Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 2026 / 2022    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 2026/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." (….), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ….. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ….. Εκδόθηκαν η ... οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από ... (υπ' αριθμ. καταθ....) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. ... αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ……. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά τον νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη δεδικασμένου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1368/2021, 81/2020, 1311/2018, 1257/2013). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 και 5 και 19 παρ. 1β του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού του …... (……), που εκδόθηκε κατά το άρθρο 3 του Ν. 34/1943, εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ……. απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 215/1943) και έχει ισχύ νόμου (ΑΠ 1126/1993), όπως αυτές ισχύουν κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "…….." (…..), έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού του ….. (…..) τις αποδοχές του προσωπικού της γενικά και ειδικότερα όσων εξέρχονται της υπηρεσίας λόγω συνταξιοδοτήσεως για τον καθορισμό από το ….., με βάση τις γνωστοποιούμενες αποδοχές και άλλες προϋποθέσεις, του ύψους των συντάξεων που αυτό χορηγεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (…..) έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί στον παραπάνω ασφαλιστικό φορέα και κάθε μισθολογική μεταβολή, που αναγνωρίζεται στους μισθωτούς της μετά την συνταξιοδότηση τους, για την ανάλογη αναπροσαρμογή των συντάξεων τους. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν υπάρχει υποχρέωση από το νόμο προς πράξη και ο υπόχρεος παραλείψει αυτήν υπαιτίως, υποχρεούται σε αποζημίωση εκείνου που ζημιώθηκε συνεπεία της παραλείψεως. Τέλος, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο υποχρεούται σε αποζημίωση για την ζημία από την παράλειψη των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί σ' αυτά και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 1612/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια, ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ' αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη απόφαση, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, ασχέτως αν μεταβάλλεται απλά η δικονομική θέση, π.χ ο αρχικώς ενάγων γίνεται εναγόμενος σε αντίθετη αρνητική αγωγή. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση και ένσταση συμψηφισμού. "Εννομη σχέση" κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα, και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες (ΑΠ 294/2016, 909/2014).
Συνεπώς, καταλαμβάνεται με δεδικασμένο όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, αλλά και η δικαιολογητική σχέση, ήτοι η έννομη σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί (ΑΠ 182/2016, 904/2015).
Συνεπώς, δεδικασμένο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, απαιτείται όμως για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου (και) η ταυτότητα της νομικής αιτίας, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως προς τον κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η νέα αγωγή (ΟλΑΠ 3/2003, 12/2002). Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (Ολ.ΑΠ 10/2002, ΑΠ 960/2015, 61/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη από την εναγόμενη στις ... με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ότι έκτοτε μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του οικονομικού προσωπικού και ότι απολύθηκε στις ……, φέροντας το βαθμό ….. και έχοντας εξαντλήσει τη βαθμολογική ιεραρχία της κατηγορίας του. Ότι το ΔΣ της εναγόμενης, κατά τη με αριθμό …… συνεδρίαση του, ενέκρινε τη σύσταση αυτοτελούς υπηρεσίας με την ονομασία "Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου", με δικό της οργανόγραμμα και Κανονισμό Εσωτερικού Ελέγχου, την οποία υπήγαγε απευθείας στο Διευθύνοντα Σύμβουλο. Ότι κατά το άρθρο 5 παρ. 3,1 του Κανονισμού Εσωτερικού Ελέγχου της εναγόμενης, που εγκρίθηκε ως ειδικότερα εκτίθεται, οι Εσωτερικοί Ελεγκτές, λαμβάνουν ελεγκτικό επίδομα, το ύψος του οποίου είχε ορισθεί σε ποσοστό επί των τακτικών αποδοχών των Ελεγκτών, ως ακολούθως: α) Προϊστάμενος Ελεγκτής 60%, β) Επικεφαλής Ελεγκτής 50%, γ) Υπεύθυνοι Ομάδων Ελεγκτές 40%, δ) Γενικοί Ελεγκτές 40% και ε) Έκτακτοι Ελεγκτές 40%, ενώ από 1-1-2006 το επίδομα που λαμβάνουν οι Εσωτερικοί Ελεγκτές υπολογίζεται ως προς το ύψος του σε ποσοστό 68% επί του ποσού του ελεγκτικού επιδόματος που λάμβανε ο Επικεφαλής Εσωτερικού Ελεγκτή. Ότι το Δ. Σ. της εναγομένης κατά την ως άνω 2468/1-8-1996 συνεδρίασή του διευκρίνισε ότι το ελεγκτικό επίδομα είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές και ο Οργανισμός επιφυλάσσει στον εαυτό του ρητά το δικαίωμα ανακλήσεως του. Δεν υπολογίζεται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και στο επίδομα αδείας. Χορηγείται αποκλειστικά και συνδέεται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων των Ελεγκτών και για κάθε ημέρα απουσίας για οποιαδήποτε λόγο ή αποχή δικαιούχου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα περικόπτεται το 1/30 του επιδόματος αυτού. Όμως με την υπ' αριθμ. ... απόφαση της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου ….. αποφασίστηκε η μη περικοπή του ελεγκτικού επιδόματος κατά τη διάρκεια της κανονικής αδείας των εσωτερικών ελεγκτών από την κανονική άδεια του έτους 2003 και εφεξής. Ότι από το έτος 1995 προσλήφθηκε μετά από προκήρυξη στην Υπηρεσιακή Λειτουργία Εσωτερικού Ελέγχου ως Ελεγκτής Εσωτερικού Ελέγχου και από 1-1-1996 έως την απόλυση του ... εκτελούσε έργα Εσωτερικού Ελέγχου ως Εσωτερικός Ελεγκτής και ελάμβανε τακτικώς και ανελλιπώς από της· τοποθετήσεως του (1-1-1996) στον Εσωτερικό Έλεγχο μέχρι της απολύσεως του (...) το εκάστοτε καταβαλλόμενο ελεγκτικό επίδομα και το οποίο από 1-1-2006 έως ... ανήρχετο στο ποσόν των 1.239,13 ευρώ μηνιαίως. Ότι επομένως το ελεγκτικό επίδομα λάμβανε ως αντάλλαγμα των εξειδικευμένων υπηρεσιών που παρείχε στην εναγομένη με την τακτικότητα που ελάμβανε και τον μηνιαίο μισθό του και για το λόγο τούτο αποτελεί μισθό και ως εκ τούτου περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές και είναι συνυπολογιστέο στις αποδοχές των επιδομάτων εορτών και αδείας, των αποδοχών κανονικής αδείας, καθώς και στην πρόσθετη λόγω πρόωρης απολύσεως αποζημίωση των εννέα μισθών που έλαβε σύμφωνα με τον όρο 6 της από ... …... Ότι λόγω της αρνήσεως της εναγομένης να θεωρήσει το ως άνω ελεγκτικό επίδομα και να το συνυπολογίσει για το χρονικό διάστημα από ... έως ... στις αποδοχές των επιδομάτων εορτών και αδείας στις αποδοχές κανονικής αδείας, ήτοι για 2 μηνιαίες αναλογίες κάθε έτους, καθώς και στην πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μισθών λόγω πρόωρης απολύσεως είχε ασκήσει κατά της εναγομένης την από 30-11-2006 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το επίδικο Ελεγκτικό Επίδομα αποτελεί τακτικές αποδοχές και είναι συνυπολογιστέο στα επιδόματα εορτών και αδείας, στις αποδοχές κανονικής αδείας και στην πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μισθών που δικαιούταν βάσει του όρου 6 της από ... .... Ότι επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6524/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, με την οποία κρίθηκε ότι το επίδικο επίδομα αποτελεί τακτικές αποδοχές και για το λόγο τούτο συνυπολογίζεται στις αποδοχές των επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς και στην πρόσθετη αποζημίωση που χορηγούταν σε όλο το απολυόμενο προσωπικό δυνάμει του όρου 6 της από ... .... Ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι το επίδικο ελεγκτικό επίδομα αποτελεί τακτικές αποδοχές και για το λόγο τούτο είναι συνυπολογιστέο στις εφάπαξ χορηγίες και τη σύνταξη που χορηγούνται από το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού …. (και νυν ….). Ότι ως υπάλληλος της εναγομένης ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο Αρωγής Προσωπικού …. που ιδρύθηκε με το υπ' αριθμ. ….. (ΦΕΚ 502Α). Ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 196/1996 προκειμένου να δημιουργηθούν πόροι του Ταμείου Αρωγής κάθε υπάλληλος του ….. υπόκειται σε εισφορά επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών στις οποίες περιλαμβάνονται και τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, ενώ το ύψος των εισφορών ανήρχετο σε ποσοστό 2% από το έτος 1963 που ιδρύθηκε το Ταμείο Αρωγής, σε ποσοστό 3% από 1-11-1978 και σε ποσοστό 4% από 11-7-1996 ημερομηνία ενάρξεως του Π.Δ. 196/1996. Ότι μετά την απόλυση κάθε υπαλλήλου ο εργοδότης ΟΤΕ διαβιβάζει έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Μητρώων & Παροχών προς το Ταμείο Αρωγής και ήδη ….. με το οποίο γνωστοποιεί στον ασφαλιστικό φορέα το χρόνο της συνολικής υπηρεσίας και τις λαμβανόμενες τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται οι δικαιούμενες από τον υπάλληλο παροχές τόσον για τη σύνταξη όσον και για τις εφάπαξ χορηγίες. Ότι η εναγομένη ….. διαβίβασε στο Ταμείο Αρωγής Προσωπικού ….και ήδη …. το υπ' αριθμ. …. έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Μητρώων και Παροχών με το οποίο βεβαιώνει ότι είχε προσληφθεί από ... και απολύθηκε στις ..., ήτοι συνολικό χρόνο ασφάλισης 33 έτη, 6 μήνες, 0 ημέρες και ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσόν των 3.029,44 ευρώ και οι ετήσιες τακτικές αποδοχές του μετά επιδομάτων εορτών και αδείας στο ποσόν 45.207,56 ευρώ, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 978/1-3-2007 έγγραφο του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού - ΟΤΕ. Ότι σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1 του Π.Δ. 196/1996 η κάθε μονάδα χορηγίας ισούται με το 1/12 των ετήσιων τακτικών αποδοχών στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αποδοχές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος κανονικής αδείας. Ότι το ύψος των χορηγιών εξαρτάται από το συνολικό χρόνο υπηρεσίας πολλαπλασιαζόμενο με τους συντελεστές που ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 1 του Π.Δ. 196/1996. Ότι ο ασφαλιστικός του φορέας δέχθηκε ότι έπρεπε να λάβει 12 δώδεκα χορηγίες ως εφάπαξ αποζημίωση και ορθά του χορήγησε το ποσόν των 45.207,56 ευρώ που αποτελούν τις ετήσιες τακτικές αποδοχές του κατά την εσφαλμένη άποψη της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, και την εσφαλμένη γνωστοποίηση στον ασφαλιστικό του φορέα ως προς το ύψος των τακτικών αποδοχών του, του σφάλματός της συνισταμένου στο γεγονός ότι στις τακτικές του αποδοχές δεν συμπεριέλαβε τις λαμβανόμενες αποδοχές από το ελεγκτικό επίδομα. Ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία παράνομα και καταχρηστικά όταν διαβίβασε τις τακτικές του αποδοχές στον ασφαλιστικό του φορέα παρέλειψε να συμπεριλάβει το επίδομα εσωτερικού ελέγχου και εξ αυτής της παράλειψης υπέστη ζημία. Ειδικότερα ότι από- 1-1-1996 έως την ... που απολύθηκε υπηρετούσε στην ειδική Υπηρεσιακή Λειτουργία του Εσωτερικού Ελέγχου και για τις εξειδικευμένες υπηρεσίες του ελάμβανε τακτικώς και ανελλιπώς κάθε μήνα το αναφερόμενο επίδομα εσωτερικού ελέγχου το οποίο κρίθηκε αμετακλήτως ως προς αυτόν ότι αποτελεί τακτικές αποδοχές. Ότι με δεδομένο ότι το λαμβανόμενο ελεγκτικό επίδομα ανερχόταν στο ποσό των 1.239,13 ευρώ μηνιαίως και ετησίως μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας σε 17.347,82 ευρώ και η κάθε δικαιούμενη χορηγία στο ένα δωδέκατο 1/12 των ετήσιων αποδοχών ήτοι σε 1445,65 ευρώ και με δεδομένο ότι δικαιούταν δώδεκα χορηγίες, από υπαιτιότητα της εναγομένης ζημιώθηκε με το ποσό των 17.347,80 ευρώ. Ότι κατά το άρθρο 3 του Π.Δ, 35/1988 ως προς τη σύνταξη των απολυόμενων υπαλλήλων του ΟΤΕ, η ανώτατη σύνταξη σε ποσοστό σύνταξης που παρέχεται μετά από 30 ή περισσότερα χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας ανέρχεται σε ποσοστό 20% των συντάξιμων αποδοχών. Το ποσό που προκύπτει από τον παραπάνω υπολογισμό μειώνεται κατά το 1/30 για κάθε χρόνο που υπολείπεται από τα 30 χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας. Ότι βάσει των υπηρεσιακών στοιχείων που διαβιβάσθηκαν η εναγομένη αναγνώρισε ως συντάξιμες αποδοχές 2.862,19 ευρώ και ως δικαιούμενο ποσοστό συντάξεως 18,66% και επομένως εάν η εναγομένη στο ανωτέρω έγγραφο της που διαβίβασε στο Ταμείο Αρωγής Προσωπικού …. και νυν ….. είχε συμπεριλάβει στις τακτικές του αποδοχές του τελευταίου πριν την απόλυση του μήνα και το ποσό του ελεγκτικού επιδόματος που αποτελεί τακτικές αποδοχές, η σύνταξη του θα ήταν αυξημένη κατά ποσοστό 18,66% επί του ποσού του ελεγκτικού επιδόματος. Ότι από την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης ζημιώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2014 πιθανής ημερομηνίας συζητήσεως της αγωγής με την δικαιούμενη αναλογία συντάξεως 18,66% επί του ποσού του ελεγκτικού επιδόματος. Ότι με δεδομένο ότι το ποσό του ελεγκτικού επιδόματος ανερχόταν σε 1.239,13 ευρώ, η απονεμηθείσα σε αυτόν σύνταξη θα ήταν αυξημένη κατά το παρακάτω ποσό των 231,22 ευρώ ως αναλογία στη μηνιαία σύνταξη. Ότι συνεπώς η εναγομένη λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της τον εζημίωσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2014 ήτοι επί 98 μήνες στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αναλογίες επιδομάτων εορτών και αδείας με το ποσόν των 22.659 ευρώ. Ότι το ασφαλιστικό ταμείο του ….. απονέμει τις εφάπαξ χορηγίες και συντάξεις στους απολυόμενους υπαλλήλους του ΟΤΕ ανάλογα με τις τακτικές αποδοχές που του διαβιβάζει ο εργοδότης με σχετική βεβαίωση του δεσμευτικής για το Ταμείο. Ότι εάν η εναγομένη είχε θεωρήσει το επίδικο ελεγκτικό επίδομα ως τακτικές αποδοχές και είχε διαβιβάσει στον ασφαλιστικό του φορέα τις νόμιμες τακτικές αποδοχές μετά βεβαιότητας θα είχε εισπράξει τα παραπάνω ποσά ως διαφορές εφάπαξ χορηγιών και συντάξεων. Ότι επομένως υπαίτια της παραπάνω ζημίας του είναι η εναγομένη η οποία παρανόμως δεν διαβίβασε στο Ταμείο Αρωγής Προσωπικού ….και νυν …. το σύνολο των τακτικών αποδοχών του. Ότι εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης η ζημία του ανέρχεται στο ποσό των 17.347,80 ευρώ από τις εφάπαξ χορηγίες και στο ποσό των 22.659,56 ευρώ από διαφορές συντάξεων. Με βάση το περιεχόμενο αυτό, επικαλούμενος το δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερθείσα 6524/2009 απόφαση του Εφετείου ….. ως προς το ζήτημα ότι το ελεγκτικό επίδομα συγκαταλέγεται στις τακτικές αποδοχές που ο ίδιος λάμβανε κατά τον χρόνο της απόλυσής του, ζήτησε να του επιδικαστούν, κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά ένα μέρος αναγνωριστικά τα πιο πάνω ποσά, νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός από εκείνο που κάθε μηνιαία απαίτηση κατέστη απαιτητή. Η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ύστερα δε από την από 3-1-2020 έφεση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. ... απόφαση, με την οποία το Εφετείο, έκρινε ότι το ελεγκτικό επίδομα δεν συμπεριλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές και αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κρατώντας προς εκδίκαση την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Όμως, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αγωγής και προτάσεων ενώπιον του Εφετείου του αναιρεσείοντος), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, τόσο με την ένδικη αγωγή του, όσο και με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, επικαλέσθηκε και προσκόμισε την υπ' αριθμ. …. απόφαση του Εφετείου …., καθώς και το υπ' αριθμ. πρωτ. …… πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου ….., ο οποίος πιστοποιεί ότι δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της ως άνω αποφάσεως, ισχυριζόμενος ότι από την απόφαση αυτή προκύπτει δεδικασμένο, για την υπό κρίση διαφορά, ως προς το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι το ένδικο ελεγκτικό επίδομα αποτελεί τακτικές αποδοχές και λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της συντάξεως. Κατά το περιεχόμενο της παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου, ελεγχόμενης υπ' αριθμ. …… αποφάσεως του Εφετείου ….., που εκδόθηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων (αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου), ο αναιρεσείων, με την από 30-11-2006 αγωγή του κατά της αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενος ότι η αναιρεσίβλητος -εναγομένη ανώνυμη εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από ... έως ..., δεν υπολόγισε τα επιδόματα εορτών, το επίδομα και αποδοχές αδείας και την πρόσθετη λόγω απολύσεως αποζημίωση, με βάση τις τακτικές αποδοχές του, προσαυξημένες κατά το ελεγκτικό επίδομα που λάμβανε, λόγω του ελεγκτικού έργου που εκτελούσε και ανερχόταν σε ποσοστό 40% επί του τακτικού μισθού του, ζήτησε την επιδίκαση των αναφερομένων ποσών για διαφορές επιδομάτων εορτών, επιδόματος και αποδοχών αδείας για τα έτη 2001, 2002, 2003 και 2004, καθώς και πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης. Η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την υπ'αριθμ. …. απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Μετά την άσκηση της από 15-5-2008 έφεσης κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ….. απόφαση του Εφετείου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η αγωγή, έγινε δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδικάστηκαν στον ενάγοντα τα αιτούμενα ποσά. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, με την εμπεριεχόμενη σ' αυτή μείζονα σκέψη ότι ο χαρακτηρισμός μιας παροχής και ειδικότερα αν συνιστά ή όχι τακτικές αποδοχές γίνεται από το Δικαστήριο, ενώ ο χαρακτηρισμός τακτικών αποδοχών προσδίδεται και όταν ο εργοδότης διατήρησε μεν το δικαίωμα ανάκλησης και διακοπής των οικειοθελώς χορηγουμένων παροχών, πλην όμως δεν άσκησε αυτό μέχρι την απόλυση του εργαζομένου, στη συνέχεια δέχθηκε ότι η εκκαλούμενη που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, αφού δέχθηκε ότι η εναγομένη αφενός δεν συνυπολόγιζε όπως όφειλε το επίδομα αυτό για τον υπολογισμό των καταβαλλόμενων στον ενάγοντα επιδομάτων εορτών, αδείας και αποδοχών αδείας, αφετέρου δε ότι η εναγομένη έπρεπε να συνυπολογίσει και το ελεγκτικό επίδομα για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω απόλυσης-και επιδίκασε τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές. Η κρίση της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου (η οποία δεν αναφέρεται ρητώς, αλλά συνάγεται ως αναγκαία προϋπόθεση από την ενσωμάτωση του επιδόματος στις αξιούμενες μισθολογικές παροχές και σύμφωνα με τη μνεία της μείζονας σκέψης που περιελήφθη στην ανωτέρω απόφαση και τη μνεία στην απόφαση ότι η εναγομένη δεν συνυπολόγιζε "όπως όφειλε" το επίδομα αυτό για τον υπολογισμό των καταβαλλόμενων στον ενάγοντα επιδομάτων εορτών, αδείας και αποδοχών αδείας και ότι για τον υπολογισμό της αποζημίωσης έπρεπε να συνυπολογισθεί και το ελεγκτικό επίδομα) περί του ότι το ελεγκτικό επίδομα ως παροχή συνιστά τακτικές αποδοχές, στηρίζει το διατακτικό και ήταν αναγκαία ως προκείμενη του δικανικού συλλογισμού και επομένως μολονότι το αντικείμενο της προκείμενης δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πιο πάνω μείζονα σκέψη της παρούσας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 3.8.1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αφού έκτοτε μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του οικονομικού προσωπικού, έχοντας εξαντλήσει τη βαθμολογική ιεραρχία της κατηγορίας του, απολύθηκε στις …. με το βαθμό Ο/Α. Περαιτέρω το Δ.Σ της εναγομένης, κατά τη συνεδρίαση του στις …. ενέκρινε τη σύσταση αυτοτελούς υπηρεσίας με την ονομασία υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου, με δικό της οργανόγραμμα, κανονισμό εσωτερικού ελέγχου και ειδικό σύστημα αμοιβών, την οποία υπήγαγε απευθείας στο Διευθύνοντα Σύμβουλο. Ο ενάγων από το έτος 1996 και μετά από προκήρυξη στην υπηρεσιακή λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, επιλέχθηκε ως ελεγκτής στην ανωτέρω υπηρεσία εκτελώντας τα καθήκοντα του ελεγκτή μέχρι και την αποχώρηση του (16.6.2006), λαμβάνοντας κάθε μήνα σταθερά και μόνιμα το ελεγκτικό επίδομα, το οποίο προβλέπεται από τον κανονισμό εσωτερικού ελέγχου της εναγομένης και το οποίο από 1.1.2006 έως 16.6.2006 ανερχόταν στο ποσό των 1239,13 ευρώ. Ακολούθως με την απόφαση που έλαβε στην υπ' αριθμ. …. συνεδρίαση του το Δ.Σ της εναγομένης, εγκρίθηκε, μεταξύ άλλων, το Σύστημα Αμοιβών Ελεγκτών, που προβλέπει τη χορήγηση "ελεγκτικού επιδόματος" 60% επί των τακτικών αποδοχών στον Επικεφαλής της Υπηρεσίας, 50% επί των τακτικών αποδοχών στους Προϊσταμένους Ελεγκτές και 40% επί των τακτικών αποδοχών στους λοιπούς ελεγκτές. Περαιτέρω με την 2468/1.8.1996 όμοια απόφαση, ορίστηκε ρητά ότι το επίδομα αυτό είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές, δεν υπολογίζεται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και στο επίδομα αδείας, χορηγείται αποκλειστικά και συνδέεται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων των Ελεγκτών, ενώ ο Οργανισμός επιφυλάσσει στον εαυτό του ρητά το δικαίωμα ανακλήσεως του. Η επιφύλαξη ανάκλησης έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με την θέληση του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγηση της, ανεξάρτητα προς το αν παρατείνεται ή όχι για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής. Σε μια τέτοια περίπτωση η παροχή δεν είναι δυνατό να αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα, όπως εν προκειμένω". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στην κρίση, όπως προαναφέρθηκε, ότι το ελεγκτικό επίδομα που λάμβανε λόγω του ελεγκτικού έργου που εκτελούσε ο ενάγων, είναι οικειοθελής παροχή και δεν περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με τη βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του και να εκτιμήσει τον ως άνω, νομίμως προταθέντα τόσο πρωτοδίκως με την αγωγή, όσο και στο Εφετείο με τις προτάσεις, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου (ανεξαρτήτως εσφαλμένου ή μη) προκύπτοντος από την προαναφερθείσα τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ως προς το ουσιώδες ως άνω ζήτημα, ότι το ελεγκτικό επίδομα εμπίπτει στην έννοια των τακτικών αποδοχών. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και όχι και του αριθμού 16 του ίδιου άρθρου, όπως υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (Μονομελές Εφετείο ….), αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι η προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής την οποία επικαλείται και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τις προτάσεις της θα ερευνηθεί αρμοδίως στο κατά παραπομπή Δικαστήριο. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα αυτού, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …..

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία να πληρώσει στον αναιρεσείοντα για τα δικαστικά του έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή