφού από την αρμόδια Ειρηνοδίκη εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 37 και 38 ΚΠοινΔ. Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω β' τμήμα του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι με τις παραπάνω αιτιάσεις ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ούτε άλλωστε παραβιάστηκε τέτοιος κανόνας, η επικαλούμενη δε παραβίαση του άρθρ. 465 ΚΠολΔ δε συνιστά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλά δικονομικού και επομένως δεν εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ. Και γ) εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 178 § 1 και 183 ΚΠολΔ επιδικάζοντας σε βάρος του ως ηττηθείς εφεσίβλητος τη δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας την οποία όρισε σε τριακόσια (300) ευρώ, ενώ έπρεπε εφαρμόζοντας ορθά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, να μην τον καταδικάσει στη δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αφού η αντίδικός του δεν εμφανίστηκε αλλά δικάστηκε ερήμην. Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω γ' τμήμα του, που κατ' ορθή εκτίμηση θεμελιώνεται στο άρθρ. 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αφού το Δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε κατά τον αναιρεσείοντα (και όχι στο άρθρο 560 αρ. 1 που επικαλείται ο αναιρεσείων), αντίστοιχος δε λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρ. 560 ΚΠολΔ και συνεπώς είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το ορισθέν ποσό της δικαστικής δαπάνης, πράγματι επεβλήθησαν σε βάρος του εφεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας και η αναφορά των δύο βαθμών δικαιοδοσίας είναι από προφανή παραδρομή.
Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο τρίτο ν. 4335/23-7-2015 και ισχύει για τα κατατιθέμενα μετά την 1-1-2016 ένδικα μέσα, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα: α) κατά την κρίση περί του ύψους του μισθώματος του επίδικου μισθίου σε 100 ευρώ μηνιαίως από την 20-12-2011 έως 19-6-2018, έλαβε υπόψη ότι η κατασκευή του υπογείου είναι παράνομη αν και δεν προτάθηκε και δεν έλαβε υπόψη ότι το μίσθιο είναι 121 τ.μ. αν και αναφέρεται σ' αυτό, β) ως προς τη μη πληρωμή μισθωμάτων και λογαριασμών δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό του ότι η αντίδικος αυτού δεν πλήρωσε οφειλές στην ΕΥΔΑΠ, ενώ εσφαλμένα δέχθηκε, σύμφωνα με τις αποδείξεις που προσκόμισε, ότι ο λογαριασμός της ΔΕΗ πληρωνόταν κανονικά. Τα παραπάνω δεν συνιστούν "πράγματα", όπως προσδιορίστηκαν στη μείζονα σκέψη, αλλά στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση του αναιρεσείοντος ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των επικαλούμενων αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών του και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους του προσέγγιση, που εκτιμά διαφορετικά το αποδεικτικό αυτό υλικό, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, το οποίο επίσης προστέθηκε με το άρθρο τρίτο ν. 4335/23-7-2015 και ισχύει για τα κατατιθέμενα μετά την 1-1-2016 ένδικα μέσα, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολομ.ΑΠ 24/1992, Ολομ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, διότι δεν έχει νόμιμη βάση και έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιφάσκει δεχόμενη τα περί υπάρξεως συμφωνίας παράτασης της μίσθωσης, έναντι της αγωγής που στηρίζεται στο άρθρο 609 ΑΚ, ότι δεν προσδιορίζει πότε έγινε η συμφωνία αυτή, μεταξύ ποίων και το περιεχόμενό της, ότι αποδέχεται την καταγγελία ως καταχρηστική με μόνο την εξόφληση χωρίς να αναφέρει και τα λοιπά στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 281 ΑΚ, ότι στερείται αιτιολογίας επιδικάζοντας σε βάρος του τη δικαστική δαπάνη όπως παραπάνω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεχθείσα ότι η αντίδικός του δεν είχε οφειλές σε ΕΥΔΑΠ και ΔΕΗ, δεν έλαβε υπόψη της τα έγγραφα που προσκόμισε που αποδεικνύουν το αντίθετο, ότι η απόφαση δεχόμενη ότι οι επίδικες αποδείξεις είναι γνήσιες παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη φυσιολογική συμπεριφορά του μέσου ανθρώπου, αν και είχε τη δυνατότητα να διατάξει το ίδιο γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, ότι για τον προσδιορισμό του μισθώματος σε 100 ευρώ μηνιαίως αυθαίρετα δέχθηκε ότι η οικοδομή έχει υπόγειο που χρησιμοποιείται παράνομα ως κατοικία ενώ πρόκειται για νόμιμο ημιυπόγειο με αποθήκη, το χαμηλό δε αυτό ύψος του μισθώματος, με βάση την πραγματική κατάσταση, την έκταση και τη θέση του μισθίου αντιβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι αντιφατικά δέχεται και παράταση της μίσθωσης με προφορική συμφωνία με καταβολή μισθωμάτων και καταχρηστικότητα της καταγγελίας και ότι έσφαλε δεχόμενη ότι από το ποσό των 4.700 ευρώ που του κατέβαλε με έμβασμα η μισθώτρια στις 23-10-2015 το ποσό των 1.700 ευρώ κατεβλήθη για οφειλές σε ΔΕΗ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, κατ' αρχάς διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν πρόκειται για μίσθωση αορίστου χρόνου (ΑΚ 608 § 2) όπως ισχυριζόταν ο αναιρεσείων στην αγωγή του, αλλά, όπως ειδικά και ορισμένα προσδιορίζει, παραθέτοντας το χρόνο, τους αντισυμβαλλόμενους και το περιεχόμενο αυτής, για μίσθωση ορισμένου χρόνου, η οποία λήγει μόλις περάσει αυτός ο χρόνος, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο (ΑΚ 608 § 1). Καθό μέρος αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, περί της αβασιμότητας αυτού ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν. Όσον αφορά την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ο λόγος είναι απαράδεκτος αφού αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 657/2017). Και κατά τα λοιπά, διότι αναφέρεται στα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 465/1988). Μετά ταύτα και ο εν λόγω τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-9-2017 και με αριθμό καταθέσεως ...096/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7535/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή