Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1535 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Τύπος, Παραβίαση μυστικών της πολιτείας.




Περίληψη:
Παραβίαση μυστικών της πολιτείας (άρθρο 146 παρ. 1 ΠΚ) δια του τύπου, κατ’ εξακολούθηση. Έννοια και στοιχεία της πράξης. Αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου για την τελευταία χρονικώς των μερικότερων πράξεων και απόφανση να μη γίνει κατηγορία. Χρόνος παραγραφής αδικημάτων που τελούνται δια του τύπου. Οριστική παύση της ποινικής δίωξης για τις μερικότερες πράξεις για τις οποίες παρήλθε 18μηνο από την τέλεσή τους.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1535/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2 3. Χ3 4 Χ4 5 Χ5 6. Χ6 7 Χ7 8 Χ8 , 9. Χ9 10 Χ10 και 11. Χ11, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2439/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Νοεμβρίου 2007 έντεκα χωριστές αιτήσεις των, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1997/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 3/9-1-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αριθ. 273/23-11-2007, 270/23-11-2007, 272/23-11-2007, 280/23-11-2007, 277/23-11-2007, 276/23-11-2007, 275/23-11-2007, 274/23-11-2007, 271/23-11-2007, 278/23-11-2007, 279/23-11-2007, αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ6, Χ5, Χ11, Χ9, Χ2, Χ3, Χ10, Χ1, Χ7, Χ8 και Χ4 , κατά του υπ'αριθμ. 2439/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2743/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών που θα οριστεί αρμοδίως από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις 1) της παραβίασης μυστικών της Πολιτείας από κοινού και κατά μόνας, κατ'εξακολούθηση και άπαξ, τελεσθείσης δια του τύπου, 2) της κατασκοπείας από κοινού και κατά μόνας, κατ'εξακολούθηση και άπαξ τελεσθείσης δια του τύπου, και 3) της επεξεργασίας, μετάδοσης, ανακοίνωσης και εκμετάλλευσης προσωπικών δεδομένων, από τις οποίες προκλήθηκε κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια, από κοινού και κατά μόνας, κατ'εξακολούθηση και άπαξ, τελεσθείσης δια του τύπου. Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν οι αναιρεσείοντες εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε το ανωτέρω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο έγιναν τυπικά και κατ'ουσία εν μέρει δεκτές οι εφέσεις αυτές, μεταρρυθμίσθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα και παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών που θα ορισθεί αρμοδίως από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης μυστικών της πολιτείας από κοινού και κατά μόνας, κατ'εξακολούθηση και άπαξ, τελεσθείσης δια του τύπου (άρθρα 45, 98 και 146 § 1 Π.Κ.). Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στους κατηγορουμένους οι οποίοι άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης (άρθρα 473 § 1 και 474 § 1 Κ.Π.Δ. και άρθρο μόνο, παράγραφος 3 του Ν.2243/1994). Περιέχουν δε αυτές συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και ειδικότερα αυτόν της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα και δη της διατάξεως του άρθρου 146 § 1 του Π.Κ., ενώ κατά το λοιπό τους περιεχόμενο αναφέρονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου.
Συνεπώς είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.
Με την παράγραφο 1 του άρθρου μόνου Νόμου 2243/1994 ορίσθηκε ότι διατηρείται εν ισχύϊ η διάταξη του άρθρού 47 ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 2 νόμου 1738/1987. Το άρθρο 47 ΑΝ 1092/1938 διαμορφώθηκε ως εξής: "τα αδικήματα που πράττονται δια του τύπου παραγράφονται μετά 18 μήνες από την τέλεση της πράξης. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη". Η ειδική αυτή παραγραφή δια τα αδικήματα του Τύπου κατισχύει της παραγραφής των άρθρων 111 και 113 Π.Κ. (άρθρο 468 Π.Κ. και ΑΠ 1444/1989 Ποιν. Χρ. Μ/715, ΑΠ 1286/1984 Ποιν. Χρ. ΛΕ/325, ΑΠ (Ολομ.) 1364/1984 Π. Χρ. ΛΕ/370). Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 επομ. 314, 320, 321, 339, 340 και 343 Κ.Π.Δ., αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 310 § 1εδ. β', 370 εδ. β', 484 § 2, 511 και 512 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής δίκης, ακόμη και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 310 § ιβ' του Κ.Π.Δ., αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ιδίου Κώδικα (ΑΠ 115/2004 Π.Χρ. ΝΕ/32).
Κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β'του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 146 § 1 Π.Κ., όποιος με πρόθεσή του και παράνομα παραδίδει ή αφήνει να περιέλθουν στην κατοχή ή τη γνώση άλλου έγγραφα, σχέδια ή άλλα πράγματα ή ειδήσεις που τα συμφέροντα της πολιτείας ή των συμμάχων της επιβάλλουν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι σε ξένη κυβέρνηση, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αντικείμενο προστασίας της διάταξης αυτής είναι τα κρατικά μυστικά, στρατιωτικά ή μη. Ως "μυστικό" νοείται κάθε περιστατικό που υλοποιείται σε έγγραφα, σχέδια ή άλλα πράγματα ή ειδήσεις, αναγόμενο στη διεθνή θέση της Πολιτείας από στρατιωτική και πολιτική άποψη (κατά συνέπεια όχι συναρτώμενο με την εσωτερική έννομη τάξη) και του οποίου τη γνώση η Κυβέρνηση δεν επιθυμεί να επεκτείνει πέραν του κύκλου των προσώπων, τα οποία κατ'ανάγκη το γνωρίζουν υπηρεσιακώς και του οποίου η γνώση πραγματικά περιορίζεται στον κύκλο αυτό. Επομένως, για να υπάρχει "μυστικό" της Πολιτείας, απαιτούνται δύο στοιχεία και ειδικότερα ένα υποκειμενικό, συνιστάμενο στη θέληση της Κυβέρνησης να περιορισθεί η γνώση του, και ένα αντικειμενικό, δηλαδή ο πραγματικός περιορισμός της γνώσης του. Αν το περιστατικό είναι ήδη γνωστό στις ξένες Κυβερνήσεις, έναντι των οποίων σκοπείται η τήρησή του ως απορρήτου, δεν πρόκειται για "μυστικό" και επομένως δεν είναι "μυστικό" κάθε έγγραφο, είδηση κλπ που χαρακτηρίζεται ως "απόρρητο" ή "εμπιστευτικό", εάν παράλληλα δεν συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις ή όταν αυτό δεν αναφέρεται στο ελληνικό, αλλά σε αλλοδαπό κράτος και η δημοσιοποίησή του δεν βλάπτει τα ελληνικά συμφέροντα. Ούτε αρκεί μόνη η αναγραφή στο έγγραφο της ένδειξης "απόρρητο" ή "ειδικού χειρισμού", για να χαρακτηρισθεί αυτό ως απόρρητο, αλλά πρέπει επιπλέον η τήρηση του απορρήτου έναντι της ξένης Κυβέρνησης να επιβάλλεται από τα συμφέροντα του Κράτους ή των συμμάχων του, τα οποία θα μπορούσαν να διακινδυνεύσουν από τη μετάδοση ή την ανακοίνωση του μυστικού αμέσως ή εμμέσως ή σε μεταγενέστερο χρόνο, ενώ αρμόδια να κρίνει, αν επιβάλλεται από τα συμφέροντα της Πολιτείας η διατήρηση της μυστικότητας του εγγράφου, είναι η Κυβέρνηση. Για τη στοιχειοθέτηση δε της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος απαιτείται η από τον υπαίτιο παράδοση ή ανακοίνωση σε άλλον ή αναμετάδοση μυστικών του Κράτους, δημοσίως ή προφορικώς η δια του Τύπου και είναι αδιάφορο το πώς περιήλθε σε γνώση του υπαιτίου το μυστικό, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση ότι η τήρηση των μυστικών είναι αναγκαία χάριν των συμφερόντων του Κράτους, χωρίς να απαιτείται σκοπός βλάβης αυτού, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος (Εφ. Αθηνών 2400/1998 Π.Χρ. Ν/359, Η. Γάφου, Ποιν. Δικ. Τεύχος Β' σελ. 40-42, Α. Μπουροπούλου, Ερμην. Ποιν. Δικ. τ. Β' σελ. 32-36, Τούση Γεωργίου Ποιν. Κωδ. τ. Α' σελ. 413-415).
Κατά δε το άρθρο 45 Π.Κ. "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ., πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ΑΠ 50/1990 (σε ολομ.) και ΑΠ 810/2006 Π.Χρ. ΝΖ/222).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 98 § 1 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 § 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς το σκοπό της επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων (ΑΠ 59/2004, Ποιν. Χρ. ΝΔ/12).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 2439/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από το συλλεγέν από την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά τους υπομνήματα προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Οι κατηγορούμενοι είναι δημοσιογράφοι και αποτελούν την συντακτική ομάδα της εφημερίδας "......" που κυκλοφορεί σ' όλη την Ελλάδα κάθε ...... Την ...... δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα αυτή άρθρο με τον πρωτοσέλιδο τίτλο "......" και κάτω από αυτόν κείμενο με το ακόλουθο περιεχόμενο "Τα ονοματεπώνυμα πρακτότων της ΕΥΠ που γνωρίζει το ..... - Συνταγματάρχης (ΔΒ):Γ1, Αντισυνταγματάρχης (ΔΒ) Γ2, Ανθυπασπιστής (ΠΑ): Γ3 υπάλληλος Πρεσβείας ΗΠΑ: Τον Γ4, Διευθυντής της Ε' Διεύθυνσης της ΕΥΠ: Γ5, Διευθυντής της Γ' Διεύθυνσης της ΕΥΠ: Γ6, στέλεχος της ΕΥΠ: Γ7". Παραπλεύρως από το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε άλλο με το εξής περιεχόμενο: "Το ..... αποκάλυψε πριν από δύο εβδομάδες το κύκλωμα στελεχών της ΕΥΠ που έκανε υποκλοπές και έδινε αναφορά σε στελέχη της .... Δημοσιεύσαμε και τα αρχικά των ονομάτων τους ζητώντας από την Πολιτεία να παρέμβει. Μετά τη δημόσια συζήτηση μεταξύ των δύο αρχηγών, με αίσθημα ευθύνης δημοσιεύουμε σήμερα τα πλήρη στοιχεία. Ο λόγος τώρα στον εισαγγελέα". Στο ίδιο φύλλο της ... (σελ. 6 και 7) δημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο "....." και υπότιτλο ".....", όπου γίνεται επίσης αναφορά των ονοματεπωνύμων των προαναφερομένων προσώπων ως πρακτόρων της ΕΥΠ και υπολόγων για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών σε βάρος μελών της Κυβέρνησης και σημαινόντων προσώπων της ελληνικής κοινωνίας, το συγκεκριμένο δε άρθρο δημοσιεύθηκε εν μέσω πληθώρας άλλων σε όλες τις εφημερίδες, οι οποίες επί μακρό χρονικό διάστημα ασχολούνταν με την ανεύρεση στοιχείων σχετικά με την υπόθεση αυτή, η οποία την περίοδο εκείνη είχε αναδειχθεί σε μείζον πολιτικό και εθνικό ζήτημα και διενεργείτο σχετική έρευνα από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Περαιτέρω, στο φύλλο της .... της ανωτέρω εφημερίδας (σελ. 35) δημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο "... ο Γ8" (Διοικητής της ΕΥΠ), όπου αναφέρθηκαν τα ονοματεπώνυμα των Γ9, προέδρου της Ομοσπονδίας Υπαλλήλων της ΕΥΠ (Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων ΕΥΠ -ΠΟΣΕΥΠ), Γ10, αντιπροέδρου της ίδιας Ομοσπονδίας και Γ11, προέδρου του Συλλόγου Υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας της ΕΥΠ. Στο ίδιο δημοσίευμα έγινε αναφορά στην κατάθεση του Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) ενώπιον της επιτροπής η οποία είχε συσταθεί από τη Βουλή των Ελλήνων για τη διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών, αναφέρθηκαν δε τα ανωτέρω πρόσωπα με τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους, προκειμένου να τονιστεί ότι εξέφρασαν προς τον Διοικητή της ΕΥΠ Γ8 έντονες επιφυλάξεις για όσα συνέβαιναν στην Υπηρεσία τους, καθώς και για το ότι η ίδια έδινε αφορμές να συζητείται ότι λειτουργεί με παράνομες μεθόδους. Επιπλέον, στο φύλλο της .... της ανωτέρω εφημερίδας (σελ. 7) δημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο ".....", όπου αναφέρθηκαν τα ονοματεπώνυμα του Υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ12 και του προαναφερθέντος Γ6, Διευθυντή της Γ' Διεύθυνσης της ΕΥΠ, οι οποίοι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, κατονομάσθηκαν στο πόρισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ως συντονιστές και οργανωτές της καταγγελθείσας υπόθεσης της απαγωγής Πακιστανών πολιτών. Τα προαναφερόμενα δημοσιεύματα φέρονται να έχουν συνταχθεί από δύο δημοσιογράφους με στοιχεία ταυτότητας Δ1 και Δ2, προέκυψε όμως ότι τα πρόσωπα αυτά δεν είναι υπαρκτά,αλλά τα ονοματεπώνυμα τους, επινοήθηκαν από τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο κατ/νους Χ6, Χ5, Χ1, Χ10, Χ11, Χ9, Χ2 και Χ3 αντιστοίχως, και χρησιμοποιήθηκαν ως κοινό τους ψευδώνυμο για τις ανάγκες του δημοσιογραφικού τους έργου, ως συντακτικής ομάδας της ανωτέρω εφημερίδας, που με συλλογική εργασία συγκέντρωσε το υλικό και συνέταξε τα προαναφερόμενα άρθρα. Ακόμα στο ίδιο φύλλο της ..... της εφημερίδας (σελ. 5) δημοσιεύθηκε άρθρο του ένατου κατηγορουμένου Χ7 με τίτλο "......" το οποίο αναφέρθηκε στο πραγματοποιηθέν στη Ρόδο ετήσιο συνέδριο της συνδικαλιστικής οργάνωσης των υπαλλήλων της ΕΥΠ δηλαδή της ΠΟΣΕΥΠ, δημοσιεύθηκαν δε σ' αυτό τα ονοματεπώνυμα των υπαλλήλων της ΕΥΠ Γ9, Γ13 και Γ10 οι οποίοι εξελέγησαν πρόεδρος, γραμματέας και αντιπρόεδρος αντιστοίχως του διοικητικού συμβουλίου της ΠΟΣΕΥΠ. Τέλος στο φύλλο της .... της ανωτέρω εφημερίδας (σελ. 1, 24, 25) δημοσιεύθηκε άρθρο το οποίο συνέταξαν ο ένατος, η δέκατη και ο ενδέκατος κατηγορούμενοι Χ7, Χ8 και Χ4 αντιστοίχως με τίτλο "....", υπέρτιτλο "...." και ......", και υπότιτλο "....." όπου έγινε αναφορά στην αδιαφανή κατά το άρθρο, διαδικασία πρόσληψης υπαλλήλων της ΕΥΠ και δημοσιεύθηκαν τα ονοματεπώνυμα υπαλλήλων της συγκεκριμένα δε της Γ14 κόρης του Διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, του Γ12 γιου του Υποδιοικητή της ΕΥΠ, του Γ15 γιου του δευτέρου Υποδιοικητή της ΕΥΠ, της Γ16 κόρης του Προέδρου της ΔΑΚΕ στην ΕΥΠ, της Γ17 μέλος της Κεντρικής επιτροπής του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, του Γ18 αδελφού, συμβούλου του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών της κόρης του πρώην βουλευτή Θεσπρωτίας της Νέας Δημοκρατίας Γ19 και της κόρης του Γ20 Προϊσταμένου μιας υπηρεσίας της ΕΥΠ. Από την αξιολόγηση των παραπάνω δημοσιευμάτων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της παραβίασης μυστικών της Πολιτείας η . οποία τελέσθηκε δια του τύπου από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση η μη, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 146 § 1 ΠΚ. Με την διάταξη αυτή ο νομοθέτης θέλει να προστατεύσει τα κρατικά μυστικά στρατιωτικά ή μη που πρέπει να τηρηθούν απόρρητα απέναντι σε ξένες κυβερνήσεις. Ειδικότερα τα ονοματεπώνυμα και τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα μελών του προσωπικού της ΕΥΠ αποτελούν "κρατικό μυστικό" κατά την έννοια του άρθρου 146 ΠΚ που η Ελληνική Κυβέρνηση επιθυμεί να είναι απόρρητο απέναντι στα ξένα κράτη καθόσον στα πρόσωπα αυτά έχει ανατεθεί βάσει νόμου, μεταξύ άλλων, η συλλογή επεξεργασία και διανομή στις αρμόδιες αρχές των πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια της χώρας και επομένως απαγορεύεται η δημοσίευση τους. Έτσι τα ονοματεπώνυμα ο βαθμός και οι αρμοδιότητες των προαναφερομένων μελών του προσωπικού της ΕΥΠ που περιέχονται στα ανωτέρω δημοσιεύματα αποτελούν "είδηση" που τα συμφέροντα της πολιτείας επιβάλλουν να τηρηθούν απόρρητα στις ξένες κυβερνήσεις, η δε δημοσιοποίηση τους δια του τύπου συνιστά περίπτωση παράνομης περιέλευσης της είδησης αυτής στη γνώση άλλου, που εν προκειμένω είναι το αναγνωριστικό κοινό, το οποίο δεν αποτελείται μόνο από Έλληνες πολίτες αλλά και από πολίτες άλλων κρατών που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ξένες κυβερνήσεις.
Ειδικότερα αποδείχθηκε: Α) ότι οι Χ6, Χ5, Χ1, Χ10, Χ11, Χ9, Χ2 και Χ3 δημοσιογράφοι κάτοικοι όλοι ...., οδός .... αρ. ... στην Αθήνα: α) Στους παρακάτω τόπους χρόνους από κοινού ενεργώντας δηλαδή έχοντες κοινό δόλο και ενωμένες τις δυνάμεις τους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από πρόθεση και παράνομα άφησαν να περιέλθουν στη γνώση άλλων πράγματα (ειδήσεις) που τα συμφέροντα της πολιτείας επέβαλαν να τηρηθούν απόρρητα σε ξένες κυβερνήσεις. Συγκεκριμένα στην Αθήνα στις ... και ... όντας δημοσιογράφοι και μέλη της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας "......" που κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα από κοινού δημοσίευσαν: α) στο φύλλο της εφημερίδας με ημερομηνία ...... (35 σελίδα) τα ονόματα υπαλλήλων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, δηλαδή τον Γ9, Γ10 και Γ11, και β) στο φύλλο της ίδιας εφημερίδας με ημερομηνία ..... (7η σελίδα) το όνομα του υπαλλήλου της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Γ6. Τα πιο πάνω ονόματα υπαλλήλων της ΕΥΠ τους είχαν γνωστοποιηθεί παρανόμως δηλαδή αντίθετα με την ικανοποίηση της αναγκαιότητας του ίδιου του κράτους και με την δημοσίευση τους μετέδωσαν αυτά σε απροσδιόριστο μεγάλο αριθμό ατόμων (αναγνωστών της πιο πάνω εφημερίδας), αν και γνώριζαν ότι τα συμφέροντα της πολιτείας σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία (ν. 1645/1986) επέβαλαν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις ώστε να καθίσταται εφικτή η εκτέλεση του έργου που έχει ανατεθεί στα στελέχη της ΕΥΠ.
Β) Ότι ο Χ7 στους παρακάτω τόπους και χρόνους μόνος του και από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ4 και Χ8 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από πρόθεση και παράνομα πέτυχε να περιέλθουν στη γνώση του πράγματα (ειδήσεις) που τα συμφέροντα της πολιτείας επέβαλαν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις. Συγκεκριμένα με την ιδιότητα του αυτή δημοσίευσε 1) στο φύλλο της εφημερίδας αυτής με ημερομηνία ..... (σελ. 55) τα ονόματα των υπαλλήλων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Γ9, Γ13 και Γ10 και 2) στο φύλλο της εφημερίδος με ημερομηνία ..... (σελ. 24) από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ4 και Χ8 ως δημοσιογράφοι και μέλη της συντακτικής ομάδας της άνω εφημερίδας τα ονόματα και τα επαγγέλματα των υπαλλήλων της ΕΥΠ δηλαδή της Γ14, του γιου του πρώτου υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ12, , του γιου του δεύτερου υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ15, της Γ16, της Γ17, , του Γ18, της κόρης του πρώην βουλευτή Θεσπρωτίας της ΝΔ Γ19 και της κόρης του προϊσταμένου της ΕΥΠ Γ20. Τα πιο πάνω ονόματα υπαλλήλων της ΕΥΠ τους είχαν γνωστοποιηθεί παρανόμως δηλαδή αντίθετα με την ικανοποίηση της αναγκαιότητας του ίδιους του κράτους και με την δημοσίευση τους μετέδωσαν αυτά σε απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό ατόμων (αναγνωστών της πιο πάνω εφημερίδας) αν και γνώριζαν ότι τα συμφέροντα της πολιτείας σύμφωνα και με την κειμένη νομοθεσία (ν. 1645/86) επέβαλλαν να τηρηθούν αυτά (ονόματα) απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις ώστε να καθίσταται εφικτή η εκτέλεση του έργου που έχει ανατεθεί στα στελέχη της ΕΥΠ.
Γ) Ότι οι Χ8 και Χ4, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό τους Χ7 από πρόθεση και παράνομα πέτυχαν να περιέλθουν στη γνώση τους πράγματα (ειδήσεις) που τα συμφέροντα της πολιτείας επέβαλαν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις. Συγκεκριμένα στην Αθήνα στις .... όντας δημοσιογράφοι και μέλη της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας αυτής δημοσίευσαν στο φύλλο της εφημερίδας τις .... (σελ. 24) τα ονόματα και τα επαγγέλματα των υπαλλήλων της ΕΥΠ δηλαδή της Γ14, του γιου του πρώην υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ12, του γιου του δεύτερου υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ15, της Γ16, της Γ17, του Γ18 της κόρης του πρώην βουλευτή Θεσπρωτίας της Ν.Δ Γ19 και της κόρης του Προϊσταμένου της ΕΥΠ Γ20. Τα πιο πάνω ονόματα υπαλλήλων της ΕΥΠ τους είχαν γνωστοποιηθεί παρανόμως δηλαδή αντίθετα με την ικανοποίηση της αναγκαιότητας του ίδιου του κράτους και με την δημοσίευση τους μετέδωσαν αυτά σε απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό ατόμων (αναγνωστών της πιο πάνω εφημερίδας) αν και γνώριζαν ότι τα συμφέροντα της πολιτείας σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία (ν. 1645/1986) επέβαλαν να τηρηθούν τα ονόματα αυτά απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις ώστε να καθίσταται εφικτή η εκτέλεση του έργου που έχει ανατεθεί στα στελέχη της ΕΥΠ. Με τις παραδοχές του αυτές εσφαλμένα εφάρμοσε το προσβαλλόμενο βούλευμα την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 146 § 1 του Π.Κ., αφού δέχθηκε ότι μόνη η δημοσίευση των ονοματεπωνύμων των υπαλλήλων της ΕΥΠ που αναφέρονται στο δημοσίευμα της .... της μνημονευόμενης Εφημερίδας, στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της παραβίασης των μυστικών της πολιτείας, αγνοήσαν το γεγονός ότι η αρμόδια για τον χαρακτηρισμό ως "μυστικού" των ονοματεπωνύμων των υπαλλήλων της ΕΥΠ, πολιτική εξουσία της Χώρας, επέτρεψε τον συνδικαλισμό των υπαλλήλων της ΕΥΠ, ο οποίος άνευ ετέρου οδηγεί στην αποκάλυψη των ονοματεπωνύμων των υπαλλήλων της Υπηρεσίας αυτής. 'Ετσι λοιπόν δεν αποτελεί εν προκειμένω "μυστικό" για την στοιχειοθέτηση του άρθρου 146 § 1 Π.Κ. μόνη η αναφορά του ονοματεπωνύμου των υπαλλήλων της ΕΥΠ στο δημοσίευμα της .... της Εφημερίδας "......", αλλά απαιτείται πρόσθετα και η δημοσιοποίηση του ειδικότερου τομέα της ΕΥΠ στον οποίο υπηρετεί ο κάθε υπάλληλος αυτής και η ειδικότερα ενασχόλησή του στο τομέα αυτόν, με την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι η πολιτεία θέλει τη διατήρηση της μυστικότητας της απασχόλησης του υπαλλήλου στον συγκεκριμένο τομέα. Κατ'ακολουθία των παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφορικά με το κεφάλαιό του που παραπέμπει τους αναιρεσείοντες Χ7, Χ8 και Χ4 στο ακροατήριο του αρμοδίως ορισθησομένου ΜΟΔ, για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης των μυστικών της πολιτείας δια του τύπου τελεσθείσης. που φέρονται να τέλεσαν στις 17-12-2006 και αφού δεν στοιχειοθετείται από αντικειμενικής πλευράς η διωχθείσα αυτή πράξη να κηρύξει το Δικαστήριό σας αθώους τους κατηγορουμένους αυτούς, κατ'εφαρμογή των άρθρων 518 § 1 και 483 § 1 Κ.Π.Δ.
Περαιτέρω αναφορικά με τις αξιόποινες πράξεις της παραβίασης των μυστικών της πολιτείας από κοινού και κατ'εξακολούθηση δια του τύπου τελεσθείσες, για τις οποίες παραπέμπονται να δικασθούν με το προσβαλλόμενο βούλευμα οι αναιρεσείοντες, φερόμενες ως τελεσθείσες στις 7-5-2006 και 14-5-2006, πρέπει, αφού συμπληρώθηκε ο για την παραγραφή αυτών χρόνος του δεκαοκταμήνου και οι περί ων ο λόγος αναιρέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτές και περιέχουν παραδεκτό λόγο αναίρεσης (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως), να αναιρεθεί κατά τούτο το προσβαλλόμενο βούλευμα και να αποφανθεί το Δικαστήριό σας την οριστική παύση της ποινικής διώξεως των αναιρεσειόντων για τις πράξεις αυτές λόγω παραγραφής.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Ι) Να γίνουν δεκτές ως βάσιμες οι υπ'αριθμ. 271/2007, 278/2007 και 279/2007 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ7, Χ8 και Χ4 αντίστοιχα, κατά του υπ'αριθμ. 2439/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αναφορικά με την παραβίαση των μυστικών της πολιτείας δια του τύπου, που φέρονται να τέλεσαν στις 17-12-2006, να αναιρεθεί κατά τούτο το βούλευμα αυτό και να κηρυχθούν αθώοι οι αναιρεσείοντες αυτοί κατ'εφαρμογή των άρθρων 518 § 1 και 485 § 1 του Κ.Π.Δ.

ΙΙ) Να γίνουν κατά τα λοιπά δεκτές ως παραδεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης όλων των αναιρεσειόντων αναφορικά με την παραβίαση των μυστικών της πολιτείας από κοινού και κατ'εξακολούθηση δια του τύπου, που φέρονται να τέλεσαν στις 7-5-2006 και 14-5-2006, να αναιρεθεί κατά τούτο το προσβαλλόμενο βούλευμα και να αποφανθεί το Δικαστήριό σας την οριστική παύση της ποινικής διώξεως των αναιρεσειόντων για τις πράξεις αυτές λόγω παραγραφής.
Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΝικόλαος Μαύρος

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Οι υπ' αριθμ. 270/23-11-2007, 271/23-11-2007, 272/23-11-2007, 273/23-11-2007, 274/23-11-2007, 275/23-11-2007, 276/23-11-2007, 277/23-11-2007, 278/23-11-2008, 279/23-11-2007 και 280/23-11-2007 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων 1) Χ5 2) Χ7 3) Χ11 4) Χ6 5) Χ1 6) Χ10 υπό το δημοσιογραφικό χρησιμοποιούμενο κύριο όνομα και το αληθές "....." ως το τελευταίο διευκρινίζεται υπό του ιδίου στην απολογία του, 7) Χ3 8) Χ2 9) Χ8 10) Χ4 και 11) Χ9, στρεφόμενες κατά του υπ' αριθμ. 2.439/2007 εν μέρει παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έχουν νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκηθεί και πρέπει να συνεκδικασθούν.

ΙΙ._ Κατά τη διάταξη του άρθρου 146 § 1 Π.Κ., όποιος ΅ε πρόθεσή του και παράνο΅α παραδίδει ή αφήνει να περιέλθουν στην κατοχή ή τη γνώση άλλου έγγραφα, σχέδια ή άλλα πράγ΅ατα ή ειδήσεις που τα συ΅φέροντα της πολιτείας ή των συ΅΅άχων της επιβάλλουν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι σε ξένη κυβέρνηση, τι΅ωρείται ΅ε κάθειρξη ΅έχρι δέκα ετών. Αντικεί΅ενο προστασίας της διάταξης αυτής είναι τα κρατικά ΅υστικά, στρατιωτικά ή ΅η. Ως "΅υστικό" νοείται κάθε περιστατικό που υλοποιείται σε έγγραφα, σχέδια ή άλλα πράγ΅ατα ή ειδήσεις, αναγό΅ενο στη διεθνή θέση της Πολιτείας από στρατιωτική και πολιτική άποψη (κατά συνέπεια όχι συναρτώ΅ενο ΅ε την εσωτερική έννο΅η τάξη) και του οποίου τη γνώση η Κυβέρνηση δεν επιθυ΅εί να επεκτείνει πέραν του κύκλου των προσώπων, τα οποία κατ' ανάγκη το γνωρίζουν υπηρεσιακώς και του οποίου η γνώση πραγ΅ατικά περιορίζεται στον κύκλο αυτό. Επο΅ένως, για να υπάρχει "΅υστικό" της Πολιτείας, απαιτούνται δύο στοιχεία και ειδικότερα ένα υποκει΅ενικό, συνιστά΅ενο στη θέληση της Κυβέρνησης να περιορισθεί η γνώση του, και ένα αντικει΅ενικό, δηλαδή ο πραγ΅ατικός περιορισ΅ός της γνώσης του. Αν το περιστατικό είναι ήδη γνωστό στις ξένες Κυβερνήσεις, έναντι των οποίων σκοπείται η τήρησή του ως απορρήτου, δεν πρόκειται για "΅υστικό" και επο΅ένως δεν είναι "΅υστικό" κάθε έγγραφο, είδηση κλπ που χαρακτηρίζεται ως "απόρρητο" ή "ε΅πιστευτικό", εάν παράλληλα δεν συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις ή όταν αυτό δεν αναφέρεται στο ελληνικό, αλλά σε αλλοδαπό κράτος και η δη΅οσιοποίησή του δεν βλάπτει τα ελληνικά συ΅φέροντα. Ούτε αρκεί ΅όνη η αναγραφή στο έγγραφο της ένδειξης "απόρρητο" ή "ειδικού χειρισ΅ού", για να χαρακτηρισθεί αυτό ως απόρρητο, αλλά πρέπει επιπλέον η τήρηση του απορρήτου έναντι της ξένης Κυβέρνησης να επιβάλλεται από τα συ΅φέροντα του Κράτους ή των συ΅΅άχων του, τα οποία θα ΅πορούσαν να διακινδυνεύσουν από τη ΅ετάδοση ή την ανακοίνωση του ΅υστικού α΅έσως ή ε΅΅έσως ή σε ΅εταγενέστερο χρόνο, ενώ αρ΅όδια να κρίνει, αν επιβάλλεται από τα συ΅φέροντα της Πολιτείας η διατήρηση της ΅υστικότητας του εγγράφου, είναι η Κυβέρνηση. Για τη στοιχειοθέτηση δε της αντικει΅ενικής υπόστασης του συγκεκρι΅ένου εγκλή΅ατος απαιτείται η από τον υπαίτιο παράδοση ή ανακοίνωση σε άλλον ή ανα΅ετάδοση ΅υστικών του Κράτους, δη΅οσίως ή προφορικώς η δια του Τύπου και είναι αδιάφορο το πώς περιήλθε σε γνώση του υπαιτίου το ΅υστικό, ενώ για την πλήρωση της υποκει΅ενικής υπόστασης του εγκλή΅ατος απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση ότι η τήρηση 'των ΅υστικών είναι αναγκαία χάριν των συ΅φερόντων του Κράτους, χωρίς να απαιτείται σκοπός βλάβης αυτού, αρκεί δε και ενδεχό΅ενος δόλος .


ΙΙΙ.- Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σε αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "...Οι κατηγορούμενοι είναι δημοσιογράφοι και αποτελούν την συντακτική ομάδα της εφημερίδας "....." που κυκλοφορεί σ' όλη την Ελλάδα κάθε....... Την .... δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα αυτή άρθρο με τον πρωτοσέλιδο τίτλο "......." και κάτω από αυτόν κείμενο με το ακόλουθο περιεχόμενο "Τα ονοματεπώνυμα πρακτόρων της ΕΥΠ που γνωρίζει το ΠΑΣΟΚ - Συνταγματάρχης (ΔΒ): Γ1, Αντισυνταγματάρχης (ΔΒ)Γ2, Ανθυπασπιστής (ΠΑ): Γ3 υπάλληλος Πρεσβείας ΗΠΑ: Τον Γ4, Διευθυντής της Ε' Διεύθυνσης της ΕΥΠ: Γ5, Διευθυντής της Γ' Διεύθυνσης της ΕΥΠ: Γ6, στέλεχος της ΕΥΠ: Γ7. Παραπλεύρως από το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε άλλο με το εξής περιεχόμενο: "Το ..... αποκάλυψε πριν από δύο εβδομάδες το κύκλωμα στελεχών της ΕΥΠ που έκανε υποκλοπές και έδινε αναφορά σε στελέχη της Ν.Δ. Δημοσιεύσαμε και τα αρχικά των ονομάτων τους ζητώντας από την Πολιτεία να παρέμβει. Μετά τη δημόσια συζήτηση μεταξύ των δύο αρχηγών, με αίσθημα ευθύνης δημοσιεύουμε σήμερα τα πλήρη στοιχεία. Ο λόγος τώρα στον εισαγγελέα". Στο ίδιο φύλλο της ..... (σελ. 6 και 7) δημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο "...." και υπότιτλο "........", όπου γίνεται επίσης αναφορά των ονοματεπωνύμων των προαναφερομένων προσώπων ως πρακτόρων της ΕΥΠ και υπολόγων για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών σε βάρος μελών της Κυβέρνησης και σημαινόντων προσώπων της ελληνικής κοινωνίας, το συγκεκριμένο δε άρθρο δημοσιεύθηκε εν μέσω πληθώρας άλλων σε όλες τις εφημερίδες, οι οποίες επί μακρό χρονικό διάστημα ασχολούνταν με την ανεύρεση στοιχείων σχετικά με την υπόθεση αυτή, η οποία την περίοδο εκείνη είχε αναδειχθεί σε μείζον πολιτικό και εθνικό ζήτημα και διενεργείτο σχετική έρευνα από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Περαιτέρω, στο φύλλο της ..... της ανωτέρω εφημερίδας (σελ. 35) δημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο "..... ο Γ8" (Διοικητής της ΕΥΠ), όπου αναφέρθηκαν τα ονοματεπώνυμα των Γ9, προέδρου της Ομοσπονδίας Υπαλλήλων της ΕΥΠ (Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων ΕΥΠ -ΠΟΣΕΥΠ), Γ10, αντιπροέδρου της ίδιας Ομοσπονδίας και Γ11, προέδρου του Συλλόγου Υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας της ΕΥΠ. Στο ίδιο δημοσίευμα έγινε αναφορά στην κατάθεση του Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) ενώπιον της επιτροπής η οποία είχε συσταθεί από τη Βουλή των Ελλήνων για τη διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών, αναφέρθηκαν δε τα ανωτέρω πρόσωπα με τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους, προκειμένου να τονιστεί ότι εξέφρασαν προς τον Διοικητή της ΕΥΠ Γ8 έντονες επιφυλάξεις για όσα συνέβαιναν στην Υπηρεσία τους, καθώς και για το ότι η ίδια έδινε αφορμές να συζητείται ότι λειτουργεί με παράνομες μεθόδους. Επιπλέον, στο φύλλο της ...... της ανωτέρω εφημερίδας (σελ. 7) δημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο "......", όπου αναφέρθηκαν τα ονοματεπώνυμα του Υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ12 και του προαναφερθέντος Γ6, Διευθυντή της Γ' Διεύθυνσης της ΕΥΠ, οι οποίοι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, κατονομάσθηκαν στο πόρισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ως συντονιστές και οργανωτές της καταγγελθείσας υπόθεσης της απαγωγής Πακιστανών πολιτών. Τα προαναφερόμενα δημοσιεύματα φέρονται να έχουν συνταχθεί από δύο δημοσιογράφους με στοιχεία ταυτότητας Δ1 και Δ2, προέκυψε όμως ότι τα πρόσωπα αυτά δεν είναι υπαρκτά, αλλά τα ονοματεπώνυμα τους, επινοήθηκαν από τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο κατ/νους Χ6, Χ5, Χ1,Χ10, Χ11, Χ9, Χ2 και Χ3 αντιστοίχως, και χρησιμοποιήθηκαν ως κοινό τους ψευδώνυμο για τις ανάγκες του δημοσιογραφικού τους έργου, ως συντακτικής ομάδας της ανωτέρω εφημερίδας, που με συλλογική εργασία συγκέντρωσε το υλικό και συνέταξε τα προαναφερόμενα άρθρα. Ακόμα στο ίδιο φύλλο της .... της εφημερίδας (σελ. 5) δημοσιεύθηκε άρθρο του ένατου κατηγορουμένου Χ7 με τίτλο "......." το οποίο αναφέρθηκε στο πραγματοποιηθέν στη Ρόδο ετήσιο συνέδριο της συνδικαλιστικής οργάνωσης των υπαλλήλων της ΕΥΠ δηλαδή της ΠΟΣΕΥΠ, δημοσιεύθηκαν δε σ' αυτό τα ονοματεπώνυμα των υπαλλήλων της ΕΥΠ Γ9 , Γ13 και Γ10 οι οποίοι εξελέγησαν πρόεδρος, γραμματέας και αντιπρόεδρος αντιστοίχως του διοικητικού συμβουλίου της ΠΟΣΕΥΠ. Τέλος στο φύλλο της ..... της ανωτέρω εφημερίδας (σελ. 1, 24, 25) δημοσιεύθηκε άρθρο το οποίο συνέταξαν ο ένατος, η δέκατη και ο ενδέκατος κατηγορούμενοι Χ7, Χ8 και Χ4 αντιστοίχως με τίτλο ".....", υπέρτιτλο "......" και ......", και υπότιτλο "......" όπου έγινε αναφορά στην αδιαφανή κατά το άρθρο, διαδικασία πρόσληψης υπαλλήλων της ΕΥΠ και δημοσιεύθηκαν τα ονοματεπώνυμα υπαλλήλων της συγκεκριμένα δε της Γ14 κόρης του Διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, του Γ12 γιου του Υποδιοικητή της ΕΥΠ, του Γ15 γιου του δευτέρου Υποδιοικητή της ΕΥΠ, της Γ16 κόρης του Προέδρου της ΔΑΚΕ στην ΕΥΠ, της Γ17 μέλος της Κεντρικής επιτροπής του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, του Γ18 αδελφού, συμβούλου του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών της κόρης του πρώην βουλευτή Θεσπρωτίας της Νέας Δημοκρατίας Γ19 και της κόρης του Γ20 Προϊσταμένου μιας υπηρεσίας της ΕΥΠ. Από την αξιολόγηση των παραπάνω δημοσιευμάτων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της παραβίασης μυστικών της Πολιτείας η . οποία τελέσθηκε δια του τύπου από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση η μη, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 146 § 1 ΠΚ. Με την διάταξη αυτή ο νομοθέτης θέλει να προστατεύσει τα κρατικά μυστικά στρατιωτικά ή μη που πρέπει να τηρηθούν απόρρητα απέναντι σε ξένες κυβερνήσεις. Ειδικότερα τα ονοματεπώνυμα και τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα μελών του προσωπικού της ΕΥΠ αποτελούν "κρατικό μυστικό" κατά την έννοια του άρθρου 146 ΠΚ που η Ελληνική Κυβέρνηση επιθυμεί να είναι απόρρητο απέναντι στα ξένα κράτη καθόσον στα πρόσωπα αυτά έχει ανατεθεί βάσει νόμου, μεταξύ άλλων, η συλλογή επεξεργασία και διανομή στις αρμόδιες αρχές των πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια της χώρας και επομένως απαγορεύεται η δημοσίευση τους. Έτσι τα ονοματεπώνυμα ο βαθμός και οι αρμοδιότητες των προαναφερομένων μελών του προσωπικού της ΕΥΠ που περιέχονται στα ανωτέρω δημοσιεύματα αποτελούν "είδηση" που τα συμφέροντα της πολιτείας επιβάλλουν να τηρηθούν απόρρητα στις ξένες κυβερνήσεις, η δε δημοσιοποίηση τους δια του τύπου συνιστά περίπτωση παράνομης περιέλευσης της είδησης αυτής στη γνώση άλλου, που εν προκειμένω είναι το αναγνωστικό κοινό, το οποίο δεν αποτελείται μόνο από Έλληνες πολίτες αλλά και από πολίτες άλλων κρατών που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ξένες κυβερνήσεις.
Ειδικότερα αποδείχθηκε: Α) ότι οι Χ6, Χ5, Χ1, Χ10, Χ11, Χ9, Χ2 και Χ3 δημοσιογράφοι κάτοικοι όλοι ...... στην Αθήνα: α) Στους παρακάτω τόπους χρόνους από κοινού ενεργώντας δηλαδή έχοντες κοινό δόλο και ενωμένες τις δυνάμεις τους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από πρόθεση και παράνομα άφησαν να περιέλθουν στη γνώση άλλων πράγματα (ειδήσεις) που τα συμφέροντα της πολιτείας επέβαλαν να τηρηθούν απόρρητα σε ξένες κυβερνήσεις. Συγκεκριμένα στην Αθήνα στις ... και ..... όντας δημοσιογράφοι και μέλη της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας "......" που κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα από κοινού δημοσίευσαν: α) στο φύλλο της εφημερίδας με ημερομηνία... (35 σελίδα) τα ονόματα υπαλλήλων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, δηλαδή τον Γ9, Γ10 και Γ11, και β) στο φύλλο της ίδιας εφημερίδας με ημερομηνία .....(7η σελίδα) το όνομα του υπαλλήλου της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Γ6. Τα πιο πάνω ονόματα υπαλλήλων της ΕΥΠ τους είχαν γνωστοποιηθεί παρανόμως δηλαδή αντίθετα με την ικανοποίηση της αναγκαιότητας του ίδιου του κράτους και με την δημοσίευση τους μετέδωσαν αυτά σε απροσδιόριστο μεγάλο αριθμό ατόμων (αναγνωστών της πιο πάνω εφημερίδας), αν και γνώριζαν ότι τα συμφέροντα της πολιτείας σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία (ν. 1645/1986) επέβαλαν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις ώστε να καθίσταται εφικτή η εκτέλεση του έργου που έχει ανατεθεί στα στελέχη της ΕΥΠ.
Β) Ότι ο Χ7 στους παρακάτω τόπους και χρόνους μόνος του και από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ4 και Χ8 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από πρόθεση και παράνομα πέτυχε να περιέλθουν στη γνώση του πράγματα (ειδήσεις) που τα συμφέροντα της πολιτείας επέβαλαν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις. Συγκεκριμένα με την ιδιότητα του αυτή δημοσίευσε 1) στο φύλλο της εφημερίδας αυτής με ημερομηνία ...... (σελ. 55) τα ονόματα των υπαλλήλων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Γ9, Γ13 και Γ10 και 2) στο φύλλο της εφημερίδος με ημερομηνία ..... (σελ. 24) από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ4 και Χ8 ως δημοσιογράφοι και μέλη της συντακτικής ομάδας της άνω εφημερίδας τα ονόματα και τα επαγγέλματα των υπαλλήλων της ΕΥΠ δηλαδή της Γ14, του γιου του πρώτου υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ12, του γιου του δεύτερου υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ15 της Γ16, της Γ17, του Γ18, της κόρης του πρώην βουλευτή Θεσπρωτίας της ΝΔ Γ19 και της κόρης του προϊσταμένου της ΕΥΠ Γ20. Τα πιο πάνω ονόματα υπαλλήλων της ΕΥΠ τους είχαν γνωστοποιηθεί παρανόμως δηλαδή αντίθετα με την ικανοποίηση της αναγκαιότητας του ίδιους του κράτους και με την δημοσίευση τους μετέδωσαν αυτά σε απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό ατόμων (αναγνωστών της πιο πάνω εφημερίδας) αν και γνώριζαν ότι τα συμφέροντα της πολιτείας σύμφωνα και με την κειμένη νομοθεσία (ν. 1645/86) επέβαλλαν να τηρηθούν αυτά (ονόματα) απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις ώστε να καθίσταται εφικτή η εκτέλεση του έργου που έχει ανατεθεί στα στελέχη της ΕΥΠ.
Γ) Ότι οι Χ8 και Χ4, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό τους Χ7 από πρόθεση και παράνομα πέτυχαν να περιέλθουν στη γνώση τους πράγματα (ειδήσεις) που τα συμφέροντα της πολιτείας επέβαλαν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις. Συγκεκριμένα στην Αθήνα στις 17-12-2006 όντας δημοσιογράφοι και μέλη της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας αυτής δημοσίευσαν στο φύλλο της εφημερίδας τις ..... (σελ. 24) τα ονόματα και τα επαγγέλματα των υπαλλήλων της ΕΥΠ δηλαδή της Γ14, του γιου του πρώην υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ12, του γιου του δεύτερου υποδιοικητή της ΕΥΠ Γ15, της Γ16, της Γ17, του Γ18 της κόρης του πρώην βουλευτή Θεσπρωτίας της Ν.Δ Γ19 και της κόρης του Προϊσταμένου της ΕΥΠ Γ20. Τα πιο πάνω ονόματα υπαλλήλων της ΕΥΠ τους είχαν γνωστοποιηθεί παρανόμως δηλαδή αντίθετα με την ικανοποίηση της αναγκαιότητας του ίδιου του κράτους και με την δημοσίευση τους μετέδωσαν αυτά σε απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό ατόμων (αναγνωστών της πιο πάνω εφημερίδας) αν και γνώριζαν ότι τα συμφέροντα της πολιτείας σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία (ν. 1645/1986) επέβαλαν να τηρηθούν τα ονόματα αυτά απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις ώστε να καθίσταται εφικτή η εκτέλεση του έργου που έχει ανατεθεί στα στελέχη της ΕΥΠ...". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 146 παρ.1 του Π.Κ αφού δέχθηκε ότι με μόνη τη δημοσίευση των ονοματεπωνύμων των υπαλλήλων της ΕΥΠ στο δημοσίευμα της ..... της εφημερίδας ..... πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη. Και ναι μεν ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 1645/1986 ότι οι ατομικές διοικητικές πράξεις διορισμού, μετάταξης, μετάθεσης ή κάθε άλλης υπηρεσιακής μεταβολής που αφορά το προσωπικό της ΕΥΠ δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκ τούτου όμως δεν συνέπεται ότι το απόρρητο των στοιχείων ταυτότητας υπαλλήλων της ΕΥΠ αποτελεί εξ ορισμού και μυστικό της πολιτείας, κατά την έννοια του άρθρου 146 παρ.1 του ΠΚ, η δημοσιοποίηση του οποίου εκθέτει σε κίνδυνο το συμφέρον του Κράτους, εάν ταυτόχρονα δεν συνοδεύεται και με άλλα στοιχεία προσδιοριστικά της άσκησης ορισμένων καθηκόντων, που έχουν σχέση με τη συλλογή, επεξεργασία πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια της χώρας ή την αντιμετώπιση της κατασκοπευτικής σε βάρος της χώρας δραστηριότητας ξένων οργάνων πληροφοριών (άρθρο 2 παρ.1 Ν. 1645/1986), τοσούτο μάλλον αφού με το άνω έργο της συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών, κρίσιμων για την ασφάλεια της Χώρας, δεν απασχολείται το σύνολο του προσωπικού που υπηρετεί στην ΕΥΠ, η οποία ως υπηρεσία στελεχώνεται και με απλούς διοικητικούς υπαλλήλους και λοιπό βοηθητικό προσωπικό. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β'του ΚΠΔ, της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (ως εκτιμάται) και σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 484 παρ.2 ,317,318 και 315 ΚΠΔ, να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ7, Χ4 και Χ8 και αποφανθεί το δικαστήριο ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων αυτών για την πράξη της παραβίασης των μυστικών της πολιτείας η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας ... στις ..... Με την παράγραφο 1 του άρθρου ΅όνου Ν. 2243/1994 ορίσθηκε ότι διατηρείται εν ισχύϊ η διάταξη του άρθρού 47 ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε ΅ε το άρθρο 4 § 2 Ν. 1738/1987. Το άρθρο 47 ΑΝ 1092/1938 μετά την κατά τα άνω αντικατάστασή του δια΅ορφώθηκε ως εξής: "τα αδική΅ατα που πράττονται δια του τύπου παραγράφονται ΅ετά 18 ΅ήνες από την τέλεση της πράξης. Η προθεσ΅ία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύ΅φωνα ΅ε διάταξη νό΅ου δεν ΅πορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και για όσο χρονικό διάστη΅α διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει α΅ετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος της αναστολής δεν ΅πορεί να υπερβεί τα δύο έτη". Η ειδική αυτή παραγραφή δια τα αδική΅ατα του Τύπου κατισχύει της παραγραφής των άρθρων 111 και 113 Π.Κ. ( Ολ.ΑΠ 1364/1984 ). Εξάλλου, η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασ΅ό των διατάξεων των άρθρων 308 επο΅. 314, 320, 321, 339, 340 και 343 Κ.Π.Δ., αρχίζει είτε ΅ε την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή ΅ε την επίδοση στον κατηγορού΅ενο της κλήσεως (αφού το παραπε΅πτικό βούλευ΅α καταστεί α΅ετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσ΅ατος ΅ε το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε ΅ε την ε΅φάνιση του κατηγορου΅ένου και τη ΅η εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασ΅ό και ΅ε εκείνες των άρθρων 310 § 1εδ. β', 370 εδ. β', 484 § 2, 511 και 512 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσ΅ός δη΅οσίας τάξεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής δίκης, ακό΅η και από τον ’ρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συ΅πλήρωσή της και ΅ετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύ΅ατος υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ 'ανάλογη εφαρ΅ογή του άρθρου 310 § ιβ' του Κ. Π.Δ., αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να έχει ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής καιι ορισ΅ένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους· που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ιδίου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, για την πράξη της παραβίασης των μυστικών της πολιτείας την οποία οι κατηγορούμενοι 1) Χ6 2) Χ5 3) Χ1 4) Χ10 5) Χ11 6) Χ9 7) Χ2 8) Χ3 φέρεται ότι τέλεσαν στις .... και στις ..... με τη δημοσίευση στα αντίστοιχα φύλλα της εφημερίδας .... ονομάτων υπαλλήλων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και για την ίδια πράξη την οποία οι κατηγορούμενοι 1) Χ7 2) Χ4 και 3) Χ8 φέρεται ότι τέλεσαν την ..... με τη δημοσίευση στην ίδια εφημερίδα ονομάτων άλλων υπαλλήλων της ΕΥΠ, παρήλθε ήδη από τους παραπάνω χρόνους τέλεσης χρονικό διάστημα πλέον των δέκα οκτώ (18) μηνών και εφόσον δεν άρχισε η κυρία διαδικασία, εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Επομένως, αφού οι ένδικες αιτήσεις των παραπάνω αναιρεσειόντων περιέχουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ'αυτών για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ι._
Αναιρεί εν μέρει και μόνο κατά τις παραπεμπτικές του διατάξεις το υπ' αριθμ.2.439/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

ΙΙ.- Αποφαίνεται ότι κατά των κατηγορουμένων Χ7, Χ4 και Χ8, δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης μυστικών της πολιτείας την οποία φέρεται ότι από κοινού τέλεσαν στην Αθήνα την 17-12-2006.


ΙΙΙ._
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων 1) Χ6 2) Χ5 3) Χ1 4) Χ10 5) Χ11 6) Χ9 7) Χ2 και 8) Χ3 για την πράξη της παραβίασης μυστικών της πολιτείας την οποία φέρεται ότι από κοινού τέλεσαν στην Αθήνα την 7-5-2006 και την 14-5-2006, με αντίστοιχα δημοσιεύματα στην εφημερίδα ........
IV.-
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων 1) Χ7 2) Χ4 και 3) Χ8, για την πράξη της παραβίασης μυστικών της πολιτείας την οποία φέρεται ότι από κοινού τέλεσαν στην Αθήνα την 14-5-2006 με δημοσίευμα στην άνω εφημερίδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή