Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1938 / 2017    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1938/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Σπανό με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καλλία και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2011 ανακοπή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20115/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1883/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4/7/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 62 Κ.Πολ.Δ "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι". Συμφωνά με τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να κριθεί αν μία αλλοδαπή εταιρεία έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και την ικανότητα για λόγο αυτό, ως νομικό πρόσωπο να είναι διάδικος, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της διάταξης που αναφέρθηκε, θα πρέπει να έχει την ικανότητα αυτή κατά τη διάταξη του ιδιωτικού δικαίου της χώρας στην οποία έχει την έδρα της και δη την πραγματική έδρα, όπου δηλαδή ασκείται η διοίκησή της, και όχι αυτήν που προβλέπεται στο καταστατικό της [ΟλΑΠ 2/2003, Α.Π 1390/2001].Προκειμένου όμως να κριθεί αν η αλλοδαπή εταιρεία, μολονότι κατά το δίκαιο της έδρας της δεν έχει νομική προσωπικότητα, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος, τότε, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 62 ΚΠολΔ, που εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του πρώτου εδαφίου της, δεν θα ερευνηθεί αν και κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία έχει την έδρα της έχει τέτοια ικανότητα, αλλά εφόσον η δίκη διεξάγεται ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, η αλλοδαπή εταιρεία, ως ένωση προσώπων, έχει αυτή την ικανότητα ευθέως από τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της διάταξης αυτής, η οποία, εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1309/1991. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 64 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, οι πιο πάνω ενώσεις προσώπων και οι εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα, παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεων τους. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς αυτήν του άρθρου 951 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ, η οποία ορίζει ότι, όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2, η αναγκαστική εκτέλεση (για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων), γίνεται στην κοινή περιουσία τους, προκύπτει ότι οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ενώσεις νομικών ή και φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ’ εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 Κ.Πολ.Δ, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκολύνσεως των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους. Εφόσον δε απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω εταιρείες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ’ ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, χωρίς να είναι αναγκαία η αναγραφή στην αγωγή των ονομάτων των φυσικών προσώπων που απαρτίζουν τη σωματειακή ή την εταιρική ένωση αλλ’ αρκεί η μνεία της επωνυμία των ενώσεων αυτών (ΑΠ 595/2010, ΑΠ 25/2001, ΑΠ 961/1983). Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις και εταιρείες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσεως της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσεως είναι τα κατ’ ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσεως της δίκης ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη, σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και, τέλος, καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία, όμως, δεν απορρέει από καμία διάταξη του Κ.Πολ.Δ.(Ολ.ΑΠ 14/2007).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008).
Με τον πρώτο [κατ’ αμφότερα τα σκέλη] λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α)κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, διατάξεις του άρθρου 62 ΚΠολΔ δεν απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη, της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ικανότητας διαδίκου και επομένως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των, από τη στερουμένη νομικής προσωπικότητας αναιρεσίβλητη ανακόπτουσα υποβληθείσα, προς έκδοση διαταγής πληρωμής, αίτηση με την εσφαλμένη (κατά την προβαλλόμενη αιτίαση) παραδοχή ότι "η καθης η ανακοπή (αναιρεσίβλητη) ως ένωση προσώπων και χωρίς νομική προσωπικότητα έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και να παρίσταται ενώπιον του Ελληνικών Δικαστηρίων ευθέως από τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 62 ΚΠολΔ και β)παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του δικογράφου της παραπάνω αίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής απορρέουσα από την παράλειψη αναφοράς σ’ αυτό (δικόγραφο) των απαιτουμένων για την πληρότητά του ονοματεπωνύμων που απαρτίζουν την αιτούσα ως άνω ένωση φυσικών προσώπων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ αμφοτέρα τα σκέλη του και ειδικότερα ως προς μεν το προσβαλλόμενο με την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση πρώτο σκέλος ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αιτήσασα την έκδοση της ενδίκου διαταγής πληρωμής αναιρεσίβλητη εταιρεία διέθετε και χωρίς την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας, την από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 62 ΚΠολΔ παρεχόμενη ικανότητα να είναι διάδικος, ως ένωση προσώπων [μη αμφισβητηθείσα από τις ανακόπτουσες, κατά τη μη προσβαλλόμενη σχετικώς ρητή παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως] όπως κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της σχετικής διατάξεως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως προς δε το προσβαλλομένο με την από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αιτίαση δεύτερο σκέλος του ενόψει του ότι κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου που ασκείται από μη κεκτημένη νομική προσωπικότητα αλλά έχουσα την ικανότητα δικαίου ένωση προσώπων η αναγραφή των απαρτιζόντων αυτή (ένωση) φυσικών προσώπων αρκούσης προς τούτο της μνείας της επωνυμίας αυτής. Γίνεται δεκτό ότι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ν Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιάς απ’ αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 25/1994, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 320/2008). Κατ’ ακολουθία αυτών η περαιτέρω δια του ως άνω, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγου προβαλλομένη από της αναιρεσείουσας αιτίαση με την επίκληση της, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 62 ΚΠολΔ απόρριψη του, πρώτου λόγου της ανακοπής περί ελλείψεως της ικανότητος διαδίκου της αιτήσασας την έκδοση της ενδίκου διαταγής πληρωμής αναιρεσιβλήτου απορρέουσα από τη μη αναγνώριση από την Ελληνική Δημοκρατία του Κράτους (Κόσσοβο) της πραγματικής έδρας αυτής (αιτούσας) κρίνεται απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλομένη καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το απορριπτικό του προταθέντος πρώτου λόγου σκεπτικό αυτής, θεμελιούμενο στις επάλληλες αιτιολογίες της συνδρομής στο πρόσωπό της αιτούσας - αναιρεσιβλήτου της ικανότητος διαδίκου σύμφωνα τόσο με το άρθρο 62 παρ.1 εδαφ.α’ ΚΠολΔ (ύπαρξη νομικής προσωπικότητος ανεξάρτητα από την αναγνώριση του Κοσσόβου) όσο και με το άρθρο 62 παρ.1β ΚΠολΔ [ένωση προσώπων επιδιώκουσα ....] επαρκώς στηρίζει η αιτιολογία που αναφέρεται στη συνδρομή της ικανότητος διαδίκου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 εδαφ.β’ ΚΠολΔ η προσβολή της οποίας κρίθηκε αβάσιμη κατά τα ανωτέρω. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ο απ’ αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και επομένως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων αλλά απέρριψε την αγωγή, την ένσταση και γενικά τον προβληθέντα ισχυρισμό προς απόδειξη ή αντίκρουση των οποίων αυτά (αποδεικτικά μέσα) προσκομίσθηκαν, ως αόριστο, μη νόμιμο ή αβάσιμο (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1546/05 ΑΠ 1665/2005, ΑΠ 1809/2007). Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα απ’ αυτές προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητος του δια της ενδίκου ανακοπής τους [κατά της .../2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτ.Θεσσαλονίκης] προβληθέντος και με την προσβαλλομένη απόφαση ως αορίστου απορριφθέντος λόγου (ενστάσεως) ακυρότητος "της συμβατικής παροχής εγγύησης που δόθηκε από την "... Α.Ε." (β’ αναιρεσείουσα) υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας "... Α.Ε." (α’ αναιρεσείουσα) για την οφειλή της τελευταίας προς την καθής (αναιρεσίβλητη), η οποία αναγνωρίστηκε με το από 22-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό...." μετ’ επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα και λεπτομερώς στο αναιρετήριο αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον, κατά την προβαλλομένη αιτίαση, ο λόγος της ανακοπής, προς απόδειξη του οποίου αυτά είχαν προσκομισθεί, απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως αόριστος, γεγονός που καθιστά ανεπίτρεπτη την ίδρυση του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση, όπου καθορίζονται στο αναιρετήριο. Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτιάσεως, συνισταμένης στην, παρά το νόμο, μη κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου λόγω αοριστίας, απορρέουσας από τη μη εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αποδιδομένης στους εναγομένους αδικοπρακτικής συμπεριφοράς πραγματικών περιστατικών απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, β) οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου και γ) επίκληση ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο εφετείο με λόγο εφέσεως (ΑΠ 765/2008, ΑΠ 851/2017).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος [κατά το δεύτερο σκέλος του] λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον τρίτο λόγο της ασκηθείσας απ’ αυτές ανακοπής κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής "παρόλο που δεν συνέτρεχε ζήτημα αοριστίας του επιμάχου λόγου διότι σαφώς παρουσιαζόταν στο δικόγραφο της ανακοπής τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη βασιμότητά του....". Κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της επικλήσεως της εκ των απαιτουμένων για την πληρότητα της προβαλλομένης (από το αρθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ) αιτιάσεως αναφοράς του ακριβούς, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, περιεχομένου του δικογράφου της ανακοπής το οποίο ούτε καν περιληπτικώς διατυπώνεται στο αναιρετήριο δικόγραφο αλλά επιχειρείται, ανεπιτρέπτως η συμπλήρωσή (λόγου) δια της παραπομπής σε έγγραφο εκτός του αναιρετηρίου. (Ολ.ΑΠ 32/1996 ΑΠ 2100/2007).
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 4-7-16 και με αριθμ.καταθ....2016] αίτηση αναίρεσης της 1883/2015 τελεσίδικου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή