Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 287 / 2019    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 287/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μέντο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Β. συζύγου Σ. Σ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γραβιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3204/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1269/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, μορφή συμμετοχής στην επιχειρηματική δραστηριότητα κάποιου προσώπου, χωρίς την εμφάνιση του συμμετέχοντος έναντι των τρίτων, αποτελεί και η παρακοινωνία, της οποίας η ίδρυση και η λειτουργία ρυθμίζονται, κατ' αρχήν, από τις μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνίες (άρθρ. 361 ΑΚ), ενώ σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιων συμφωνιών, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις περί εταιριών του Αστικού Κώδικα (741 επ. ΑΚ), οι οποίες αφορούν εταιρίες που δεν έχουν, όπως οι συμμετοχικές, νομική προσωπικότητα υπό την προϋπόθεση ότι συμβιβάζονται με τη φύση της παρακοινωνίας ως εσωτερικής εταιρίας που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της. Η εταιρία αυτή υφίσταται μόνο μεταξύ του εταίρου κάποιας εταιρίας (κύριος εταίρος) και του προσώπου που "προσκολλάται" στην εταιρική μερίδα του πρώτου (παρακοινωνός), δηλαδή τρίτου προς την εταιρία, τον οποίο ο εταίρος προσλαμβάνει ως κοινωνό των δικαιωμάτων του στην υφιστάμενη εταιρία. Στην παρακοινωνία, η προαγωγή του κοινού εταιρικού σκοπού γίνεται με τη συμβολή των μελών της, κυρίως με την παροχή εισφορών. Η συμβολή του κυρίου εταίρου συνίσταται στην εισφορά εκ μέρους του της εταιρικής μερίδας στην παρακοινωνία και στη διαχείρισή της για το συμφέρον και του παρακοινωνού. Η εισφορά του παρακοινωνού - η οποία θα πρέπει να τεθεί στη διάθεση του κυρίου εταίρου - μπορεί να είναι χρήματα, μεταβίβαση της κυριότητας σε περιουσιακά αντικείμενα, εργασία κ.λπ. Στοιχείο και της παρακοινωνίας είναι η ύπαρξη, μεταξύ των μελών της, πρόθεσης εταιρικής συνεργασίας, η οποία αποτελεί κριτήριο για τη διάκρισή της από τις παρεμφερείς έννομες σχέσεις. Όπως και η αφανής εταιρία, έτσι και η παρακοινωνία είναι εσωτερική εταιρία. Προς τα έξω εμφανίζεται μόνον ο κύριος εταίρος, ο οποίος ενεργεί μεν πάντοτε στο όνομά του, πλην, όμως, στην πραγματικότητα ενεργεί για λογαριασμό και του παρακοινωνού. Έννομες σχέσεις μεταξύ του παρακοινωνού και της εταιρίας ή μεταξύ αυτού και των άλλων εταίρων της κυρίας εταιρίας, καθώς και μεταξύ του παρακοινωνού και των τρίτων δεν υφίστανται, ακόμα κι αν η ύπαρξή του είναι γνωστή σ' αυτούς.
Συνεπώς, στη σύμβαση παρακοινωνίας γεννώνται σχέσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων (εταίρου και παρακοινωνού) με περιεχόμενο τη συμμετοχή του τρίτου παρακοινωνού στα κέρδη και στις ζημίες, που αναλογούν στον αντισυμβαλλόμενό του εταίρο από την συμμετοχή του στην εταιρία. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσειων) ... είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) και κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων, ..... Από το έτος 19….. έως το 19….. εργάσθηκε στον Καναδά, σε διευθυντικές θέσεις σε διάφορες επιχειρήσεις και τράπεζες,.... Tο έτος 19….... τοποθετήθηκε ως διευθύνων σύμβουλος αρχικά στο πολυκατάστημα "..." και κατόπιν μέλος του ΔΣ της Ανώνυμης Γενικής Εταιρείας Τσιμέντου (ΑΓΕΤ), όπου ανέλαβε εντεταλμένος σύμβουλος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος σε περίπου 20 θυγατρικές του ομίλου της ΑΓΕΤ. .... Ενώ ήταν διευθύνων σύμβουλος στο ... γνωρίστηκε με τη δεύτερη εναγόμενη (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), η οποία ήλθε σε επαφή μαζί του προκειμένου να του πωλήσει εμπορεύματα της επιχείρησης που διατηρούσε και δραστηριοποιείτο στον χώρο των γυναικείων εσωρούχων. Ειδικότερα, η δεύτερη εναγόμενη.... είχε ιδρύσει, από το έτος 19…, μαζί με τον σύζυγό της, Σ. Σ., την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων)..... Στην εταιρεία αυτή συμμετείχαν, τυπικά, η δεύτερη εναγόμενη και ο σύζυγός της κατά ποσοστό 50 % καθένας τους. Στην πραγματικότητα, όμως, εκτός από τη δεύτερη εναγόμενη και τον σύζυγό της, στην εταιρεία συμμετείχαν, αφανώς, οι αδελφοί Λ., Χ. και Τ., ιδιοκτήτες της επιχείρησης - πολυκατάστημα "...". Έτσι, κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων, τα ποσοστά συμμετοχής στην άνω εταιρεία κατανέμονταν ως εξής: το 50% ανήκε στην οικογένεια Σ. και το υπόλοιπο 50% στους αδελφούς Λ.. Το έτος 1989, αποχώρησε από την εταιρεία ο Χ. Λ. και τα ποσοστά έγιναν, εμφανώς μεν 75% για την δεύτερη εναγόμενη και 25% για τον σύζυγό της, αφανώς δε 75% για την οικογένεια Σ. και 25% για τον Τ. Λ., στον οποίο και παρέμεινε το ως άνω ποσοστό μέχρι το θάνατό του το έτος 200….. Πρόεδρος της εταιρείας υπήρξε, αρχικά, ο σύζυγος της δεύτερης εναγόμενης Σ. Σ..... Κατά το αρχικό χρονικό διάστημα λειτουργίας της η εταιρεία δεν είχε υπαλλήλους πέραν των ανωτέρω ιδιοκτητών της και ο κύκλος εργασιών της ήταν σχετικά μικρός. Τον Απρίλιο του έτους 1987 ο ενάγων σύναψε με την δεύτερη εναγόμενη ερωτική σχέση και το έτος 1988 μίσθωσαν, στο όνομα του ενάγοντος, ένα διαμέρισμα... όπου και περνούσαν μαζί πολλές ώρες μετά την εργασία τους.... Ενδεικτικό της στενής αυτής σχέσης... είναι το γεγονός ότι το έτος 1989 οι διάδικοι μίσθωσαν, από κοινού, μια θυρίδα στην Τράπεζα …., όπου τοποθέτησαν αντικείμενα που ήθελαν να είναι κοινά....... Παράλληλα άνοιξαν κοινούς λογαριασμούς στις τράπεζες ..., ενώ απέκτησαν και κοινά ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια, ύψους μερικών δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών. Τον Αύγουστο του 19… ο ενάγων παραιτήθηκε από τη θέση που κατείχε στην εταιρεία ΑΓΕΤ και, μετά από πρόταση της δεύτερης εναγόμενης την οποία αποδέχθηκε, ανέλαβε οργανωτικά καθήκοντα στην πρώτη εναγομένη. Τα καθήκοντα αυτά αφορούσαν την ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας και συνίσταντο, μεταξύ άλλων, στον σχεδιασμό και υλοποίηση της μηχανογράφησης (hardware, software), στην συναλλαγή με τις τράπεζες, στον οικονομικό προγραμματισμό, στην εποπτεία του λογιστηρίου, στην επικοινωνία με τους πελάτες, στις διαπραγματεύσεις με προμηθευτές του εξωτερικού κλπ.... Αρχικά, η πρώτη εναγόμενη αποτελούσε... μια μικρή επιχείρηση, η οποία μάλιστα το έτος 1987 εμφάνιζε ζημιές, όμως από το επόμενο έτος άρχισε να παρουσιάζει κερδοφορία.... ενώ από το έτος 1992 η πορεία της ήταν συνεχώς ανοδική, καθώς εξασφάλισε την εισαγωγή στην Ελλάδα εσωρούχων από γνωστούς οίκους του εξωτερικού... Ειδικότερα, και όσον αφορά τον ενάγοντα η παρουσία του στην εταιρεία συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξή της καθώς την μετέτρεψε από εταιρεία απευθυνόμενη στο 3% του γυναικείου πληθυσμού, σε εταιρεία εισαγωγής εσωρούχων για την μεγάλη πληθυσμιακή μάζα, ενώ, επίσης, εφάρμοσε, για πρώτη φορά, σύστημα μηχανοργάνωσης και ανέλαβε εξ ολοκλήρου τον εξοπλισμό της εταιρείας με τα κατάλληλα μηχανήματα και λογισμικό, την καταχώρηση στο σύστημα των συναλλαγών και των οικονομικών της στοιχείων, τη συντήρηση και την περιοδική αναβάθμιση του συστήματος, με πολύωρη απασχόληση σε καθημερινή βάση για διάστημα 2 περίπου ετών. Μάλιστα, συνέβαλε καταλυτικά στη σύναψη σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας της πρώτης εναγόμενης με έναν από τους βασικούς προμηθευτές της, την αμερικανική εταιρεία "....". Τον Ιανουάριο του 1993, καθώς η σχέση του με την δεύτερη εναγόμενη συνεχιζόταν ... ο ενάγων κατέθεσε το ποσό των 49.000 καναδικών δολαρίων (περίπου 10.000.000 δρχ.) σε τραπεζικό λογαριασμό του γιου της δεύτερης εναγομένης, Σ., στην ….. Το έτος 19… η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας, ενώ από το έτος 19.. ο ενάγων αποτελούσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης..... Η σχέση του ενάγοντος με την πρώτη εναγόμενη αποδεικνύεται και: α) από την με ημερομηνία 24/08/19.. απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου ..., σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω εταιρία υπέβαλε υπέρ της δεύτερης εναγόμενης, του γιού της και του ενάγοντος αίτηση προς την τράπεζα …. για έκδοση επαγγελματικής - εταιρικής EUROCARD, ενώ μεταγενέστερα χορηγήθηκε από την εταιρεία και κάρτα νοσηλείας υπέρ των ανωτέρω προσώπων, β) από το πρακτικό του Δ.Σ. …4/12-01-1995 της εταιρίας, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη εναγόμενη ενημερώνει τα μέλη του Δ.Σ. για τις διαπραγματεύσεις του ενάγοντος που είχαν προηγηθεί και επιπρόσθετα παίρνει την έγκριση να συνταξιδεύσουν ξανά στις … για νέες διαπραγματεύσεις, γ) από το πρακτικό Δ.Σ. ….2/07-09-1995 της εταιρίας, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη εναγόμενη γνωστοποιεί στα μέλη του Δ.Σ. ότι η ίδια και ο ενάγων θα συνταξιδεύσουν στη ….. και …. για επαφές και διαπραγματεύσεις με προμηθευτές. Στο πλαίσιο της ουσιαστικής αυτής διαχείρισης που ασκούσε ο ενάγων στην πρώτη εναγόμενη, αλλά και λόγω της διαπροσωπική σχέσης που διατηρούσε με την δεύτερη εναγόμενη, παρέσχε προς την εταιρεία και τις ακόλουθες εγγυήσεις: α) με την από 15/9/1995 σύμβαση παροχής εγγύησης εγγυήθηκε έναντι της "..." την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας από την σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό με αριθμό …7/22-4-1986, ποσού 110.000.000 δρχ., ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την οφειλέτρια μέχρι του ποσού των 45.000.000 δρχ. β) προς περαιτέρω εξασφάλιση των απαιτήσεων της προαναφερθείσας Τράπεζας από την ως άνω σύμβαση πίστωσης, συνέστησε υπέρ της πρώτης εναγόμενης, με την από 15/9/1995 σύμβαση ενεχυρίασης κατάθεσης, ενέχυρο επί του τραπεζικού του λογαριασμού με αριθμό …..39-2, που τηρείτο στην "...", ποσού 108.912,72 καναδικών δολαρίων (περίπου 20.000.000 δρχ.), γ) με την από 31/1/1997 σύμβαση ενεχυρίασης απαίτησης ενεχυρίασε επιπρόσθετα στην Εθνική Τράπεζα, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της από την παραπάνω σύμβαση πίστωσης, της οποίας το όριο είχε αυξηθεί στο ποσό των 200.000.000 δρχ., το "Αμοιβαίο Κεφάλαιο Δήλος Εισοδήματος", Νο ….246, αξίας 4.779.600 δρχ., στο οποίο είχε ορίσει συνδικαιούχο και την δεύτερη εναγόμενη και το με αριθμό ….672 Δήλος Εισοδήματος, με δικαιούχο τον ίδιο και την μητέρα του, αξίας 7.944.118 δρχ., δ) στις 9/4/1998 κατέθεσε στον ανωτέρω λογαριασμό του στην ... το ποσό των 230.000 καναδικών δολαρίων με σκοπό να αυξήσει τις εγγυήσεις του για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, ε) με την από 24/7/1998 σύμβαση ενεχυρίασης κατάθεσης συνέστησε υπέρ της "..." ενέχυρο επί του τραπεζικού λογαριασμού του με αριθμό 141/8…..6-74, ποσού 98.215,35 καναδικών δολαρίων. Με την εγγύηση αυτή η πρώτη εναγόμενη έλαβε πρόσθετα δάνεια ποσού 8.300.000 δρχ. στις 24/7/1998 και 11.000.000 δρχ. στις 5/8/1998. Την εκπλήρωση των απαιτήσεων της Τράπεζας από την ως άνω σύμβαση πίστωσης εγγυάτο και ο σύζυγος της δεύτερης εναγόμενης μέχρι τις 23/11/1998, οπότε και απαλλάχθηκε από κάθε ευθύνη του ως εγγυητής. Το έτος 2002 η δεύτερη εναγομένη και ο γιός της, Σ. Σ., συνέστησαν,.... την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", με ... βασικό αντικείμενο την παραγωγή, εισαγωγή και εξαγωγή εσωρούχων και ενδυμάτων, όρισαν δε τη συμμετοχή του καθενός στα κέρδη και τις ζημίες σε ποσοστό 50%. Με τη συμβολαιογραφική πράξη με αριθμό ////97/30-6-1994 του συμβ/φου Σ. Σ.,... η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία μετατράπηκε σε ανώνυμη με την επωνυμία "..." και δ.τ. ".... Α.Β.Ε.Ε." .... Μοναδικοί μέτοχοι της εταιρείας φέρονται, σύμφωνα με το καταστατικό, η δεύτερη εναγομένη και ο γιός της, κατέχοντας ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, των μετοχών της. Νόμιμοι εκπρόσωποι ορίστηκαν η δεύτερη εναγόμενη, ως πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος, και ο ενάγων, που συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο ως σύμβουλος, με δικαίωμα να δεσμεύουν την εταιρεία με την υπογραφή τους κάτω από την εταιρική επωνυμία, ενεργώντας από κοινού η χωριστά ο καθένας. Η εταιρεία "...." ήταν μια βιοτεχνία με μικρό κύκλο εργασιών, που κατασκεύαζε ενδύματα (ρόμπες και νυχτικά), και λειτουργούσε παράλληλα και συμπληρωματικά με την πρώτη εναγόμενη, της οποίας αποτελούσε αδελφή εταιρεία. Η ως άνω εταιρεία λειτούργησε έως το έτος 2002 οπότε και πωλήθηκε έναντι τιμήματος 105.980 ευρώ, ποσό το οποίο κατατέθηκε στον κοινό λογαριασμό με αριθμό 14...71, που τηρούσαν ο ενάγων με την δεύτερη εναγομένη στο υποκατάστημα της "....... Στις 5/1/1996 ιδρύθηκε η υπεράκτια εταιρεία με την επωνυμία "... S.A." και έδρα την …. της Δημοκρατίας της ….... Ως ιδρυτής της εταιρείας, κάτοχος της μοναδικής της μετοχής, αξίας 100.000 δολαρίων ΗΠΑ και μοναδικό μέλος του πρώτου διοικητικού συμβουλίου φερόταν ο Κ. Έ...., ο οποίος, την ίδια ημέρα (5/1/1996), μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη τη μόνη μετοχή και όλα τα δικαιώματα που απέρρεαν από αυτή ως προς τη συμμετοχή του μετόχου στο κεφαλαίο της υπεράκτιας εταιρείας.... Δυνάμει του με αριθμό 6.882/14-2-1996 αγοραπωλητήριου συμβολαίου, νόμιμα μεταγραμμένου, μεταβιβάστηκε στην εταιρεία "... S.A.",... η κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 2.606,86 τ.μ., κείμενου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ...,...., έναντι συμφωνημένου τιμήματος 80.000.000 δρχ., το οποίο θα καταβαλλόταν από προϊόν δανείου που θα χορηγείτο στην αγοράστρια από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ". Πράγματι, στις 11/3/1996 καταρτίστηκε μεταξύ της υπεράκτιας εταιρείας "... S.A." και της ανωτέρω Τράπεζας δανειακή σύμβαση για ποσό 39.120.569 ιαπωνικών γιεν (JPY), με αναφερόμενη εγγυήτρια τη δεύτερη εναγόμενη, ενώ ως εμπράγματη εξασφάλιση της τράπεζας διατέθηκε το ίδιο το ακίνητο. Στο παραπάνω ακίνητο αναγέρθηκε.... διώροφο κτήριο, .... Με το από 16/6/1996 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης ακινήτου, η εταιρεία "... S.A." εκμίσθωσε στην πρώτη εναγόμενη το παραπάνω αγροτεμάχιο με το εντός αυτού υπό κατασκευή κτίσμα, προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει για τη στέγαση των γραφείων και των αποθηκών της, για την περίοδο από 1/1/1997 έως 31/6/2005, έναντι συμφωνημένου μισθώματος 90.000.000 δρχ...... Στις 13/6/1997 ο ενάγων και η δεύτερη εναγόμενη άνοιξαν προσωπικούς λογαριασμούς στην ... στην …, η οποία αργότερα μετονομάστηκε ..., με αριθμούς 1….9 και 1…..0, αντίστοιχα, και χορήγησαν ο ένας στον άλλο πληρεξούσια προκειμένου καθένας τους να έχει δικαίωμα διαχείρισης του λογαριασμού του έτερου. Στις 26/6/1997, 4/8/1997 και 9/4/1998, ο ενάγων μετέφερε από την Τράπεζα ... Λουξεμβούργου στον ανωτέρω λογαριασμό του τα ποσά των 600.000, 200.000 και 230.000 καναδικών δολαρίων, αντίστοιχα. Στις 4/7/1997 συνέστησε υπέρ της Τράπεζας ... ενέχυρο επί του τρέχοντος και μελλοντικού υπολοίπου του λογαριασμού αυτού προς εξασφάλιση των απαιτήσεων από δάνεια που χορηγούνταν στην πρώτη εναγομένη. Ο λογαριασμός αυτός έκλεισε, με εντολή του ενάγοντος στις 23/9/2002. Η δεύτερη εναγόμενη μετέφερε, στις 5/8/1997, από την αμερικανική τράπεζα "... " στον λογαριασμό με αριθμό 1….0 το ποσό των 350.000 δολαρίων ΗΠΑ και από την τράπεζα του Λονδίνου "..." στον ίδιο λογαριασμό το ποσό των 270.000 δολαρίων ΗΠΑ τον Φεβρουάριο του 1999. Με την από 23/6/1998 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγόμενης αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά 70.000.000 δρχ. Στην αύξηση αυτή συμμετείχε η δεύτερη εναγομένη με την αγορά μετοχών αξίας 20.000.000 δρχ. και η υπεράκτια εταιρεία με την επωνυμία "..." με την αγορά μετοχών αξίας 50.000.000 δρχ.... Ως ιδιοκτήτρια όλων των μετοχών της φερόταν η δεύτερη εναγομένη, η οποία είχε παραχωρήσει την κατοχή τους στην εταιρεία "...",.... η οποία λειτουργούσε ως εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης και ως θεματοφύλακας του συνόλου των μέτοχων της.... Το χρηματικό ποσό των 50.000.000 δρχ. που καταβλήθηκε στις 16/10/1998 στην πρώτη εναγομένη για την εξαγορά των μετοχών της, προήλθε από δάνειο ποσού 63.394.000 ιαπωνικών γεν, που έλαβε η εταιρεία "... S.Α." από την Τράπεζα του Λονδίνου "... S.A.".... Ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις προαναφερθείσες υπηρεσίες του προς την πρώτη εναγόμενη αλλά και προς την αδελφή αυτής εταιρεία με την επωνυμία ".... Α.Β.Ε.Ε.", ενώ από την πώληση της τελευταίας αυτής εταιρείας, το έτος 2002, εξακολούθησε να εργάζεται μόνο για την πρώτη εναγόμενη, άρχισε δε να λαμβάνει, και τυπικά, μισθό ύψους 1.000 ευρώ μηνιαίως. Ωστόσο, η προσωπική του σχέση με την δεύτερη εναγόμενη άρχισε να κλονίζεται καθώς.... εκείνη είχε αρχίσει να αλλάζει συμπεριφορά (ειδικά μετά την οριστική απώλεια επένδυσής της στο Χ.Α.) και να μην ασχολείται το ίδιο ενεργά με την εταιρεία. Το έτος 2003 η δεύτερη εναγόμενη μεταβίβασε, εν αγνοία του ενάγοντος, το προαναφερθέν ακίνητο στο όνομά της.... Το γεγονός αυτό αντελήφθη ο ενάγων τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, οπότε και η προσωπική σχέση των διαδίκων δέχτηκε ένα σημαντικό πλήγμα και μετ' ολίγον οδηγήθηκε στον πλήρη εκφυλισμό της και στην οριστική λήξη της. Στις 10/1/2005 ήρθησαν όλες οι προαναφερόμενες εγγυήσεις που είχε χορηγήσει ο ενάγων υπέρ της "... Α.Ε." για την εκπλήρωσή των υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης από τη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό με αριθμό …7/22-4-1986, ενώ στις 19/9/2007 ήρθη το ενέχυρο επί του λογαριασμού του ενάγοντος με αριθμό 2….8 στην Τράπεζα "... S.A.", με αποτέλεσμα ο ενάγων να μην δεσμεύεται έκτοτε ως εγγυητής της πρώτης εναγόμενης. Τον Ιανουάριο του έτους 2008 ο ενάγων αποχώρησε από το Δ.Σ. και γενικά από την διαχείριση της πρώτης εναγόμενης, αφού η δεύτερη εναγόμενη αρνείτο πλέον να έλθει ακόμα και σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2007 είχε δώσει εντολή να διακοπεί η καταβολή προς αυτόν του ποσού των 1.000 ευρώ μηνιαίως. Με την κρινόμενη αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται... ότι, από την είσοδό του στην πρώτη εναγόμενη (Αύγουστος 1989) μέχρι το έτος 2002 εργάσθηκε χωρίς να λάβει την παραμικρή αμοιβή, αφού είχε συμφωνήσει με την δεύτερη εναγόμενη, που ήταν η ουσιαστική μέτοχος της πρώτης εναγόμενης, ότι οι δυο τους, εκείνη ως εμφανής και εκείνος ως αφανής εταίρος, θα μοιράζονταν τα κέρδη όλων αυτών των ετών,.... Ισχυρίζεται, ακόμα ότι τον Ιανουάριο του 1993 κατέβαλε το ποσό των 49.000 καναδικών δολαρίων (περίπου 10.000.000 δρχ.), σε λογαριασμό του γιου της δεύτερης εναγόμενης, με τη συμφωνία ότι τα 5.000.000 δρχ. αποτελούσαν το 1/2 του κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης, τα δε υπόλοιπα 5.000.000 δρχ. το υπερτίμημα, και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο κατέστη αφανής εταίρος της εταιρείας με ποσοστό συμμετοχής 50%. Ισχυρίζεται, τέλος, ότι τον Σεπτέμβριο του 2003 έλαβε χώρα νέα συμφωνία μεταξύ αυτού και της δεύτερης εναγόμενης, με την οποία έλυσαν την παρακοινωνία που είχαν συστήσει και αποφάσισαν: α) ότι η δεύτερη εναγόμενη θα του μεταβίβαζε την κυριότητα του 1/2 ποσοστού επί του προαναφερθέντος ακινήτου, άλλως και σε περίπτωση που αδυνατούσε να το υλοποιήσει θα του κατέβαλε το ισόποσο της αγοραίας αξίας του ανωτέρω ποσοστού, β) ο ενάγων θα εισέπραττε, από τον Ιανουάριο του 2003 και για όσο χρόνο παρέμενε στην εταιρεία, το ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως, γ) θα καταβαλλόταν στον ενάγοντα, μέσα σε μια διετία, η διαφορά των τόκων που απώλεσε από τις εγγυήσεις του στις προαναφερθείσες τράπεζες, ποσό που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε από τις καταθέσεις του αυτές σε καναδικά ομόλογα με επιτόκιο 8% και δ) θα αποδεσμεύονταν όλες οι εγγυήσεις του. Πράγματι,... ο ενάγων, εργάσθηκε στην πρώτη εναγόμενη, με τα προαναφερθέντα καθήκοντα, χωρίς, έως το έτος 2002, να λαμβάνει μισθό.... Επίσης, ... κατέβαλε το ποσό των 49.000 καναδικών δολαρίων σε λογαριασμό του γιού της δεύτερης εναγόμενης. Ωστόσο, προφορική συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγόμενης για σύσταση παρακοινωνίας επί της εταιρικής μερίδας της τελευταίας στην πρώτη εναγόμενη, με την εκχώρηση προς αυτόν ποσοστού 50% δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε. Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε η επικαλούμενη προφορική συμφωνία του Σεπτεμβρίου του 2003 με το προαναφερθέν περιεχόμενο. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη ήταν η μοναδική, στην πραγματικότητα, μέτοχος της πρώτης εναγόμενης και ότι είχε, συνεπώς, το δικαίωμα να του εκχωρήσει το 50% της εταιρείας. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι μερίδιο στην εταιρεία είχαν και ο σύζυγος της δεύτερης εναγόμενης Σ. Σ. και οι αδελφοί Λ., κατά τις ως άνω αναφερθείσες διακρίσεις όσον αφορά τα ποσοστά και τους χρόνους που ίσχυαν αυτά. Περαιτέρω, η μη καταβολή, εμφανώς, μισθού στον ενάγοντα δεν σημαίνει ότι αυτός δεν λάμβανε, με άλλους τρόπους, αντάλλαγμα για την δραστηριότητά του και την συμβολή του στην πρώτη εναγόμενη. Άλλωστε, ο ίδιος συνομολογεί ότι με την δεύτερη εναγόμενη διατηρούσαν κοινούς λογαριασμούς και θυρίδες, όπου αποταμίευαν κέρδη της πρώτης εναγόμενης, από τα οποία εξοφλούσαν και τις υποχρεώσεις της εταιρείας (πληρωμή προμηθευτών, δόσεις δανείων κλπ). Μάλιστα ο ίδιος αναφέρει, επίσης, ότι το έτος 1999 η δεύτερη εναγόμενη, "... επένδυσε το ποσό των 229.305.342 δρχ. ... Το παραπάνω ποσό προερχόταν από κοινές μας αποταμιεύσεις που βρίσκονταν σε κοινούς λογαριασμούς από την επιχειρηματική μας δραστηριότητα όσο και από δάνεια που είχε λάβει η ... ΑΕ. Αποτέλεσμα της ως άνω επένδυσης ήταν ότι μέχρι τις 7-12-2000 υπήρξε απώλεια 208.793.930 δρχ. (612.748 ευρώ)...." .... Επομένως, εφόσον τα κέρδη της πρώτης εναγόμενης κατατίθεντο σε κοινό λογαριασμό, ο ενάγων είχε την δυνατότητα να λαμβάνει όποιο ποσό ήθελε, ανεξαρτήτως του αν έκανε χρήση ή όχι αυτής της δυνατότητας για προσωπικούς του καθαρά λόγους που έχουν σχέση με τον δεσμό που διατηρούσε με την δεύτερη εναγόμενη. Να αναφερθεί, επίσης, ότι, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 7/1/1994,18/4/1995, 30/10/1995, 22/7/1996 δελτία καταθέσεων της "..." ποσών 3.600.000 δρχ., 800.000 δρχ., 1.100.776 δρχ., 1.600.000 δρχ. αντίστοιχα, προερχόμενα από την ... εταιρεία "... Α.Β.Ε.Ε.", ο ενάγων έλαβε, κατά το χρονικό διάστημα 1994-1996, το συνολικό ποσό των 7.100.776 δρχ. Επί πλέον τούτου, ο ενάγων,.... λάμβανε από το έτος 2002 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνιαίως, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πρώτη εναγόμενη. Περαιτέρω, η καταβολή του ως άνω ποσού των 49.000 καναδικών δολαρίων σε λογαριασμό του γιού της δεύτερης εναγόμενης δεν αποδεικνύει ότι το ποσό αυτό αφορούσε τη συμμετοχή του ενάγοντος στην πρώτη εναγόμενη, αφού από ουδέν έγγραφο στοιχείο προκύπτει κάτι τέτοιο, ενώ, λόγω του είδους της σχέσης του με την δεύτερη εναγόμενη, θα μπορούσε να αφορά οτιδήποτε (π.χ. δωρεά, δάνειο κλπ). Άλλωστε, ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί ότι προέβαινε τόσο σε δανεισμό όσο και σε δωρεές προς την δεύτερη εναγόμενη.... Επίσης, ο ίδιος αναφέρει.... ότι το έτος 1996 κατέθεσε σε λογαριασμό και πάλι του γιού της δεύτερης εναγόμενης το ποσό των 3.000.000 δρχ.....
Συνεπώς, λόγω του είδους της ιδιαίτερης αυτής μακροχρόνιας διαπροσωπικής σχέσης που υφίστατο μεταξύ των διαδίκων, δεν αποδεικνύεται ότι το ως άνω ποσό των 49.000 καναδικών δολαρίων, που πράγματι κατατέθηκε από τον ενάγοντα σε λογαριασμό του γιού της δεύτερης εναγόμενης, αφορούσε τη συμμετοχή του στην πρώτη εναγόμενη. Επίσης, δεν αποδείχθηκε συμμετοχή του στις δύο ως άνω υπεράκτιες εταιρείες, ούτε ότι εκείνος κατέβαλε το ποσό των 50.000.000 δρχ., μέσω της υπεράκτιας εταιρείας "..." για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγόμενης. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ούτε συμφωνία των διαδίκων για καταβολή στον ενάγοντα του ποσού που απώλεσε από την δέσμευση των χρημάτων του για την παροχή εγγυήσεων προς την πρώτη εναγόμενη, προκειμένου να επιτευχθεί η δανειοδότησή της. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι τα ποσά αυτά τα κατέθεσε οικειοθελώς, στο πλαίσιο των συνολικών παροχών του προς την πρώτη εναγόμενη και λόγω της σχέσης του με την δεύτερη εναγόμενη, σχέση η οποία, όπως αποδείχθηκε, τον οδήγησε στις προαναφερθείσες παροχές. Η αποδέσμευση, εξάλλου, των εγγυήσεων αυτών έγινε με συναίνεση των εναγομένων, όχι κατόπιν σχετικής συμφωνίας αλλά, αναγκαστικά, αφού διερράγη ο προσωπικός (ερωτικός) δεσμός του ενάγοντος με την δεύτερη εναγόμενη και συνακόλουθα λύθηκε και η επαγγελματική του συνεργασία με την πρώτη εναγομένη. Τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Λ. Λ. και του ενόρκως βεβαιούντος Γ. Λ., καθώς τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν προσωπική αντίληψη των γεγονότων, αλλά όσα καταθέτουν τα γνωρίζουν από τις διηγήσεις του ίδιου του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να απηχούν ουσιαστικά τη δική του άποψη, ήτοι την άποψη που υποστηρίζει με την κρινόμενη αγωγή του. Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο ενάγων ήταν άνθρωπος έμπειρος με τα οικονομικά και τις εμπορικές συναλλαγές, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, .... προκύπτει το συμπέρασμα ότι αν είχε λάβει χώρα τέτοια συμφωνία, αυτή θα είχε καταρτιστεί εγγράφως, πολλώ δε μάλλον που, ακόμα και αν δεν είχε δημιουργηθεί κατά τον ανωτέρω χρόνο, χάσμα ή πλήγμα στις σχέσεις του με την δεύτερη εναγόμενη, είχαν ωστόσο δημιουργηθεί υποψίες, .... εκ του γεγονότος ότι η δεύτερη εναγόμενη, χωρίς να τον ενημερώσει μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στο όνομά της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή του ως αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, 1) ενώ δέχεται α) ότι τον Αύγουστο του 1989 ο ενάγων, αποδεχόμενος πρόταση της δεύτερης εναγόμενης, ανέλαβε την ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη θετική εξέλιξή της με πολύωρη απασχόληση σε καθημερινή βάση για διάστημα δύο περίπου ετών, β) ότι προέβαινε ακόμη και σε διαπραγματεύσεις με προμηθευτές για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης εταιρείας, μετά από σχετική ενημέρωση του Δ.Σ. αυτής, του οποίου από το έτος 1998 ήταν μέλος, γ) ότι στο πλαίσιο της ουσιαστικής διαχείρισης της εταιρείας χορήγησε προς αυτήν τις αναφερόμενες ως άνω σημαντικές εγγυήσεις, ακόμη και με συμβάσεις ενεχύρασης καταθέσεων ατομικών τραπεζικών λογαριασμών του, προς εξασφάλιση απαιτήσεων από δάνεια που χορηγούνταν στην πρώτη εναγομένη και την αύξηση των πιστώσεων προς αυτή, δ) ότι τα κέρδη της εταιρείας κατατίθεντο σε κοινό λογαριασμό του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης και ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει όποιο ποσό ήθελε, και ε) ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη εταιρεία χωρίς να λαμβάνει, μέχρι το έτος 2002, μισθό, στη συνέχεια δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ ενάγοντος και δεύτερης εναγομένης για σύσταση παρακοινωνίας, με την ανεπαρκή αιτιολογία ότι όλες οι ανωτέρω υπηρεσίες παρασχέθηκαν από τον ενάγοντα, αποκλειστικά, στο πλαίσιο της προσωπικής σχέσης του με την δεύτερη εναγομένη, χωρίς, ωστόσο, να εξηγείται επαρκώς και με σαφήνεια τόσον η επί μακρόν χρόνο παροχή πολύ σημαντικών υπηρεσιών από τον ενάγοντα στην πρώτη εναγομένη, ιδιαίτερα δε η ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας και η παροχή προσωπικών εγγυήσεων για την εξυπηρέτηση της δανειοδότησης αυτής, όσο και η μη καταβολή σε αυτόν μέχρι το έτος 2002 οποιασδήποτε αμοιβής για την προσφορά των εν λόγω υπηρεσιών, αφού και η παραδοχή της προσβαλλομένης, ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει χρήματα από τους κοινούς λογαριασμούς όπου κατατίθεντο τα κέρδη της εταιρείας, συνοδεύεται από την ενδοιαστική αιτιολογία "ανεξαρτήτως του αν έκανε χρήση ή όχι αυτής της δυνατότητας για προσωπικούς του καθαρά λόγους, που έχουν σχέση με τον δεσμό που διατηρούσε με την δεύτερη εναγομένη", ενώ ασαφής είναι και η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η μη καταβολή μισθού στον ενάγοντα δεν σημαίνει ότι αυτός δεν λάμβανε με άλλους τρόπους αντάλλαγμα για την δραστηριότητά του στην πρώτη εναγομένη, 2) δεν εξηγείται επαρκώς στην προσβαλλομένη ο λόγος για τον οποίο τα κέρδη της πρώτης εναγομένης εταιρείας κατατίθεντο σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς της δεύτερης εναγομένης και του ενάγοντος, αν δηλαδή αυτό γινόταν με πρωτοβουλία της δεύτερης εναγομένης λόγω της υφιστάμενης μεταξύ τους προσωπικής σχέσης ή, αντιθέτως, κατόπιν συμφωνίας για τη δραστηριότητα και ουσιαστική συμβολή του ενάγοντος στην ανάπτυξη της εταιρείας και, ακόμη, αν τούτο λειτουργούσε ως αντάλλαγμα ή όχι για τις παρεχόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες προς την εταιρεία, 3) ενώ δέχεται το Εφετείο, ότι το χρηματικό ποσό των 49.000 καναδικών δολαρίων (10.000.000 δρχ περίπου), το οποίο ο ενάγων κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό του γιου της δεύτερης εναγομένης τον Ιανουάριο 1993, δεν αφορούσε τη συμμετοχή του ενάγοντος στην εταιρεία, δεν αναφέρει ωστόσο, αν η συγκεκριμένη κατάθεση έγινε με υπόδειξη της δεύτερης εναγομένης και αν σχετίζεται με το γεγονός ότι η τελευταία μόλις είχε αναλάβει, κατά τις ως άνω παραδοχές, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας, ούτε και για ποιο λόγο, τελικά, δόθηκε το ανωτέρω ποσό στο γιο της, διαλαμβάνοντας απλώς την, επίσης, ενδοιαστική αιτιολογία ότι το εν λόγω ποσό "λόγω του είδους της σχέσης του με τη δεύτερη εναγομένη, θα μπορούσε να αφορά οτιδήποτε (π.χ. δωρεά, δάνειο κλπ), χωρίς να διατυπώνεται με τρόπο θετικό τι ακριβώς περί του κρισίμου αυτού ζητήματος αποδείχθηκε, 4) ενώ δέχεται η προσβαλλομένη ότι η ενεργός συμμετοχή του ενάγοντος στην εταιρεία και η προς αυτήν παροχή των υπηρεσιών του είχε ως μόνη αιτία την προσωπική του σχέση με τη δεύτερη εναγομένη εξ αιτίας της οποίας δεν λάμβανε και μισθό, δεν δικαιολογεί για ποιο λόγο ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του και μετά το έτος 2003, οπότε, κατά τις ως άνω παραδοχές, η προσωπική αυτή σχέση τους οδηγήθηκε σε οριστική λήξη, λαμβάνοντας μάλιστα από το έτος 2002 ως μισθό το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, 5) αναφέρεται κατά τρόπο ασαφή ότι η αποδέσμευση των εγγυήσεων, που είχε παράσχει ο ενάγων, "έγινε με συναίνεση των εναγομένων, όχι κατόπιν σχετικής συμφωνίας αλλά, αναγκαστικά, αφού διερράγη ο προσωπικός (ερωτικός) δεσμός του ενάγοντος με την δεύτερη εναγόμενη", χωρίς να εξηγείται γιατί το τελευταίο αυτό γεγονός οδηγεί αναγκαστικά στην ελευθέρωση του εγγυητή από την ευθύνη του, χωρίς την ανάγκη να έχει προηγηθεί σχετική συμφωνία, και 6) ενώ δέχεται η προσβαλλομένη ότι ο ενάγων έλαβε κατά το χρονικό διάστημα 1994-1996 από την αναφερόμενη ως αδελφή εταιρεία "... ΑΕ", της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος μαζί με την δεύτερη εναγομένη, το συνολικό ποσό των 7.100.776 δρχ, δεν προσδιορίζει, ωστόσο, αν το ανωτέρω ποσό αποτελούσε μισθούς ή μέρισμα αυτού ως αφανούς εταίρου, στην τελευταία δε περίπτωση, ποιος λόγος επέβαλε να μην έχει την ίδια ιδιότητα σε σχέση με την εταιρική μερίδα της δεύτερης εναγομένης και όσον αφορά την αντίστοιχη δραστηριότητά του στην πρώτη εναγομένη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό την 1269/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το καταβληθέν από αυτόν παράβολο.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή